| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48044 | συγκαταβατικός | , ή, ό συ-γκα-τα-βα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από συγκατάβαση: ~ός: άνθρωπος. ~ή: λύση/στάση. ~ό: βλέμμα/ύφος/χαμόγελο. Πβ. καταδεκτικός, προσηνής. ● επίρρ.: συγκαταβατικά [< μτγν. συγκαταβατικός] | |
| 48045 | συγκαταβατικότητα | συ-γκα-τα-βα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συγκαταβατικού· συγκατάβαση. Βλ. -ότητα. | |
| 48046 | συγκατάθεση | συ-γκα-τά-θε-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του συγκατατίθεμαι: γραπτή/προφορική/σιωπηρή ~. ~ του ασθενή στην ιατρική πράξη. Με/χωρίς τη ~ του εργοδότη/πελάτη. Απαιτείται η γονική ~. Ο πατέρας έδωσε τη ~ή του για τον γάμο. Έχω τη ~ή σας, για να προχωρήσω; ΣΥΝ. συγκατάνευση, συναίνεση [< μτγν. συγκατάθεσις] | |
| 48047 | συγκαταλέγω | συ-γκα-τα-λέ-γω ρ. (μτβ.) {συγκατέλε-ξε, συγκαταλέ-ξει, -χθηκε (λόγ. συγκατελέ-γη κ. -χθη), -χθεί, συγκαταλέγ-οντας} (λόγ.): συμπεριλαμβάνω: Η κυβέρνηση ~ει στα επιτεύγματά της τη μείωση της ανεργίας (πβ. συνυπολογίζω). ~εται στη λίστα των πλουσιότερων ανθρώπων της Γης. Η εταιρεία ~εται (ανάμεσα/μέσα) στις κορυφαίες/μεταξύ των κορυφαίων στον τομέα της παραγωγής. Αυτό ~εται (= προσμετράται) στα θετικά. [< μτγν. συγκαταλέγω] | |
| 48048 | συγκατάνευση | συ-γκα-τά-νευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συγκατάθεση: ~ του γονέα/του κηδεμόνα/της κυβέρνησης. ΣΥΝ. συναίνεση [< μεσν. συγκατάνευσις] | |
| 48049 | συγκατανεύω | συ-γκα-τα-νεύ-ω ρ. (αμτβ.) {συγκατένευ-σα} (λόγ.): συγκατατίθεμαι: ~σε κουνώντας το κεφάλι/με ένα χαμόγελο. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις, τελικά ~σε. Η επιτροπή ~σε να εισηγηθεί ... Πβ. συμφωνώ. ΣΥΝ. συναινώ ΑΝΤ. αντιτάσσομαι [< μτγν. συγκατανεύω] | |
| 48050 | συγκατατίθεμαι | συ-γκα-τα-τί-θε-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συγκατατέ-θηκα (λόγ. γ' πρόσ. συγκατετέθη), συγκατατε-θεί} (+ σε): συμφωνώ να γίνει κάτι, το αποδέχομαι: ~ προφορικά/ρητά. ~ στο διαζύγιο/στην εισήγηση/στην υποψηφιότητα κάποιου. ~ για τη συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. (ΝΟΜ.) Ο εκζητούμενος ~εται να προσαχθεί στο ... Τους ζήτησα να με υποστηρίξουν και ~θηκαν. ΣΥΝ. συγκατανεύω, συναινώ ΑΝΤ. αντιτάσσομαι, αντιτίθεμαι [< αρχ. συγκατατίθεμαι] | |
| 48051 | συγκατηγορούμενος | συ-γκα-τη-γο-ρού-με-νος ουσ. (αρσ.) , συγκατηγορούμενη & συγκατηγορουμένη (η): ΝΟΜ. πρόσωπο που κατηγορείται μαζί με άλλο για το ίδιο ή σχετικό με αυτό αδίκημα: Ο δράστης και ο ~ός του για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία από πρόθεση ... | |
| 48052 | συγκατοίκηση | συ-γκα-τοί-κη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η κατοίκηση δύο ή περισσοτέρων προσώπων στο ίδιο σπίτι: αναγκαστική/ομαλή/προβληματική ~. ~ φοιτητών. ~ με τους γονείς/με φίλο. Αγγελία για ~. Πβ. συνοίκηση. Βλ. συμβίωση.|| (μτφ.) ~ στην εξουσία/(ΑΘΛ.) στην κορυφή της βαθμολογίας (= συμπαρουσία, συνύπαρξη). [< μεσν. συγκατοίκησις, γαλλ. cohabitation, 1981 (στη μτφ. σημ.)] | |
| 48053 | συγκάτοικος | συ-γκά-τοι-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -οίκου}: πρόσωπο που μοιράζεται την ίδια στέγη, κατοικία με άλλον ή άλλους: Ζητείται ~. Απέκτησα/ψάχνω (για) ~ο. Πβ. σύνοικος.|| (μτφ.) ~οι στην κορυφή (: συνήθ. για πρόσωπα ή ομάδες που μοιράζονται την πρώτη θέση σε βαθμολογική κατάταξη). [< μτγν. συγκάτοικος] | |
| 48054 | συγκατοικώ | [συγκατοικῶ] συ-γκα-τοι-κώ ρ. (αμτβ.) {συγκατοικ-είς ..., -ώντας | συγκατοίκη-σα}: κατοικώ κάπου μαζί με άλλον ή άλλους: ~εί με τους γονείς/συμφοιτητή/φίλους. ~ούσαμε για πέντε χρόνια. Πβ. συνοικώ. Βλ. συζώ, συμβιώνω.|| (μτφ.) Οι δύο ομάδες ~ούν στην τρίτη θέση. Πβ. συνυπάρχω. [< αρχ. συγκατοικῶ] | |
| 48055 | συγκάτοχος | συ-γκά-το-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όχου}: ΝΟΜ. πρόσωπο που είναι κάτοχος ενός πράγματος από κοινού με άλλον ή άλλους: Είμαι ~ ενός οικοπέδου με τον αδερφό μου. Πβ. συγκύριος, συνιδιοκτήτης. [< γαλλ. copossesseur] | |
| 48056 | συγκειμενικός | , ή, ό συ-γκει-με-νι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με το συγκείμενο: ~ό: περιβάλλον/πλαίσιο. [< αγγλ. contextual, γαλλ. contextuel, 1963] | |
| 48057 | συγκείμενο | συ-γκεί-με-νο ουσ. (ουδ.) 1. ΓΛΩΣΣ. το γλωσσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο καθορίζεται η σημασία μιας έκφρασης, τα συμφραζόμενα: Μια λέξη ερμηνεύεται στο ~ό της. Πβ. περικείμενο. 2. (γενικότ.) το σύνολο των συνθηκών και παραμέτρων μέσα στις οποίες εντάσσεται και νοηματοδοτείται ένα γεγονός, μια κατάσταση: ιστορικό/κοινωνικό/πολιτικό/πολιτιστικό ~. Τοποθετώ ένα γεγονός στο ~ό του. Βλ. πραγματολογία. [< αρχ. συγκείμενος, γαλλ. contexte, αγγλ. context, co-text, 1964] | |
| 48058 | σύγκειται | σύ-γκει-ται ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ. | μτχ. συγκεί-μενος} (επιστ.): αποτελείται, συγκροτείται, απαρτίζεται από πολλά μέρη: Ο άνθρωπος ~ εκ της ψυχής και του σώματος. Κανονισμός ~μενος από δεκατρία άρθρα. Πβ. συνίσταται. [< αρχ. σύγκειμαι] | |
| 48059 | συγκεκαλυμμένος | , η, ο βλ. συγκαλύπτω | |
| 48060 | συγκεκομμένος | , η, ο βλ. συγκόπτεται | |
| 48061 | συγκεκριμενοποίηση | συ-γκε-κρι-με-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται συγκεκριμένο, σαφές, κατανοητό και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ του θέματος/των μέτρων/της πρότασης/του σχεδίου. ~ των εκπαιδευτικών στόχων από τον καθηγητή. ~ του αντικειμένου της έρευνας. Βλ. αποσαφήνιση, -ποίηση. [< γαλλ. concrétisation, 1936] | |
| 48062 | συγκεκριμενοποιώ | [συγκεκριμενοποιῶ] συ-γκε-κρι-με-νο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {συγκεκριμενοποι-είς ..., -ώντας | συγκεκριμενοποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: καθιστώ συγκεκριμένο κάτι αφηρημένο, απροσδιόριστο, ασαφές, το ορίζω λεπτομερώς και με σαφήνεια: ~ τις απόψεις/τις προθέσεις/τους στόχους μου. Ο ρόλος των συμμετεχόντων ~είται και αποσαφηνίζεται. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. concrétiser] | |
| 48063 | συγκεκριμένος | , η, ο συ-γκε-κρι-μέ-νος επίθ. 1. ορισμένος, σαφής ή αυτός ειδικά που έχει μόλις αναφερθεί: ~ος: σκοπός/τομέας/τύπος (ανθρώπου)/χώρος. ~η: απάντηση/διαδικασία/δράση/έννοια/θέση/κατεύθυνση/κατηγορία/μέθοδος/προθεσμία/τοποθεσία (πβ. ακριβής). ~ο: άτομο/γνωστικό αντικείμενο/γεγονός/είδος/έργο/θέμα/μήνυμα/όνομα/περιεχόμενο. ~οι: όροι (= ειδικοί). ~ες: εφαρμογές/οδηγίες/προτάσεις. ~α: σημεία (πώλησης)/στοιχεία/χρονικά διαστήματα. Δεν υπάρχει ~ χρόνος αναμονής. Η τιμή ισχύει για ~ο αριθμό εισιτηρίων. Κλείστε ραντεβού για ~η μέρα και ώρα. Σε ~η (= δεδομένη) στιγμή. Με ~η ιδιότητα. Ντύνεται με ~ο τρόπο. Η ιδέα του δεν έχει πάρει ακόμη ~η μορφή. Ήταν πολύ ~ στις απαντήσεις του. Μπορείς να γίνεις λίγο πιο ~; Χωρίς να κάνει κάτι ~ο.|| Στη ~η περίπτωση ο νόμος δεν μας καλύπτει. Το ~ο άρθρο, στο οποίο αναφέρεστε, δεν έχει δημοσιευτεί. Μου αρέσει η ~η τραγουδίστρια. Έπαιξε πολύ καλά τον ~ο ρόλο (βλ. σχετικός). ΑΝΤ. αόριστος (1), ασαφής (1), γενικός (3) 2. που συλλαμβάνεται μέσω των αισθήσεων, αισθητός, απτός: ~η: ζωγραφική/οντότητα. (ΨΥΧΟΛ.) ~ες λειτουργίες της σκέψης (: που αντικείμενό τους αποτελούν οι αισθητές και όχι οι αφηρημένες οντότητες). Βλ. θεωρητικός, υποθετικός. ΑΝΤ. αφηρημένος (2) ● Ουσ.: συγκεκριμένο (το): ΦΙΛΟΣ. αισθητή οντότητα (πρόσωπο, αντικείμενο, γεγονός), κατ' αντιδιαστολή προς τις αφηρημένες (αριθμοί, σχέσεις): το ~ στην τέχνη. ● επίρρ.: συγκεκριμένα & (λόγ.) -ως: στη σημ. 1. ΑΝΤ. γενικά (1) ● ΣΥΜΠΛ.: συγκεκριμένη μουσική: ΜΟΥΣ. είδος ηλεκτρονικής μουσικής στην οποία φυσικοί ή τεχνητοί ήχοι πρώτα ηχογραφούνται και ύστερα δομούνται σύμφωνα με ορισμένη τονικότητα. [< γαλλ. musique concrète, 1952, αγγλ. concrete music, 1953] , συγκεκριμένο ουσιαστικό: ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει πρόσωπο, ζώο ή πράγμα. Πβ. κύριο όνομα, προσηγορικό. ΑΝΤ. αφηρημένο ουσιαστικό, συγκεκριμένη ποίηση βλ. ποίηση [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συγκρίνω, γαλλ. concret] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ