Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48500-48520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
47962στρωματοποίησηστρω-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαστρωμάτωση. ΣΥΝ. στρωμάτωση 2. ΣΤΑΤΙΣΤ. διαίρεση του πληθυσμού σε τμήματα, ώστε να επιλεγεί ένα δείγμα από το καθένα σε συγκεκριμένη αναλογία. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. stratification]
47963στρωματοποιίαστρω-μα-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανική μονάδα κατασκευής στρωμάτων και ο αντίστοιχος κλάδος. Βλ. -ποιία.
47964στρωματοποιώ[στρωματοποιῶ] στρω-μα-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {στρωματοποι-είται, -ημένος, κυρ. μεσοπαθ.}: διαμορφώνω, τοποθετώ, κατανέμω σε στρώματα ή ομάδες, τάξεις: Το στερεό μείγμα ~είται ανάλογα με το βάρος των κόκκων. ~ημένη: καύση/ταφή απορριμμάτων (βλ. υγειονομική ταφή).|| (ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.-ΣΤΑΤΙΣΤ.) Ο πληθυσμός ~είται σε αστικό, ημιαστικό και αγροτικό. ~ημένη: ανάλυση/δειγματοληψία/κοινωνία. ~ημένο: δείγμα (ως προς την ηλικία, το επάγγελμα ...). Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. stratifier, αγγλ. stratify]
47965στρωματοσωρείτες[στρωματοσωρεῖτες] στρω-μα-το-σω-ρεί-τες ουσ. (αρσ.) (οι): ΜΕΤΕΩΡ. σχηματισμός νεφών με τη μορφή εκτενών οριζόντιων στρωμάτων ή λωρίδων που συχνά καλύπτουν ολόκληρο τον ουρανό, κυρ. τον χειμώνα. Βλ. θυσανο-, μελανο-, υψι-στρώματα, υψισωρείτες. [< γαλλ. stratocumulus]
47966στρωματσάδαστρω-μα-τσά-δα ουσ. (θηλ.) {κυρ. ως επίρρ.} (προφ.): (για κατάκλιση) πάνω σε πρόχειρο στρώμα τοποθετημένο στο πάτωμα: Τη βγάλαμε/κοιμηθήκαμε (όλοι μαζί) ~. Βλ. -άδα. [< βεν. stramazzada]
47967στρωμάτωσηστρω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διαστρωμάτωση. ΣΥΝ. στρωματοποίηση (1)
47968στρωμνήστρω-μνή ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): στρώμα. [< αρχ. στρωμνή]
47969στρώνωστρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έστρω-σα, στρώ-σω, -θηκα, -θώ, -μένος, στρών-οντας} 1. απλώνω ή διασκορπίζω κάτι σε μια επιφάνεια ή την καλύπτω με κάτι: ~ει το κρεβάτι (με σεντόνι)/το σπίτι (με χαλιά). ~σαν την πλατεία με πλάκες (πβ. επενδύω, επιστρώνω)/τον στίβο με τάπητα. (σε συνταγές) ~ετε το φύλλο στο ταψί. Ο δρόμος ~θηκε με άσφαλτο. ~μένο: χιόνι.|| Στρώσε μου δίπλα στο τζάκι (: για να κοιμηθώ). ΑΝΤ. ξεστρώνω 2. (μτφ.) (για μηχάνημα, κατάσταση ή όργανο) κάνω να λειτουργήσει σωστά ή αρχίζω να λειτουργώ ομαλά, παύω να εμφανίζω προβλήματα· (για πρόσ.) συμμορφώνω, διορθώνω ή συμμορφώνομαι, αποβάλλω κακές συνήθειες και συμπεριφορές: Μην τρέχεις, προτού ~σεις (= ροντάρεις) το αυτοκίνητο (: για καινούργιο όχημα, το οδηγώ σε χαμηλές στροφές, ώσπου να προσαρμοστεί ο κινητήρας). Λίγη σουπίτσα είναι ό,τι πρέπει, για να ~σει (= φτιάξει) το στομάχι. Μην ανησυχείς, θα ~σουν τα πράγματα. Κοιμήθηκα κι ~σα (= συνήλθα). Από αύριο ο καιρός θα ~σει (= θα βελτιωθεί. ΑΝΤ. θα χαλάσει, θα χειροτερέψει). Τελειώνοντας τη σχολή βρήκε ~μένη δουλειά (: εξασφαλισμένη, έτοιμη, σίγουρη). Έχει εργασία, σπίτι, οικογένεια: μια ~μένη ζωή. Πβ. διευθετώ, ομαλοποιώ.|| Είναι ανώριμη ακόμη, αλλά με τον καιρό θα ~σει. (απειλητ.-προφ.) Μωρέ, θα σας ~σω (: δείξω, τακτοποιήσω) εγώ! Πβ. τιθασεύω, φρονιμεύω, χαλιναγωγώ. 3. δίνω σε κάτι τη σωστή του μορφή, θέση, το ισιώνω, το τεντώνω, ώστε να εφαρμόζει καλά: ~σε (= έφτιαξε) τη φούστα της που είχε διπλώσει στο πλάι. Τεχνικές για να ~ει καλύτερα το κραγιόν/το μακιγιάζ. Όταν έχει υγρασία, τα μαλλιά μου δεν ~ουν με τίποτα. Το παντελόνι δεν σου ~ει καλά (= σακουλιάζει). ~μένη: πίστα (του σκι).|| (ΑΘΛ.) Από κόντρα σε αμυντικό η μπάλα ~θηκε στον ... (: βρέθηκε στην κατάλληλη θέση για σουτ). ● Παθ.: στρώνομαι (προφ.) 1. (μτφ.) ασχολούμαι με κάτι αποκλειστικά και με ένταση, αφοσιώνομαι: Με το που ήρθαν, ~θηκαν στο φαΐ. Άντε στρώσου να διαβάσεις! ΣΥΝ. πέφτω/ρίχνομαι με τα μούτρα σε κάτι 2. κάθομαι, ξαπλώνω, βολεύομαι κάπου και παραμένω εκεί, προκαλώντας συνήθ. ενόχληση: ~θηκε στον καναπέ και τον πήρε ο ύπνος.|| (αρνητ. συνυποδ.) Τι ήρθες και μου ~θηκες (: θρονιάστηκες, καλο-, στρογγυλο-κάθισες) εδώ; ● ΦΡ.: δρόμος στρωμένος με αγκάθια (μτφ.): δύσκολη πορεία γεμάτη εμπόδια: Ο δρόμος της ανανέωσης είναι στρωμένος ~., όπως έστρωσε(ς)/στρώσει(ς), θα κοιμηθεί(ς)/θα πλαγιάσει(ς) (παροιμ.): οι συνέπειες που θα υποστεί(ς) θα είναι ανάλογες των πράξεών σου/(του). ΣΥΝ. ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις, στρώνω το(ν) δρόμο (μτφ.-προφ.): προετοιμάζω μια κατάσταση, το έδαφος για κάτι: ~σε ~ για την άνοδο του ... στην εξουσία., το 'στρωσε (το χιόνι) (προφ.): καλύφθηκε η επιφάνεια του εδάφους με χιόνι: ~ ~ για τα καλά/μέσα σε μια νύχτα.|| Χιόνιζε όλο το πρωί, χωρίς να το στρώσει.|| (κατ' επέκτ.) ~ ~ στις στέγες των σπιτιών., βρήκε στρωμένο τραπέζι βλ. τραπέζι, ο δρόμος για/προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις βλ. κόλαση, στρωμένος/σπαρμένος με ροδοπέταλα βλ. ροδοπέταλα, στρώνει το χαλί βλ. χαλί, στρώνω κάποιον/στρώνομαι στη δουλειά βλ. δουλειά, στρώνω κώλο/πισινό βλ. κώλος, στρώνω/βάζω (το) τραπέζι βλ. τραπέζι [< μεσν. στρώνω]
47970στρώσηστρώ-ση ουσ. (θηλ.) 1. επικάλυψη επιφάνειας από ομοιογενές υλικό: πρώτη/δεύτερη/διπλή/τριπλή ~. Ασφαλτική (= ασφαλτόστρωση)/διακοσμητική/εδαφική/επιφανειακή/στεγανωτική ~. Λεπτή ~ σοβά/στόκου. Απλώνω μια ~ βούτυρο στο ψωμί. (Αλλ)επάλληλες/διαδοχικές ~εις χρωμάτων. Οι ογκόλιθοι διατάσσονται σε οριζόντιες ~εις. Πβ. διάστρωση, στρώμα. 2. ΓΕΩΛ. κατανομή των συστατικών των ιζηματογενών πετρωμάτων σε στρώματα: οριζόντια ~. Ασυνεχείς/συνεχείς ~εις. [< 1: μτγν. στρῶσις 2: γαλλ. stratification]
47972στρωσίδιστρω-σί-δι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. στρωσίδ-ια} (λαϊκό) 1. ύφασμα που στρώνεται στο κρεβάτι· κλινοσκέπασμα: Αέρισε/τίναξε τα ~ια. Βλ. κουβέρτα, σεντόνι. 2. οτιδήποτε στρώνεται στο πάτωμα. Βλ. κουρελού, τάπητας, χαλί. [< μεσν. στρωσίδι(ο)ν]
47973στρώσιμοστρώ-σι-μο ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του στρώνω: ~ του κρεβατιού/του τραπεζιού/των χαλιών. ΑΝΤ. ξέστρωμα.|| ~ της αυλής με πλάκες. Πβ. επικάλυψη, επίστρωση.|| (μτφ.) Το αυτοκίνητο/ο κινητήρας θέλει ~ (= ροντάρισμα). ~ ενυδρείου (βλ. κύκλος του αζώτου). Πβ. βελτίωση, εξομάλυνση.|| Θέλει ~, για να περάσεις τις εξετάσεις (ενν. στο διάβασμα). Βλ. προσήλωση.
47974στρωτήραςστρω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ξύλινη, ατσάλινη ή τσιμεντένια δοκός πάνω στην οποία στηρίζεται μια κατασκευή (οι σιδηροτροχιές, οι σανίδες δαπέδου, ο σκελετός της στέγης): ~ες σκυροδέματος. Πβ. τραβέρσα. || ~ (= κύλινδρος, πλάστης) ζαχαροπλαστικής. Βλ. οδο~, -τήρας. [< αρχ. στρωτήρ ‘μικρό δοκάρι οροφής’, γαλλ. rouleau]
47976στρωτός, ή, ό στρω-τός επίθ. 1. ομαλός: ~ός: δρόμος.|| (μτφ.) ~ή: γλώσσα/οδήγηση. ~ό: γράψιμο/κείμενο/ύφος. ~ά: θέματα (= εύκολα, κατανοητά). Πβ. βατός. 2. (για ένδυμα) που εφαρμόζει καλά: ~ό: σακάκι. Πβ. εφαρμοστός. [< αρχ. στρωτός]
47977ΣΤΥΑ(η): Σχολή Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας
47978στύβωστύ-βω ρ. (μτβ.) {έστυ-ψα, στύ-ψω, -φτηκε, -φτεί, -μμένος, στύβ-οντας} & στίβω & (σπάν.) στείβω 1. ασκώ μεγάλη πίεση σε κάτι, ώστε να βγει το υγρό που περιέχει: ~ το πανί/τα ρούχα/τη σφουγγαρίστρα. ~ψε το νερό απ' τα μαλλιά της. ~μμένος χυμός πορτοκαλιού. Σφουγγάρι βρεγμένο και καλά ~μμένο. Πβ. στραγγίζω.|| Μπορούσε να σε πιάσει και να σε ~ψει σαν λεμόνι (: για να δηλωθεί μεγάλη σωματική δύναμη). ΣΥΝ. εκθλίβω 2. (μτφ.) παίρνω από κάποιον ό,τι έχει να δώσει, τον εκμεταλλεύομαι μέχρις εξαντλήσεως (σωματικής, πνευματικής, οικονομικής): Το σύστημα ~ει τα μεσαία στρώματα. Τον απέλυσαν, αφού πρώτα τον ~ψαν. ΣΥΝ. απομυζώ (1), ξεζουμίζω (1) ● ΦΡ.: στύβει την πέτρα (μτφ.-προφ.): για κάποιον που είναι πολύ δυνατός, κυρ. στα χέρια, και ακμαίος., πετώ κάποιον σαν στυμμένη λεμονόκουπα βλ. λεμονόκουπα, σπάω/στύβω το μυαλό/το κεφάλι μου βλ. μυαλό [< αρχ. στείβω ‘ποδοπατώ’, το υ παρετυμολογικά προς το στύφω]
47979στυγερός, ή, ό στυ-γε-ρός επίθ. (λόγ.): απεχθής, αποτρόπαιος: ~ός: δολοφόνος. ~ό: έγκλημα. Πβ. αποκρουστικός. Βλ. -ερός. [< αρχ. στυγερός ‘μισητός’]
47980στυγνός, ή, ό στυ-γνός επίθ.: απάνθρωπος, σκληρός: ~ός: δολοφόνος/δυνάστης/εγκληματίας/εκβιαστής/επαγγελματίας/τεχνοκράτης. ~ή: αντιμετώπιση/εκμετάλλευση/πραγματικότητα/συμπεριφορά. ~ό: καθεστώς.|| ~ή: όψη. ● επίρρ.: στυγνά [< αρχ. στυγνός ‘μισητός, βλοσυρός’]
47981στυγνότηταστυ-γνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του στυγνού: η ~ του καθεστώτος. Βλ. -ότητα. [< αρχ. στυγνότης]
47982στυλβλ. στιλ
47983στυλάκιβλ. στιλάκι

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.