| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47851 | στρατωνισμός | στρα-τω-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. εγκατάσταση στρατιωτικών μονάδων σε στρατώνα ή άλλο προσωρινό κατάλυμα και συνεκδ. ο στρατώνας: ~ του τάγματος. ~ σε στρατόπεδα. Πβ. στρατοπέδευση. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. casernement] | |
| 47852 | στράφι | στρά-φι επίρρ.: στη ● ΦΡ.: πάει στράφι (προφ.): για κάτι που χάνεται, σπαταλιέται, μένει αναξιοποίητο: Όλες μου οι θυσίες πήγανε ~ (πβ. τσάμπα/τζάμπα και βερεσέ, χαράμι). Μην αφήσεις το ταλέντο σου να ~ ~. [< τουρκ. israf] | |
| 47853 | στραφταλίζει | στρα-φτα-λί-ζει ρ. (αμτβ.) {σταφτάλιζ-ε, στραφτάλι-σε} (λογοτ.): είναι λαμπερός, λαμποκοπά: Το πέλαγος ~ε στο φως του ήλιου. | |
| 47854 | στρεβλός | , ή, ό στρε-βλός επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) εσφαλμένος, ανώμαλος, διαστρεβλωμένος: ~ή: αντίληψη/άποψη/ερμηνεία/νοοτροπία.|| ~η: ανάπτυξη της οικονομίας. ΑΝΤ. ορθός (1), σωστός (1) 2. στραβός: ~ά: σκέλη.|| (ΜΑΘ.) ~ή: επιφάνεια/καμπύλη (: μη επίπεδη). ~ό: πολύγωνο (: με κορυφές που δεν ανήκουν στο ίδιο επίπεδο). ΑΝΤ. ευθύς (1), ίσιος (1) 3. (μτφ.-σπάν.) δύστροπος. [< αρχ. στρεβλός] | |
| 47855 | στρεβλότητα | στρε-βλό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του στρεβλού. Βλ. -ότητα. [< μτγν. στρεβλότης] | |
| 47856 | στρεβλώνω | στρε-βλώ-νω ρ. (μτβ.) {στρέβλω-σα, -θηκε, -μένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) παραμορφώνω, αλλοιώνω: Ο παρεμβατισμός ενδέχεται να ~σει την ανταγωνιστικότητα. ~μένη: αντίληψη/εικόνα/πραγματικότητα. ~μένο: είδωλο. ΣΥΝ. διαστρεβλώνω 2. στραβώνω: Η θερμοκρασία/πίεση μπορεί να ~σει το αμάξωμα. ΑΝΤ. ευθυγραμμίζω (1), ισιώνω (1) [< αρχ. στρεβλῶ] | |
| 47857 | στρέβλωση | στρέ-βλω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) διαστρέβλωση, παραποίηση: ~ της αγοράς/του ανταγωνισμού/της οικονομίας. ~ των δηλώσεων. 2. στράβωμα, παραμόρφωση: ~ του μετάλλου. (ΙΑΤΡ.) ~ των άκρων/της σπονδυλικής στήλης. (ΦΥΣ.) ~ του χωροχρόνου. [< μτγν. στρέβλωσις 'βασανιστήριο'] | |
| 47858 | στρεβλωτικός | , ή, ό στρε-βλω-τι-κός επίθ. (λόγ.): που συντελεί στη στρέβλωση ή σχετίζεται με αυτή: ~ή: επίδραση. ~οί: καθρέφτες (= παραμορφωτικοί). ~ά: αποτελέσματα/φαινόμενα. Πβ. δια~, παραποιητικός. [< μτγν. στρεβλωτικός] | |
| 47859 | στρείδι | στρεί-δι ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. δίθυρο μαλάκιο με τραχύ, σκούρο γκρι όστρακο, το οποίο προσκολλάται στους βράχους και τρώγεται ή συλλέγεται για τα μαργαριτάρια που βρίσκονται στο εσωτερικό του: Καλλιέργεια ~ιών (= οστρεοκαλλιέργεια). Βλ. θαλασσινά, οστρακοειδή, φρούτα της θάλασσας. ΣΥΝ. όστρεο (1) ● ΦΡ.: κολλάω σαν στρείδι (προφ.): γίνομαι ενοχλητικός, φορτικός. Βλ. βδέλλα. [< μεσν. στρείδι < ὀστρείδιον < αρχ. ὄστρειον] | |
| 47860 | στρέιτ | στρέ-ιτ επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): ετεροφυλόφιλος: τα στέκια των ~ και των γκέι.|| (ως επίθ.) ~ άντρας/γυναίκα/ζευγάρι. Δηλώνει/είναι ~. [< αγγλ. straight, 1941] | |
| 47861 | στρέμμα | στρέμ-μα ουσ. (ουδ.) {στρέμμ-ατος | -ατα}: ΜΕΤΡΟΛ. (ως μονάδα μέτρησης) έκταση γης ίση με χίλια τετραγωνικά μέτρα: κτήμα/οικόπεδο πέντε ~άτων. Πόσο πάει (= κοστίζει) το ~; [< μτγν. στρέμμα 'καθετί συνεστραμμένο, εξάρθρωση'] | |
| 47862 | στρεμματικός | , ή, ό στρεμ-μα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με το στρέμμα: ~ός: φόρος (: που εισπράττεται κατά στρέμμα). ~ή: απόδοση (καλλιέργειας)/αποζημίωση/έκταση/ενίσχυση. | |
| 47863 | στρεπτικός | , ή, ό στρε-πτι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη στροφή, την περιστροφή: ~ός: λυγισμός. ~ή: ακαμψία/καταπόνηση/παραμόρφωση/ροπή. ~ό: φορτίο. Κτίρια με/χωρίς ~ή ευαισθησία. Πβ. στροφικός. [< αρχ. στρεπτικός] | |
| 47864 | στρεπτοκοκκικός | , ή, ό στρε-πτο-κοκ-κι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον στρεπτόκοκκο: ~ή: αμυγδαλίτιδα/κυνάγχη/λοίμωξη/φαρυγγίτιδα. | |
| 47865 | στρεπτόκοκκος | στρε-πτό-κοκ-κος ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. gram θετικό βακτήριο με μορφή σφαιρική ή ωοειδή σε διάταξη μικρών αλυσίδων, το οποίο αποτελεί αιτία πολλών λοιμώξεων. [< γαλλ. streptocoque, αγγλ. streptococcus] | |
| 47866 | στρεπτομυκίνη | στρε-πτο-μυ-κί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. αντιβιοτικό (σύμβ. C21H39N7O12) για τη θεραπεία ασθενειών που οφείλονται σε βακτήρια, ιδ. της φυματίωσης. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. streptomycin, 1944, γαλλ. streptomycine, 1944] | |
| 47867 | στρεπτός | , ή, ό στρε-πτός επίθ. (λόγ.) 1. που είναι δυνατόν να περιστραφεί: ~ή: βάση. ~ό: πηνίο. Μαγνητική βελόνα ~ή περί άξονα. 2. στριφτός: ~ά: νήματα. [< αρχ. στρεπτός] | |
| 47868 | στρες | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: εσωτερική ένταση, πίεση που εκδηλώνεται με ψυχοσωματικές διαταραχές, ως αντίδραση σε κινδύνους, αντιξοότητες και άλλους παράγοντες, οι οποίοι τείνουν να διαταράξουν την ισορροπία του οργανισμού· άγχος: έντονο/εργασιακό/παρατεταμένο/συναισθηματικό/τεχνολογικό (= τεχνοστρές)/χρόνιο/ψυχολογικό ~. Διαχείριση/καταπολέμηση/συμπτώματα του ~. Πηγή/υψηλά επίπεδα ~. Το ~ της δουλειάς/της καθημερινότητας. Αντιμετωπίζω/αποβάλλω/ελέγχω/μειώνω το ~. Βιώνω/έχω/μου προκαλεί έντονο ~. Υποφέρω από ~. Με τρώει το ~. ● ΣΥΜΠΛ.: θερμικό στρες βλ. θερμικός, μετατραυματικό στρες/σύνδρομο βλ. μετατραυματικός, οξειδωτικό στρες βλ. οξειδωτικός, τεστ αντοχής βλ. τεστ [< αγγλ. stress, 1942, γαλλ. ~, 1950] | |
| 47869 | στρεσάρισμα | στρε-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): πίεση, καταπόνηση: υπερφόρτωση και ~ των ελατηρίων.|| (κυρ. μτφ.) Συνεχές ~ του (ανθρώπινου) οργανισμού. Πβ. πρεσάρισμα. Βλ. -ισμα. | |
| 47870 | στρεσάρω | στρε-σά-ρω ρ. (μτβ.) {στρεσάρι-σα, -στηκα, -σμένος, στρεσάρ-οντας} (προφ.) 1. (μτφ.) προξενώ στρες· αγχώνω: Η έντονη ζωή τον ~ει. Όταν ~ομαι, δεν μπορώ να σκεφτώ. Είναι μονίμως ~σμένη (: σε υπερένταση). 2. πιέζω, καταπονώ: Μη ~εις τη μέση σου σηκώνοντας βάρη. [< γαλλ. stresser, περ. 1960] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ