Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48440-48460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47901στριφόνιστρι-φό-νι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. μεγάλη βίδα με πολυγωνικό κεφάλι.
47902στριφτάριστρι-φτά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. κλειδί που τεντώνει τις χορδές μουσικού οργάνου. 2. εξάρτημα της πετονιάς που δεν την αφήνει να μπερδεύεται, καθώς περιστρέφεται κατά τη διάρκεια του ψαρέματος.
47903στριφτόπιταστρι-φτό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με διάφορα συστατικά με κύριο γνώρισμα ότι το τύλιγμα του φύλλου γίνεται σε ρολό κυκλικά: σαρακατσάνική/σκοπελίτικη ~. ~ με κολοκύθα/σπανάκι/τυρί. Χειροποίητη ~ με φέτα και μέλι. Βλ. -πιτα. ● Υποκ.: στριφτοπιτάκι (το)
47904στριφτός, ή, ό στρι-φτός επίθ. (προφ.): που έχει στριφτεί: ~ή: αλυσίδα/τυρόπιτα. ~ό: μουστάκι. ● Ουσ.: στριφτό (το): τσιγάρο που το στρίβουν στο χέρι, τυλίγοντας καπνό σε τσιγαρόχαρτο. [< μεσν. στριφτός]
47905στρίφωμαστρί-φω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του στριφώνω: ~ κουρτίνας/παντελονιού. Πβ. ρέλι.
47906στριφώνωστρι-φώ-νω ρ. (μτβ.) {στρίφω-σα, -θηκε, -μένος} (προφ.): διπλώνω την άκρη υφάσματος και το ράβω, ώστε να μην ξεφτίζει. Πβ. ρελιάζω. [< μεσν. στρίφω < αρχ. στρέφω]
47907στρίψιμοστρί-ψι-μο ουσ. (ουδ.): στροφή, περιστροφή: ~ της βίδας/του κεφαλιού (πβ. συστροφή)/του νομίσματος (: πριν την έναρξη αγώνα ποδοσφαίρου για την επιλογή εστίας ή σέντρας· βλ. κορόνα ή γράμματα)/του τιμονιού/του τσιγάρου.
47908στροβιλίζωστρο-βι-λί-ζω ρ. (μτβ.) {στροβίλι-σε, στροβιλί-σει, -στηκε, στροβιλιζ-όμενος, στροβιλι-σμένος, στροβιλίζ-οντας, συνήθ. μεσοπαθ.}: περιστρέφω με ταχύτητα, στριφογυρίζω: Ο άνεμος ~ει τη σκόνη/το χιόνι. Κλαδιά δέντρων ~ονται στα ορμητικά νερά του ποταμού. Ο κόσμος ~όταν στον ρυθμό της μουσικής.|| (μτφ.) Η χώρα ~εται στη δίνη της οικονομικής κρίσης. Ένα ερώτημα ~ει στο μυαλό μου. [< μτγν. στροβιλίζω ‘στρέφω, κάνω να γυρίσει’]
47909στροβίλισμαστρο-βί-λι-σμα ουσ. (ουδ.): γρήγορη περιστροφή, στριφογύρισμα: το ~ του αέρα/των φύλλων. Πβ. στροβιλισμός.
47910στροβιλισμόςστρο-βι-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (κυρ. επιστ.): περιστροφική κίνηση που γίνεται συνεχόμενα και γρήγορα: ~ του αέρα/του νερού. Πβ. στροβίλισμα.|| (ΦΥΣ.) Ατμοσφαιρικός ~ (πβ. τύρβη). Η διαφορά πίεσης προκαλεί ~ό του μείγματος. Πβ. περιδίνηση.|| (ΜΑΘ.) ~ διανυσματικού πεδίου. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. turbulence]
47911στροβιλοαντιδραστήραςστρο-βι-λο-α-ντι-δρα-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. κινητήρας στον οποίο η ωστική δύναμη προκύπτει ως αντίδραση από την εκτόξευση θερμής μάζας αερίων προς την αντίθετη κατεύθυνση με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Βλ. αεριοστρόβιλος, τουρμπίνα. [< αγγλ. turbojet (engine), 1944]
47912στροβιλογεννήτριαστρο-βι-λο-γεν-νή-τρι-α ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. ηλεκτρική γεννήτρια που λειτουργεί με τουρμπίνα. [< αγγλ. turbogenerator]
47913στροβιλοκινητήραςστρο-βι-λο-κι-νη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. κινητήρας (σε αεροσκάφη, τρένα) που λειτουργεί με τουρμπίνα. [< αγγλ. turbine motor, 1900]
47914στρόβιλοςστρό-βι-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίλου} 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. τουρμπίνα: υδραυλικός ~. ~ αερίου/ατμού/εκτόνωσης/εξάτμισης. ~ υψηλής/χαμηλής πίεσης. Βλ. αεριο~, ατμο~. 2. ΜΕΤΕΩΡ. δίνη: ~ αέρα (βλ. ανεμο~)/νερού (βλ. ρουφήχτρα, υδρο~)/σκόνης. Βλ. χιονο~. [< 1: γαλλ. turbine 2: αρχ. στρόβιλος]
47915στροβιλοσυμπιεστήςστρο-βι-λο-συ-μπι-ε-στής ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. φυγοκεντρικός συμπιεστής που λειτουργεί με τουρμπίνα καυσαερίων και χρησιμοποιείται για την προώθηση μεγαλύτερης μάζας αέρα στους κυλίνδρους κινητήρων εσωτερικής καύσης· τούρμπο. [< γαλλ. turbocompresseur, 1904, αγγλ. turbocompressor, 1911, turbocharger, 1934]
47916στροβιλότηταστρο-βι-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μέγεθος της συχνότητας της στροφορμής ρευστού: απόλυτη/σχετική ~. Ταχύτητα περιστροφής και ~. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. vorticity]
47917στρογγυλάδαστρογ-γυ-λά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): στρογγυλότητα: η ~ του προσώπου. Βλ. -άδα, καμπύλη.
47918στρογγύλεμαστρογ-γύ-λε-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του στρογγυλεύω: ~ γωνιών.|| (ΜΑΘ.) ~ αριθμών κατά προσέγγιση δεκάδας/εκατοντάδας. Πβ. στρογγυλοποίηση. [< μτγν. στρογγύλευμα]
47919στρογγυλεύωστρογ-γυ-λεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {στρογγύλε-ψα, στρογγυλεύ-τηκε, -μένος, στρογγυλεύ-οντας} 1. δίνω στρογγυλό σχήμα σε κάτι ή αποκτώ τέτοια μορφή και κατ' επέκτ. κάνω καμπύλες, παχαίνω: ~ τις γωνίες (πβ. καμπυλώνω). ~ψε τα χείλη του. Τα αυτιά ~ουν στις άκρες. ~μένα: άκρα/βότσαλα (πβ. λειασμένα).|| Η σιλουέτα της αρχίζει να ~ει. ~ψε, έκανε πιασίματα. 2. ΜΑΘ. (προφ.) στρογγυλοποιώ: Το 1,72 ~εται σε 1,7. Βαθμός ~μένος προς τα κάτω/πάνω. ~ το ποσό/την τιμή (π.χ αντί για τριανταδύο ευρώ ζητώ τριάντα). 3. (μτφ.) αμβλύνω, μετριάζω συνήθ. τον οξύ ή απόλυτο χαρακτήρα διατύπωσης ή άποψης: ~ει τις αρχικές δηλώσεις του ο υπουργός. Δεν ~ει τα λόγια του ούτε ωραιοποιεί καταστάσεις. ~μένες, μετριοπαθείς θέσεις. Πβ. εξωραΐζω.
47920στρογγυλοκάθομαιστρογ-γυ-λο-κά-θο-μαι ρ. (αμτβ.) {στρογγυλοκάθ-ισα (σπάν. -ησα), -ίσει} (προφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.): κάθομαι αναπαυτικά, βολεύομαι, χωρίς πρόθεση να μετακινηθώ σύντομα: ~ισε καλά-καλά (= κάθισε για τα καλά) στην πολυθρόνα και δεν λέει να το κουνήσει.|| (μτφ.) Έπιασε τη θέση/το πόστο και έχει ~ίσει. Η ομάδα ~ισε στην κορυφή/πρώτη θέση. Πβ. αράζω, θρονιάζομαι, στρώνομαι.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.