Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48540-48560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48004στύσηστύ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. διαστολή, σκλήρυνση και ανόρθωση οργάνου, κυρ. του πέους, λόγω σεξουαλικής διέγερσης: παρατεταμένη/πρωινή/φυσιολογική ~. Διαταραχή/δυσλειτουργία/πρόβλημα ~ης (βλ. ανικανότητα). Βρίσκεται σε/έχει ~. Πβ. καύλα, σηκωμάρα. Βλ. πριαπισμός.|| ~ της κλειτορίδας. [< μτγν. στῦσις]
48005στυτικός, ή, ό στυ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη στύση: ~ός: ιστός. ~ή: ικανότητα. ~ό: όργανο (: πέος, κλειτορίδα, θηλές). ~ά: προβλήματα/φάρμακα. Πβ. διεγερτικός. ● επίρρ.: στυτικά ● ΣΥΜΠΛ.: στυτική δυσλειτουργία: πάθηση που χαρακτηρίζεται από αδυναμία επίτευξης στύσης με αρκετή σκληρότητα και διάρκεια, ώστε να επιτευχθεί ικανοποιητική σεξουαλική επαφή. Πβ. ανικανότητα. [< αγγλ. erectile dysfunction, 1970] [< μτγν. στυτικός]
48006στυφάδαστυ-φά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): το γνώρισμα της στυφής γεύσης. Βλ. -άδα.
48007στύφνοςστύφ-νος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. πικρό χόρτο (επιστ. ονομασ. Solanum nigrum) που περιέχει σολανίνη, του οποίου τρώγονται μόνο οι τρυφερές κορυφές. Βλ. στρύχνος. [< μτγν. στρύφνος]
48008στυφός, ή, ό στυ-φός επίθ. 1. (για τρόφιμο ή ποτό) που προκαλεί ξηρότητα στο στόμα: ~ός: καρπός. ~ό: κρασί/φρούτο (βλ. κυδώνι). 2. (μτφ.) που αφήνει μια δυσάρεστη αίσθηση: ~ό: ύφος/χαμόγελο. Η ταινία μάς άφησε μια ~ή γεύση. ● επίρρ.: στυφά [< μτγν. στυφός ‘υπόξινος (για κρασί)’]
48009στύφτηςστύ-φτης ουσ. (αρσ.) & στίφτης & στείφτης: χειροκίνητο σκεύος ή ηλεκτρική συσκευή με την οποία στύβονται τα φρούτα. Βλ. αποχυμωτής, λεμονο~.|| (κατ' επέκτ.) Κουβάς με ~η (για σφουγγάρισμα).
48010στύψηστύ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. στυπτηρία. 2. στάδιο της βαφής νημάτων και υφασμάτων κατά το οποίο γίνεται εμβύθισή τους σε στυπτικό διάλυμα, ώστε να μην ξεβάφουν. [< αρχ. στῦψις]
48011στύψιμοστύ-ψι-μο ουσ. (ουδ.) {στυψίμ-ατος}: η ενέργεια του στύβω: ~ λεμονιών/πορτοκαλιών.|| (για πλυντήριο) Στροφές/ταχύτητα ~ατος. Ξέβγαλμα και ~ των ρούχων.
48012στωικισμόςστω-ι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφικό σύστημα που αναπτύχθηκε κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, σύμφωνα με το οποίο η ευδαιμονία επιτυγχάνεται μέσω της αρετής· δίδασκε την επίτευξη της απάθειας με την έννοια της απελευθέρωσης από τα πάθη και την εναρμόνιση του ανθρώπου με τον λόγο που υπάρχει μέσα του και στη φύση και ταυτίζεται με τον Θεό· στωική φιλοσοφία. Πβ. στοά. 2. στωικότητα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. stoïcisme , αγγλ. stoicism]
48013στωικός, ή, ό στω-ι-κός επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από καρτερικότητα και υπομονή: ~ός: άνθρωπος. ~ή: αντίδραση/αντιμετώπιση/διάθεση. ~ό: ύφος. 2. ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τον στωικισμό ή τους εκπροσώπους του: ~ή: διδασκαλία/σχολή/φιλοσοφία.|| (ως ουσ.) Οι Στωικοί (ενν. φιλόσοφοι). Βλ. κυνικός. ● επίρρ.: στωικά: Δέχομαι/υπομένω μια κατάσταση ~. [< 1: γαλλ. stoique, αγγλ. stoic 2: μτγν. Στωικός]
48014στωικότηταστω-ι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): στάση που χαρακτηρίζεται από καρτερικότητα στην αντιμετώπιση των δυσκολιών, της δυστυχίας, του πόνου, των απογοητεύσεων: Τα βγάζει πέρα με αξιοθαύμαστη ~. Πβ. εγκαρτέρηση, καρτερία. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. stoïcité, αγγλ. stoicity]
48015συβλ. εσύ
48016ΣΥΑΕ(το): Συμβούλιο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας.
48017συβαριτικός, ή, ό συ-βα-ρι-τι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που χαρακτηρίζεται από πολυτέλεια, μαλθακότητα και φιληδονία. [< αρχ. Συβαριτικός, γαλλ. sybaritique, αγγλ. sybaritic]
48018συβαριτισμόςσυ-βα-ρι-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): πολυτελής, μαλθακός και φιλήδονος τρόπος ζωής. Πβ. μαλθακ-, τρυφηλ-ότητα, τρυφή. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. sybaritisme, αγγλ. sybaritism]
48019σύγγαμπροςσύγ-γα-μπρος ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) σύγγαμβρος & σύγαμπρος: μπατζανάκης. Βλ. συννυφάδα. [< μεσν. σύγαμβρος]
48020συγγένειασυγ-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας | -ειών} 1. δεσμός μεταξύ ανθρώπων που κατάγονται ο ένας από τον άλλο ή έχουν κοινό πρόγονο: βιολογική/γενετική/κοντινή/μακρινή/φυλετική ~. Φυσική ~ (= ~ εξ αίματος). Διαπιστώνεται/πιστοποιείται η ~. Δεν έχουν καμία ~.|| (ΑΝΘΡΩΠ.-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.) Συστήματα ~ας (: δομές καθορισμένων σχέσεων μεταξύ τάξεων συγγενών· βλ. μητριαρχία, πατριαρχία, μητρογραμμικός, πατρογραμμικός, οικογένεια). 2. (μτφ.) σχέση ανάμεσα σε πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις ή φαινόμενα με κοινή προέλευση, κοινές ομοιότητες, αναλογίες: αισθητική/άμεση/βαθιά/εθνική/θεματική/ιδεολογική/μουσική/νοηματική/πολιτική/πολιτιστική/ψυχική ~. Ετυμολογική ~ λέξεων. Υπάρχει στενή ~ μεταξύ ελληνικής και ρωμαϊκής τέχνης. Οι δύο λαοί συνδέονται με γλωσσική/θρησκευτική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: (συγγενείς/συγγένεια) πρώτου/δευτέρου/τρίτου ... βαθμού: η σχέση που συνδέει τα μέλη μιας οικογένειας μεταξύ τους: ~ πρώτου (: γονείς-παιδιά, αδέλφια)/δευτέρου (: παππούδες-εγγόνια, θείοι-ανίψια)/τρίτου (: πρώτα ξαδέλφια) βαθμού., βαθμός συγγένειας & (λόγ.) συγγενείας: η εξ αίματος συγγένεια μεταξύ δύο ατόμων, ο βαθμός της οποίας καθορίζεται από τον αριθμό των γεννήσεων που συνδέουν τα πρόσωπα τα οποία κατάγονται το ένα από το άλλο -με κάθε γέννηση να συνιστά έναν βαθμό- ή από τον αριθμό των γεννήσεων που συνδέουν τα πρόσωπα με τον κοινό ανιόντα: Δότες οργάνων ως και τον τέταρτο ~ό ~. (ΝΟΜ.) Επιτρέπεται η μεταβίβαση σε άτομο μέχρι και δευτέρου ~ού ~. [< γαλλ. degré de parenté] , πνευματική συγγένεια 1. σχέση μεταξύ προσώπων που συνάπτεται με τη συμμετοχή τους σε θρησκευτική τελετουργία: ~ ~ νονού και βαφτισιμιού/κουμπάρων. 2. ύπαρξη ομοιοτήτων στο έργο ανθρώπων του πνεύματος ή σε ιδεολογίες, θεωρίες, θρησκείες, ρεύματα: ~ ~ καλλιτεχνών/ποιητών., πολιτική συγγένεια 1. που προκύπτει από υιοθεσία. Βλ. θετός. 2. (μτφ.) για κόμματα, παρατάξεις ή πολιτικούς με παρεμφερείς ιδέες και απόψεις., χημική συγγένεια: ΧΗΜ. η τάση των χημικών στοιχείων να σχηματίζουν ενώσεις με άλλα: μόρια με μεγάλη/χαμηλή ~., εκλεκτική συγγένεια βλ. εκλεκτικός ● ΦΡ.: (συγγενείς/συγγένεια) εξ αγχιστείας/από αγχιστεία βλ. αγχιστεία, (συγγενείς/συγγένεια) εξ αίματος βλ. αίμα, (συγγενείς/συγγένεια) σε πλάγια γραμμή/εκ πλαγίου βλ. πλάγιος [< 1: αρχ. συγγένεια, γαλλ. parenté]
48021συγγενεύωσυγ-γε-νεύ-ω ρ. (αμτβ.) {συγγένε-ψα, συγγενεύ-οντας} 1. (μτφ.) έχω στενή σχέση, ομοιότητα με κάποιον ή κάτι, συνδέομαι: ~ει θεματικά/ιδεολογικά/πνευματικά/ψυχικά με ... Απόψεις/γλώσσες/θεωρίες/τεχνοτροπίες που ~ουν (μεταξύ τους). Πβ. σχετίζομαι. ΑΝΤ. διαφέρω 2. έχω ή αποκτώ συγγένεια (με κάποιον): ~ουμε από το σόι του πατέρα μου (: είμαστε συγγενείς). Με τον γάμο των παιδιών τους οι δυο οικογένειες ~ψαν.|| (κατ' επέκτ.) Η βίδρα είναι θηλαστικό που ~ει με το κουνάβι. [< μεσν. συγγενεύω]
48022συγγενής, ής, ές συγ-γε-νής επίθ. 1. (λόγ.) που έχει κοινή καταγωγή ή ομοιότητες με κάποιον ή κάτι άλλο· συγγενικός: ~είς: απόψεις/γλώσσες/έννοιες/επιστήμες/ιδεολογίες. Λαός ~ με/προς ... Βλ. ομοειδής, παραπλήσιος. 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που υπάρχει κατά τη γέννηση, που έχει γενετική ή ενδομήτρια αιτιολογία: ~ής: αιμορραγική διάθεση (= αιμορροφιλία)/διαμαρτία/δυσπλασία/καρδιοπάθεια/νόσος. ~είς: παθήσεις. ~ή: χαρακτηριστικά. Πβ. εκ γενετής, κληρονομικός, σύμφυτος. Βλ. -γενής. ΑΝΤ. επίκτητος ● επίρρ.: συγγενώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: συγγενής/συγγενική εταιρεία: ΟΙΚΟΝ. που ανήκει στο ίδιο συγκρότημα με την εργοδότρια εταιρεία και περιλαμβάνει μητρική, θυγατρική ή συνδεδεμένη με αυτήν εταιρεία. [< αγγλ. group company] , γενετική/συγγενής ανωμαλία βλ. ανωμαλία [< αρχ. συγγενής, γαλλ. congénital, αγγλ. congenital]
48023συγγενήςσυγ-γε-νής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ή (λόγ.) -ούς | -είς} & θηλ. (λαϊκό) συγγένισσα : πρόσωπο με το οποίο συνδέεται κάποιος με συγγένεια, με συγγενικό δεσμό: κοντινός/μακρινός/στενός ~. Ανιόντες/κατιόντες/πλησιέστεροι ~είς. Οι ~είς της νύφης. ~είς και φίλοι. Βλ. σόι, συγγενολόι. ● ΣΥΜΠΛ.: φτωχός συγγενής (μτφ.): μέλος ομάδας ή συνόλου που μειονεκτεί ή αντιμετωπίζεται με υποτιμητικό τρόπο σε σχέση με τα υπόλοιπα μέλη. Πβ. παρακατιανός., (συγγενείς/συγγένεια) πρώτου/δευτέρου/τρίτου ... βαθμού βλ. συγγένεια ● ΦΡ.: (συγγενείς/συγγένεια) εξ αγχιστείας/από αγχιστεία βλ. αγχιστεία, (συγγενείς/συγγένεια) εξ αίματος βλ. αίμα, (συγγενείς/συγγένεια) σε πλάγια γραμμή/εκ πλαγίου βλ. πλάγιος [< αρχ. συγγενής, μεσν. συγγένισσα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.