| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47881 | στρίγκλα & στρίγγλα | στρί-γκλα ουσ. (θηλ.) {αρσ. στρίγκλος} 1. (προφ.-υβριστ.) (για γυναίκα) δύστροπη, μοχθηρή ή φωνακλού και καβγατζού. Πβ. κακίστρω, κάργια, λάμια, μαινάδα, μέγαιρα. 2. ΛΑΟΓΡ. δαιμόνιο με τη μορφή άσχημης και αδύνατης γριάς που κάνει μάγια και προξενεί κακό, κυρ. σε λεχώνες και νεογέννητα. [< μεσν. στρίγκλα, στρίγλα < λατ. *strigula < striga] | |
| 47882 | στριγκλιά & στριγγλιά | στρι-γκλιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): διαπεραστική, συνήθ. γυναικεία, κραυγή: Έβγαλε μια ~. ~ιές και κλάματα. Πβ. ουρλιαχτό, σκληριά, σκλήρισμα, σκούξιμο, στρίγκλισμα, τσίριγμα, τσιρίδα. [< μεσν. στριγγιά] ΣΤΡΙΓΚΛΙΑ ΣΤΡΙΓΓΛΙΑ | |
| 47883 | στριγκλίζω & στριγγλίζω | στρι-γκλί-ζω ρ. (αμτβ.) {στρίγκλι-σα, στριγκλίζ-οντας}: (για άνθρωπο ή ζώο) βγάζω στριγκλιές: Το μωρό κλαίει και ~ει. ~σε από τον πόνο. Τι κάνεις εκεί; ~σε. Πβ. ξεφωνίζω, ουρλιάζω, σκούζω, τσιρίζω.|| (μτφ.) Τα λάστιχα/φρένα ~σαν (: σε απότομο φρενάρισμα). Πβ. τρίζω. [< μεσν. στριγγίζω] | |
| 47884 | στρίγκλισμα & στρίγγλισμα | στρί-γκλι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του στριγκλίζω· στριγκλιά. | |
| 47885 | στριγκός & στριγγός | , ιά, ό στρι-γκός επίθ.: οξύς, διαπεραστικός: ~ός: ήχος. ~ιά: κραυγή/φωνή. ~ό: κλάμα. Πβ. τσιριχτός. [< μεσν. στριγγός] | |
| 47886 | στριμμένος | , η, ο στριμ-μέ-νος επίθ. 1. (μτφ.-μειωτ.) δύστροπος, στρυφνός: νευρικός και ~. Τι ~η που είσαι! Πβ. ανάποδος, ιδιότροπος, στραβόξυλο. 2. {κυρ. στο ουδ.} που τον έχουν στρίψει: ~ο: νήμα/τσιγάρο. Πβ. στριφτός. ● ΦΡ.: στριμμένο άντερο βλ. άντερο ● βλ. στρίβω | |
| 47887 | στριμόκωλος | , η, ο στρι-μό-κω-λος επίθ. (προφ.) 1. δύσκολος, πιεστικός: Είναι λίγο ~α τα πράγματα. Πβ. ζόρικος. 2. στενόχωρος: ~ο: μέρος. Πβ. στενός. ● επίρρ.: στριμόκωλα: Είμαστε πολύ ~ εδώ μέσα. Πβ. στενόχωρα, στριμωγμένα. | |
| 47888 | στρίμωγμα | στρί-μωγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. συμπίεση συνήθ. πλήθους πραγμάτων ή προσώπων σε περιορισμένο χώρο: ασφυκτικό ~ (πβ. αδιαχώρητο). ~ των ρούχων στη βαλίτσα/ντουλάπα. ~ των επιβατών στα λεωφορεία (πβ. τσουβάλιασμα)/στην ουρά (πβ. πήξιμο, στριμωξίδι, συνωστισμός). 2. (μτφ.) πίεση, πρεσάρισμα· δύσκολη, πιεστική κατάσταση: Έφαγε άγριο ~ από τον διευθυντή. Πβ. ζόρ-, μαρκάρ-ισμα.|| Οικονομικό ~. Πβ. ζόρι, σφίξιμο. | |
| 47889 | στριμωξίδι | στρι-μω-ξί-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.): συνωστισμός, πολυκοσμία, συνήθ. σε περιορισμένο χώρο: ~ στο λεωφορείο/μετρό. Έπεσε πολύ/τρελό ~. Πβ. πήξιμο, σκοτωμός, στρίμωγμα. Βλ. -ίδι. | |
| 47890 | στριμώχνω | στρι-μώ-χνω ρ. (μτβ.) {στρίμω-ξα, στριμώ-χτηκα (λόγ.) -χθηκα, -γμένος, στριμώχν-οντας} 1. περιορίζω συνήθ. πλήθος προσώπων ή πραγμάτων σε μικρό χώρο: Πάνω από τριακόσια άτομα ~χτηκαν (= συνωστίστηκαν) στην αίθουσα. Περιμέναμε στην ουρά, ~γμένοι (= στοιβαγμένοι, τσουβαλιασμένοι) ο ένας δίπλα στον άλλο/σαν σαρδέλες. (στο μποξ) Τον ~ξε στα σχοινιά και τον έριξε νοκ άουτ.|| (μτφ.) Πολλά ερωτήματα ~ονται στο μυαλό μου. Πβ. συνωθούμαι. Βλ. διαγκωνίζομαι.|| Προσπαθώ να ~ξω (= χωρέσω) στο πρόγραμμά μου μία ώρα τρέξιμο κάθε μέρα. 2. (μτφ.) φέρνω κάποιον σε δύσκολη θέση, πιέζω: Οι δημοσιογράφοι τον ~ξαν άγρια/άσχημα/για τα καλά με τις ερωτήσεις τους. Τους ~ει ο χρόνος. Αυτή την περίοδο είμαι αρκετά/πολύ ~γμένη οικονομικά/λόγω της εξεταστικής. ΣΥΝ. ζορίζω (4) ● ΦΡ.: στριμώχνω κάποιον στη γωνία βλ. γωνία [< μεσν. στρυμώνω] | |
| 47891 | στριμωχτός | , ή, ό στρι-μω-χτός επίθ. (προφ.): στριμωγμένος, συμπιεσμένος. ● επίρρ.: στριμωχτά | |
| 47892 | στρινγκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: είδος σλιπ, κυρ. για γυναίκες, που αποτελείται από στενή λωρίδα υφάσματος, η οποία στο πίσω τμήμα καταλήγει σε κορδόνι. Βλ. τάνγκα. ● Υποκ.: στρινγκάκι (το) [< αγγλ. string (bikini), 1969, γαλλ. ~, 1975] | |
| 47893 | στρίπερ | στρί-περ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: επαγγελματίας που κάνει στριπτίζ. Πβ. στριπτιζέζ. [< αμερικ. stripper, 1930] | |
| 47894 | στριπτίζ | στρι-πτίζ ουσ. (ουδ.) & στριπ-τιζ {άκλ.}: αισθησιακό θέαμα που προσφέρεται συνήθ. σε νυχτερινά κέντρα, κατά το οποίο κάποιος επαγγελματίας στο είδος βγάζει σταδιακά και προκλητικά τα ρούχα του με συνοδεία μουσικής: ανδρικό/γυναικείο ~. ~ σόου. Κάνω ~.|| (μτφ.) Κοινωνικό/πολιτικό ~. Βλ. απογύμνωση, αποκάλυψη. ● Υποκ.: στριπτιζάκι (το) [< αμερικ. striptease, 1931, γαλλ. ~, 1949] | |
| 47895 | στριπτιζάδικο | στρι-πτι-ζά-δι-κο ουσ. (ουδ.) & στριπτιτζάδικο (προφ.): νυχτερινό κέντρο που έχει πρόγραμμα στριπτίζ. Βλ. -άδικο. | |
| 47896 | στριπτιζέζ | στρι-πτι-ζέζ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}, στριπτιζέρ (ο): στρίπερ. [< γαλλ. stripteaseuse, περ. 1950, stripteaseur] | |
| 47897 | στριπτιτζού & στριπτιζού | στρι-πτι-τζού ουσ. (θηλ.) (προφ.): στριπτιζέζ. Βλ. -ού1. | |
| 47898 | στριφογυρίζω | στρι-φο-γυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στριφογύρι-σε, -σει, στριφογυρίζ-οντας} & στριφογυρνώ & στριφογυρνάω 1. στρέφομαι γύρω από κάτι ή τον εαυτό μου, μετακινούμαι συνεχώς: Μη ~εις σαν σβούρα! Στριφογυρίζαμε στην αίθουσα χορεύοντας (πβ. στροβιλίζομαι). Η μπάλα ~σε στη στεφάνη (του καλαθιού). ~ει ανήσυχα στο κρεβάτι/στον ύπνο του. Οι θεατές ~ουν άβολα/αμήχανα στις θέσεις τους.|| (μτφ.) Μια σκέψη ~ει (= επανέρχεται διαρκώς, κλωθογυρίζει) στο μυαλό μου. 2. κάνω κάτι να κινείται κυκλικά, περιστρέφω: Στριφογύριζε νευρικά το κομπολόι στα δάχτυλά του. ~σε τα μάτια του, ψάχνοντας απεγνωσμένα απάντηση. ● ΦΡ.: θα στριφογυρίζει στον τάφο του βλ. τάφος [< μεσν. στρεφογυρίζω] | |
| 47899 | στριφογύρισμα | στρι-φο-γύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του στριφογυρίζω· συνεχής περιστροφή, μετακίνηση: ~ στο κρεβάτι/στον ύπνο από αγωνία. Βλ. στροβίλισμα.|| ~ του νομίσματος. | |
| 47900 | στριφογυριστός | , ή, ό στρι-φο-γυ-ρι-στός επίθ. (προφ.): που περιστρέφεται, που έχει στροφές: ~ή: σκάλα. (για ζώο) ~ά: κέρατα (πβ. στριφτά). Πβ. περιστροφικός.|| ~ό: μονοπάτι (= φιδογυριστό, φιδωτό).|| (ΑΘΛ.) ~ή: μπαλιά. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ