| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47931 | στρουθοκαμηλικός | , ή, ό στρου-θο-κα-μη-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον στρουθοκαμηλισμό: ~ή: λύση/νοοτροπία/πολιτική/στάση/τακτική. | |
| 47932 | στρουθοκαμηλισμός | στρου-θο-κα-μη-λι-σμός ουσ. (αρσ.): νοοτροπία ή συμπεριφορά που χαρακτηρίζει κάποιον ο οποίος αρνείται να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα, προσποιούμενος ότι δεν υπάρχει: πολιτικός ~. Πβ. εθελοτυφλία. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. politique de l΄autruche, αγγλ. ostrichism] | |
| 47933 | στρουθοκάμηλος | στρου-θο-κά-μη-λος ουσ. (θηλ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -ήλου}: ΟΡΝΙΘ. μεγάλο πτηνό δρομέας (επιστ. ονομασ. Struthio camelus) με ψηλά πόδια, μακρύ λαιμό και φτέρωμα μαύρο (το αρσενικό) ή καφέ (το θηλυκό), ανίκανο να πετάξει· εκτρέφεται κυρ. για το κρέας του: φτερά ~ήλου.|| (μτφ.) Πολιτική/τακτική ~ήλου (= στρουθοκαμηλισμός). [< μτγν. στρουθοκάμηλος] | |
| 47934 | στρουκτούρα | στρου-κτού-ρα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): δομή. [< λατ. structura] | |
| 47935 | στρουκτουραλισμός | στρου-κτου-ρα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): δομισμός. Βλ. -ισμός. | |
| 47936 | στρουκτουραλιστής | στρου-κτου-ρα-λι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. στρουκτουραλίστρια} : δομιστής. | |
| 47937 | στρουκτουραλιστικός | , ή, ό στρου-κτου-ρα-λι-στι-κός επίθ.: δομιστικός: ~ή: ανθρωπολογία. | |
| 47938 | στρουμπουλός | , ή, ό στρου-μπου-λός επίθ. (προφ.): που είναι κάπως παχύς, παχουλός: ~ό και χαριτωμένο μωρό. Πβ. μπουλούκος, τσουπωτός. Βλ. -ουλός. ΑΝΤ. αδύνατος (1) ● Υποκ.: στρουμπουλούτσικος , η, ο | |
| 47939 | στρούντελ | στρού-ντελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. αυστριακό κυρ. γλύκισμα με ζύμη και γέμιση συνήθ. από μήλα, σταφίδες και κανέλα. [< γερμ. Strudel, Apfelstrudel, γαλλ. strudel, 20ός αι.] | |
| 47940 | στροφαλοθάλαμος | στρο-φα-λο-θά-λα-μος ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. μεταλλικό περίβλημα εμβολοφόρου κινητήρα που περικλείει τον στροφαλοφόρο άξονα και τα σχετικά εξαρτήματα. Βλ. κάρτερ. | |
| 47941 | στρόφαλος | στρό-φα-λος ουσ. (αρσ.) & στρόφαλο (το): ΜΗΧΑΝΟΛ. καθένα από τα εξαρτήματα που είναι προσαρτημένα κάθετα στον στροφαλοφόρο κινητήρα. [< μτγν. στρόφαλος 'καθετί που περιστρέφεται, σβούρα'] | |
| 47942 | στροφαλοφόρος | , α, ο στρο-φα-λο-φό-ρος επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: στροφαλοφόρος άξονας: ο κύριος κινητήριος άξονας εμβολοφόρου κινητήρα, ο οποίος μετατρέπει την ευθύγραμμη παλινδρομική κίνηση σε περιστροφική. Βλ. -φόρος. | |
| 47943 | στροφάρω | στρο-φά-ρω ρ. (αμτβ.) (αργκό): (για μηχανή) παίρνω γρήγορες στροφές και κατ' επέκτ. (για πρόσ.) αντιλαμβάνομαι ή αντιδρώ αμέσως: Το αυτοκίνητο/ο κινητήρας/το μοτέρ ~ει δυνατά/ψηλά.|| Πες του το ξανά, γιατί δεν ~ει. Το μυαλό μου δεν ~ει το πρωί. | |
| 47944 | στροφέας | στρο-φέ-ας ουσ. (αρσ.) {στροφ-έα | -είς, -έων} 1. ΤΕΧΝΟΛ. κυλινδρικό περιστρεφόμενο τμήμα εξαρτήματος· στρόφιγγα: ~ άξονα/ασφάλισης/ατράκτου/περόνης. Βλ. στάτορας. 2. (σπάν.-λόγ.) μεντεσές. [< αρχ. στροφεύς, 1: γαλλ. pivot] | |
| 47945 | στροφείο | [στροφεῖο] στρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ρότορας. [< αρχ. στροφεῖον] | |
| 47946 | στροφή | στρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. μεταβολή κατεύθυνσης, πορείας: ~ του κεφαλιού/του σώματος (ΣΥΝ. γύρισμα, στρίψιμο). Κοφτές ~ές. (συνήθ. για όχημα) Ακτίνα/ταχύτητα ~ής. Ο οδηγός έκανε/πήρε ~ (= έστριψε). Απαγορεύεται η αριστερή/επί τόπου ~ (= ανα~). Βλ. υπερ~, υπο~.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ των ανέμων σε νοτιοδυτικούς. (ΑΘΛ.) Ακυρώθηκε για αντικανονική ~ στο πρόσθιο. (ΙΑΤΡ.) Έσω ~ κνήμης. (ΚΤΗΝ.) ~ στομάχου σε σκύλους (πβ. συ~). 2. (μτφ.) αλλαγή στάσης, τακτικής, προτίμησης, μεταστροφή: άμεση/γενική/δραματική/ιστορική/μαζική/προοδευτική/ριζική/στρατηγική/συνολική ~. ~ προς τα πίσω. Δεξιά/συντηρητική ~ ενός κόμματος. ~ του ενδιαφέροντος/των καταναλωτών στα βιολογικά προϊόντα. Ανάγκη ~ής της κυβερνητικής πολιτικής. Σημείο ~ής (= καμπής) στην ιστορία (πβ. ορόσημο, σταθμός). Έκανε ~ (καριέρας) στο τραγούδι. Οι κλιματικές αλλαγές επιβάλλουν τη ~ προς ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Βλ. δια~. 3. καμπή δρόμου: ανοιχτή/απότομη/αριστερή/δεξιά/επικίνδυνη/κλειστή (= φουρκέτα)/τυφλή ~. ~ές διαδρομής/πίστας. Ο δρόμος είναι ορεινός, γεμάτος ~ές/με συνεχείς ~ές. Απαγορεύεται η προσπέραση κοντά σε/δεν φρενάρουμε πάνω σε ~. Ζαλίζομαι στις ~ές. Η μοτοσικλέτα έγειρε προς το εσωτερικό της ~ής. Πβ. κούρμπα.|| (μτφ.) Δυο ~ές (: αγωνιστικές) πριν τη λήξη του πρωταθλήματος. 4. περιστροφή· (ειδικότ. στον πληθ.) οι περιστροφές ανά λεπτό που εκτελεί εξάρτημα μηχανήματος ή συσκευής: μισή/πλήρης ~ (βλ. πιρουέτα). Οι ~ές της βίδας (ΣΥΝ. βόλτες). (αργκό) Σηκώθηκε και έριξε τις ~ές του στην πίστα (= χόρεψε).|| Υψηλές/χαμηλές ~ές (λειτουργίας). Ανεμογεννήτρια μεταβλητών ~ών. Αυξάνω/μειώνω/ρυθμίζω τις ~ές/την ταχύτητα των ~ών του ανεμιστήρα. (κυρ. για κινητήρα οχήματος) Μικρός κύκλος ~ής. Μεγάλο εύρος ~ών.|| (παλαιότ.) Δίσκος εβδομήντα οκτώ/σαράντα πέντε ~ών.|| (ΜΑΘ.-ΦΥΣ.) Γωνία ~ής. 5. ΜΕΤΡ. (σε ποίημα ή τραγούδι) σύνολο από δύο ή περισσότερους στίχους με ρυθμική ή και θεματική ενότητα: δίστιχη/τετράστιχη ~. Η πρώτη ~ έχει πλεχτή ομοιοκαταληξία. ● ΣΥΜΠΛ.: Κοπερνίκεια επανάσταση βλ. κοπερνίκειος ● ΦΡ.: (κάνω) στροφή 180 μοιρών (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ριζική μεταβολή, αναθεώρηση: Έκανε ~ ~ και δέχτηκε τον συμβιβασμό., παίρνει στροφές: για μηχάνημα που περιστρέφεται ή γενικότ. που λειτουργεί: Το ανεμιστηράκι αργεί να πάρει ~., παίρνει στροφές/το μυαλό του παίρνει στροφές (προφ.): σκέφτεται έξυπνα ή αρχίζει να αντιλαμβάνεται: Δεν ~ ~ εύκολα. Ξαφνικά το μυαλό μου πήρε ~ και τα κατάλαβα όλα. Πβ. στροφάρω., ρίχνει (τις) στροφές 1. & ρίχνει (τους) ρυθμούς/την ταχύτητα: (προφ.-μτφ.) πέφτει η απόδοση: Παρά το καλό ξεκίνημα, η ομάδα έχει ρίξει ~ με τρεις συνεχόμενες ήττες. ΑΝΤ. ανεβάζω (τις) στροφές/ταχύτητα/ρυθμούς (2) 2. (για μηχάνημα, συσκευή) μειώνει τον αριθμό των στροφών: Στην ανηφόρα ο κινητήρας άρχισε να ~ ~., χάνει στροφές (προφ.) 1. για συσκευή που περιστρέφεται με ταχύτητα μικρότερη της φυσιολογικής ή κατ' επέκτ. δυσλειτουργεί: Το παλιό μου πικάπ έχει αρχίσει να ~ ~. 2. (μτφ.) δεν σκέφτεται γρήγορα, είναι χαζός: Το μυαλό του ~ ~., ανεβάζω (τις) στροφές/ταχύτητα/ρυθμούς βλ. ανεβάζω, παίρνω ανάποδες (στροφές) βλ. ανάποδος, παίρνω ανοιχτά τη στροφή βλ. ανοιχτά, περιμένω κάποιον στη γωνία/στροφή βλ. γωνία, στο/με το γύρισμα του αιώνα/στη στροφή του αιώνα βλ. αιώνας [< 1,2,3,5: αρχ. στροφή 4: γαλλ. tour 5: γαλλ.-αγγλ. strophe] | |
| 47947 | στρόφιγγα | στρό-φιγ-γα ουσ. (θηλ.): μοχλός για τον έλεγχο της ροής υγρού ή αερίου· κάνουλα: ~ φυσικού αερίου. Στόμιο ~ας. Διαρροή στη ~. Πβ. ρουμπινέτο. ● ΦΡ.: ανοίγει/κλείνει η κάνουλα/η στρόφιγγα βλ. κάνουλα [< αρχ. στρόφιγξ] | |
| 47948 | στροφικός | , ή, ό στρο-φι-κός επίθ. 1. ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη στροφή, την περιστροφή: ~ή: δύναμη/ικανότητα (: ορισμένων ουσιών για στρέψη του επιπέδου πόλωσης του φωτός που τις διαπερνά)/κίνηση/ταλάντωση. ~ό: εκκρεμές/ελατήριο. ΣΥΝ. στρεπτικός 2. ΦΙΛΟΛ. που αποτελείται από μετρικές στροφές: ~ή: ενότητα. [ < 1: αγγλ. torsional, rotational 2: μτγν. στροφικός] | |
| 47949 | στροφιλίκι | στρο-φι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό): συνεχείς στροφές: πολλά χιλιόμετρα με ~. Άνοδος/δρόμος με ~ια. ~ια και ευθείες. Βλ. -ιλίκι, φουρκέτα. | |
| 47950 | στροφόμετρο | στρο-φό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο, κυρ. σε αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες, που μετρά τις στροφές του κινητήρα: οπτικό/ψηφιακό ~. Με το ~ στα κόκκινα (: για πολύ γρήγορη οδήγηση). Κοντέρ με ~. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. compteur de tours] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ