| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47951 | στροφορμή | στρο-φορ-μή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. διανυσματικό μέγεθος (σύμβ. L) χαρακτηριστικό των περιστρεφόμενων σωμάτων, το μέτρο του οποίου ισούται με το γινόμενο της γωνιακής ταχύτητας επί τη ροπή αδράνειας του κινούμενου σώματος. Βλ. σπιν. [< αγγλ. angular momentum] | |
| 47953 | στρυφνός | , ή, ό στρυφ-νός επίθ. 1. δύστροπος, κακότροπος: ~ός: άνθρωπος/χαρακτήρας. ~ή: συμπεριφορά. Πβ. ιδιότροπος, στριμμένος. ΑΝΤ. καλόβολος, καλότροπος 2. δυσνόητος, δύσκολος: ~ός: λόγος. ~ή: γλώσσα. ~ό: κείμενο/ύφος. ΑΝΤ. σαφής (1) ● επίρρ.: στρυφνά [< αρχ. στρυφνός] | |
| 47954 | στρυφνότητα | στρυφ-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του στρυφνού: η ~ του χαρακτήρα.|| Γλωσσική/συντακτική ~. Βλ. -ότητα. [< αρχ. στρυφνότης] | |
| 47955 | στρυχνίνη | στρυ-χνί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. πολύ τοξικό αλκαλοειδές (σύμβ. C21H22N2O2) που παράγεται από τον καρπό του στρύχνου ή αποτελεί συνθετικό προϊόν και το οποίο σε μικρή ποσότητα μπορεί να προκαλέσει παράλυση του προμήκους μυελού και θάνατο. Βλ. -ίνη. [< γαλλ.-αγγλ. strychnine] | |
| 47956 | στρύχνος | στρύ-χνος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. θάμνος ή μικρό δέντρο των τροπικών περιοχών που ανήκει στο γένος των αγγειόσπερμων δικοτυλήδονων φυτών· οι καρποί ενός από τα είδη του (επιστ. ονομασ. Strychnos nux-vomica) περιέχουν στρυχνίνη. Βλ. στύφνος. [< μτγν. στρύχνον, στρύχνος] | |
| 47957 | στρώμα | [στρῶμα] στρώ-μα ουσ. (ουδ.) {στρώμ-ατος | -ατα} 1. ορθογώνια θήκη από ανθεκτικό ύφασμα, γεμισμένη με μαλακό υλικό ή ενισχυμένη με ελατήρια, η οποία τοποθετείται πάνω στον σκελετό του κρεβατιού, προκειμένου να μπορεί κάποιος να ξαπλώσει αναπαυτικά· γενικότ. οτιδήποτε έχει παρόμοια λειτουργία: ανατομικό/ανθεκτικό/αντιαλλεργικό/αχυρένιο/διπλό/ημίδιπλο/μαλακό/μονό/οικολογικό/ορθοπαιδικό/πουπουλένιο/σκληρό ~. ~ νερού. Βλ. αερόστρωμα.|| ~ γυμναστικής/διάσωσης/θαλάσσης ή φουσκωτό ~. ΣΥΝ. στρωμνή 2. μάζα από ενιαίο υλικό, με σαφή όρια, που καλύπτει επιφάνεια: απαλό/ελαστικό/επιφανειακό/λεπτό/οριζόντιο/παχύ/προστατευτικό/πυκνό ~. ~ αέρα/βερνικιού/λάσπης/ομίχλης/πάγου/σιλικόνης/σκόνης/σκουριάς/χιονιού. Επικαλυπτόμενα ~ατα. Η ανασκαφή έφερε στο φως διαδοχικά ~ατα κατοίκησης. Το πρώτο ~ ζωγραφικής χρονολογείται ... (ΜΑΓΕΙΡ.) Σερβίρεται πάνω σε ~ πουρέ λαχανικών. Πόσα ~ατα (= στρώσεις) μπογιά(ς) πέρασες τον τοίχο; Πβ. επικάλυμμα, επίστρωμα.|| (ΓΕΩΛ.) Υδροφόρο ~ πάχους πέντε μέτρων (βλ. υδρόσφαιρα). Γεωλογικά ~ατα (πβ. πέτρωμα). Το ανώτερο ~ του φλοιού της Γης (= έδαφος).|| (ΙΑΤΡ., κυρ. για συνδετικό ιστό οργάνου:) Λιπιδικό ~. ~ κυττάρων. Τα ~ατα (= στιβάδες) του δέρματος (βλ. επιδερμίδα, χόριο).|| (ΓΕΩΦ.) Ανώτερα/κατώτερα ~ατα της ατμόσφαιρας (βλ. εξώ-, θερμό-, μεσό-, στρατό-, τροπό-σφαιρα). Πβ. ζώνη. 3. {κυρ. στον πληθ.} (μτφ.) κοινωνική τάξη: ανώτερα/κατώτερα/κοινωνικά/λαϊκά/μικροαστικά/φτωχά/χαμηλά εισοδηματικά ~ατα. Το κόμμα έχασε τα παραδοσιακά ~ατα που το στήριζαν. ● στρώματα (τα): ΜΕΤΕΩΡ. κατηγορία γκρίζων νεφών που έχουν τη μορφή ομίχλης. [< αγγλ. stratus] ● Υποκ.: στρωματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: στρώμα/στιβάδα του όζοντος βλ. όζον [< 1: αρχ. στρῶμα, γαλλ. couche, αγγλ. layer, γαλλ.-αγγλ. stroma] | |
| 47958 | στρωματέξ | στρω-μα-τέξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ορθοπαιδικό στρώμα με ειδικά ελατήρια: τα ~ άρχισαν να κατασκευάζονται από το 1965. Βλ. -έξ. | |
| 47959 | στρωματικός | , ή, ό στρω-μα-τι-κός επίθ. (επιστ.): που είναι διαμορφωμένος σε στρώματα ή σχετίζεται με το στρώμα ενός οργάνου: ~ή: διάταξη/δομή. (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ά: νέφη.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: όγκος. ~ή: υπερπλασία. ~ά: κύτταρα (: του συνδετικού ιστού). Βλ. δια~, πολυ~. ● επίρρ.: στρωματικά | |
| 47960 | στρωματογραφία | στρω-μα-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. κλάδος που μελετά τη διάταξη, την προέλευση, την ηλικία, την κατανομή και την αλληλουχία των ιζηματογενών πετρωμάτων του φλοιού της Γης, καθώς και την ταξινόμησή τους σε επί μέρους κατηγορίες. Βλ. βιο~, -γραφία. [< γαλλ. stratigraphie, αγγλ. stratigraphy] | |
| 47961 | στρωματογραφικός | , ή, ό στρω-μα-το-γρα-φι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τη στρωματογραφία: ~ή: ανάλυση/ενότητα (πβ. βαθμίδα)/κλίμακα (: χρονολογική αλληλουχία συμβάντων στον φλοιό της Γης)/στήλη/τομή. ~ά: δεδομένα/στοιχεία. [< γαλλ. stratigraphique, αγγλ. stratigraphic] | |
| 47962 | στρωματοποίηση | στρω-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαστρωμάτωση. ΣΥΝ. στρωμάτωση 2. ΣΤΑΤΙΣΤ. διαίρεση του πληθυσμού σε τμήματα, ώστε να επιλεγεί ένα δείγμα από το καθένα σε συγκεκριμένη αναλογία. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. stratification] | |
| 47963 | στρωματοποιία | στρω-μα-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανική μονάδα κατασκευής στρωμάτων και ο αντίστοιχος κλάδος. Βλ. -ποιία. | |
| 47964 | στρωματοποιώ | [στρωματοποιῶ] στρω-μα-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {στρωματοποι-είται, -ημένος, κυρ. μεσοπαθ.}: διαμορφώνω, τοποθετώ, κατανέμω σε στρώματα ή ομάδες, τάξεις: Το στερεό μείγμα ~είται ανάλογα με το βάρος των κόκκων. ~ημένη: καύση/ταφή απορριμμάτων (βλ. υγειονομική ταφή).|| (ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.-ΣΤΑΤΙΣΤ.) Ο πληθυσμός ~είται σε αστικό, ημιαστικό και αγροτικό. ~ημένη: ανάλυση/δειγματοληψία/κοινωνία. ~ημένο: δείγμα (ως προς την ηλικία, το επάγγελμα ...). Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. stratifier, αγγλ. stratify] | |
| 47965 | στρωματοσωρείτες | [στρωματοσωρεῖτες] στρω-μα-το-σω-ρεί-τες ουσ. (αρσ.) (οι): ΜΕΤΕΩΡ. σχηματισμός νεφών με τη μορφή εκτενών οριζόντιων στρωμάτων ή λωρίδων που συχνά καλύπτουν ολόκληρο τον ουρανό, κυρ. τον χειμώνα. Βλ. θυσανο-, μελανο-, υψι-στρώματα, υψισωρείτες. [< γαλλ. stratocumulus] | |
| 47966 | στρωματσάδα | στρω-μα-τσά-δα ουσ. (θηλ.) {κυρ. ως επίρρ.} (προφ.): (για κατάκλιση) πάνω σε πρόχειρο στρώμα τοποθετημένο στο πάτωμα: Τη βγάλαμε/κοιμηθήκαμε (όλοι μαζί) ~. Βλ. -άδα. [< βεν. stramazzada] | |
| 47967 | στρωμάτωση | στρω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διαστρωμάτωση. ΣΥΝ. στρωματοποίηση (1) | |
| 47968 | στρωμνή | στρω-μνή ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): στρώμα. [< αρχ. στρωμνή] | |
| 47969 | στρώνω | στρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έστρω-σα, στρώ-σω, -θηκα, -θώ, -μένος, στρών-οντας} 1. απλώνω ή διασκορπίζω κάτι σε μια επιφάνεια ή την καλύπτω με κάτι: ~ει το κρεβάτι (με σεντόνι)/το σπίτι (με χαλιά). ~σαν την πλατεία με πλάκες (πβ. επενδύω, επιστρώνω)/τον στίβο με τάπητα. (σε συνταγές) ~ετε το φύλλο στο ταψί. Ο δρόμος ~θηκε με άσφαλτο. ~μένο: χιόνι.|| Στρώσε μου δίπλα στο τζάκι (: για να κοιμηθώ). ΑΝΤ. ξεστρώνω 2. (μτφ.) (για μηχάνημα, κατάσταση ή όργανο) κάνω να λειτουργήσει σωστά ή αρχίζω να λειτουργώ ομαλά, παύω να εμφανίζω προβλήματα· (για πρόσ.) συμμορφώνω, διορθώνω ή συμμορφώνομαι, αποβάλλω κακές συνήθειες και συμπεριφορές: Μην τρέχεις, προτού ~σεις (= ροντάρεις) το αυτοκίνητο (: για καινούργιο όχημα, το οδηγώ σε χαμηλές στροφές, ώσπου να προσαρμοστεί ο κινητήρας). Λίγη σουπίτσα είναι ό,τι πρέπει, για να ~σει (= φτιάξει) το στομάχι. Μην ανησυχείς, θα ~σουν τα πράγματα. Κοιμήθηκα κι ~σα (= συνήλθα). Από αύριο ο καιρός θα ~σει (= θα βελτιωθεί. ΑΝΤ. θα χαλάσει, θα χειροτερέψει). Τελειώνοντας τη σχολή βρήκε ~μένη δουλειά (: εξασφαλισμένη, έτοιμη, σίγουρη). Έχει εργασία, σπίτι, οικογένεια: μια ~μένη ζωή. Πβ. διευθετώ, ομαλοποιώ.|| Είναι ανώριμη ακόμη, αλλά με τον καιρό θα ~σει. (απειλητ.-προφ.) Μωρέ, θα σας ~σω (: δείξω, τακτοποιήσω) εγώ! Πβ. τιθασεύω, φρονιμεύω, χαλιναγωγώ. 3. δίνω σε κάτι τη σωστή του μορφή, θέση, το ισιώνω, το τεντώνω, ώστε να εφαρμόζει καλά: ~σε (= έφτιαξε) τη φούστα της που είχε διπλώσει στο πλάι. Τεχνικές για να ~ει καλύτερα το κραγιόν/το μακιγιάζ. Όταν έχει υγρασία, τα μαλλιά μου δεν ~ουν με τίποτα. Το παντελόνι δεν σου ~ει καλά (= σακουλιάζει). ~μένη: πίστα (του σκι).|| (ΑΘΛ.) Από κόντρα σε αμυντικό η μπάλα ~θηκε στον ... (: βρέθηκε στην κατάλληλη θέση για σουτ). ● Παθ.: στρώνομαι (προφ.) 1. (μτφ.) ασχολούμαι με κάτι αποκλειστικά και με ένταση, αφοσιώνομαι: Με το που ήρθαν, ~θηκαν στο φαΐ. Άντε στρώσου να διαβάσεις! ΣΥΝ. πέφτω/ρίχνομαι με τα μούτρα σε κάτι 2. κάθομαι, ξαπλώνω, βολεύομαι κάπου και παραμένω εκεί, προκαλώντας συνήθ. ενόχληση: ~θηκε στον καναπέ και τον πήρε ο ύπνος.|| (αρνητ. συνυποδ.) Τι ήρθες και μου ~θηκες (: θρονιάστηκες, καλο-, στρογγυλο-κάθισες) εδώ; ● ΦΡ.: δρόμος στρωμένος με αγκάθια (μτφ.): δύσκολη πορεία γεμάτη εμπόδια: Ο δρόμος της ανανέωσης είναι στρωμένος ~., όπως έστρωσε(ς)/στρώσει(ς), θα κοιμηθεί(ς)/θα πλαγιάσει(ς) (παροιμ.): οι συνέπειες που θα υποστεί(ς) θα είναι ανάλογες των πράξεών σου/(του). ΣΥΝ. ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις, στρώνω το(ν) δρόμο (μτφ.-προφ.): προετοιμάζω μια κατάσταση, το έδαφος για κάτι: ~σε ~ για την άνοδο του ... στην εξουσία., το 'στρωσε (το χιόνι) (προφ.): καλύφθηκε η επιφάνεια του εδάφους με χιόνι: ~ ~ για τα καλά/μέσα σε μια νύχτα.|| Χιόνιζε όλο το πρωί, χωρίς να το στρώσει.|| (κατ' επέκτ.) ~ ~ στις στέγες των σπιτιών., βρήκε στρωμένο τραπέζι βλ. τραπέζι, ο δρόμος για/προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις βλ. κόλαση, στρωμένος/σπαρμένος με ροδοπέταλα βλ. ροδοπέταλα, στρώνει το χαλί βλ. χαλί, στρώνω κάποιον/στρώνομαι στη δουλειά βλ. δουλειά, στρώνω κώλο/πισινό βλ. κώλος, στρώνω/βάζω (το) τραπέζι βλ. τραπέζι [< μεσν. στρώνω] | |
| 47970 | στρώση | στρώ-ση ουσ. (θηλ.) 1. επικάλυψη επιφάνειας από ομοιογενές υλικό: πρώτη/δεύτερη/διπλή/τριπλή ~. Ασφαλτική (= ασφαλτόστρωση)/διακοσμητική/εδαφική/επιφανειακή/στεγανωτική ~. Λεπτή ~ σοβά/στόκου. Απλώνω μια ~ βούτυρο στο ψωμί. (Αλλ)επάλληλες/διαδοχικές ~εις χρωμάτων. Οι ογκόλιθοι διατάσσονται σε οριζόντιες ~εις. Πβ. διάστρωση, στρώμα. 2. ΓΕΩΛ. κατανομή των συστατικών των ιζηματογενών πετρωμάτων σε στρώματα: οριζόντια ~. Ασυνεχείς/συνεχείς ~εις. [< 1: μτγν. στρῶσις 2: γαλλ. stratification] | |
| 47972 | στρωσίδι | στρω-σί-δι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. στρωσίδ-ια} (λαϊκό) 1. ύφασμα που στρώνεται στο κρεβάτι· κλινοσκέπασμα: Αέρισε/τίναξε τα ~ια. Βλ. κουβέρτα, σεντόνι. 2. οτιδήποτε στρώνεται στο πάτωμα. Βλ. κουρελού, τάπητας, χαλί. [< μεσν. στρωσίδι(ο)ν] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ