Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48500-48520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47973στρώσιμοστρώ-σι-μο ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του στρώνω: ~ του κρεβατιού/του τραπεζιού/των χαλιών. ΑΝΤ. ξέστρωμα.|| ~ της αυλής με πλάκες. Πβ. επικάλυψη, επίστρωση.|| (μτφ.) Το αυτοκίνητο/ο κινητήρας θέλει ~ (= ροντάρισμα). ~ ενυδρείου (βλ. κύκλος του αζώτου). Πβ. βελτίωση, εξομάλυνση.|| Θέλει ~, για να περάσεις τις εξετάσεις (ενν. στο διάβασμα). Βλ. προσήλωση.
47974στρωτήραςστρω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ξύλινη, ατσάλινη ή τσιμεντένια δοκός πάνω στην οποία στηρίζεται μια κατασκευή (οι σιδηροτροχιές, οι σανίδες δαπέδου, ο σκελετός της στέγης): ~ες σκυροδέματος. Πβ. τραβέρσα. || ~ (= κύλινδρος, πλάστης) ζαχαροπλαστικής. Βλ. οδο~, -τήρας. [< αρχ. στρωτήρ ‘μικρό δοκάρι οροφής’, γαλλ. rouleau]
47976στρωτός, ή, ό στρω-τός επίθ. 1. ομαλός: ~ός: δρόμος.|| (μτφ.) ~ή: γλώσσα/οδήγηση. ~ό: γράψιμο/κείμενο/ύφος. ~ά: θέματα (= εύκολα, κατανοητά). Πβ. βατός. 2. (για ένδυμα) που εφαρμόζει καλά: ~ό: σακάκι. Πβ. εφαρμοστός. [< αρχ. στρωτός]
47977ΣΤΥΑ(η): Σχολή Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας
47978στύβωστύ-βω ρ. (μτβ.) {έστυ-ψα, στύ-ψω, -φτηκε, -φτεί, -μμένος, στύβ-οντας} & στίβω & (σπάν.) στείβω 1. ασκώ μεγάλη πίεση σε κάτι, ώστε να βγει το υγρό που περιέχει: ~ το πανί/τα ρούχα/τη σφουγγαρίστρα. ~ψε το νερό απ' τα μαλλιά της. ~μμένος χυμός πορτοκαλιού. Σφουγγάρι βρεγμένο και καλά ~μμένο. Πβ. στραγγίζω.|| Μπορούσε να σε πιάσει και να σε ~ψει σαν λεμόνι (: για να δηλωθεί μεγάλη σωματική δύναμη). ΣΥΝ. εκθλίβω 2. (μτφ.) παίρνω από κάποιον ό,τι έχει να δώσει, τον εκμεταλλεύομαι μέχρις εξαντλήσεως (σωματικής, πνευματικής, οικονομικής): Το σύστημα ~ει τα μεσαία στρώματα. Τον απέλυσαν, αφού πρώτα τον ~ψαν. ΣΥΝ. απομυζώ (1), ξεζουμίζω (1) ● ΦΡ.: στύβει την πέτρα (μτφ.-προφ.): για κάποιον που είναι πολύ δυνατός, κυρ. στα χέρια, και ακμαίος., πετώ κάποιον σαν στυμμένη λεμονόκουπα βλ. λεμονόκουπα, σπάω/στύβω το μυαλό/το κεφάλι μου βλ. μυαλό [< αρχ. στείβω ‘ποδοπατώ’, το υ παρετυμολογικά προς το στύφω]
47979στυγερός, ή, ό στυ-γε-ρός επίθ. (λόγ.): απεχθής, αποτρόπαιος: ~ός: δολοφόνος. ~ό: έγκλημα. Πβ. αποκρουστικός. Βλ. -ερός. [< αρχ. στυγερός ‘μισητός’]
47980στυγνός, ή, ό στυ-γνός επίθ.: απάνθρωπος, σκληρός: ~ός: δολοφόνος/δυνάστης/εγκληματίας/εκβιαστής/επαγγελματίας/τεχνοκράτης. ~ή: αντιμετώπιση/εκμετάλλευση/πραγματικότητα/συμπεριφορά. ~ό: καθεστώς.|| ~ή: όψη. ● επίρρ.: στυγνά [< αρχ. στυγνός ‘μισητός, βλοσυρός’]
47981στυγνότηταστυ-γνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του στυγνού: η ~ του καθεστώτος. Βλ. -ότητα. [< αρχ. στυγνότης]
47982στυλβλ. στιλ
47983στυλάκιβλ. στιλάκι
47984στυλάτος, η, ο βλ. στιλάτος
47985στυλεόςβλ. στειλεός
47986στυλιάριβλ. στειλιάρι
47987στυλιζάρισμαβλ. στιλιζάρισμα
47988στυλιζάρωβλ. στιλιζάρω
47989στυλίσταςβλ. στιλίστας
47990στυλιστικός, ή, ό βλ. στιλιστικός
47991στυλόβλ. στιλό
47992στυλοβάτηςστυ-λο-βά-της ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ., κυρ. για πρόσ.) θεμελιωτής, στήριγμα: ~ της δημοκρατίας (= στύλος)/του έθνους/της κοινωνίας/της οικογένειας (πβ. προστάτης). || Ο τουρισμός αποτελεί πραγματικό ! της ανάπτυξης. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. η άνω βαθμίδα της κρηπίδας αρχαίου ναού, στην οποία στηρίζονται οι κίονες. [< 1: γαλλ. soutien 2: αρχ. στυλοβάτης, γαλλ.-αγγλ. stylobate]
47993στυλογράφοςβλ. στιλογράφος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.