| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47841 | στρατονόμος | στρα-το-νό-μος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός ή υπαξιωματικός της στρατονομίας. Βλ. αερονόμος, -νόμος. | |
| 47842 | στρατοπεδάρχης | στρα-το-πε-δάρ-χης ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. διοικητής στρατοπέδου κοινού για περισσότερες από μία μονάδες. Βλ. -άρχης. [< μτγν. στρατοπεδάρχης] | |
| 47843 | στρατοπέδευση | στρα-το-πέ-δευ-ση ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. προσωρινή εγκατάσταση στρατιωτικής μονάδας σε στρατόπεδο. [< αρχ. στρατοπέδευσις] | |
| 47844 | στρατοπεδεύω | στρα-το-πε-δεύ-ω ρ. (αμτβ.) {στρατοπέδευ-σα, -μένος}: ΣΤΡΑΤ. (για στρατό) εγκαθίσταμαι προσωρινά σε στρατόπεδο ή άλλο υπαίθριο χώρο. [< αρχ. στρατοπεδεύω] | |
| 47845 | στρατόπεδο | στρα-τό-πε-δο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έδου} 1. ΣΤΡΑΤ. χώρος με εγκαταστάσεις για μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στρατιωτικών μονάδων· συνεκδ. το σύνολο των στρατιωτών που διαμένουν εκεί: ανενεργό/εγκαταλελειμμένο/πρώην ~. ~α εκπαίδευσης/νεοσυλλέκτων. Διοικητής ~έδου. Βλ. καταυλισμός.|| Ολόκληρο το ~ παρακολούθησε την εκδήλωση. 2. (κυρ. σε καιρό πολέμου ή σε αυταρχικά καθεστώτα) φρουρούμενη περιοχή συγκέντρωσης και παραμονής πλήθους ανθρώπων υπό συνθήκες περιορισμού· κατ' επέκτ. ελεγχόμενος χώρος ακούσιας συνήθ. εγκατάστασης ατόμων που αποτελούν ιδιαίτερη ομάδα: ~ αιχμαλώτων/εξορίστων.|| ~α μεταναστών/προσφύγων. 3. (μτφ.) κύκλος ανθρώπων που πρεσβεύουν κοινές ιδέες και έρχονται σε αντιπαράθεση με άλλους: το ~ των προοδευτικών/συντηρητικών. Το κυβερνητικό ~. Ανήκουν/βρίσκονται στο ίδιο ~/σε αντίπαλα/διαφορετικά ~α. Χωρίστηκαν σε δύο ~α. ΣΥΝ. παράταξη.|| (κατ' επέκτ.) Η νίκη επανέφερε τα χαμόγελα στο ~ της ομάδας. Η αστοχία άλλαξε ~ στο δεύτερο ημίχρονο. ● ΣΥΜΠΛ.: στρατόπεδα θανάτου/εξόντωσης: ΙΣΤ. τα ναζιστικά και σοβιετικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. [< γαλλ. camps d'extermination, γερμ. Vernichtungslager] , στρατόπεδα συγκέντρωσης: ΙΣΤ. στα οποία μεγάλος αριθμός ανεπιθύμητων εθνικών, θρησκευτικών, κοινωνικών ή πολιτικών ομάδων κρατήθηκαν υπό απάνθρωπες συνθήκες, εκτελώντας καταναγκαστικά έργα ή με στόχο την εξολόθρευσή τους· κυρ. όσα οργανώθηκαν από τους Ναζί στη Γερμανία και αλλού: επιζώντες των ~έδων ~. Βλ. αντισημιτισμός, θάλαμος αερίων, κρεματόριο, ολοκαύτωμα. [< γαλλ. camps de concentration, 1906, γερμ. Konzentrationslager] [< αρχ. στρατόπεδον ‘στρατώνας, στρατός’, γαλλ. camp] | |
| 47846 | στρατός | στρα-τός ουσ. (αρσ.) (περιληπτ.) 1. ΣΤΡΑΤ. σύνολο ατόμων, οργανωμένο και εκπαιδευμένο για τις πολεμικές επιχειρήσεις κυρ. μιας χώρας, οι Ένοπλες Δυνάμεις της ή τμήμα τους· ειδικότ. ο Στρατός Ξηράς: απελευθερωτικός/εθνικός/μισθοφορικός/ξένος/συμμαχικός (= συμμαχικές δυνάμεις)/τακτικός ~ (ΣΥΝ. στράτευμα). ~ κατοχής (= κατοχικός ~). Ανεφοδιασμός/απόσυρση/αποχώρηση/διάλυση/διοικητής/επέμβαση/επίθεση/επιχειρήσεις του ~ού. (με κεφαλ. το αρχικό Σ) Γενικό Επιτελείο/Μετοχικό Ταμείο ~ού. Κατατάχθηκε στον ~ό (ΑΝΤ. απολύομαι).|| Αντάρτικος/άτακτος/επαναστατικός/λαϊκός ~. Ο ~ έφτασε στα σύνορα.|| Αναβολή/απαλλαγή από τον ~ό (: από τη στρατιωτική θητεία). Δεν πήγε ~ό. Είναι στον ~ό (: είναι φαντάρος). Έκανε καριέρα στον ~ό. Υπηρέτησε στον ελληνικό ~ό ως λοχίας. Βλ. Πολεμική Αεροπορία, Πολεμικό Ναυτικό.|| (συνεκδ., οι στρατιωτικοί:) Ο ~ ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας (βλ. πραξικόπημα). Βλ. ευρω~. 2. (μτφ.) μεγάλο πλήθος, συχνά με κοινό στόχο: εκλογικός/κομματικός ~. ~ από παιδιά. Πβ. στρατιά. Βλ. ορδή. ● ΣΥΜΠΛ.: Κόκκινος Στρατός βλ. κόκκινος, Στρατός (της) Σωτηρίας βλ. σωτηρία, Στρατός Ξηράς βλ. ξηρά, Σώμα Στρατού βλ. σώμα [< 1: αρχ. στρατός 2: γαλλ. armée] | |
| 47847 | στρατόσφαιρα | στρα-τό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. στρώμα της ατμόσφαιρας ανάμεσα στην τροπόσφαιρα και τη μεσόσφαιρα, σε ύψος από δεκαοκτώ μέχρι πενήντα περ. χλμ. από την επιφάνεια της Γης. [< γαλλ. stratosphère, 1898, αγγλ. stratosphere, 1908] | |
| 47848 | στράτσο | στρά-τσο ουσ. (ουδ.): στρατσόχαρτο. [< βεν. strazzo] | |
| 47849 | στρατσόχαρτο | στρα-τσό-χαρ-το ουσ. (ουδ.): χοντρό, σκληρό και κακής ποιότητας χαρτί, συνήθ. για περιτύλιγμα τροφίμων. Βλ. -χαρτο. | |
| 47850 | στρατώνας | στρα-τώ-νας ουσ. (αρσ.) & (προφ.) στρατώνα (η): ΣΤΡΑΤ. εγκαταστάσεις για τη στέγαση στρατιωτικών μονάδων. Βλ. -ώνας, στρατόπεδο. [< γαλλ. caserne] | |
| 47851 | στρατωνισμός | στρα-τω-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. εγκατάσταση στρατιωτικών μονάδων σε στρατώνα ή άλλο προσωρινό κατάλυμα και συνεκδ. ο στρατώνας: ~ του τάγματος. ~ σε στρατόπεδα. Πβ. στρατοπέδευση. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. casernement] | |
| 47852 | στράφι | στρά-φι επίρρ.: στη ● ΦΡ.: πάει στράφι (προφ.): για κάτι που χάνεται, σπαταλιέται, μένει αναξιοποίητο: Όλες μου οι θυσίες πήγανε ~ (πβ. τσάμπα/τζάμπα και βερεσέ, χαράμι). Μην αφήσεις το ταλέντο σου να ~ ~. [< τουρκ. israf] | |
| 47853 | στραφταλίζει | στρα-φτα-λί-ζει ρ. (αμτβ.) {σταφτάλιζ-ε, στραφτάλι-σε} (λογοτ.): είναι λαμπερός, λαμποκοπά: Το πέλαγος ~ε στο φως του ήλιου. | |
| 47854 | στρεβλός | , ή, ό στρε-βλός επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) εσφαλμένος, ανώμαλος, διαστρεβλωμένος: ~ή: αντίληψη/άποψη/ερμηνεία/νοοτροπία.|| ~η: ανάπτυξη της οικονομίας. ΑΝΤ. ορθός (1), σωστός (1) 2. στραβός: ~ά: σκέλη.|| (ΜΑΘ.) ~ή: επιφάνεια/καμπύλη (: μη επίπεδη). ~ό: πολύγωνο (: με κορυφές που δεν ανήκουν στο ίδιο επίπεδο). ΑΝΤ. ευθύς (1), ίσιος (1) 3. (μτφ.-σπάν.) δύστροπος. [< αρχ. στρεβλός] | |
| 47855 | στρεβλότητα | στρε-βλό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του στρεβλού. Βλ. -ότητα. [< μτγν. στρεβλότης] | |
| 47856 | στρεβλώνω | στρε-βλώ-νω ρ. (μτβ.) {στρέβλω-σα, -θηκε, -μένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) παραμορφώνω, αλλοιώνω: Ο παρεμβατισμός ενδέχεται να ~σει την ανταγωνιστικότητα. ~μένη: αντίληψη/εικόνα/πραγματικότητα. ~μένο: είδωλο. ΣΥΝ. διαστρεβλώνω 2. στραβώνω: Η θερμοκρασία/πίεση μπορεί να ~σει το αμάξωμα. ΑΝΤ. ευθυγραμμίζω (1), ισιώνω (1) [< αρχ. στρεβλῶ] | |
| 47857 | στρέβλωση | στρέ-βλω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) διαστρέβλωση, παραποίηση: ~ της αγοράς/του ανταγωνισμού/της οικονομίας. ~ των δηλώσεων. 2. στράβωμα, παραμόρφωση: ~ του μετάλλου. (ΙΑΤΡ.) ~ των άκρων/της σπονδυλικής στήλης. (ΦΥΣ.) ~ του χωροχρόνου. [< μτγν. στρέβλωσις 'βασανιστήριο'] | |
| 47858 | στρεβλωτικός | , ή, ό στρε-βλω-τι-κός επίθ. (λόγ.): που συντελεί στη στρέβλωση ή σχετίζεται με αυτή: ~ή: επίδραση. ~οί: καθρέφτες (= παραμορφωτικοί). ~ά: αποτελέσματα/φαινόμενα. Πβ. δια~, παραποιητικός. [< μτγν. στρεβλωτικός] | |
| 47859 | στρείδι | στρεί-δι ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. δίθυρο μαλάκιο με τραχύ, σκούρο γκρι όστρακο, το οποίο προσκολλάται στους βράχους και τρώγεται ή συλλέγεται για τα μαργαριτάρια που βρίσκονται στο εσωτερικό του: Καλλιέργεια ~ιών (= οστρεοκαλλιέργεια). Βλ. θαλασσινά, οστρακοειδή, φρούτα της θάλασσας. ΣΥΝ. όστρεο (1) ● ΦΡ.: κολλάω σαν στρείδι (προφ.): γίνομαι ενοχλητικός, φορτικός. Βλ. βδέλλα. [< μεσν. στρείδι < ὀστρείδιον < αρχ. ὄστρειον] | |
| 47860 | στρέιτ | στρέ-ιτ επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): ετεροφυλόφιλος: τα στέκια των ~ και των γκέι.|| (ως επίθ.) ~ άντρας/γυναίκα/ζευγάρι. Δηλώνει/είναι ~. [< αγγλ. straight, 1941] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ