| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 47984 | στυλάτος | , η, ο βλ. στιλάτος | |
| 47985 | στυλεός | βλ. στειλεός | |
| 47986 | στυλιάρι | βλ. στειλιάρι | |
| 47987 | στυλιζάρισμα | βλ. στιλιζάρισμα | |
| 47988 | στυλιζάρω | βλ. στιλιζάρω | |
| 47989 | στυλίστας | βλ. στιλίστας | |
| 47990 | στυλιστικός | , ή, ό βλ. στιλιστικός | |
| 47991 | στυλό | βλ. στιλό | |
| 47992 | στυλοβάτης | στυ-λο-βά-της ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ., κυρ. για πρόσ.) θεμελιωτής, στήριγμα: ~ της δημοκρατίας (= στύλος)/του έθνους/της κοινωνίας/της οικογένειας (πβ. προστάτης). || Ο τουρισμός αποτελεί πραγματικό ! της ανάπτυξης. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. η άνω βαθμίδα της κρηπίδας αρχαίου ναού, στην οποία στηρίζονται οι κίονες. [< 1: γαλλ. soutien 2: αρχ. στυλοβάτης, γαλλ.-αγγλ. stylobate] | |
| 47993 | στυλογράφος | βλ. στιλογράφος | |
| 47994 | στύλος | [στῦλος] στύ-λος ουσ. (αρσ.) 1. μακρόστενο, κυλινδρικό κυρ., δομικό στοιχείο στήριξης: κεντρικός/τηλεφωνικός ~. Οι ~οι της ΔΕΗ/του ΟΤΕ. Πβ. πάσσαλος, πυλώνας.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ.) Οι ~οι (εσφαλμ. στήλες) του Ολυμπίου Διός (πβ. κίονας, κολόνα).|| (μτφ.) ~ της Ορθοδοξίας. ΣΥΝ. στυλοβάτης. 2. ΒΟΤ. μακρόστενο τμήμα του ύπερου που συνδέει την ωοθήκη με το στίγμα. ● Υποκ.: στυλίσκος (ο) ● ΦΡ.: η κολόνα/ο στύλος του σπιτιού βλ. κολόνα [< αρχ. στῦλος, γαλλ. styl(e), αγγλ. style] | |
| 47995 | στύλωμα | στύ-λω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του στυλώνω· στερέωση: ~ των ποδιών (: από πείσμα). Βλ. υπο~. [< μτγν. στύλωμα 'υποστήριγμα'] | |
| 47996 | στυλώνω | στυ-λώ-νω ρ. (μτβ.) {στύλω-σα, στυλώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, στυλών-οντας}: στηρίζω, στερεώνω και κατ' επέκτ. δυναμώνω, τονώνω: Προχώρησε και ~θηκε στην πόρτα.|| Έφαγε κάτι, για να ~θεί. Η τελευταία νίκη ~σε (= αναπτέρωσε) τις ελπίδες/το ηθικό της ομάδας.|| (μτφ.) ~σε (= κάρφωσε) το βλέμμα/τα μάτια της πάνω μου. Πβ. επικεντρώνω, εστιάζω, προσηλώνω. ● ΦΡ.: στύλωσε τα πόδια/τα στύλωσε (μτφ.-προφ.): δεν αλλάζει γνώμη, είναι ανυποχώρητος, πείσμωσε: ~ ~ και πήγε κόντρα στην κομματική γραμμή. Η εργοδοσία ~ ~ και δεν έκανε πίσω με τίποτα. [< μεσν. στυλώνω < μτγν. στυλῶ] | |
| 47997 | στύπος | στύ-πος ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. ο ευθυτενής κορμός του φοίνικα και άλλων δέντρων, με μοναδικό θύσανο στην κορυφή· το στέλεχος του μανιταριού. 2. ΝΑΥΤ. ράβδος που διαπερνά την άτρακτο της άγκυρας στο πάνω της μέρος και κάθετα προς το επίπεδο των βραχιόνων για τη στερέωσή της στον βυθό. [< μτγν. στύπος (τὸ) ‘κορμός, κούτσουρο’] | |
| 47998 | στυπόχαρτο | στυ-πό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) & (προφ.) στουπόχαρτο: απορροφητικό χαρτί για το στέγνωμα της νωπής μελάνης στα χειρόγραφα. Βλ. -χαρτο. [< γερμ. Löschpapier] | |
| 47999 | στυπτηρία | στυ-πτη-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. διπλό ένυδρο θειικό άλας από ένα τρισθενές μέταλλο, όπως αργίλιο, χρώμιο, σίδηρο, και ένα μονοσθενές, όπως κάλιο, νάτριο· ιδ. το θειικό άλας αργιλίου και καλίου. Πβ. στύψη. [< αρχ. στυπτηρία ‘στυπτική ουσία’ < στύφω ‘ετοιμάζω με καυστικό υλικό’] | |
| 48000 | στυπτήριο | στυ-πτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): συσκευή για στύψιμο. Βλ. αποχυμωτής, λεμονοστύφτης.|| (κατ' επέκτ.) ~ ρούχων. Πβ. στεγνωτήριο. | |
| 48001 | στυπτικός | , ή, ό στυ-πτι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. -ΙΑΤΡ. που προκαλεί σύσφιξη, συστολή των μαλακών οργανικών ιστών, περιορίζει την αιμορραγία, τη διάρροια, τις εκκρίσεις ή δρα ως αντισηπτικό, αιμοστατικό, καυστικό σε πληγές και έλκη: ~ές: ιδιότητες/ουσίες. ~ά: φάρμακα. ~ή και αντισηπτική δράση. ~ό μολύβι για σπυράκια. Το λεμόνι είναι ~ό. ● επίρρ.: στυπτικά [< μτγν. στυπτικός, γαλλ. styptique, αγγλ. styptic] | |
| 48002 | στυπτικότητα | στυ-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. -ΙΑΤΡ. η ιδιότητα του στυπτικού. [< γαλλ. stypticité, αγγλ. stypticity] | |
| 48003 | στυρένιο | στυ-ρέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) & στυρόλιο: ΧΗΜ. άχρωμος, αρωματικός και τοξικός υδρογονάνθρακας (σύμβ. C8H8), παράγωγο του πετρελαίου, ο οποίος χρησιμοποιείται ευρέως στη παρασκευή πολυμερών. Βλ. πολυστερίνη. [< αγγλ. styrene, γαλλ. styrène, 1936 < styrax < αρχ. στύραξ ‘αρωματική ρητίνη και το δέντρο που την παράγει’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ