Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48400-48420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47871στρεσογόνος

, α/ος, ο στρε-σο-γό-νος επίθ. (επιστ.): που προκαλεί έντονη ψυχική φόρτιση, στρες: ~α/ος: κατάσταση (πβ. αγχωτική)/πηγή. ~o: ερέθισμα/περιβάλλον (: δυσάρεστο ή πιεστικό)/συμβάν. ~ες: (ΒΙΟΛ.) ορμόνες (βλ. κορτιζόλη)/συνθήκες. ~α: γεγονότα (: απειλητικά ή οδυνηρά). Βιολογικοί/οργανικοί/φυσικοί ~οι παράγοντες. Βλ. -γόνος. ΣΥΝ. αγχογόνος [< γαλλ. stressant, 1953]

47872στρέτοστρέ-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΜΟΥΣ. 1. (στο τέλος συνήθ. της φούγκας) τμήμα όπου γίνεται μίμηση του θέματος προτού ολοκληρωθεί το προηγούμενο, έτσι ώστε να ξεδιπλώνονται δύο ή περισσότερες αλλεπάλληλες εκθέσεις. 2. το τελευταίο τμήμα μουσικής σύνθεσης, όπου το τέμπο επιταχύνεται κατά πολύ· (ως επίρρ.) γρηγορότερα. [< ιταλ. stretto]
47873στρετςεπίθ. {άκλ.}: (προφ., για εφαρμοστό ρούχο) ελαστικός: ~ μίνι/παντελόνι/φόρεμα. [< αμερικ. stretch, 1954, γαλλ. ~, 1963]
47874στρέτσινγκστρέ-τσινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΓΥΜΝ. ήπιες διατατικές ασκήσεις για τα μέλη του σώματος και τους μυς: Κάνω ~. Πβ. διάταση. Βλ. αεροβική. [< αγγλ. stretching, γαλλ. ~, 1982]
47875στρέφωστρέ-φω ρ. (μτβ.) {έστρε-ψα, στρέ-ψει, στρά-φηκε (λόγ.) εστράφη, στραφώ, στρα-μμένος, στρέφ-οντας} 1. μετακινώ κάτι ως προς τον πραγματικό ή νοητό του άξονα, του αλλάζω κατεύθυνση: ~ψε το βλέμμα/τα μάτια/το πρόσωπό του προς το μέρος της. ~φηκε απ' την άλλη. Οι δράστες ~ψαν τα όπλα εναντίον τους. (σε ασκήσεις γυμναστικής) Στρέψτε τη μέση/το σώμα αριστερά/δεξιά.|| Τα άνθη του ηλιοτρόπιου ~ονται προς τον ήλιο. Βλ. συ~. ΣΥΝ. γυρίζω (2), στρίβω (1) 2. (μτφ.) κατευθύνω, προσανατολίζω: Στην οικονομία ~ει το βλέμμα/το ενδιαφέρον της η κυβέρνηση (ΑΝΤ. απο~). ~ψε τα βέλη/τα πυρά (του) κατά του δημάρχου. Κατάφεραν να ~ψουν την τύχη υπέρ τους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ~εται σε εναλλακτικές μορφές ενέργειας. Από νωρίς ~φηκε προς το θέατρο. ~φηκε εναντίον μου. ~φηκαν κατά της Επιτροπής. Η προσοχή όλων είναι ~μμένη πάνω τους. Βλ. δια~, μετα~. ● Παθ.: στρέφομαι 1. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} περιστρέφομαι: Η Γη ~εται γύρω από τον άξονά της.|| (μτφ.) Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα ~ονται γύρω από θέματα εκπαιδευτικής διοίκησης. Η συζήτηση ~ηκε γύρω από την οικονομία. 2. (μτφ.) απευθύνομαι, αποτείνομαι: Αναγκάστηκε να στραφεί για βοήθεια/στήριξη σε ψυχολόγο. Πβ. καταφεύγω. ● ΦΡ.: γυρίζω/στρέφω/δείχνω την πλάτη/τα νώτα μου σε κάποιον/κάτι βλ. πλάτη [< αρχ. στρέφω]
47876στρέψηστρέ-ψη ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. παραμόρφωση σώματος υπό την επίδραση δύο αντίθετων δυνάμεων περιστροφής που ασκούνται παράλληλα στα δύο του άκρα: ~ δοκού. Γωνία/ροπή ~ης. Αντοχή στη ~. Κάμψη και ~. [< αρχ. στρέψις ‘στρίψιμο, στροφή’, γαλλ. torsion]
47877στρεψοδικίαστρε-ψο-δι-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): (συχνά σε δίκη) χρήση παραπλανητικών, ψευδών ή ευτελών επιχειρημάτων με σκοπό τη διαστρέβλωση της αλήθειας: Κατηγορείται για ~. Πβ. δικολαβία.|| (συνεκδ.) Προσπάθησε με ~ες και σοφιστείες να πείσει τους δικαστές. [< γερμ. Rechtsverdrehung]
47878στρεψόδικος, η, ο στρε-ψό-δι-κος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ. ή πράξη) που χαρακτηρίζεται από στρεψοδικία: ~ος: δικηγόρος. Πβ. σοφιστής.|| ~η: ρητορική/στάση. ~α και συκοφαντικά επιχειρήματα. Πβ. δικολαβικός, παραπειστικός. [< γερμ. Rechtsverdreher]
47879στρεψοδικώ[στρεψοδικῶ] στρε-ψο-δι-κώ ρ. (αμτβ.) {στρεψοδικ-εί, -ώντας} (λόγ.): χρησιμοποιώ παραπλανητικά, ψευδή ή ευτελή επιχειρήματα, για να διαστρεβλώσω την αλήθεια: Η αντίπαλη πλευρά υπεκφεύγει και ~εί συστηματικά. [< αρχ. στρεψοδικῶ]
47880στρίβωστρί-βω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έστρι-ψα, στρί-φτηκε, στριμμένος, στρίβ-οντας} 1. αλλάζω ο ίδιος κατεύθυνση ή κάνω κάτι, συνήθ. όχημα, να αλλάξει κατεύθυνση: (Το αυτοκίνητο/ο οδηγός) ~ψε απότομα/για το λιμάνι/σε λάθος διασταύρωση/στη γωνία/χωρίς φλας. Ο δρόμος/το μονοπάτι ~ει δυτικά. Στο πρώτο στενό θα ~ψετε αριστερά. (προφ.) Εγώ ~ εδώ, λοιπόν, τα λέμε!|| ~ψε (= γύρισε) το κεφάλι της στο πλάι. 2. περιστρέφω: ~ το καπάκι (βλ. (ξε)βιδώνω)/το κλειδί (βλ. (ξε)κλειδώνω)/το τιμόνι. Με κοιτούσε ~οντας το μουστάκι. Το νήμα ~εται (: τυλίγεται) με ειδικό μηχάνημα.|| Η μπάλα ~ψε στον αέρα. ΣΥΝ. στρέφω (1) 3. (προφ.) φεύγω, συνήθ. βιαστικά και χωρίς να με αντιληφθούν: Όταν ακούει για δουλειά, ~ει (ΣΥΝ. το ~ει). (απειλητ.) Στρίβε από 'δω (= δίνε του, εξαφανίσου, πάρε δρόμο, τσακίσου, χάσου)! ● ΦΡ.: στρίβω το νόμισμα/το κέρμα: ρίχνω κορόνα ή γράμματα: Ο διαιτητής ~ψε ~ (πριν την έναρξη του αγώνα). Βλ. στρίψιμο., στρίβω τσιγάρο: φτιάχνω τσιγάρο, τυλίγοντας καπνό σε τσιγαρόχαρτο: Ήπιε μερικές γουλιές καφέ κι ~ψε ένα ~. Βλ. στριφτό., τα στρίβω (μτφ.-προφ.): αναιρώ παλαιότερες δηλώσεις ή υποσχέσεις μου: Στην αρχή έλεγε πως μ΄ αγαπούσε, τώρα όμως μου τα ~ει. Πβ. αλλάζει τα λόγια του, μασάω τα λόγια μου/τα μασάω., στρίβειν δια του αρραβώνος βλ. αρραβώνας, στρίβω αλά γαλλικά βλ. α λα & αλά, στρίβω το λαρύγγι (κάποιου) βλ. λαρύγγι, του 'στριψε/του λασκάρισε/του 'φυγε η/καμιά βίδα βλ. βίδα ● βλ. στριμμένος [< μεσν. στρίβω < αρχ. στρέφω]
47881στρίγκλα & στρίγγλαστρί-γκλα ουσ. (θηλ.) {αρσ. στρίγκλος} 1. (προφ.-υβριστ.) (για γυναίκα) δύστροπη, μοχθηρή ή φωνακλού και καβγατζού. Πβ. κακίστρω, κάργια, λάμια, μαινάδα, μέγαιρα. 2. ΛΑΟΓΡ. δαιμόνιο με τη μορφή άσχημης και αδύνατης γριάς που κάνει μάγια και προξενεί κακό, κυρ. σε λεχώνες και νεογέννητα. [< μεσν. στρίγκλα, στρίγλα < λατ. *strigula < striga]
47882στριγκλιά & στριγγλιάστρι-γκλιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): διαπεραστική, συνήθ. γυναικεία, κραυγή: Έβγαλε μια ~. ~ιές και κλάματα. Πβ. ουρλιαχτό, σκληριά, σκλήρισμα, σκούξιμο, στρίγκλισμα, τσίριγμα, τσιρίδα. [< μεσν. στριγγιά] ΣΤΡΙΓΚΛΙΑ ΣΤΡΙΓΓΛΙΑ
47883στριγκλίζω & στριγγλίζωστρι-γκλί-ζω ρ. (αμτβ.) {στρίγκλι-σα, στριγκλίζ-οντας}: (για άνθρωπο ή ζώο) βγάζω στριγκλιές: Το μωρό κλαίει και ~ει. ~σε από τον πόνο. Τι κάνεις εκεί; ~σε. Πβ. ξεφωνίζω, ουρλιάζω, σκούζω, τσιρίζω.|| (μτφ.) Τα λάστιχα/φρένα ~σαν (: σε απότομο φρενάρισμα). Πβ. τρίζω. [< μεσν. στριγγίζω]
47884στρίγκλισμα & στρίγγλισμαστρί-γκλι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του στριγκλίζω· στριγκλιά.
47885στριγκός & στριγγός, ιά, ό στρι-γκός επίθ.: οξύς, διαπεραστικός: ~ός: ήχος. ~ιά: κραυγή/φωνή. ~ό: κλάμα. Πβ. τσιριχτός. [< μεσν. στριγγός]
47886στριμμένος, η, ο στριμ-μέ-νος επίθ. 1. (μτφ.-μειωτ.) δύστροπος, στρυφνός: νευρικός και ~. Τι ~η που είσαι! Πβ. ανάποδος, ιδιότροπος, στραβόξυλο. 2. {κυρ. στο ουδ.} που τον έχουν στρίψει: ~ο: νήμα/τσιγάρο. Πβ. στριφτός. ● ΦΡ.: στριμμένο άντερο βλ. άντερο ● βλ. στρίβω
47887στριμόκωλος, η, ο στρι-μό-κω-λος επίθ. (προφ.) 1. δύσκολος, πιεστικός: Είναι λίγο ~α τα πράγματα. Πβ. ζόρικος. 2. στενόχωρος: ~ο: μέρος. Πβ. στενός. ● επίρρ.: στριμόκωλα: Είμαστε πολύ ~ εδώ μέσα. Πβ. στενόχωρα, στριμωγμένα.
47888στρίμωγμαστρί-μωγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. συμπίεση συνήθ. πλήθους πραγμάτων ή προσώπων σε περιορισμένο χώρο: ασφυκτικό ~ (πβ. αδιαχώρητο). ~ των ρούχων στη βαλίτσα/ντουλάπα. ~ των επιβατών στα λεωφορεία (πβ. τσουβάλιασμα)/στην ουρά (πβ. πήξιμο, στριμωξίδι, συνωστισμός). 2. (μτφ.) πίεση, πρεσάρισμα· δύσκολη, πιεστική κατάσταση: Έφαγε άγριο ~ από τον διευθυντή. Πβ. ζόρ-, μαρκάρ-ισμα.|| Οικονομικό ~. Πβ. ζόρι, σφίξιμο.
47889στριμωξίδιστρι-μω-ξί-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.): συνωστισμός, πολυκοσμία, συνήθ. σε περιορισμένο χώρο: ~ στο λεωφορείο/μετρό. Έπεσε πολύ/τρελό ~. Πβ. πήξιμο, σκοτωμός, στρίμωγμα. Βλ. -ίδι.
47890στριμώχνωστρι-μώ-χνω ρ. (μτβ.) {στρίμω-ξα, στριμώ-χτηκα (λόγ.) -χθηκα, -γμένος, στριμώχν-οντας} 1. περιορίζω συνήθ. πλήθος προσώπων ή πραγμάτων σε μικρό χώρο: Πάνω από τριακόσια άτομα ~χτηκαν (= συνωστίστηκαν) στην αίθουσα. Περιμέναμε στην ουρά, ~γμένοι (= στοιβαγμένοι, τσουβαλιασμένοι) ο ένας δίπλα στον άλλο/σαν σαρδέλες. (στο μποξ) Τον ~ξε στα σχοινιά και τον έριξε νοκ άουτ.|| (μτφ.) Πολλά ερωτήματα ~ονται στο μυαλό μου. Πβ. συνωθούμαι. Βλ. διαγκωνίζομαι.|| Προσπαθώ να ~ξω (= χωρέσω) στο πρόγραμμά μου μία ώρα τρέξιμο κάθε μέρα. 2. (μτφ.) φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση, πιέζω: Οι δημοσιογράφοι τον ~ξαν άγρια/άσχημα/για τα καλά με τις ερωτήσεις τους. Τους ~ει ο χρόνος. Αυτή την περίοδο είμαι αρκετά/πολύ ~γμένη οικονομικά/λόγω της εξεταστικής. ΣΥΝ. ζορίζω (4) ● ΦΡ.: στριμώχνω κάποιον στη γωνία βλ. γωνία [< μεσν. στρυμώνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.