Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48460-48480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47921στρογγυλοποίησηστρογ-γυ-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. αναγωγή αριθμού (ακέραιου ή δεκαδικού) σε κάποιον άλλο μικρότερο ή μεγαλύτερο, συνήθ. κοντινό στον αρχικό, για πρακτικούς λόγους: ~ (ποσού) προς τα κάτω/πάνω. ~ σε χιλιοστά/εκατοστά/δέκατα/μονάδες/χιλιάδες. ~ήσεις τιμών. Πβ. στρογγύλεμα. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. rounding]
47922στρογγυλοποιώστρογ-γυ-λο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {στρογγυλοποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος}: ΜΑΘ. κάνω στρογγυλοποίηση: Το ποσό ~είται προς τα κάτω/πάνω. ~ημένα: ποσά. Πβ. στρογγυλεύω. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. round]
47923στρογγυλοπρόσωπος, η, ο στρογ-γυ-λο-πρό-σω-πος επίθ. (κυρ. λογοτ.): που το πρόσωπό του είναι στρογγυλό. Πβ. φεγγαροπρόσωπος. Βλ. -πρόσωπος. [< αρχ. στρογγυλοπρόσωπος]
47924στρογγυλός, ή, ό στρογ-γυ-λός επίθ. & (λόγ.) στρογγύλος, η, ο: που έχει κυκλικό ή σφαιρικό σχήμα: ~ός: δίσκος/καθρέφτης (πβ. ροντέ)/καρπός (πορτοκαλιού)/σωλήνας. ~ή: βάση/κεφαλή (ενός εργαλείου)/μπάλα/μύτη (μαρκαδόρου)/ξυλεία (βλ. πριστή)/πέτρα/σκηνή θεάτρου/σφραγίδα/φόρμα. ~ό: καρβέλι/κουτί/πρόσωπο (βλ. μακρύ, οβάλ, τετράγωνο, ωοειδές)/ταψί. ~ά: γράμματα/γυαλιά/κουμπιά/μάτια (βλ. αμυγδαλωτά). Μπλούζα με ~ή λαιμόκοψη/~ό γιακά (βλ. βε). Κόψτε το αγγούρι σε ~ά κομμάτια/~ές φέτες. (ΑΝΑΤ.) Στρογγύλος μυς/σύνδεσμος.|| (μτφ.) Οίνος με γεύση ~ή (= ήπια) και βελούδινη. Προτιμά τη λιτή διατύπωση, τον ~ό λόγο (= στρογγυλεμένο). ~ά: λόγια (= ωραιοποιημένα ή σαφή, ξεκάθαρα). ● Ουσ.: στρογγυλό (το): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τμήμα βοδινού ή μοσχαρίσιου κρέατος από τους μηρούς. ● Υποκ.: στρογγυλούτσικος , η, ο: που είναι σχεδόν στρογγυλός. ● επίρρ.: στρογγυλά ● ΣΥΜΠΛ.: συζήτηση στρογγυλής τραπέζης & στρογγυλό τραπέζι/στρογγυλή τράπεζα: (κυρ. στο πλαίσιο διάσκεψης, συμβουλίου ή συνεδρίου) συνάντηση-συζήτηση, συνήθ. μεταξύ ειδικών, πάνω σε συγκεκριμένο θέμα: Πραγματοποιήθηκε ~ ~ για τη βιοηθική. [< αγγλ. round table (discussion)] , στρογγυλή θεά βλ. θεά, στρογγυλό νούμερο/στρογγυλός αριθμός βλ. νούμερο [< μεσν. στρογγυλός]
47925στρογγυλότηταστρογ-γυ-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του στρογγυλού: η ~ της Γης/του πορτοκαλιού/του προσώπου. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. στρογγυλάδα [< αρχ. στρογγυλότης]
47926στρογγυλωπός, ή, ό στρογ-γυ-λω-πός επίθ.: που είναι σχεδόν στρογγυλός. Βλ. -ωπός.
47927στρόντιοστρό-ντι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. αργυρόλευκο μαλακό μέταλλο (σύμβ. Sr, Ζ 38) της ομάδας των αλκαλικών γαιών. ● ΣΥΜΠΛ.: στρόντιο-90: ραδιενεργό ισότοπο του στροντίου με μαζικό αριθμό 90, με χρόνο ημιζωής 29 έτη, προϊόν της πυρηνικής σχάσης, άκρως επικίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία. [< αγγλ. strontium 90, 1952] [< αγγλ. strontium < Strontian, πόλη της Σκωτίας]
47928στρούγκαστρού-γκα ουσ. (θηλ.) 1. (διαλεκτ.) στάνη. ΣΥΝ. μαντρί (1) 2. (μτφ.-μειωτ.) σύνολο ανθρώπων με τυφλή υπακοή και πίστη στον αρχηγό και τους κανόνες της ομάδας. Πβ. κοπάδι. ● ΦΡ.: μούγγα στη στρούγκα βλ. μούγγα [< μεσν. στρούγκα < βλάχικο strungă, σέρβικο strunga]
47929στρουθιόμορφαστρου-θι-ό-μορ-φα ουσ. (ουδ.) (τα): ΟΡΝΙΘ. τάξη πτηνών που περιλαμβάνει τα πιο διαδεδομένα είδη, τα οποία διακρίνονται για το κελάηδημά τους. Βλ. ωδικά πτηνά. [< γαλλ. passériformes, 1930]
47930στρουθοκαμηλίζωστρου-θο-κα-μη-λί-ζω ρ. (αμτβ.) {σπάν. στρουθοκαμήλι-σε}: κάνω ότι δεν βλέπω πρόβλημα ή κίνδυνο, αποφεύγοντας έτσι την αντιμετώπισή του: Δεν βάζουμε το κεφάλι στην άμμο, δεν ~ουμε ούτε τα κουκουλώνουμε. Πβ. εθελοτυφλώ.
47931στρουθοκαμηλικός, ή, ό στρου-θο-κα-μη-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον στρουθοκαμηλισμό: ~ή: λύση/νοοτροπία/πολιτική/στάση/τακτική.
47932στρουθοκαμηλισμόςστρου-θο-κα-μη-λι-σμός ουσ. (αρσ.): νοοτροπία ή συμπεριφορά που χαρακτηρίζει κάποιον ο οποίος αρνείται να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα, προσποιούμενος ότι δεν υπάρχει: πολιτικός ~. Πβ. εθελοτυφλία. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. politique de l΄autruche, αγγλ. ostrichism]
47933στρουθοκάμηλοςστρου-θο-κά-μη-λος ουσ. (θηλ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -ήλου}: ΟΡΝΙΘ. μεγάλο πτηνό δρομέας (επιστ. ονομασ. Struthio camelus) με ψηλά πόδια, μακρύ λαιμό και φτέρωμα μαύρο (το αρσενικό) ή καφέ (το θηλυκό), ανίκανο να πετάξει· εκτρέφεται κυρ. για το κρέας του: φτερά ~ήλου.|| (μτφ.) Πολιτική/τακτική ~ήλου (= στρουθοκαμηλισμός). [< μτγν. στρουθοκάμηλος]
47934στρουκτούραστρου-κτού-ρα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): δομή. [< λατ. structura]
47935στρουκτουραλισμόςστρου-κτου-ρα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): δομισμός. Βλ. -ισμός.
47936στρουκτουραλιστήςστρου-κτου-ρα-λι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. στρουκτουραλίστρια} : δομιστής.
47937στρουκτουραλιστικός, ή, ό στρου-κτου-ρα-λι-στι-κός επίθ.: δομιστικός: ~ή: ανθρωπολογία.
47938στρουμπουλός, ή, ό στρου-μπου-λός επίθ. (προφ.): που είναι κάπως παχύς, παχουλός: ~ό και χαριτωμένο μωρό. Πβ. μπουλούκος, τσουπωτός. Βλ. -ουλός. ΑΝΤ. αδύνατος (1) ● Υποκ.: στρουμπουλούτσικος , η, ο
47939στρούντελστρού-ντελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. αυστριακό κυρ. γλύκισμα με ζύμη και γέμιση συνήθ. από μήλα, σταφίδες και κανέλα. [< γερμ. Strudel, Apfelstrudel, γαλλ. strudel, 20ός αι.]
47940στροφαλοθάλαμοςστρο-φα-λο-θά-λα-μος ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. μεταλλικό περίβλημα εμβολοφόρου κινητήρα που περικλείει τον στροφαλοφόρο άξονα και τα σχετικά εξαρτήματα. Βλ. κάρτερ.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.