Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48540-48560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48014στωικότηταστω-ι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): στάση που χαρακτηρίζεται από καρτερικότητα στην αντιμετώπιση των δυσκολιών, της δυστυχίας, του πόνου, των απογοητεύσεων: Τα βγάζει πέρα με αξιοθαύμαστη ~. Πβ. εγκαρτέρηση, καρτερία. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. stoïcité, αγγλ. stoicity]
48015συβλ. εσύ
48016ΣΥΑΕ(το): Συμβούλιο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας.
48017συβαριτικός, ή, ό συ-βα-ρι-τι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που χαρακτηρίζεται από πολυτέλεια, μαλθακότητα και φιληδονία. [< αρχ. Συβαριτικός, γαλλ. sybaritique, αγγλ. sybaritic]
48018συβαριτισμόςσυ-βα-ρι-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): πολυτελής, μαλθακός και φιλήδονος τρόπος ζωής. Πβ. μαλθακ-, τρυφηλ-ότητα, τρυφή. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. sybaritisme, αγγλ. sybaritism]
48019σύγγαμπροςσύγ-γα-μπρος ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) σύγγαμβρος & σύγαμπρος: μπατζανάκης. Βλ. συννυφάδα. [< μεσν. σύγαμβρος]
48020συγγένειασυγ-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας | -ειών} 1. δεσμός μεταξύ ανθρώπων που κατάγονται ο ένας από τον άλλο ή έχουν κοινό πρόγονο: βιολογική/γενετική/κοντινή/μακρινή/φυλετική ~. Φυσική ~ (= ~ εξ αίματος). Διαπιστώνεται/πιστοποιείται η ~. Δεν έχουν καμία ~.|| (ΑΝΘΡΩΠ.-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.) Συστήματα ~ας (: δομές καθορισμένων σχέσεων μεταξύ τάξεων συγγενών· βλ. μητριαρχία, πατριαρχία, μητρογραμμικός, πατρογραμμικός, οικογένεια). 2. (μτφ.) σχέση ανάμεσα σε πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις ή φαινόμενα με κοινή προέλευση, κοινές ομοιότητες, αναλογίες: αισθητική/άμεση/βαθιά/εθνική/θεματική/ιδεολογική/μουσική/νοηματική/πολιτική/πολιτιστική/ψυχική ~. Ετυμολογική ~ λέξεων. Υπάρχει στενή ~ μεταξύ ελληνικής και ρωμαϊκής τέχνης. Οι δύο λαοί συνδέονται με γλωσσική/θρησκευτική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: (συγγενείς/συγγένεια) πρώτου/δευτέρου/τρίτου ... βαθμού: η σχέση που συνδέει τα μέλη μιας οικογένειας μεταξύ τους: ~ πρώτου (: γονείς-παιδιά, αδέλφια)/δευτέρου (: παππούδες-εγγόνια, θείοι-ανίψια)/τρίτου (: πρώτα ξαδέλφια) βαθμού., βαθμός συγγένειας & (λόγ.) συγγενείας: η εξ αίματος συγγένεια μεταξύ δύο ατόμων, ο βαθμός της οποίας καθορίζεται από τον αριθμό των γεννήσεων που συνδέουν τα πρόσωπα τα οποία κατάγονται το ένα από το άλλο -με κάθε γέννηση να συνιστά έναν βαθμό- ή από τον αριθμό των γεννήσεων που συνδέουν τα πρόσωπα με τον κοινό ανιόντα: Δότες οργάνων ως και τον τέταρτο ~ό ~. (ΝΟΜ.) Επιτρέπεται η μεταβίβαση σε άτομο μέχρι και δευτέρου ~ού ~. [< γαλλ. degré de parenté] , πνευματική συγγένεια 1. σχέση μεταξύ προσώπων που συνάπτεται με τη συμμετοχή τους σε θρησκευτική τελετουργία: ~ ~ νονού και βαφτισιμιού/κουμπάρων. 2. ύπαρξη ομοιοτήτων στο έργο ανθρώπων του πνεύματος ή σε ιδεολογίες, θεωρίες, θρησκείες, ρεύματα: ~ ~ καλλιτεχνών/ποιητών., πολιτική συγγένεια 1. που προκύπτει από υιοθεσία. Βλ. θετός. 2. (μτφ.) για κόμματα, παρατάξεις ή πολιτικούς με παρεμφερείς ιδέες και απόψεις., χημική συγγένεια: ΧΗΜ. η τάση των χημικών στοιχείων να σχηματίζουν ενώσεις με άλλα: μόρια με μεγάλη/χαμηλή ~., εκλεκτική συγγένεια βλ. εκλεκτικός ● ΦΡ.: (συγγενείς/συγγένεια) εξ αγχιστείας/από αγχιστεία βλ. αγχιστεία, (συγγενείς/συγγένεια) εξ αίματος βλ. αίμα, (συγγενείς/συγγένεια) σε πλάγια γραμμή/εκ πλαγίου βλ. πλάγιος [< 1: αρχ. συγγένεια, γαλλ. parenté]
48021συγγενεύωσυγ-γε-νεύ-ω ρ. (αμτβ.) {συγγένε-ψα, συγγενεύ-οντας} 1. (μτφ.) έχω στενή σχέση, ομοιότητα με κάποιον ή κάτι, συνδέομαι: ~ει θεματικά/ιδεολογικά/πνευματικά/ψυχικά με ... Απόψεις/γλώσσες/θεωρίες/τεχνοτροπίες που ~ουν (μεταξύ τους). Πβ. σχετίζομαι. ΑΝΤ. διαφέρω 2. έχω ή αποκτώ συγγένεια (με κάποιον): ~ουμε από το σόι του πατέρα μου (: είμαστε συγγενείς). Με τον γάμο των παιδιών τους οι δυο οικογένειες ~ψαν.|| (κατ' επέκτ.) Η βίδρα είναι θηλαστικό που ~ει με το κουνάβι. [< μεσν. συγγενεύω]
48022συγγενής, ής, ές συγ-γε-νής επίθ. 1. (λόγ.) που έχει κοινή καταγωγή ή ομοιότητες με κάποιον ή κάτι άλλο· συγγενικός: ~είς: απόψεις/γλώσσες/έννοιες/επιστήμες/ιδεολογίες. Λαός ~ με/προς ... Βλ. ομοειδής, παραπλήσιος. 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που υπάρχει κατά τη γέννηση, που έχει γενετική ή ενδομήτρια αιτιολογία: ~ής: αιμορραγική διάθεση (= αιμορροφιλία)/διαμαρτία/δυσπλασία/καρδιοπάθεια/νόσος. ~είς: παθήσεις. ~ή: χαρακτηριστικά. Πβ. εκ γενετής, κληρονομικός, σύμφυτος. Βλ. -γενής. ΑΝΤ. επίκτητος ● επίρρ.: συγγενώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: συγγενής/συγγενική εταιρεία: ΟΙΚΟΝ. που ανήκει στο ίδιο συγκρότημα με την εργοδότρια εταιρεία και περιλαμβάνει μητρική, θυγατρική ή συνδεδεμένη με αυτήν εταιρεία. [< αγγλ. group company] , γενετική/συγγενής ανωμαλία βλ. ανωμαλία [< αρχ. συγγενής, γαλλ. congénital, αγγλ. congenital]
48023συγγενήςσυγ-γε-νής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ή (λόγ.) -ούς | -είς} & θηλ. (λαϊκό) συγγένισσα : πρόσωπο με το οποίο συνδέεται κάποιος με συγγένεια, με συγγενικό δεσμό: κοντινός/μακρινός/στενός ~. Ανιόντες/κατιόντες/πλησιέστεροι ~είς. Οι ~είς της νύφης. ~είς και φίλοι. Βλ. σόι, συγγενολόι. ● ΣΥΜΠΛ.: φτωχός συγγενής (μτφ.): μέλος ομάδας ή συνόλου που μειονεκτεί ή αντιμετωπίζεται με υποτιμητικό τρόπο σε σχέση με τα υπόλοιπα μέλη. Πβ. παρακατιανός., (συγγενείς/συγγένεια) πρώτου/δευτέρου/τρίτου ... βαθμού βλ. συγγένεια ● ΦΡ.: (συγγενείς/συγγένεια) εξ αγχιστείας/από αγχιστεία βλ. αγχιστεία, (συγγενείς/συγγένεια) εξ αίματος βλ. αίμα, (συγγενείς/συγγένεια) σε πλάγια γραμμή/εκ πλαγίου βλ. πλάγιος [< αρχ. συγγενής, μεσν. συγγένισσα]
48024συγγενικός, ή, ό συγ-γε-νι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται σε σχέσεις συγγένειας ή σε συγγενείς: ~ός: δεσμός (εξ αίματος ή εξ αγχιστείας)/κύκλος/περίγυρος. ~ή: αλληλεγγύη/( ΝΟΜ.) αναδοχή (: που γίνεται από συγγενείς του παιδιού)/οικογένεια. ~ό: αίμα/άτομο/ενδιαφέρον/περιβάλλον/σπίτι. ~ές: σχέσεις. ~ά: πρόσωπα.|| (ΒΙΟΛ.) ~ή: φυλή. ~ά: είδη/φύλα. 2. που έχει κοινή προέλευση ή κοινά γνωρίσματα με κάποιον ή κάτι άλλο: ~ός: κλάδος/πολιτισμός/χώρος. ~ό: κόμμα. ~ές: έννοιες/λέξεις. Πβ. συγγενής.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: δικτυακός τόπος. ● επίρρ.: συγγενικά ● ΣΥΜΠΛ.: συγγενικά δικαιώματα {σπανιότ. στον εν.}: ΝΟΜ. τα οποία αναγνωρίζονται υπέρ των ερμηνευτών ή εκτελεστών των καλλιτεχνικών έργων. Βλ. πνευματικά δικαιώματα. [< γερμ. verwandte Schutzrechte] , συγγενής/συγγενική εταιρεία βλ. συγγενής [< 1: αρχ. συγγενικός 2: γαλλ. apparenté, γερμ. verwandt]
48025συγγενολόισυγ-γε-νο-λό-ι ουσ. (ουδ.) (προφ.-περιληπτ.): το σύνολο των συγγενών κάποιου: Μαζευτήκαμε όλο το ~. Πβ. σόι. Βλ. -λόι.
48026συγγνώμησυγ-γνώ-μη ουσ. (θηλ.) (πρόφ. siŋγnómi) & συγνώμη (πρόφ. siγnómi) 1. (κυρ. ως επιφών.) με συγχωρείς/συγχωρείτε· ειδικότ., στην αρχή του λόγου, για ευγενική έκφραση αιτήματος, ερώτησης, παράκλησης ή (συνήθ. + αλλά) για δήλωση αντίρρησης, άρνησης, αγανάκτησης ή ειρωνείας: ~, δεν θα επαναληφθεί/δεν το εννοούσα/δεν το ήθελα/έκανα λάθος. (επιτατ.) Χίλια ~! ~ για την καθυστέρηση/την ταλαιπωρία/το ύφος μου/χθες. ~ αν/που γίνομαι αγενής/διακόπτω/ενοχλώ/σας κούρασα. (για γλωσσική παραδρομή) Μου φέρνεις το μαχαίρι; ~, το πιρούνι ήθελα να πω.|| ~, έρχεστε λιγάκι/μπορείτε να επαναλάβετε/να βγω έξω/να πω κάτι/ξέρετε τι ώρα είναι;|| ~, αλλά δεν μπορείτε να μπείτε χωρίς εισιτήριο. ~, δεν θα πάρω. ~, αλλά δεν καταλαβαίνω πού είναι το πρόβλημα. ~, αλλά έφταιγες κι εσύ. ~, δηλαδή, τσακωθήκατε για κάτι τόσο ασήμαντο; Πβ. με το συμπάθιο, παρντόν, σόρι. 2. έκφραση μεταμέλειας για συγχώρηση σφάλματος: ειλικρινής/έμπρακτη/οφειλόμενη ~. Σου ζητώ (ταπεινά) ~. Μου χρωστάς μια ~. Οφείλω μια μεγάλη ~ σε όλους σας. Δεν είπε ούτε μια ~. Η δημόσια ~ του … Ζήτησε δημόσια ~. Αρνήθηκε να δεχθεί τη ~ της (: να τη συγχωρήσει). 3. ΝΟΜ. (στο Αστικό Δίκαιο) άτυπη δήλωση βούλησης με την οποία συγχωρείται ορισμένη συμπεριφορά που έχει νομικές συνέπειες. [< αρχ. συγγνώμη, γαλλ. pardon]
48027συγγνωστός, ή, ό συγ-γνω-στός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που μπορεί ή πρέπει να συγχωρηθεί: ~ή: αδυναμία. ~ά: λάθη (= δικαιολογημένα). (ΝΟΜ.) ~ή πλάνη. ΑΝΤ. ασύγγνωστος [< αρχ. συγγνωστός]
48028σύγγραμμασύγ-γραμ-μα ουσ. (ουδ.) {συγγράμμ-ατος | -ατα, -άτων}: βιβλίο κυρ. επιστημονικού περιεχομένου και ειδικότ. το πανεπιστημιακό εγχειρίδιο: ιατρικό/νομικό ~ . Πβ. πραγματεία.|| Βασικό/προτεινόμενο/υποχρεωτικό ~ (: σε κάποιο μάθημα). Διδακτικά ~ατα και βοηθήματα. Δωρεάν διανομή ~άτων. Ο θεσμός/η κατάργηση του ενός ~ατος. [< αρχ. σύγγραμμα]
48029συγγραφέας

συγ-γρα-φέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συγγραφ-έα (λόγ.) -έως | -είς, -έων} (πρόφ. sinγraféas κ. singraféas): άτομο που γράφει βιβλία, άρθρα, δοκίμια και ειδικότ. ο πεζογράφος σε αντιδιαστολή με τον ποιητή: ανώνυμος/βραβευμένος/δόκιμος/θεατρικός/κορυφαίος ~. Κλασικοί/νέοι/ξένοι/σύγχρονοι ~είς. ~ αστυνομικών μυθιστορημάτων. Γραπτή άδεια του ~α (: για αναδημοσίευση κειμένου)/η υπογραφή του ~α (: στα γνήσια αντίτυπα). Έργο άγνωστου ~α. Οι ~είς των άρθρων/της εγκυκλοπαίδειας/της ηλεκτρονικής σελίδας/των λημμάτων/των σχολικών βιβλίων. Σειρά Αρχαίων Ελλήνων ~έων. Το έργο φέρει την προσωπική σφραγίδα του ~α (: έχει αναγνωρίσιμο ύφος, θεματολογία). Ο ~ εμπνέεται από τις προσωπικές του εμπειρίες. Βλ. αναγνώστης, λογοτέχνης.|| Η ελληνική επανάσταση ενέπνευσε ποιητές και ~είς. Βλ. αρθρο-, διηγηματο-, δοκιμιο-, μυθιστοριο-γράφος. [< αρχ. συγγραφεύς]

48030συγγραφήσυγ-γρα-φή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του συγγράφω: ~ άρθρου/βιβλίου/εργασίας. Διαγωνισμός ~ής θεατρικού έργου/μυθιστορήματος/σεναρίου. Η τέχνη της ~ής (βλ. δημιουργική γραφή). Ασχολείται με τη ~ επιστημονικών μελετών.|| Από τις ~ές του σώζονται δώδεκα λόγοι. ● ΣΥΜΠΛ.: συγγραφή υποχρεώσεων: ΝΟΜ. ειδικοί όροι υπό τους οποίους γίνεται η ανάθεση έργου., συνεργατική συγγραφή κειμένων βλ. συνεργατικός [< αρχ. συγγραφή]
48031συγγραφικός, ή, ό συγ-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον συγγραφέα ή τη συγγραφή: ~ός: οίστρος. ~ή: δεξιότητα/δραστηριότητα/εργασία/ικανότητα/ομάδα (πβ. συντακτικός)/παρουσία/τέχνη/τεχνική. ~ό: δαιμόνιο/έργο/ταλέντο. ● ΣΥΜΠΛ.: συγγραφικά δικαιώματα: το δικαίωμα εκμετάλλευσης προϊόντος του γραπτού λόγου από τον συγγραφέα του. Βλ. κοπιράιτ, πνευματικά δικαιώματα. [< γαλλ. droits d'auteur] [< μτγν. συγγραφικός 'που σχετίζεται με την πεζογραφία']
48032συγγράφωσυγ-γρά-φω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συνέγρα-ψα, συγγρά-ψει, συγγράφ-ηκε (λόγ.) συνεγράφ-η, συγγραφ-εί, συγγράφ-οντας}: γράφω συνήθ. λογοτεχνικό ή επιστημονικό έργο: ~ άρθρα/βιβλία/διατριβές/εγχειρίδια/εργασίες/κείμενα/μελέτες. ~ει την αυτοβιογραφία του. Τα κεφάλαια/οι σημειώσεις έχουν ~εί από διαφορετικούς συγγραφείς. [< αρχ. συγγράφω]
48033συγκαίομαισυ-γκαί-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {συγκά-ηκα, -μένος}: παθαίνω σύγκαμα: Το μωρό ~ηκε από την πάνα. (προφ.) Πάει/περπατάει σαν ~μένος (: με ανοιχτά τα πόδια). [< αρχ. συγκαίω ‘παθαίνω φλόγωση, φλεγμονή’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.