Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48480-48500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47941στρόφαλοςστρό-φα-λος ουσ. (αρσ.) & στρόφαλο (το): ΜΗΧΑΝΟΛ. καθένα από τα εξαρτήματα που είναι προσαρτημένα κάθετα στον στροφαλοφόρο κινητήρα. [< μτγν. στρόφαλος 'καθετί που περιστρέφεται, σβούρα']
47942στροφαλοφόρος, α, ο στρο-φα-λο-φό-ρος επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: στροφαλοφόρος άξονας: ο κύριος κινητήριος άξονας εμβολοφόρου κινητήρα, ο οποίος μετατρέπει την ευθύγραμμη παλινδρομική κίνηση σε περιστροφική. Βλ. -φόρος.
47943στροφάρωστρο-φά-ρω ρ. (αμτβ.) (αργκό): (για μηχανή) παίρνω γρήγορες στροφές και κατ' επέκτ. (για πρόσ.) αντιλαμβάνομαι ή αντιδρώ αμέσως: Το αυτοκίνητο/ο κινητήρας/το μοτέρ ~ει δυνατά/ψηλά.|| Πες του το ξανά, γιατί δεν ~ει. Το μυαλό μου δεν ~ει το πρωί.
47944στροφέαςστρο-φέ-ας ουσ. (αρσ.) {στροφ-έα | -είς, -έων} 1. ΤΕΧΝΟΛ. κυλινδρικό περιστρεφόμενο τμήμα εξαρτήματος· στρόφιγγα: ~ άξονα/ασφάλισης/ατράκτου/περόνης. Βλ. στάτορας. 2. (σπάν.-λόγ.) μεντεσές. [< αρχ. στροφεύς, 1: γαλλ. pivot]
47945στροφείο[στροφεῖο] στρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ρότορας. [< αρχ. στροφεῖον]
47946στροφήστρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. μεταβολή κατεύθυνσης, πορείας: ~ του κεφαλιού/του σώματος (ΣΥΝ. γύρισμα, στρίψιμο). Κοφτές ~ές. (συνήθ. για όχημα) Ακτίνα/ταχύτητα ~ής. Ο οδηγός έκανε/πήρε ~ (= έστριψε). Απαγορεύεται η αριστερή/επί τόπου ~ (= ανα~). Βλ. υπερ~, υπο~.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ των ανέμων σε νοτιοδυτικούς. (ΑΘΛ.) Ακυρώθηκε για αντικανονική ~ στο πρόσθιο. (ΙΑΤΡ.) Έσω ~ κνήμης. (ΚΤΗΝ.) ~ στομάχου σε σκύλους (πβ. συ~). 2. (μτφ.) αλλαγή στάσης, τακτικής, προτίμησης, μεταστροφή: άμεση/γενική/δραματική/ιστορική/μαζική/προοδευτική/ριζική/στρατηγική/συνολική ~. ~ προς τα πίσω. Δεξιά/συντηρητική ~ ενός κόμματος. ~ του ενδιαφέροντος/των καταναλωτών στα βιολογικά προϊόντα. Ανάγκη ~ής της κυβερνητικής πολιτικής. Σημείο ~ής (= καμπής) στην ιστορία (πβ. ορόσημο, σταθμός). Έκανε ~ (καριέρας) στο τραγούδι. Οι κλιματικές αλλαγές επιβάλλουν τη ~ προς ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Βλ. δια~. 3. καμπή δρόμου: ανοιχτή/απότομη/αριστερή/δεξιά/επικίνδυνη/κλειστή (= φουρκέτα)/τυφλή ~. ~ές διαδρομής/πίστας. Ο δρόμος είναι ορεινός, γεμάτος ~ές/με συνεχείς ~ές. Απαγορεύεται η προσπέραση κοντά σε/δεν φρενάρουμε πάνω σε ~. Ζαλίζομαι στις ~ές. Η μοτοσικλέτα έγειρε προς το εσωτερικό της ~ής. Πβ. κούρμπα.|| (μτφ.) Δυο ~ές (: αγωνιστικές) πριν τη λήξη του πρωταθλήματος. 4. περιστροφή· (ειδικότ. στον πληθ.) οι περιστροφές ανά λεπτό που εκτελεί εξάρτημα μηχανήματος ή συσκευής: μισή/πλήρης ~ (βλ. πιρουέτα). Οι ~ές της βίδας (ΣΥΝ. βόλτες). (αργκό) Σηκώθηκε και έριξε τις ~ές του στην πίστα (= χόρεψε).|| Υψηλές/χαμηλές ~ές (λειτουργίας). Ανεμογεννήτρια μεταβλητών ~ών. Αυξάνω/μειώνω/ρυθμίζω τις ~ές/την ταχύτητα των ~ών του ανεμιστήρα. (κυρ. για κινητήρα οχήματος) Μικρός κύκλος ~ής. Μεγάλο εύρος ~ών.|| (παλαιότ.) Δίσκος εβδομήντα οκτώ/σαράντα πέντε ~ών.|| (ΜΑΘ.-ΦΥΣ.) Γωνία ~ής. 5. ΜΕΤΡ. (σε ποίημα ή τραγούδι) σύνολο από δύο ή περισσότερους στίχους με ρυθμική ή και θεματική ενότητα: δίστιχη/τετράστιχη ~. Η πρώτη ~ έχει πλεχτή ομοιοκαταληξία. ● ΣΥΜΠΛ.: Κοπερνίκεια επανάσταση βλ. κοπερνίκειος ● ΦΡ.: (κάνω) στροφή 180 μοιρών (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ριζική μεταβολή, αναθεώρηση: Έκανε ~ ~ και δέχτηκε τον συμβιβασμό., παίρνει στροφές: για μηχάνημα που περιστρέφεται ή γενικότ. που λειτουργεί: Το ανεμιστηράκι αργεί να πάρει ~., παίρνει στροφές/το μυαλό του παίρνει στροφές (προφ.): σκέφτεται έξυπνα ή αρχίζει να αντιλαμβάνεται: Δεν ~ ~ εύκολα. Ξαφνικά το μυαλό μου πήρε ~ και τα κατάλαβα όλα. Πβ. στροφάρω., ρίχνει (τις) στροφές 1. & ρίχνει (τους) ρυθμούς/την ταχύτητα: (προφ.-μτφ.) πέφτει η απόδοση: Παρά το καλό ξεκίνημα, η ομάδα έχει ρίξει ~ με τρεις συνεχόμενες ήττες. ΑΝΤ. ανεβάζω (τις) στροφές/ταχύτητα/ρυθμούς (2) 2. (για μηχάνημα, συσκευή) μειώνει τον αριθμό των στροφών: Στην ανηφόρα ο κινητήρας άρχισε να ~ ~., χάνει στροφές (προφ.) 1. για συσκευή που περιστρέφεται με ταχύτητα μικρότερη της φυσιολογικής ή κατ' επέκτ. δυσλειτουργεί: Το παλιό μου πικάπ έχει αρχίσει να ~ ~. 2. (μτφ.) δεν σκέφτεται γρήγορα, είναι χαζός: Το μυαλό του ~ ~., ανεβάζω (τις) στροφές/ταχύτητα/ρυθμούς βλ. ανεβάζω, παίρνω ανάποδες (στροφές) βλ. ανάποδος, παίρνω ανοιχτά τη στροφή βλ. ανοιχτά, περιμένω κάποιον στη γωνία/στροφή βλ. γωνία, στο/με το γύρισμα του αιώνα/στη στροφή του αιώνα βλ. αιώνας [< 1,2,3,5: αρχ. στροφή 4: γαλλ. tour 5: γαλλ.-αγγλ. strophe]
47947στρόφιγγαστρό-φιγ-γα ουσ. (θηλ.): μοχλός για τον έλεγχο της ροής υγρού ή αερίου· κάνουλα: ~ φυσικού αερίου. Στόμιο ~ας. Διαρροή στη ~. Πβ. ρουμπινέτο. ● ΦΡ.: ανοίγει/κλείνει η κάνουλα/η στρόφιγγα βλ. κάνουλα [< αρχ. στρόφιγξ]
47948στροφικός, ή, ό στρο-φι-κός επίθ. 1. ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη στροφή, την περιστροφή: ~ή: δύναμη/ικανότητα (: ορισμένων ουσιών για στρέψη του επιπέδου πόλωσης του φωτός που τις διαπερνά)/κίνηση/ταλάντωση. ~ό: εκκρεμές/ελατήριο. ΣΥΝ. στρεπτικός 2. ΦΙΛΟΛ. που αποτελείται από μετρικές στροφές: ~ή: ενότητα. [ < 1: αγγλ. torsional, rotational 2: μτγν. στροφικός]
47949στροφιλίκιστρο-φι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό): συνεχείς στροφές: πολλά χιλιόμετρα με ~. Άνοδος/δρόμος με ~ια. ~ια και ευθείες. Βλ. -ιλίκι, φουρκέτα.
47950στροφόμετροστρο-φό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο, κυρ. σε αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες, που μετρά τις στροφές του κινητήρα: οπτικό/ψηφιακό ~. Με το ~ στα κόκκινα (: για πολύ γρήγορη οδήγηση). Κοντέρ με ~. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. compteur de tours]
47951στροφορμήστρο-φορ-μή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. διανυσματικό μέγεθος (σύμβ. L) χαρακτηριστικό των περιστρεφόμενων σωμάτων, το μέτρο του οποίου ισούται με το γινόμενο της γωνιακής ταχύτητας επί τη ροπή αδράνειας του κινούμενου σώματος. Βλ. σπιν. [< αγγλ. angular momentum]
47953στρυφνός, ή, ό στρυφ-νός επίθ. 1. δύστροπος, κακότροπος: ~ός: άνθρωπος/χαρακτήρας. ~ή: συμπεριφορά. Πβ. ιδιότροπος, στριμμένος. ΑΝΤ. καλόβολος, καλότροπος 2. δυσνόητος, δύσκολος: ~ός: λόγος. ~ή: γλώσσα. ~ό: κείμενο/ύφος. ΑΝΤ. σαφής (1) ● επίρρ.: στρυφνά [< αρχ. στρυφνός]
47954στρυφνότηταστρυφ-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του στρυφνού: η ~ του χαρακτήρα.|| Γλωσσική/συντακτική ~. Βλ. -ότητα. [< αρχ. στρυφνότης]
47955στρυχνίνηστρυ-χνί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. πολύ τοξικό αλκαλοειδές (σύμβ. C21H22N2O2) που παράγεται από τον καρπό του στρύχνου ή αποτελεί συνθετικό προϊόν και το οποίο σε μικρή ποσότητα μπορεί να προκαλέσει παράλυση του προμήκους μυελού και θάνατο. Βλ. -ίνη. [< γαλλ.-αγγλ. strychnine]
47956στρύχνοςστρύ-χνος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. θάμνος ή μικρό δέντρο των τροπικών περιοχών που ανήκει στο γένος των αγγειόσπερμων δικοτυλήδονων φυτών· οι καρποί ενός από τα είδη του (επιστ. ονομασ. Strychnos nux-vomica) περιέχουν στρυχνίνη. Βλ. στύφνος. [< μτγν. στρύχνον, στρύχνος]
47957στρώμα[στρῶμα] στρώ-μα ουσ. (ουδ.) {στρώμ-ατος | -ατα} 1. ορθογώνια θήκη από ανθεκτικό ύφασμα, γεμισμένη με μαλακό υλικό ή ενισχυμένη με ελατήρια, η οποία τοποθετείται πάνω στον σκελετό του κρεβατιού, προκειμένου να μπορεί κάποιος να ξαπλώσει αναπαυτικά· γενικότ. οτιδήποτε έχει παρόμοια λειτουργία: ανατομικό/ανθεκτικό/αντιαλλεργικό/αχυρένιο/διπλό/ημίδιπλο/μαλακό/μονό/οικολογικό/ορθοπαιδικό/πουπουλένιο/σκληρό ~. ~ νερού. Βλ. αερόστρωμα.|| ~ γυμναστικής/διάσωσης/θαλάσσης ή φουσκωτό ~. ΣΥΝ. στρωμνή 2. μάζα από ενιαίο υλικό, με σαφή όρια, που καλύπτει επιφάνεια: απαλό/ελαστικό/επιφανειακό/λεπτό/οριζόντιο/παχύ/προστατευτικό/πυκνό ~. ~ αέρα/βερνικιού/λάσπης/ομίχλης/πάγου/σιλικόνης/σκόνης/σκουριάς/χιονιού. Επικαλυπτόμενα ~ατα. Η ανασκαφή έφερε στο φως διαδοχικά ~ατα κατοίκησης. Το πρώτο ~ ζωγραφικής χρονολογείται ... (ΜΑΓΕΙΡ.) Σερβίρεται πάνω σε ~ πουρέ λαχανικών. Πόσα ~ατα (= στρώσεις) μπογιά(ς) πέρασες τον τοίχο; Πβ. επικάλυμμα, επίστρωμα.|| (ΓΕΩΛ.) Υδροφόρο ~ πάχους πέντε μέτρων (βλ. υδρόσφαιρα). Γεωλογικά ~ατα (πβ. πέτρωμα). Το ανώτερο ~ του φλοιού της Γης (= έδαφος).|| (ΙΑΤΡ., κυρ. για συνδετικό ιστό οργάνου:) Λιπιδικό ~. ~ κυττάρων. Τα ~ατα (= στιβάδες) του δέρματος (βλ. επιδερμίδα, χόριο).|| (ΓΕΩΦ.) Ανώτερα/κατώτερα ~ατα της ατμόσφαιρας (βλ. εξώ-, θερμό-, μεσό-, στρατό-, τροπό-σφαιρα). Πβ. ζώνη. 3. {κυρ. στον πληθ.} (μτφ.) κοινωνική τάξη: ανώτερα/κατώτερα/κοινωνικά/λαϊκά/μικροαστικά/φτωχά/χαμηλά εισοδηματικά ~ατα. Το κόμμα έχασε τα παραδοσιακά ~ατα που το στήριζαν.στρώματα (τα): ΜΕΤΕΩΡ. κατηγορία γκρίζων νεφών που έχουν τη μορφή ομίχλης. [< αγγλ. stratus] ● Υποκ.: στρωματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: στρώμα/στιβάδα του όζοντος βλ. όζον [< 1: αρχ. στρῶμα, γαλλ. couche, αγγλ. layer, γαλλ.-αγγλ. stroma]
47958στρωματέξστρω-μα-τέξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ορθοπαιδικό στρώμα με ειδικά ελατήρια: τα ~ άρχισαν να κατασκευάζονται από το 1965. Βλ. -έξ.
47959στρωματικός, ή, ό στρω-μα-τι-κός επίθ. (επιστ.): που είναι διαμορφωμένος σε στρώματα ή σχετίζεται με το στρώμα ενός οργάνου: ~ή: διάταξη/δομή. (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ά: νέφη.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: όγκος. ~ή: υπερπλασία. ~ά: κύτταρα (: του συνδετικού ιστού). Βλ. δια~, πολυ~. ● επίρρ.: στρωματικά
47960στρωματογραφίαστρω-μα-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. κλάδος που μελετά τη διάταξη, την προέλευση, την ηλικία, την κατανομή και την αλληλουχία των ιζηματογενών πετρωμάτων του φλοιού της Γης, καθώς και την ταξινόμησή τους σε επί μέρους κατηγορίες. Βλ. βιο~, -γραφία. [< γαλλ. stratigraphie, αγγλ. stratigraphy]
47961στρωματογραφικός, ή, ό στρω-μα-το-γρα-φι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τη στρωματογραφία: ~ή: ανάλυση/ενότητα (πβ. βαθμίδα)/κλίμακα (: χρονολογική αλληλουχία συμβάντων στον φλοιό της Γης)/στήλη/τομή. ~ά: δεδομένα/στοιχεία. [< γαλλ. stratigraphique, αγγλ. stratigraphic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.