| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 47973 | στρώσιμο | στρώ-σι-μο ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του στρώνω: ~ του κρεβατιού/του τραπεζιού/των χαλιών. ΑΝΤ. ξέστρωμα.|| ~ της αυλής με πλάκες. Πβ. επικάλυψη, επίστρωση.|| (μτφ.) Το αυτοκίνητο/ο κινητήρας θέλει ~ (= ροντάρισμα). ~ ενυδρείου (βλ. κύκλος του αζώτου). Πβ. βελτίωση, εξομάλυνση.|| Θέλει ~, για να περάσεις τις εξετάσεις (ενν. στο διάβασμα). Βλ. προσήλωση. | |
| 47974 | στρωτήρας | στρω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ξύλινη, ατσάλινη ή τσιμεντένια δοκός πάνω στην οποία στηρίζεται μια κατασκευή (οι σιδηροτροχιές, οι σανίδες δαπέδου, ο σκελετός της στέγης): ~ες σκυροδέματος. Πβ. τραβέρσα. || ~ (= κύλινδρος, πλάστης) ζαχαροπλαστικής. Βλ. οδο~, -τήρας. [< αρχ. στρωτήρ ‘μικρό δοκάρι οροφής’, γαλλ. rouleau] | |
| 47976 | στρωτός | , ή, ό στρω-τός επίθ. 1. ομαλός: ~ός: δρόμος.|| (μτφ.) ~ή: γλώσσα/οδήγηση. ~ό: γράψιμο/κείμενο/ύφος. ~ά: θέματα (= εύκολα, κατανοητά). Πβ. βατός. 2. (για ένδυμα) που εφαρμόζει καλά: ~ό: σακάκι. Πβ. εφαρμοστός. [< αρχ. στρωτός] | |
| 47977 | ΣΤΥΑ | (η): Σχολή Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας | |
| 47978 | στύβω | στύ-βω ρ. (μτβ.) {έστυ-ψα, στύ-ψω, -φτηκε, -φτεί, -μμένος, στύβ-οντας} & στίβω & (σπάν.) στείβω 1. ασκώ μεγάλη πίεση σε κάτι, ώστε να βγει το υγρό που περιέχει: ~ το πανί/τα ρούχα/τη σφουγγαρίστρα. ~ψε το νερό απ' τα μαλλιά της. ~μμένος χυμός πορτοκαλιού. Σφουγγάρι βρεγμένο και καλά ~μμένο. Πβ. στραγγίζω.|| Μπορούσε να σε πιάσει και να σε ~ψει σαν λεμόνι (: για να δηλωθεί μεγάλη σωματική δύναμη). ΣΥΝ. εκθλίβω 2. (μτφ.) παίρνω από κάποιον ό,τι έχει να δώσει, τον εκμεταλλεύομαι μέχρις εξαντλήσεως (σωματικής, πνευματικής, οικονομικής): Το σύστημα ~ει τα μεσαία στρώματα. Τον απέλυσαν, αφού πρώτα τον ~ψαν. ΣΥΝ. απομυζώ (1), ξεζουμίζω (1) ● ΦΡ.: στύβει την πέτρα (μτφ.-προφ.): για κάποιον που είναι πολύ δυνατός, κυρ. στα χέρια, και ακμαίος., πετώ κάποιον σαν στυμμένη λεμονόκουπα βλ. λεμονόκουπα, σπάω/στύβω το μυαλό/το κεφάλι μου βλ. μυαλό [< αρχ. στείβω ‘ποδοπατώ’, το υ παρετυμολογικά προς το στύφω] | |
| 47979 | στυγερός | , ή, ό στυ-γε-ρός επίθ. (λόγ.): απεχθής, αποτρόπαιος: ~ός: δολοφόνος. ~ό: έγκλημα. Πβ. αποκρουστικός. Βλ. -ερός. [< αρχ. στυγερός ‘μισητός’] | |
| 47980 | στυγνός | , ή, ό στυ-γνός επίθ.: απάνθρωπος, σκληρός: ~ός: δολοφόνος/δυνάστης/εγκληματίας/εκβιαστής/επαγγελματίας/τεχνοκράτης. ~ή: αντιμετώπιση/εκμετάλλευση/πραγματικότητα/συμπεριφορά. ~ό: καθεστώς.|| ~ή: όψη. ● επίρρ.: στυγνά [< αρχ. στυγνός ‘μισητός, βλοσυρός’] | |
| 47981 | στυγνότητα | στυ-γνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του στυγνού: η ~ του καθεστώτος. Βλ. -ότητα. [< αρχ. στυγνότης] | |
| 47982 | στυλ | βλ. στιλ | |
| 47983 | στυλάκι | βλ. στιλάκι | |
| 47984 | στυλάτος | , η, ο βλ. στιλάτος | |
| 47985 | στυλεός | βλ. στειλεός | |
| 47986 | στυλιάρι | βλ. στειλιάρι | |
| 47987 | στυλιζάρισμα | βλ. στιλιζάρισμα | |
| 47988 | στυλιζάρω | βλ. στιλιζάρω | |
| 47989 | στυλίστας | βλ. στιλίστας | |
| 47990 | στυλιστικός | , ή, ό βλ. στιλιστικός | |
| 47991 | στυλό | βλ. στιλό | |
| 47992 | στυλοβάτης | στυ-λο-βά-της ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ., κυρ. για πρόσ.) θεμελιωτής, στήριγμα: ~ της δημοκρατίας (= στύλος)/του έθνους/της κοινωνίας/της οικογένειας (πβ. προστάτης). || Ο τουρισμός αποτελεί πραγματικό ! της ανάπτυξης. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. η άνω βαθμίδα της κρηπίδας αρχαίου ναού, στην οποία στηρίζονται οι κίονες. [< 1: γαλλ. soutien 2: αρχ. στυλοβάτης, γαλλ.-αγγλ. stylobate] | |
| 47993 | στυλογράφος | βλ. στιλογράφος | |