Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48560-48580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48024συγγενικός, ή, ό συγ-γε-νι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται σε σχέσεις συγγένειας ή σε συγγενείς: ~ός: δεσμός (εξ αίματος ή εξ αγχιστείας)/κύκλος/περίγυρος. ~ή: αλληλεγγύη/( ΝΟΜ.) αναδοχή (: που γίνεται από συγγενείς του παιδιού)/οικογένεια. ~ό: αίμα/άτομο/ενδιαφέρον/περιβάλλον/σπίτι. ~ές: σχέσεις. ~ά: πρόσωπα.|| (ΒΙΟΛ.) ~ή: φυλή. ~ά: είδη/φύλα. 2. που έχει κοινή προέλευση ή κοινά γνωρίσματα με κάποιον ή κάτι άλλο: ~ός: κλάδος/πολιτισμός/χώρος. ~ό: κόμμα. ~ές: έννοιες/λέξεις. Πβ. συγγενής.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: δικτυακός τόπος. ● επίρρ.: συγγενικά ● ΣΥΜΠΛ.: συγγενικά δικαιώματα {σπανιότ. στον εν.}: ΝΟΜ. τα οποία αναγνωρίζονται υπέρ των ερμηνευτών ή εκτελεστών των καλλιτεχνικών έργων. Βλ. πνευματικά δικαιώματα. [< γερμ. verwandte Schutzrechte] , συγγενής/συγγενική εταιρεία βλ. συγγενής [< 1: αρχ. συγγενικός 2: γαλλ. apparenté, γερμ. verwandt]
48025συγγενολόισυγ-γε-νο-λό-ι ουσ. (ουδ.) (προφ.-περιληπτ.): το σύνολο των συγγενών κάποιου: Μαζευτήκαμε όλο το ~. Πβ. σόι. Βλ. -λόι.
48026συγγνώμησυγ-γνώ-μη ουσ. (θηλ.) (πρόφ. siŋγnómi) & συγνώμη (πρόφ. siγnómi) 1. (κυρ. ως επιφών.) με συγχωρείς/συγχωρείτε· ειδικότ., στην αρχή του λόγου, για ευγενική έκφραση αιτήματος, ερώτησης, παράκλησης ή (συνήθ. + αλλά) για δήλωση αντίρρησης, άρνησης, αγανάκτησης ή ειρωνείας: ~, δεν θα επαναληφθεί/δεν το εννοούσα/δεν το ήθελα/έκανα λάθος. (επιτατ.) Χίλια ~! ~ για την καθυστέρηση/την ταλαιπωρία/το ύφος μου/χθες. ~ αν/που γίνομαι αγενής/διακόπτω/ενοχλώ/σας κούρασα. (για γλωσσική παραδρομή) Μου φέρνεις το μαχαίρι; ~, το πιρούνι ήθελα να πω.|| ~, έρχεστε λιγάκι/μπορείτε να επαναλάβετε/να βγω έξω/να πω κάτι/ξέρετε τι ώρα είναι;|| ~, αλλά δεν μπορείτε να μπείτε χωρίς εισιτήριο. ~, δεν θα πάρω. ~, αλλά δεν καταλαβαίνω πού είναι το πρόβλημα. ~, αλλά έφταιγες κι εσύ. ~, δηλαδή, τσακωθήκατε για κάτι τόσο ασήμαντο; Πβ. με το συμπάθιο, παρντόν, σόρι. 2. έκφραση μεταμέλειας για συγχώρηση σφάλματος: ειλικρινής/έμπρακτη/οφειλόμενη ~. Σου ζητώ (ταπεινά) ~. Μου χρωστάς μια ~. Οφείλω μια μεγάλη ~ σε όλους σας. Δεν είπε ούτε μια ~. Η δημόσια ~ του … Ζήτησε δημόσια ~. Αρνήθηκε να δεχθεί τη ~ της (: να τη συγχωρήσει). 3. ΝΟΜ. (στο Αστικό Δίκαιο) άτυπη δήλωση βούλησης με την οποία συγχωρείται ορισμένη συμπεριφορά που έχει νομικές συνέπειες. [< αρχ. συγγνώμη, γαλλ. pardon]
48027συγγνωστός, ή, ό συγ-γνω-στός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που μπορεί ή πρέπει να συγχωρηθεί: ~ή: αδυναμία. ~ά: λάθη (= δικαιολογημένα). (ΝΟΜ.) ~ή πλάνη. ΑΝΤ. ασύγγνωστος [< αρχ. συγγνωστός]
48028σύγγραμμασύγ-γραμ-μα ουσ. (ουδ.) {συγγράμμ-ατος | -ατα, -άτων}: βιβλίο κυρ. επιστημονικού περιεχομένου και ειδικότ. το πανεπιστημιακό εγχειρίδιο: ιατρικό/νομικό ~ . Πβ. πραγματεία.|| Βασικό/προτεινόμενο/υποχρεωτικό ~ (: σε κάποιο μάθημα). Διδακτικά ~ατα και βοηθήματα. Δωρεάν διανομή ~άτων. Ο θεσμός/η κατάργηση του ενός ~ατος. [< αρχ. σύγγραμμα]
48029συγγραφέας

συγ-γρα-φέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συγγραφ-έα (λόγ.) -έως | -είς, -έων} (πρόφ. sinγraféas κ. singraféas): άτομο που γράφει βιβλία, άρθρα, δοκίμια και ειδικότ. ο πεζογράφος σε αντιδιαστολή με τον ποιητή: ανώνυμος/βραβευμένος/δόκιμος/θεατρικός/κορυφαίος ~. Κλασικοί/νέοι/ξένοι/σύγχρονοι ~είς. ~ αστυνομικών μυθιστορημάτων. Γραπτή άδεια του ~α (: για αναδημοσίευση κειμένου)/η υπογραφή του ~α (: στα γνήσια αντίτυπα). Έργο άγνωστου ~α. Οι ~είς των άρθρων/της εγκυκλοπαίδειας/της ηλεκτρονικής σελίδας/των λημμάτων/των σχολικών βιβλίων. Σειρά Αρχαίων Ελλήνων ~έων. Το έργο φέρει την προσωπική σφραγίδα του ~α (: έχει αναγνωρίσιμο ύφος, θεματολογία). Ο ~ εμπνέεται από τις προσωπικές του εμπειρίες. Βλ. αναγνώστης, λογοτέχνης.|| Η ελληνική επανάσταση ενέπνευσε ποιητές και ~είς. Βλ. αρθρο-, διηγηματο-, δοκιμιο-, μυθιστοριο-γράφος. [< αρχ. συγγραφεύς]

48030συγγραφήσυγ-γρα-φή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του συγγράφω: ~ άρθρου/βιβλίου/εργασίας. Διαγωνισμός ~ής θεατρικού έργου/μυθιστορήματος/σεναρίου. Η τέχνη της ~ής (βλ. δημιουργική γραφή). Ασχολείται με τη ~ επιστημονικών μελετών.|| Από τις ~ές του σώζονται δώδεκα λόγοι. ● ΣΥΜΠΛ.: συγγραφή υποχρεώσεων: ΝΟΜ. ειδικοί όροι υπό τους οποίους γίνεται η ανάθεση έργου., συνεργατική συγγραφή κειμένων βλ. συνεργατικός [< αρχ. συγγραφή]
48031συγγραφικός, ή, ό συγ-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον συγγραφέα ή τη συγγραφή: ~ός: οίστρος. ~ή: δεξιότητα/δραστηριότητα/εργασία/ικανότητα/ομάδα (πβ. συντακτικός)/παρουσία/τέχνη/τεχνική. ~ό: δαιμόνιο/έργο/ταλέντο. ● ΣΥΜΠΛ.: συγγραφικά δικαιώματα: το δικαίωμα εκμετάλλευσης προϊόντος του γραπτού λόγου από τον συγγραφέα του. Βλ. κοπιράιτ, πνευματικά δικαιώματα. [< γαλλ. droits d'auteur] [< μτγν. συγγραφικός 'που σχετίζεται με την πεζογραφία']
48032συγγράφωσυγ-γρά-φω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συνέγρα-ψα, συγγρά-ψει, συγγράφ-ηκε (λόγ.) συνεγράφ-η, συγγραφ-εί, συγγράφ-οντας}: γράφω συνήθ. λογοτεχνικό ή επιστημονικό έργο: ~ άρθρα/βιβλία/διατριβές/εγχειρίδια/εργασίες/κείμενα/μελέτες. ~ει την αυτοβιογραφία του. Τα κεφάλαια/οι σημειώσεις έχουν ~εί από διαφορετικούς συγγραφείς. [< αρχ. συγγράφω]
48033συγκαίομαισυ-γκαί-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {συγκά-ηκα, -μένος}: παθαίνω σύγκαμα: Το μωρό ~ηκε από την πάνα. (προφ.) Πάει/περπατάει σαν ~μένος (: με ανοιχτά τα πόδια). [< αρχ. συγκαίω ‘παθαίνω φλόγωση, φλεγμονή’]
48034σύγκαιρασύ-γκαι-ρα επίρρ. (λαϊκό-λογοτ.): συγχρόνως.
48035συγκαιρινός, ή, ό συ-γκαι-ρι-νός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): σύγχρονος: ~ή: ζωή/λογοτεχνία/πραγματικότητα. ~οί: μύθοι. ΑΝΤ. αλλοτινός
48036σύγκαλασύ-γκα-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {χωρ. άλλους τ.} & συγκαλά: διανοητική και ψυχική ισορροπία: Δεν είσαι στα ~ά σου (= δεν είσαι με τα καλά/σωστά σου). Κυρ. στη ● ΦΡ.: έρχομαι στα σύγκαλά/στα λογικά μου (προφ.): ανακτώ την πνευματική μου διαύγεια, αρχίζω να σκέφτομαι συνετά: Έλα ~ ~ σου (= λογικέψου, σύνελθε)!
48037συγκαλλιέργειασυ-γκαλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. ταυτόχρονη καλλιέργεια δύο ή περισσότερων διαφορετικών ειδών φυτών στην ίδια έκταση: μέθοδος/σύστημα ~ας. Βρόμη σε ~ με κριθάρι. Βλ. -καλλιέργεια.
48038συγκαλυμμένος, η, ο συ-γκα-λυμ-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) συγκεκαλυμμένος: που γίνεται με κρυφό, πλάγιο τρόπο: ~ος: εκβιασμός/ρατσισμός/φασισμός. ~η: απάτη/διάκριση/ειρωνεία. ~ες: ενέργειες. ● επίρρ.: συγκαλυμμένα ● ΣΥΜΠΛ.: γκρίζα διαφήμιση βλ. διαφήμιση [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συγκαλύπτω]
48039συγκαλύπτωσυ-γκα-λύ-πτω ρ. (μτβ.) {συγκάλυ-ψα, -φθηκε, -μμένος (λόγ.) συγκεκαλυμμένος, συγκαλύπτ-οντας}: εμποδίζω τη γνωστοποίηση δυσάρεστων, ενοχοποιητικών στοιχείων ή αξιόμεμπτης πράξης: ~ την αλήθεια/μια αποτυχία/ένα έγκλημα/τους ενόχους/ένα λάθος/τις παρανομίες/ένα σκάνδαλο/την υπόθεση. Πβ. αποκρύπτω, αποσιωπώ, θάβω, κουκουλώνω. ΑΝΤ. αποκαλύπτω (1) [< αρχ. συγκαλύπτω]
48040συγκάλυψησυ-γκά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συγκαλύπτω: απροκάλυπτη/προκλητική ~. ~ της αλήθειας/του γεγονότος/του εγκλήματος/της παρανομίας/της πραγματικότητας/του σκανδάλου/της υπόθεσης. Αδίκημα/απόπειρα/προσπάθεια ~ης. Πβ. απόκρυψη, αποσιώπηση, θάψιμο, κουκούλωμα. ΑΝΤ. αποκάλυψη (1) ● ΣΥΜΠΛ.: παράγοντες συγκάλυψης βλ. παράγοντας [< μεσν. συγκάλυψις]
48041συγκαλώ[συγκαλῶ] συ-γκα-λώ ρ. (μτβ.) {συγκαλ-είς ..., -ώντας | συγκάλε-σα, συγκλή-θηκε (λόγ. συνεκλή-θη, μτχ. συγκλη-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, συγκεκλη-μένος}: (στο πλαίσιο κάποιου θεσμού) καλώ ομάδα προσώπων σε συνεδρίαση με σκοπό τη λήψη αποφάσεων: ~εί διάσκεψη/την επιτροπή/συνέλευση/σύνοδο κορυφής για ... ~σε τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου σε σύσκεψη. Η Βουλή/η ολομέλεια θα ~θεί και θα αποφασίσει. [< αρχ. συγκαλῶ]
48042σύγκαμασύ-γκα-μα ουσ. (ουδ.) {συγκάμ-ατος | -ατα} (προφ.): δερματικός ερεθισμός, ερύθημα που προκαλείται από υπερίδρωση και παρατεταμένη τριβή: αλοιφή για τα ~ατα των μωρών (: κυρ. ανάμεσα στα σκέλη). Πβ. έκζεμα, παράτριμμα. [< συγκαίω]
48043συγκατάβασησυ-γκα-τά-βα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συμπεριφορά ή διάθεση που φανερώνει επιείκεια, ανεκτικότητα, καταδεκτικότητα ή μακροθυμία: έδειξε πνεύμα ~ης (= συγκαταβατικότητας). Αντιμετώπισε την κατάσταση με ~. Κούνησε το κεφάλι/χαμογέλασε με ~. (σε εκκλησιαστικά κείμενα:) Θεϊκή ~. Πβ. προσήνεια. [< μτγν. συγκατάβασις]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.