| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47891 | στριμωχτός | , ή, ό στρι-μω-χτός επίθ. (προφ.): στριμωγμένος, συμπιεσμένος. ● επίρρ.: στριμωχτά | |
| 47892 | στρινγκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: είδος σλιπ, κυρ. για γυναίκες, που αποτελείται από στενή λωρίδα υφάσματος, η οποία στο πίσω τμήμα καταλήγει σε κορδόνι. Βλ. τάνγκα. ● Υποκ.: στρινγκάκι (το) [< αγγλ. string (bikini), 1969, γαλλ. ~, 1975] | |
| 47893 | στρίπερ | στρί-περ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: επαγγελματίας που κάνει στριπτίζ. Πβ. στριπτιζέζ. [< αμερικ. stripper, 1930] | |
| 47894 | στριπτίζ | στρι-πτίζ ουσ. (ουδ.) & στριπ-τιζ {άκλ.}: αισθησιακό θέαμα που προσφέρεται συνήθ. σε νυχτερινά κέντρα, κατά το οποίο κάποιος επαγγελματίας στο είδος βγάζει σταδιακά και προκλητικά τα ρούχα του με συνοδεία μουσικής: ανδρικό/γυναικείο ~. ~ σόου. Κάνω ~.|| (μτφ.) Κοινωνικό/πολιτικό ~. Βλ. απογύμνωση, αποκάλυψη. ● Υποκ.: στριπτιζάκι (το) [< αμερικ. striptease, 1931, γαλλ. ~, 1949] | |
| 47895 | στριπτιζάδικο | στρι-πτι-ζά-δι-κο ουσ. (ουδ.) & στριπτιτζάδικο (προφ.): νυχτερινό κέντρο που έχει πρόγραμμα στριπτίζ. Βλ. -άδικο. | |
| 47896 | στριπτιζέζ | στρι-πτι-ζέζ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}, στριπτιζέρ (ο): στρίπερ. [< γαλλ. stripteaseuse, περ. 1950, stripteaseur] | |
| 47897 | στριπτιτζού & στριπτιζού | στρι-πτι-τζού ουσ. (θηλ.) (προφ.): στριπτιζέζ. Βλ. -ού1. | |
| 47898 | στριφογυρίζω | στρι-φο-γυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στριφογύρι-σε, -σει, στριφογυρίζ-οντας} & στριφογυρνώ & στριφογυρνάω 1. στρέφομαι γύρω από κάτι ή τον εαυτό μου, μετακινούμαι συνεχώς: Μη ~εις σαν σβούρα! Στριφογυρίζαμε στην αίθουσα χορεύοντας (πβ. στροβιλίζομαι). Η μπάλα ~σε στη στεφάνη (του καλαθιού). ~ει ανήσυχα στο κρεβάτι/στον ύπνο του. Οι θεατές ~ουν άβολα/αμήχανα στις θέσεις τους.|| (μτφ.) Μια σκέψη ~ει (= επανέρχεται διαρκώς, κλωθογυρίζει) στο μυαλό μου. 2. κάνω κάτι να κινείται κυκλικά, περιστρέφω: Στριφογύριζε νευρικά το κομπολόι στα δάχτυλά του. ~σε τα μάτια του, ψάχνοντας απεγνωσμένα απάντηση. ● ΦΡ.: θα στριφογυρίζει στον τάφο του βλ. τάφος [< μεσν. στρεφογυρίζω] | |
| 47899 | στριφογύρισμα | στρι-φο-γύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του στριφογυρίζω· συνεχής περιστροφή, μετακίνηση: ~ στο κρεβάτι/στον ύπνο από αγωνία. Βλ. στροβίλισμα.|| ~ του νομίσματος. | |
| 47900 | στριφογυριστός | , ή, ό στρι-φο-γυ-ρι-στός επίθ. (προφ.): που περιστρέφεται, που έχει στροφές: ~ή: σκάλα. (για ζώο) ~ά: κέρατα (πβ. στριφτά). Πβ. περιστροφικός.|| ~ό: μονοπάτι (= φιδογυριστό, φιδωτό).|| (ΑΘΛ.) ~ή: μπαλιά. | |
| 47901 | στριφόνι | στρι-φό-νι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. μεγάλη βίδα με πολυγωνικό κεφάλι. | |
| 47902 | στριφτάρι | στρι-φτά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. κλειδί που τεντώνει τις χορδές μουσικού οργάνου. 2. εξάρτημα της πετονιάς που δεν την αφήνει να μπερδεύεται, καθώς περιστρέφεται κατά τη διάρκεια του ψαρέματος. | |
| 47903 | στριφτόπιτα | στρι-φτό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με διάφορα συστατικά με κύριο γνώρισμα ότι το τύλιγμα του φύλλου γίνεται σε ρολό κυκλικά: σαρακατσάνική/σκοπελίτικη ~. ~ με κολοκύθα/σπανάκι/τυρί. Χειροποίητη ~ με φέτα και μέλι. Βλ. -πιτα. ● Υποκ.: στριφτοπιτάκι (το) | |
| 47904 | στριφτός | , ή, ό στρι-φτός επίθ. (προφ.): που έχει στριφτεί: ~ή: αλυσίδα/τυρόπιτα. ~ό: μουστάκι. ● Ουσ.: στριφτό (το): τσιγάρο που το στρίβουν στο χέρι, τυλίγοντας καπνό σε τσιγαρόχαρτο. [< μεσν. στριφτός] | |
| 47905 | στρίφωμα | στρί-φω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του στριφώνω: ~ κουρτίνας/παντελονιού. Πβ. ρέλι. | |
| 47906 | στριφώνω | στρι-φώ-νω ρ. (μτβ.) {στρίφω-σα, -θηκε, -μένος} (προφ.): διπλώνω την άκρη υφάσματος και το ράβω, ώστε να μην ξεφτίζει. Πβ. ρελιάζω. [< μεσν. στρίφω < αρχ. στρέφω] | |
| 47907 | στρίψιμο | στρί-ψι-μο ουσ. (ουδ.): στροφή, περιστροφή: ~ της βίδας/του κεφαλιού (πβ. συστροφή)/του νομίσματος (: πριν την έναρξη αγώνα ποδοσφαίρου για την επιλογή εστίας ή σέντρας· βλ. κορόνα ή γράμματα)/του τιμονιού/του τσιγάρου. | |
| 47908 | στροβιλίζω | στρο-βι-λί-ζω ρ. (μτβ.) {στροβίλι-σε, στροβιλί-σει, -στηκε, στροβιλιζ-όμενος, στροβιλι-σμένος, στροβιλίζ-οντας, συνήθ. μεσοπαθ.}: περιστρέφω με ταχύτητα, στριφογυρίζω: Ο άνεμος ~ει τη σκόνη/το χιόνι. Κλαδιά δέντρων ~ονται στα ορμητικά νερά του ποταμού. Ο κόσμος ~όταν στον ρυθμό της μουσικής.|| (μτφ.) Η χώρα ~εται στη δίνη της οικονομικής κρίσης. Ένα ερώτημα ~ει στο μυαλό μου. [< μτγν. στροβιλίζω ‘στρέφω, κάνω να γυρίσει’] | |
| 47909 | στροβίλισμα | στρο-βί-λι-σμα ουσ. (ουδ.): γρήγορη περιστροφή, στριφογύρισμα: το ~ του αέρα/των φύλλων. Πβ. στροβιλισμός. | |
| 47910 | στροβιλισμός | στρο-βι-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (κυρ. επιστ.): περιστροφική κίνηση που γίνεται συνεχόμενα και γρήγορα: ~ του αέρα/του νερού. Πβ. στροβίλισμα.|| (ΦΥΣ.) Ατμοσφαιρικός ~ (πβ. τύρβη). Η διαφορά πίεσης προκαλεί ~ό του μείγματος. Πβ. περιδίνηση.|| (ΜΑΘ.) ~ διανυσματικού πεδίου. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. turbulence] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ