Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [4840-4860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3907ανθηρός, ή, ό [ἀνθηρός] αν-θη-ρός επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που βρίσκεται σε περίοδο ακμής, κυρ. οικονομικής: ~ή: επιχείρηση/(τοπική) οικονομία. ~ό: εμπόριο. Πβ. ακμαίος, εύρωστος.|| Τα πράγματα δεν είναι τόσο ~ά (= αισιόδοξα, ευχάριστα). 2. (κυριολ.) ανθισμένος. Πβ. θαλερός. Βλ. -ηρός. ● επίρρ.: ανθηρά ● ΦΡ.: όλα καλά/όλα ωραία, όλα ανθηρά (μτφ.-συχνά ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάτι βρίσκεται σε καλό δρόμο. [< 1: γαλλ. florissant 2: αρχ. ἀνθηρός]
3908ανθηρότητα[ἀνθηρότητα] αν-θη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) ακμή, ευρωστία: οικονομική ~. Πβ. ακμαιότητα, σφρίγος. ΑΝΤ. μαρασμός (1) 2. (για φυτά) η ιδιότητα του ανθηρού. Βλ. βλάστηση, καρποφορία, -ότητα. [< μτγν. ἀνθηρότης ‘λαμπρότητα, άνθιση’]
3909άνθησηβλ. άνθιση
3910άνθι & ανθί[ἄνθι & ἀνθί] άν-θι ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): άνθος, λουλούδι. [< μεσν. άνθι]
3911ανθίβολα[ἀνθίβολα] αν-θί-βο-λα ουσ. (ουδ.) & ανθιβόλια (τα): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (κυρ. στη βυζαντινή ζωγραφική) σχέδια σε χαρτί για αντιγραφή και μεταφορά παραστάσεων από τοιχογραφίες ή εικόνες σε νέα έργα. Βλ. καρμπόν, ξεπατικωτούρα, πατρόν. [< μεσν. ανθιβόλιον]
3912ανθιδρωτικός, ή, ό βλ. αντιιδρωτικός
3913ανθίζει & ανθεί[ἀνθίζει & ἀνθεῖ] αν-θί-ζει & αν-θεί ρ. (αμτβ.) {άνθι-σε (σπανιότ.) άνθη-σε, ανθι-σμένος}: (συνήθ. στον τ. ανθίζει) βγάζει άνθη: ~σαν τα δέντρα. ~σμένος: κήπος. ~σμένο: τοπίο (: γεμάτο άνθη). ~σμένες: κερασιές/λεμονιές. Πβ. ανθο-βολεί, -φορεί, λουλουδίζει.|| (μτφ.-λογοτ.) ~σε το χαμόγελο στα χείλη της (: χαμογέλασε).ανθίζω & ανθώ (μτφ., συνήθ. στον τ. ανθώ): ακμάζω, αναπτύσσομαι: ~εί μια επιχείρηση. ~σαν τα γράμματα/ο πολιτισμός/οι τέχνες.|| (σπανιότ. με αρνητ. συνυποδ.) Περιοχή όπου ~εί η εγκληματικότητα. Πβ. ευδοκιμώ, ευημερώ, θάλλει. Βλ. ξανανθίζω. ΑΝΤ. παρακμάζω ● ΦΡ.: την ψυλλιάστηκα (τη δουλειά) βλ. ψυλλιάζομαι [< αρχ. ἀνθίζω, ἀνθῶ]
3914άνθινος, η, ο [ἄνθινος] άν-θι-νος επίθ. (λόγ.): που αποτελείται ή είναι κατασκευασμένος από άνθη: ~ο: στεφάνι. Πβ. λουλουδ-άτος, -ένιος. Βλ. φυτικός. [< αρχ. ἄνθινος]
3915άνθιση[ἄνθιση] άν-θι-ση ουσ. (θηλ.) & άνθηση & άνθισμα (το) 1. (μτφ.) ανάπτυξη, ακμή: οικονομική/πνευματική/πολιτιστική ~. ~ της επιστήμης/του θεάτρου/της τέχνης/του τουρισμού. ~ νέων επιχειρήσεων. Το ηλεκτρονικό εμπόριο βρίσκεται σε πλήρη ~. Η ναυτιλία γνωρίζει/παρουσιάζει σημαντική ~ τα τελευταία χρόνια. Πβ. πρόοδος. Βλ. ευρωστία. ΑΝΤ. μαρασμός (1), παρακμή 2. (κυριολ., συνήθ. στους τ. άνθιση, άνθισμα) ανθοφορία: πρόωρη/πρώιμη ~. Πβ. λουλούδιασμα. [< μτγν. ἄνθισις ‘ανθοφορία’, μτγν. ἄνθισμα ‘ρούχο με ζωηρά χρώματα’]
3916ανθίσταμαι[ἀνθίσταμαι] αν-θί-στα-μαι ρ. (αμτβ.) {ανθίστα-μαι, -σαι, -ται, -μεθα, -σθε, -νται, κυρ. στον ενεστ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): αντιστέκομαι: ~ πεισματικά/σθεναρά σε κάτι. Κοινωνία που ~ται στις μεταρρυθμίσεις. Μικρόβια που ~νται στα αντιβιοτικά. Πβ. αμύνομαι, αντιδρώ, αντιτίθεμαι, εναντιώνομαι. ΑΝΤ. ενδίδω [< αρχ. ἀνθίσταμαι]
3917ανθο- & ανθό-{κ. ανθ- όταν το β' συνθ. αρχίζει από φωνήεν} α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στο άνθος: ανθο-δέσμη/~δοχείο/~κομία/~πωλείο/~φορία. Ανθό-μελο/~νερο.|| (ΒΟΤ.) Ανθο-ταξία. Ανθό-φυτα. 2. (μτφ.) στο πιο εκλεκτό μέρος πράγματος ή συνόλου: ανθό-γαλα.|| Ανθο-λογία.
3918ανθοβολεί[ἀνθοβολεῖ] αν-θο-βο-λεί ρ. (αμτβ.) {ανθοβόλη-σε} (συνήθ. λογοτ.): βγάζει άνθη ή είναι γεμάτος από αυτά: Οι κήποι ~ούν. Πβ. ανθίζει. [< μτγν. ἀνθοβολῶ]
3919ανθόγαλα[ἀνθόγαλα] αν-θό-γα-λα ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} & (λαϊκό) ανθόγαλο: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πλούσιο σε λιπαρά προϊόν που σχηματίζεται στην επιφάνεια του φρέσκου γάλακτος: αγνό ~. Γιαούρτι με ~. Πβ. τσίπα. ΣΥΝ. αφρόγαλα (2), καϊμάκι (2), κρέμα (γάλακτος) [< μεσν. ανθόγαλο]
3920ανθογραφία[ἀνθογραφία] αν-θο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): απεικόνιση ανθέων, ζωγραφική ή πίνακας που παριστάνει κυρ. ή μόνο άνθη. Βλ. -γραφία.
3921ανθοδέσμη[ἀνθοδέσμη] αν-θο-δέ-σμη ουσ. (θηλ.): σύνολο από κομμένα λουλούδια που έχουν τοποθετηθεί ή δεθεί μαζί: γαμήλια ~. ~ από/με ορχιδέες/τριαντάφυλλα. Προσφέρω/στέλνω μια ~. (για νύφη:) Πετάω την ~. Τον υποδέχτηκαν με ~ες. Βλ. μάτσο. ΣΥΝ. μπουκέτο (1) [< γερμ. Blumenstrauß]
3922ανθοδέτης[ἀνθοδέτης ] αν-θο-δέ-της ουσ. (αρσ.) {(σπάν. θηλ.) ανθοδέτρια} (επίσ.): ειδικός στην ανθοδετική, αυτός που δημιουργεί συνθέσεις ανθέων για στολισμό ή δώρο. Βλ. ανθο-κόμος, -πώλης.
3923ανθοδετική[ἀνθοδετική] αν-θο-δε-τι-κή ουσ. (θηλ.): η τέχνη της δημιουργίας ανθοσυνθέσεων για διακοσμητικούς κυρ. λόγους: ιαπωνική ~ (βλ. ικεμπάνα).
3924ανθοδετικός, ή, ό [ἀνθοδετικός] αν-θο-δε-τι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με τον ανθοδέτη και την ανθοδετική: ~ός: οίκος. ~ή: τέχνη.
3925ανθοδιακόσμηση[ἀνθοδιακόσμηση] αν-θο-δι-α-κό-σμη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ανθοστολισμός: ~ γάμου. ~ήσεις δεξιώσεων/εκκλησιών.
3926ανθοδοχείο[ἀνθοδοχεῖο] αν-θο-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): διακοσμητικό σκεύος στο οποίο τοποθετούνται λουλούδια. Πβ. βάζο. [< γερμ. Blumenvase, γαλλ. vase à fleurs]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.