| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47911 | στροβιλοαντιδραστήρας | στρο-βι-λο-α-ντι-δρα-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. κινητήρας στον οποίο η ωστική δύναμη προκύπτει ως αντίδραση από την εκτόξευση θερμής μάζας αερίων προς την αντίθετη κατεύθυνση με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Βλ. αεριοστρόβιλος, τουρμπίνα. [< αγγλ. turbojet (engine), 1944] | |
| 47912 | στροβιλογεννήτρια | στρο-βι-λο-γεν-νή-τρι-α ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. ηλεκτρική γεννήτρια που λειτουργεί με τουρμπίνα. [< αγγλ. turbogenerator] | |
| 47913 | στροβιλοκινητήρας | στρο-βι-λο-κι-νη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. κινητήρας (σε αεροσκάφη, τρένα) που λειτουργεί με τουρμπίνα. [< αγγλ. turbine motor, 1900] | |
| 47914 | στρόβιλος | στρό-βι-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίλου} 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. τουρμπίνα: υδραυλικός ~. ~ αερίου/ατμού/εκτόνωσης/εξάτμισης. ~ υψηλής/χαμηλής πίεσης. Βλ. αεριο~, ατμο~. 2. ΜΕΤΕΩΡ. δίνη: ~ αέρα (βλ. ανεμο~)/νερού (βλ. ρουφήχτρα, υδρο~)/σκόνης. Βλ. χιονο~. [< 1: γαλλ. turbine 2: αρχ. στρόβιλος] | |
| 47915 | στροβιλοσυμπιεστής | στρο-βι-λο-συ-μπι-ε-στής ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. φυγοκεντρικός συμπιεστής που λειτουργεί με τουρμπίνα καυσαερίων και χρησιμοποιείται για την προώθηση μεγαλύτερης μάζας αέρα στους κυλίνδρους κινητήρων εσωτερικής καύσης· τούρμπο. [< γαλλ. turbocompresseur, 1904, αγγλ. turbocompressor, 1911, turbocharger, 1934] | |
| 47916 | στροβιλότητα | στρο-βι-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μέγεθος της συχνότητας της στροφορμής ρευστού: απόλυτη/σχετική ~. Ταχύτητα περιστροφής και ~. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. vorticity] | |
| 47917 | στρογγυλάδα | στρογ-γυ-λά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): στρογγυλότητα: η ~ του προσώπου. Βλ. -άδα, καμπύλη. | |
| 47918 | στρογγύλεμα | στρογ-γύ-λε-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του στρογγυλεύω: ~ γωνιών.|| (ΜΑΘ.) ~ αριθμών κατά προσέγγιση δεκάδας/εκατοντάδας. Πβ. στρογγυλοποίηση. [< μτγν. στρογγύλευμα] | |
| 47919 | στρογγυλεύω | στρογ-γυ-λεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στρογγύλε-ψα, στρογγυλεύ-τηκε, -μένος, στρογγυλεύ-οντας} 1. δίνω στρογγυλό σχήμα σε κάτι ή αποκτώ τέτοια μορφή και κατ' επέκτ. κάνω καμπύλες, παχαίνω: ~ τις γωνίες (πβ. καμπυλώνω). ~ψε τα χείλη του. Τα αυτιά ~ουν στις άκρες. ~μένα: άκρα/βότσαλα (πβ. λειασμένα).|| Η σιλουέτα της αρχίζει να ~ει. ~ψε, έκανε πιασίματα. 2. ΜΑΘ. (προφ.) στρογγυλοποιώ: Το 1,72 ~εται σε 1,7. Βαθμός ~μένος προς τα κάτω/πάνω. ~ το ποσό/την τιμή (π.χ αντί για τριανταδύο ευρώ ζητώ τριάντα). 3. (μτφ.) αμβλύνω, μετριάζω συνήθ. τον οξύ ή απόλυτο χαρακτήρα διατύπωσης ή άποψης: ~ει τις αρχικές δηλώσεις του ο υπουργός. Δεν ~ει τα λόγια του ούτε ωραιοποιεί καταστάσεις. ~μένες, μετριοπαθείς θέσεις. Πβ. εξωραΐζω. | |
| 47920 | στρογγυλοκάθομαι | στρογ-γυ-λο-κά-θο-μαι ρ. (αμτβ.) {στρογγυλοκάθ-ισα (σπάν. -ησα), -ίσει} (προφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.): κάθομαι αναπαυτικά, βολεύομαι, χωρίς πρόθεση να μετακινηθώ σύντομα: ~ισε καλά-καλά (= κάθισε για τα καλά) στην πολυθρόνα και δεν λέει να το κουνήσει.|| (μτφ.) Έπιασε τη θέση/το πόστο και έχει ~ίσει. Η ομάδα ~ισε στην κορυφή/πρώτη θέση. Πβ. αράζω, θρονιάζομαι, στρώνομαι. | |
| 47921 | στρογγυλοποίηση | στρογ-γυ-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. αναγωγή αριθμού (ακέραιου ή δεκαδικού) σε κάποιον άλλο μικρότερο ή μεγαλύτερο, συνήθ. κοντινό στον αρχικό, για πρακτικούς λόγους: ~ (ποσού) προς τα κάτω/πάνω. ~ σε χιλιοστά/εκατοστά/δέκατα/μονάδες/χιλιάδες. ~ήσεις τιμών. Πβ. στρογγύλεμα. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. rounding] | |
| 47922 | στρογγυλοποιώ | στρογ-γυ-λο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {στρογγυλοποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος}: ΜΑΘ. κάνω στρογγυλοποίηση: Το ποσό ~είται προς τα κάτω/πάνω. ~ημένα: ποσά. Πβ. στρογγυλεύω. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. round] | |
| 47923 | στρογγυλοπρόσωπος | , η, ο στρογ-γυ-λο-πρό-σω-πος επίθ. (κυρ. λογοτ.): που το πρόσωπό του είναι στρογγυλό. Πβ. φεγγαροπρόσωπος. Βλ. -πρόσωπος. [< αρχ. στρογγυλοπρόσωπος] | |
| 47924 | στρογγυλός | , ή, ό στρογ-γυ-λός επίθ. & (λόγ.) στρογγύλος, η, ο: που έχει κυκλικό ή σφαιρικό σχήμα: ~ός: δίσκος/καθρέφτης (πβ. ροντέ)/καρπός (πορτοκαλιού)/σωλήνας. ~ή: βάση/κεφαλή (ενός εργαλείου)/μπάλα/μύτη (μαρκαδόρου)/ξυλεία (βλ. πριστή)/πέτρα/σκηνή θεάτρου/σφραγίδα/φόρμα. ~ό: καρβέλι/κουτί/πρόσωπο (βλ. μακρύ, οβάλ, τετράγωνο, ωοειδές)/ταψί. ~ά: γράμματα/γυαλιά/κουμπιά/μάτια (βλ. αμυγδαλωτά). Μπλούζα με ~ή λαιμόκοψη/~ό γιακά (βλ. βε). Κόψτε το αγγούρι σε ~ά κομμάτια/~ές φέτες. (ΑΝΑΤ.) Στρογγύλος μυς/σύνδεσμος.|| (μτφ.) Οίνος με γεύση ~ή (= ήπια) και βελούδινη. Προτιμά τη λιτή διατύπωση, τον ~ό λόγο (= στρογγυλεμένο). ~ά: λόγια (= ωραιοποιημένα ή σαφή, ξεκάθαρα). ● Ουσ.: στρογγυλό (το): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τμήμα βοδινού ή μοσχαρίσιου κρέατος από τους μηρούς. ● Υποκ.: στρογγυλούτσικος , η, ο: που είναι σχεδόν στρογγυλός. ● επίρρ.: στρογγυλά ● ΣΥΜΠΛ.: συζήτηση στρογγυλής τραπέζης & στρογγυλό τραπέζι/στρογγυλή τράπεζα: (κυρ. στο πλαίσιο διάσκεψης, συμβουλίου ή συνεδρίου) συνάντηση-συζήτηση, συνήθ. μεταξύ ειδικών, πάνω σε συγκεκριμένο θέμα: Πραγματοποιήθηκε ~ ~ για τη βιοηθική. [< αγγλ. round table (discussion)] , στρογγυλή θεά βλ. θεά, στρογγυλό νούμερο/στρογγυλός αριθμός βλ. νούμερο [< μεσν. στρογγυλός] | |
| 47925 | στρογγυλότητα | στρογ-γυ-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του στρογγυλού: η ~ της Γης/του πορτοκαλιού/του προσώπου. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. στρογγυλάδα [< αρχ. στρογγυλότης] | |
| 47926 | στρογγυλωπός | , ή, ό στρογ-γυ-λω-πός επίθ.: που είναι σχεδόν στρογγυλός. Βλ. -ωπός. | |
| 47927 | στρόντιο | στρό-ντι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. αργυρόλευκο μαλακό μέταλλο (σύμβ. Sr, Ζ 38) της ομάδας των αλκαλικών γαιών. ● ΣΥΜΠΛ.: στρόντιο-90: ραδιενεργό ισότοπο του στροντίου με μαζικό αριθμό 90, με χρόνο ημιζωής 29 έτη, προϊόν της πυρηνικής σχάσης, άκρως επικίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία. [< αγγλ. strontium 90, 1952] [< αγγλ. strontium < Strontian, πόλη της Σκωτίας] | |
| 47928 | στρούγκα | στρού-γκα ουσ. (θηλ.) 1. (διαλεκτ.) στάνη. ΣΥΝ. μαντρί (1) 2. (μτφ.-μειωτ.) σύνολο ανθρώπων με τυφλή υπακοή και πίστη στον αρχηγό και τους κανόνες της ομάδας. Πβ. κοπάδι. ● ΦΡ.: μούγγα στη στρούγκα βλ. μούγγα [< μεσν. στρούγκα < βλάχικο strungă, σέρβικο strunga] | |
| 47929 | στρουθιόμορφα | στρου-θι-ό-μορ-φα ουσ. (ουδ.) (τα): ΟΡΝΙΘ. τάξη πτηνών που περιλαμβάνει τα πιο διαδεδομένα είδη, τα οποία διακρίνονται για το κελάηδημά τους. Βλ. ωδικά πτηνά. [< γαλλ. passériformes, 1930] | |
| 47930 | στρουθοκαμηλίζω | στρου-θο-κα-μη-λί-ζω ρ. (αμτβ.) {σπάν. στρουθοκαμήλι-σε}: κάνω ότι δεν βλέπω πρόβλημα ή κίνδυνο, αποφεύγοντας έτσι την αντιμετώπισή του: Δεν βάζουμε το κεφάλι στην άμμο, δεν ~ουμε ούτε τα κουκουλώνουμε. Πβ. εθελοτυφλώ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ