| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48034 | σύγκαιρα | σύ-γκαι-ρα επίρρ. (λαϊκό-λογοτ.): συγχρόνως. | |
| 48035 | συγκαιρινός | , ή, ό συ-γκαι-ρι-νός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): σύγχρονος: ~ή: ζωή/λογοτεχνία/πραγματικότητα. ~οί: μύθοι. ΑΝΤ. αλλοτινός | |
| 48036 | σύγκαλα | σύ-γκα-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {χωρ. άλλους τ.} & συγκαλά: διανοητική και ψυχική ισορροπία: Δεν είσαι στα ~ά σου (= δεν είσαι με τα καλά/σωστά σου). Κυρ. στη ● ΦΡ.: έρχομαι στα σύγκαλά/στα λογικά μου (προφ.): ανακτώ την πνευματική μου διαύγεια, αρχίζω να σκέφτομαι συνετά: Έλα ~ ~ σου (= λογικέψου, σύνελθε)! | |
| 48037 | συγκαλλιέργεια | συ-γκαλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. ταυτόχρονη καλλιέργεια δύο ή περισσότερων διαφορετικών ειδών φυτών στην ίδια έκταση: μέθοδος/σύστημα ~ας. Βρόμη σε ~ με κριθάρι. Βλ. -καλλιέργεια. | |
| 48038 | συγκαλυμμένος | , η, ο συ-γκα-λυμ-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) συγκεκαλυμμένος: που γίνεται με κρυφό, πλάγιο τρόπο: ~ος: εκβιασμός/ρατσισμός/φασισμός. ~η: απάτη/διάκριση/ειρωνεία. ~ες: ενέργειες. ● επίρρ.: συγκαλυμμένα ● ΣΥΜΠΛ.: γκρίζα διαφήμιση βλ. διαφήμιση [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συγκαλύπτω] | |
| 48039 | συγκαλύπτω | συ-γκα-λύ-πτω ρ. (μτβ.) {συγκάλυ-ψα, -φθηκε, -μμένος (λόγ.) συγκεκαλυμμένος, συγκαλύπτ-οντας}: εμποδίζω τη γνωστοποίηση δυσάρεστων, ενοχοποιητικών στοιχείων ή αξιόμεμπτης πράξης: ~ την αλήθεια/μια αποτυχία/ένα έγκλημα/τους ενόχους/ένα λάθος/τις παρανομίες/ένα σκάνδαλο/την υπόθεση. Πβ. αποκρύπτω, αποσιωπώ, θάβω, κουκουλώνω. ΑΝΤ. αποκαλύπτω (1) [< αρχ. συγκαλύπτω] | |
| 48040 | συγκάλυψη | συ-γκά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συγκαλύπτω: απροκάλυπτη/προκλητική ~. ~ της αλήθειας/του γεγονότος/του εγκλήματος/της παρανομίας/της πραγματικότητας/του σκανδάλου/της υπόθεσης. Αδίκημα/απόπειρα/προσπάθεια ~ης. Πβ. απόκρυψη, αποσιώπηση, θάψιμο, κουκούλωμα. ΑΝΤ. αποκάλυψη (1) ● ΣΥΜΠΛ.: παράγοντες συγκάλυψης βλ. παράγοντας [< μεσν. συγκάλυψις] | |
| 48041 | συγκαλώ | [συγκαλῶ] συ-γκα-λώ ρ. (μτβ.) {συγκαλ-είς ..., -ώντας | συγκάλε-σα, συγκλή-θηκε (λόγ. συνεκλή-θη, μτχ. συγκλη-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, συγκεκλη-μένος}: (στο πλαίσιο κάποιου θεσμού) καλώ ομάδα προσώπων σε συνεδρίαση με σκοπό τη λήψη αποφάσεων: ~εί διάσκεψη/την επιτροπή/συνέλευση/σύνοδο κορυφής για ... ~σε τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου σε σύσκεψη. Η Βουλή/η ολομέλεια θα ~θεί και θα αποφασίσει. [< αρχ. συγκαλῶ] | |
| 48042 | σύγκαμα | σύ-γκα-μα ουσ. (ουδ.) {συγκάμ-ατος | -ατα} (προφ.): δερματικός ερεθισμός, ερύθημα που προκαλείται από υπερίδρωση και παρατεταμένη τριβή: αλοιφή για τα ~ατα των μωρών (: κυρ. ανάμεσα στα σκέλη). Πβ. έκζεμα, παράτριμμα. [< συγκαίω] | |
| 48043 | συγκατάβαση | συ-γκα-τά-βα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συμπεριφορά ή διάθεση που φανερώνει επιείκεια, ανεκτικότητα, καταδεκτικότητα ή μακροθυμία: έδειξε πνεύμα ~ης (= συγκαταβατικότητας). Αντιμετώπισε την κατάσταση με ~. Κούνησε το κεφάλι/χαμογέλασε με ~. (σε εκκλησιαστικά κείμενα:) Θεϊκή ~. Πβ. προσήνεια. [< μτγν. συγκατάβασις] | |
| 48044 | συγκαταβατικός | , ή, ό συ-γκα-τα-βα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από συγκατάβαση: ~ός: άνθρωπος. ~ή: λύση/στάση. ~ό: βλέμμα/ύφος/χαμόγελο. Πβ. καταδεκτικός, προσηνής. ● επίρρ.: συγκαταβατικά [< μτγν. συγκαταβατικός] | |
| 48045 | συγκαταβατικότητα | συ-γκα-τα-βα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συγκαταβατικού· συγκατάβαση. Βλ. -ότητα. | |
| 48046 | συγκατάθεση | συ-γκα-τά-θε-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του συγκατατίθεμαι: γραπτή/προφορική/σιωπηρή ~. ~ του ασθενή στην ιατρική πράξη. Με/χωρίς τη ~ του εργοδότη/πελάτη. Απαιτείται η γονική ~. Ο πατέρας έδωσε τη ~ή του για τον γάμο. Έχω τη ~ή σας, για να προχωρήσω; ΣΥΝ. συγκατάνευση, συναίνεση [< μτγν. συγκατάθεσις] | |
| 48047 | συγκαταλέγω | συ-γκα-τα-λέ-γω ρ. (μτβ.) {συγκατέλε-ξε, συγκαταλέ-ξει, -χθηκε (λόγ. συγκατελέ-γη κ. -χθη), -χθεί, συγκαταλέγ-οντας} (λόγ.): συμπεριλαμβάνω: Η κυβέρνηση ~ει στα επιτεύγματά της τη μείωση της ανεργίας (πβ. συνυπολογίζω). ~εται στη λίστα των πλουσιότερων ανθρώπων της Γης. Η εταιρεία ~εται (ανάμεσα/μέσα) στις κορυφαίες/μεταξύ των κορυφαίων στον τομέα της παραγωγής. Αυτό ~εται (= προσμετράται) στα θετικά. [< μτγν. συγκαταλέγω] | |
| 48048 | συγκατάνευση | συ-γκα-τά-νευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συγκατάθεση: ~ του γονέα/του κηδεμόνα/της κυβέρνησης. ΣΥΝ. συναίνεση [< μεσν. συγκατάνευσις] | |
| 48049 | συγκατανεύω | συ-γκα-τα-νεύ-ω ρ. (αμτβ.) {συγκατένευ-σα} (λόγ.): συγκατατίθεμαι: ~σε κουνώντας το κεφάλι/με ένα χαμόγελο. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις, τελικά ~σε. Η επιτροπή ~σε να εισηγηθεί ... Πβ. συμφωνώ. ΣΥΝ. συναινώ ΑΝΤ. αντιτάσσομαι [< μτγν. συγκατανεύω] | |
| 48050 | συγκατατίθεμαι | συ-γκα-τα-τί-θε-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συγκατατέ-θηκα (λόγ. γ' πρόσ. συγκατετέθη), συγκατατε-θεί} (+ σε): συμφωνώ να γίνει κάτι, το αποδέχομαι: ~ προφορικά/ρητά. ~ στο διαζύγιο/στην εισήγηση/στην υποψηφιότητα κάποιου. ~ για τη συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. (ΝΟΜ.) Ο εκζητούμενος ~εται να προσαχθεί στο ... Τους ζήτησα να με υποστηρίξουν και ~θηκαν. ΣΥΝ. συγκατανεύω, συναινώ ΑΝΤ. αντιτάσσομαι, αντιτίθεμαι [< αρχ. συγκατατίθεμαι] | |
| 48051 | συγκατηγορούμενος | συ-γκα-τη-γο-ρού-με-νος ουσ. (αρσ.) , συγκατηγορούμενη & συγκατηγορουμένη (η): ΝΟΜ. πρόσωπο που κατηγορείται μαζί με άλλο για το ίδιο ή σχετικό με αυτό αδίκημα: Ο δράστης και ο ~ός του για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία από πρόθεση ... | |
| 48052 | συγκατοίκηση | συ-γκα-τοί-κη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η κατοίκηση δύο ή περισσοτέρων προσώπων στο ίδιο σπίτι: αναγκαστική/ομαλή/προβληματική ~. ~ φοιτητών. ~ με τους γονείς/με φίλο. Αγγελία για ~. Πβ. συνοίκηση. Βλ. συμβίωση.|| (μτφ.) ~ στην εξουσία/(ΑΘΛ.) στην κορυφή της βαθμολογίας (= συμπαρουσία, συνύπαρξη). [< μεσν. συγκατοίκησις, γαλλ. cohabitation, 1981 (στη μτφ. σημ.)] | |
| 48053 | συγκάτοικος | συ-γκά-τοι-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -οίκου}: πρόσωπο που μοιράζεται την ίδια στέγη, κατοικία με άλλον ή άλλους: Ζητείται ~. Απέκτησα/ψάχνω (για) ~ο. Πβ. σύνοικος.|| (μτφ.) ~οι στην κορυφή (: συνήθ. για πρόσωπα ή ομάδες που μοιράζονται την πρώτη θέση σε βαθμολογική κατάταξη). [< μτγν. συγκάτοικος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ