Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48400-48420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47861στρέμμαστρέμ-μα ουσ. (ουδ.) {στρέμμ-ατος | -ατα}: ΜΕΤΡΟΛ. (ως μονάδα μέτρησης) έκταση γης ίση με χίλια τετραγωνικά μέτρα: κτήμα/οικόπεδο πέντε ~άτων. Πόσο πάει (= κοστίζει) το ~; [< μτγν. στρέμμα 'καθετί συνεστραμμένο, εξάρθρωση']
47862στρεμματικός, ή, ό στρεμ-μα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με το στρέμμα: ~ός: φόρος (: που εισπράττεται κατά στρέμμα). ~ή: απόδοση (καλλιέργειας)/αποζημίωση/έκταση/ενίσχυση.
47863στρεπτικός, ή, ό στρε-πτι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη στροφή, την περιστροφή: ~ός: λυγισμός. ~ή: ακαμψία/καταπόνηση/παραμόρφωση/ροπή. ~ό: φορτίο. Κτίρια με/χωρίς ~ή ευαισθησία. Πβ. στροφικός. [< αρχ. στρεπτικός]
47864στρεπτοκοκκικός, ή, ό στρε-πτο-κοκ-κι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον στρεπτόκοκκο: ~ή: αμυγδαλίτιδα/κυνάγχη/λοίμωξη/φαρυγγίτιδα.
47865στρεπτόκοκκοςστρε-πτό-κοκ-κος ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. gram θετικό βακτήριο με μορφή σφαιρική ή ωοειδή σε διάταξη μικρών αλυσίδων, το οποίο αποτελεί αιτία πολλών λοιμώξεων. [< γαλλ. streptocoque, αγγλ. streptococcus]
47866στρεπτομυκίνηστρε-πτο-μυ-κί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. αντιβιοτικό (σύμβ. C21H39N7O12) για τη θεραπεία ασθενειών που οφείλονται σε βακτήρια, ιδ. της φυματίωσης. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. streptomycin, 1944, γαλλ. streptomycine, 1944]
47867στρεπτός, ή, ό στρε-πτός επίθ. (λόγ.) 1. που είναι δυνατόν να περιστραφεί: ~ή: βάση. ~ό: πηνίο. Μαγνητική βελόνα ~ή περί άξονα. 2. στριφτός: ~ά: νήματα. [< αρχ. στρεπτός]
47868στρεςουσ. (ουδ.) {άκλ.}: εσωτερική ένταση, πίεση που εκδηλώνεται με ψυχοσωματικές διαταραχές, ως αντίδραση σε κινδύνους, αντιξοότητες και άλλους παράγοντες, οι οποίοι τείνουν να διαταράξουν την ισορροπία του οργανισμού· άγχος: έντονο/εργασιακό/παρατεταμένο/συναισθηματικό/τεχνολογικό (= τεχνοστρές)/χρόνιο/ψυχολογικό ~. Διαχείριση/καταπολέμηση/συμπτώματα του ~. Πηγή/υψηλά επίπεδα ~. Το ~ της δουλειάς/της καθημερινότητας. Αντιμετωπίζω/αποβάλλω/ελέγχω/μειώνω το ~. Βιώνω/έχω/μου προκαλεί έντονο ~. Υποφέρω από ~. Με τρώει το ~. ● ΣΥΜΠΛ.: θερμικό στρες βλ. θερμικός, μετατραυματικό στρες/σύνδρομο βλ. μετατραυματικός, οξειδωτικό στρες βλ. οξειδωτικός, τεστ αντοχής βλ. τεστ [< αγγλ. stress, 1942, γαλλ. ~, 1950]
47869στρεσάρισμαστρε-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): πίεση, καταπόνηση: υπερφόρτωση και ~ των ελατηρίων.|| (κυρ. μτφ.) Συνεχές ~ του (ανθρώπινου) οργανισμού. Πβ. πρεσάρισμα. Βλ. -ισμα.
47870στρεσάρωστρε-σά-ρω ρ. (μτβ.) {στρεσάρι-σα, -στηκα, -σμένος, στρεσάρ-οντας} (προφ.) 1. (μτφ.) προξενώ στρες· αγχώνω: Η έντονη ζωή τον ~ει. Όταν ~ομαι, δεν μπορώ να σκεφτώ. Είναι μονίμως ~σμένη (: σε υπερένταση). 2. πιέζω, καταπονώ: Μη ~εις τη μέση σου σηκώνοντας βάρη. [< γαλλ. stresser, περ. 1960]
47871στρεσογόνος

, α/ος, ο στρε-σο-γό-νος επίθ. (επιστ.): που προκαλεί έντονη ψυχική φόρτιση, στρες: ~α/ος: κατάσταση (πβ. αγχωτική)/πηγή. ~o: ερέθισμα/περιβάλλον (: δυσάρεστο ή πιεστικό)/συμβάν. ~ες: (ΒΙΟΛ.) ορμόνες (βλ. κορτιζόλη)/συνθήκες. ~α: γεγονότα (: απειλητικά ή οδυνηρά). Βιολογικοί/οργανικοί/φυσικοί ~οι παράγοντες. Βλ. -γόνος. ΣΥΝ. αγχογόνος [< γαλλ. stressant, 1953]

47872στρέτοστρέ-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΜΟΥΣ. 1. (στο τέλος συνήθ. της φούγκας) τμήμα όπου γίνεται μίμηση του θέματος προτού ολοκληρωθεί το προηγούμενο, έτσι ώστε να ξεδιπλώνονται δύο ή περισσότερες αλλεπάλληλες εκθέσεις. 2. το τελευταίο τμήμα μουσικής σύνθεσης, όπου το τέμπο επιταχύνεται κατά πολύ· (ως επίρρ.) γρηγορότερα. [< ιταλ. stretto]
47873στρετςεπίθ. {άκλ.}: (προφ., για εφαρμοστό ρούχο) ελαστικός: ~ μίνι/παντελόνι/φόρεμα. [< αμερικ. stretch, 1954, γαλλ. ~, 1963]
47874στρέτσινγκστρέ-τσινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΓΥΜΝ. ήπιες διατατικές ασκήσεις για τα μέλη του σώματος και τους μυς: Κάνω ~. Πβ. διάταση. Βλ. αεροβική. [< αγγλ. stretching, γαλλ. ~, 1982]
47875στρέφωστρέ-φω ρ. (μτβ.) {έστρε-ψα, στρέ-ψει, στρά-φηκε (λόγ.) εστράφη, στραφώ, στρα-μμένος, στρέφ-οντας} 1. μετακινώ κάτι ως προς τον πραγματικό ή νοητό του άξονα, του αλλάζω κατεύθυνση: ~ψε το βλέμμα/τα μάτια/το πρόσωπό του προς το μέρος της. ~φηκε απ' την άλλη. Οι δράστες ~ψαν τα όπλα εναντίον τους. (σε ασκήσεις γυμναστικής) Στρέψτε τη μέση/το σώμα αριστερά/δεξιά.|| Τα άνθη του ηλιοτρόπιου ~ονται προς τον ήλιο. Βλ. συ~. ΣΥΝ. γυρίζω (2), στρίβω (1) 2. (μτφ.) κατευθύνω, προσανατολίζω: Στην οικονομία ~ει το βλέμμα/το ενδιαφέρον της η κυβέρνηση (ΑΝΤ. απο~). ~ψε τα βέλη/τα πυρά (του) κατά του δημάρχου. Κατάφεραν να ~ψουν την τύχη υπέρ τους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ~εται σε εναλλακτικές μορφές ενέργειας. Από νωρίς ~φηκε προς το θέατρο. ~φηκε εναντίον μου. ~φηκαν κατά της Επιτροπής. Η προσοχή όλων είναι ~μμένη πάνω τους. Βλ. δια~, μετα~. ● Παθ.: στρέφομαι 1. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} περιστρέφομαι: Η Γη ~εται γύρω από τον άξονά της.|| (μτφ.) Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα ~ονται γύρω από θέματα εκπαιδευτικής διοίκησης. Η συζήτηση ~ηκε γύρω από την οικονομία. 2. (μτφ.) απευθύνομαι, αποτείνομαι: Αναγκάστηκε να στραφεί για βοήθεια/στήριξη σε ψυχολόγο. Πβ. καταφεύγω. ● ΦΡ.: γυρίζω/στρέφω/δείχνω την πλάτη/τα νώτα μου σε κάποιον/κάτι βλ. πλάτη [< αρχ. στρέφω]
47876στρέψηστρέ-ψη ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. παραμόρφωση σώματος υπό την επίδραση δύο αντίθετων δυνάμεων περιστροφής που ασκούνται παράλληλα στα δύο του άκρα: ~ δοκού. Γωνία/ροπή ~ης. Αντοχή στη ~. Κάμψη και ~. [< αρχ. στρέψις ‘στρίψιμο, στροφή’, γαλλ. torsion]
47877στρεψοδικίαστρε-ψο-δι-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): (συχνά σε δίκη) χρήση παραπλανητικών, ψευδών ή ευτελών επιχειρημάτων με σκοπό τη διαστρέβλωση της αλήθειας: Κατηγορείται για ~. Πβ. δικολαβία.|| (συνεκδ.) Προσπάθησε με ~ες και σοφιστείες να πείσει τους δικαστές. [< γερμ. Rechtsverdrehung]
47878στρεψόδικος, η, ο στρε-ψό-δι-κος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ. ή πράξη) που χαρακτηρίζεται από στρεψοδικία: ~ος: δικηγόρος. Πβ. σοφιστής.|| ~η: ρητορική/στάση. ~α και συκοφαντικά επιχειρήματα. Πβ. δικολαβικός, παραπειστικός. [< γερμ. Rechtsverdreher]
47879στρεψοδικώ[στρεψοδικῶ] στρε-ψο-δι-κώ ρ. (αμτβ.) {στρεψοδικ-εί, -ώντας} (λόγ.): χρησιμοποιώ παραπλανητικά, ψευδή ή ευτελή επιχειρήματα, για να διαστρεβλώσω την αλήθεια: Η αντίπαλη πλευρά υπεκφεύγει και ~εί συστηματικά. [< αρχ. στρεψοδικῶ]
47880στρίβωστρί-βω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έστρι-ψα, στρί-φτηκε, στριμμένος, στρίβ-οντας} 1. αλλάζω ο ίδιος κατεύθυνση ή κάνω κάτι, συνήθ. όχημα, να αλλάξει κατεύθυνση: (Το αυτοκίνητο/ο οδηγός) ~ψε απότομα/για το λιμάνι/σε λάθος διασταύρωση/στη γωνία/χωρίς φλας. Ο δρόμος/το μονοπάτι ~ει δυτικά. Στο πρώτο στενό θα ~ψετε αριστερά. (προφ.) Εγώ ~ εδώ, λοιπόν, τα λέμε!|| ~ψε (= γύρισε) το κεφάλι της στο πλάι. 2. περιστρέφω: ~ το καπάκι (βλ. (ξε)βιδώνω)/το κλειδί (βλ. (ξε)κλειδώνω)/το τιμόνι. Με κοιτούσε ~οντας το μουστάκι. Το νήμα ~εται (: τυλίγεται) με ειδικό μηχάνημα.|| Η μπάλα ~ψε στον αέρα. ΣΥΝ. στρέφω (1) 3. (προφ.) φεύγω, συνήθ. βιαστικά και χωρίς να με αντιληφθούν: Όταν ακούει για δουλειά, ~ει (ΣΥΝ. το ~ει). (απειλητ.) Στρίβε από 'δω (= δίνε του, εξαφανίσου, πάρε δρόμο, τσακίσου, χάσου)! ● ΦΡ.: στρίβω το νόμισμα/το κέρμα: ρίχνω κορόνα ή γράμματα: Ο διαιτητής ~ψε ~ (πριν την έναρξη του αγώνα). Βλ. στρίψιμο., στρίβω τσιγάρο: φτιάχνω τσιγάρο, τυλίγοντας καπνό σε τσιγαρόχαρτο: Ήπιε μερικές γουλιές καφέ κι ~ψε ένα ~. Βλ. στριφτό., τα στρίβω (μτφ.-προφ.): αναιρώ παλαιότερες δηλώσεις ή υποσχέσεις μου: Στην αρχή έλεγε πως μ΄ αγαπούσε, τώρα όμως μου τα ~ει. Πβ. αλλάζει τα λόγια του, μασάω τα λόγια μου/τα μασάω., στρίβειν δια του αρραβώνος βλ. αρραβώνας, στρίβω αλά γαλλικά βλ. α λα & αλά, στρίβω το λαρύγγι (κάποιου) βλ. λαρύγγι, του 'στριψε/του λασκάρισε/του 'φυγε η/καμιά βίδα βλ. βίδα ● βλ. στριμμένος [< μεσν. στρίβω < αρχ. στρέφω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.