Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48580-48600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48054συγκατοικώ[συγκατοικῶ] συ-γκα-τοι-κώ ρ. (αμτβ.) {συγκατοικ-είς ..., -ώντας | συγκατοίκη-σα}: κατοικώ κάπου μαζί με άλλον ή άλλους: ~εί με τους γονείς/συμφοιτητή/φίλους. ~ούσαμε για πέντε χρόνια. Πβ. συνοικώ. Βλ. συζώ, συμβιώνω.|| (μτφ.) Οι δύο ομάδες ~ούν στην τρίτη θέση. Πβ. συνυπάρχω. [< αρχ. συγκατοικῶ]
48055συγκάτοχοςσυ-γκά-το-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όχου}: ΝΟΜ. πρόσωπο που είναι κάτοχος ενός πράγματος από κοινού με άλλον ή άλλους: Είμαι ~ ενός οικοπέδου με τον αδερφό μου. Πβ. συγκύριος, συνιδιοκτήτης. [< γαλλ. copossesseur]
48056συγκειμενικός, ή, ό συ-γκει-με-νι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με το συγκείμενο: ~ό: περιβάλλον/πλαίσιο. [< αγγλ. contextual, γαλλ. contextuel, 1963]
48057συγκείμενοσυ-γκεί-με-νο ουσ. (ουδ.) 1. ΓΛΩΣΣ. το γλωσσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο καθορίζεται η σημασία μιας έκφρασης, τα συμφραζόμενα: Μια λέξη ερμηνεύεται στο ~ό της. Πβ. περικείμενο. 2. (γενικότ.) το σύνολο των συνθηκών και παραμέτρων μέσα στις οποίες εντάσσεται και νοηματοδοτείται ένα γεγονός, μια κατάσταση: ιστορικό/κοινωνικό/πολιτικό/πολιτιστικό ~. Τοποθετώ ένα γεγονός στο ~ό του. Βλ. πραγματολογία. [< αρχ. συγκείμενος, γαλλ. contexte, αγγλ. context, co-text, 1964]
48058σύγκειταισύ-γκει-ται ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ. | μτχ. συγκεί-μενος} (επιστ.): αποτελείται, συγκροτείται, απαρτίζεται από πολλά μέρη: Ο άνθρωπος ~ εκ της ψυχής και του σώματος. Κανονισμός ~μενος από δεκατρία άρθρα. Πβ. συνίσταται. [< αρχ. σύγκειμαι]
48059συγκεκαλυμμένος, η, ο βλ. συγκαλύπτω
48060συγκεκομμένος, η, ο βλ. συγκόπτεται
48061συγκεκριμενοποίησησυ-γκε-κρι-με-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται συγκεκριμένο, σαφές, κατανοητό και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ του θέματος/των μέτρων/της πρότασης/του σχεδίου. ~ των εκπαιδευτικών στόχων από τον καθηγητή. ~ του αντικειμένου της έρευνας. Βλ. αποσαφήνιση, -ποίηση. [< γαλλ. concrétisation, 1936]
48062συγκεκριμενοποιώ[συγκεκριμενοποιῶ] συ-γκε-κρι-με-νο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {συγκεκριμενοποι-είς ..., -ώντας | συγκεκριμενοποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: καθιστώ συγκεκριμένο κάτι αφηρημένο, απροσδιόριστο, ασαφές, το ορίζω λεπτομερώς και με σαφήνεια: ~ τις απόψεις/τις προθέσεις/τους στόχους μου. Ο ρόλος των συμμετεχόντων ~είται και αποσαφηνίζεται. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. concrétiser]
48063συγκεκριμένος, η, ο συ-γκε-κρι-μέ-νος επίθ. 1. ορισμένος, σαφής ή αυτός ειδικά που έχει μόλις αναφερθεί: ~ος: σκοπός/τομέας/τύπος (ανθρώπου)/χώρος. ~η: απάντηση/διαδικασία/δράση/έννοια/θέση/κατεύθυνση/κατηγορία/μέθοδος/προθεσμία/τοποθεσία (πβ. ακριβής). ~ο: άτομο/γνωστικό αντικείμενο/γεγονός/είδος/έργο/θέμα/μήνυμα/όνομα/περιεχόμενο. ~οι: όροι (= ειδικοί). ~ες: εφαρμογές/οδηγίες/προτάσεις. ~α: σημεία (πώλησης)/στοιχεία/χρονικά διαστήματα. Δεν υπάρχει ~ χρόνος αναμονής. Η τιμή ισχύει για ~ο αριθμό εισιτηρίων. Κλείστε ραντεβού για ~η μέρα και ώρα. Σε ~η (= δεδομένη) στιγμή. Με ~η ιδιότητα. Ντύνεται με ~ο τρόπο. Η ιδέα του δεν έχει πάρει ακόμη ~η μορφή. Ήταν πολύ ~ στις απαντήσεις του. Μπορείς να γίνεις λίγο πιο ~; Χωρίς να κάνει κάτι ~ο.|| Στη ~η περίπτωση ο νόμος δεν μας καλύπτει. Το ~ο άρθρο, στο οποίο αναφέρεστε, δεν έχει δημοσιευτεί. Μου αρέσει η ~η τραγουδίστρια. Έπαιξε πολύ καλά τον ~ο ρόλο (βλ. σχετικός). ΑΝΤ. αόριστος (1), ασαφής (1), γενικός (3) 2. που συλλαμβάνεται μέσω των αισθήσεων, αισθητός, απτός: ~η: ζωγραφική/οντότητα. (ΨΥΧΟΛ.) ~ες λειτουργίες της σκέψης (: που αντικείμενό τους αποτελούν οι αισθητές και όχι οι αφηρημένες οντότητες). Βλ. θεωρητικός, υποθετικός. ΑΝΤ. αφηρημένος (2) ● Ουσ.: συγκεκριμένο (το): ΦΙΛΟΣ. αισθητή οντότητα (πρόσωπο, αντικείμενο, γεγονός), κατ' αντιδιαστολή προς τις αφηρημένες (αριθμοί, σχέσεις): το ~ στην τέχνη. ● επίρρ.: συγκεκριμένα & (λόγ.) -ως: στη σημ. 1. ΑΝΤ. γενικά (1) ● ΣΥΜΠΛ.: συγκεκριμένη μουσική: ΜΟΥΣ. είδος ηλεκτρονικής μουσικής στην οποία φυσικοί ή τεχνητοί ήχοι πρώτα ηχογραφούνται και ύστερα δομούνται σύμφωνα με ορισμένη τονικότητα. [< γαλλ. musique concrète, 1952, αγγλ. concrete music, 1953] , συγκεκριμένο ουσιαστικό: ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει πρόσωπο, ζώο ή πράγμα. Πβ. κύριο όνομα, προσηγορικό. ΑΝΤ. αφηρημένο ουσιαστικό, συγκεκριμένη ποίηση βλ. ποίηση [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συγκρίνω, γαλλ. concret]
48064σύγκελλοςσύ-γκελ-λος ουσ. (αρσ.) {συγκέλλ-ου} & σύγκελος: ΕΚΚΛΗΣ. τίτλος κληρικού που βρίσκεται στην υπηρεσία πατριάρχη ή επισκόπου ως γραμματέας ή σύμβουλος. Βλ. πρωτο~. [< μτγν. σύγκελλος]
48065συγκεντρωμένος, η, ο συ-γκε-ντρω-μέ-νος επίθ. 1. που έχει μαζευτεί, συγκεντρωθεί: ~ος: κόσμος/λαός (πβ. συναθροισμένος). ~ο: πλήθος. Τα παιδιά ήταν ~α στο προαύλιο. Στην έκθεση βρίσκονται ~α πολλά έργα του γλύπτη. ΑΝΤ. διεσπαρμένος (1) 2. που έχει εστιάσει την προσοχή του σε κάτι: Δεν είσαι ~ όταν σου μιλάω/την ώρα του μαθήματος (πβ. προσεκτικός, προσηλωμένος. ΑΝΤ. αφηρημένος). Είναι απόλυτα ~ στην αποστολή/στο έργο/στον στόχο του (πβ. αφοσιωμένος). ● επίρρ.: συγκεντρωμένα
48066συγκεντρώνωσυ-γκε-ντρώ-νω ρ. (μτβ.) {συγκέντρω-σα, συγκεντρώ-σει, -θηκα, -θεί, συγκεντρών-οντας, συγκεντρω-μένος} 1. μαζεύω σύνολο από πράγματα ή ανθρώπους στον ίδιο χώρο, συναθροίζω: ~ δικαιολογητικά/πληροφορίες/στοιχεία/υλικό/φωτογραφίες. Το θέρετρο ~ει πολύ κόσμο/χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο. Η δεξαμενή θα ~σει τα νερά της βροχής (πβ. συσσωρεύω). Εκλέγεται όποιος ~σει την απόλυτη πλειοψηφία. (ΑΘΛ.) Η αθλήτρια ~σε ... πόντους στα προκριματικά. Οι διαδηλωτές ~θηκαν έξω από την πρεσβεία. Έχουν ~θεί εκπρόσωποι από διάφορες χώρες/ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις/τρόφιμα για τους πληγέντες/δύο εκατομμύρια ευρώ/τρεις χιλιάδες υπογραφές. Βλ. επισωρεύω. ΣΥΝ. συλλέγω (2), συνάζω ΑΝΤ. σκορπίζω (1) 2. (μτφ.) επικεντρώνω, εστιάζω: Οι επενδυτές ~ουν την προσοχή τους στην αγορά. Έχουν ~σει τις προσπάθειές τους σε νέες καλλιέργειες. Ηρέμησε και συγκεντρώσου στο παιχνίδι (ΣΥΝ. αυτοσυγκεντρώνομαι. ΑΝΤ. αφαιρούμαι). Δεν μπορώ να ~θώ (: να αφοσιωθώ, να προσηλωθώ) στο διάβασμα. 3. (μτφ.) προσελκύω, τραβώ: Ο αποψινός τελικός ~ει τα βλέμματα/το ενδιαφέρον όλων. Το μουσείο έχει ~σει τα φώτα της δημοσιότητας. 4. έχω, διαθέτω (σύνολο στοιχείων): ~ει όλες τις προδιαγραφές για να ... Το νησί ~ει όλα τα φυσικά χαρακτηριστικά των Κυκλάδων. Στο πρόσωπό της ~ονται (= συναντιούνται) τα πιο σπάνια ψυχικά χαρίσματα. [< γαλλ. concentrer]
48067συγκέντρωση

συ-γκέ-ντρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. συλλαλητήριο ή γενικότ. συνάθροιση σημαντικού συνήθ. αριθμού ατόμων σε καθορισμένο χώρο και με συγκεκριμένο σκοπό: ανεξάρτητη/αντιιμπεριαλιστική/αντιφασιστική/πανελλήνια/φοιτητική ~. Ενθουσιώδης/εντυπωσιακή/μεγαλειώδης ~. ~ αλληλεγγύης. ~ ενός κόμματος (πβ. συνέδριο). Απεργιακές ~ώσεις σ' όλη τη χώρα. Επεισόδια στη ~. (ως κάλεσμα) Όλοι στη ~-πορεία στην πλατεία ... Η ~ διαλύθηκε/ματαιώθηκε. Διοργάνωσαν ~ εναντίον ... Οι εργαζόμενοι θα πραγματοποιήσουν ~ στις ... του μηνός. Πολύς κόσμος ήρθε/συμμετείχε στη ~.|| Ενημερωτική (βλ. συνάντηση)/οικογενειακή/πνευματιστική/πολιτική/προεκλογική ~. ~ γονέων (και κηδεμόνων)/στρατιωτικών δυνάμεων/φίλων. Αίθουσα ~ώσεων. Το δικαίωμα στις δημόσιες ~ώσεις (= του συνέρχεσθαι). Το βράδυ θα κάνω μια φιλική ~ στο σπίτι μου (πβ. μάζωξη). Η πόλη έχει τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή ~ στην Ευρώπη (πβ. υπερ~). Βλ. προ~. 2. συλλογή, μάζεμα: ~ βιβλιογραφίας/δεδομένων/πληροφοριών/πόντων (σε αθλητικούς αγώνες)/προσφορών/στοιχείων/τροφίμων/υπογραφών/χρημάτων. Πρόγραμμα ~ης και ανακύκλωσης χαρτιού.|| ~ της εξουσίας/του πλούτου (= συσσώρευση) στα χέρια λίγων (βλ. ολιγαρχία, συγκεντρωτισμός).|| ~ λίπους στην κοιλιά. 3. κατεύθυνση της σκέψης προς συγκεκριμένο αντικείμενο, σκοπό: αδυναμία ~ης: Βλ. ΔΕΠ-Υ. Ανικανότητα/δυσκολία ~ης της προσοχής. Το παιδί έχει πρόβλημα ~ης (= αυτοσυγκέντρωσης). Πρέπει να δείξουμε μεγάλη ~ στο παιχνίδι. Η συγκεκριμένη άσκηση απαιτεί πλήρη ~. 4. ΧΗΜ. ποσότητα ουσίας που περιέχεται σε διάλυμα: μέση/υψηλή/χαμηλή ~. ~ της γλυκόζης στο αίμα/του όζοντος στον αέρα. Αύξηση/μείωση/μέτρηση/όρια της ~ης ρύπων. Βλ. περιεκτικότητα. 5. ΟΙΚΟΝ. τάση αύξησης του μέσου μεγέθους των επιχειρήσεων και ειδικότ. το αποτέλεσμα της συγχώνευσης δύο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων ή της ανάληψης του ελέγχου εταιρείας: κάθετη/οριζόντια ~ (= κάθετη/οριζόντια ολοκλήρωση). Ο κλάδος χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ~ης.|| Δημόσια ανακοίνωση ~ης. 6. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. διαδικασία κατά την οποία μαζεύονται στον ίδιο χώρο, συνήθ. σε μεγάλα αστικά κέντρα, παρόμοιες υπηρεσίες και ειδικότ. αρμοδιότητες, εξουσίες. ΑΝΤ. αποκέντρωση, αποσυγκέντρωση ● Υποκ.: συγκεντρωσούλα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: συγκέντρωση κεφαλαίου: ΟΙΚΟΝ. κάθε είδους αύξηση του όγκου ενός κεφαλαίου: φόρος ~ης ~., συγκέντρωση παραγωγής: ΟΙΚΟΝ. διαδικασία κατά την οποία, για συγκεκριμένο ύψος παραγωγής, το μέγεθος των επιχειρήσεων αυξάνεται, ενώ ο αριθμός τους μειώνεται., στρατόπεδα συγκέντρωσης βλ. στρατόπεδο, συγκέντρωση διαμαρτυρίας βλ. διαμαρτυρία, συγκέντρωση ιόντων βλ. ιόν [< πβ. μτγν. συγκέντρωσις 'ταυτόχρονος συσχετισμός των κέντρων', γαλλ.-αγγλ. concentration]

48068συγκεντρωσιάρχηςσυ-γκε-ντρω-σι-άρ-χης ουσ. (αρσ.) (προφ.-συχνά ειρων.): στέλεχος υπεύθυνο για τη διοργάνωση κομματικών συγκεντρώσεων συνήθ. σε μεγάλους χώρους. Βλ. -άρχης.
48069συγκεντρωτικός, ή, ό συ-γκε-ντρω-τι-κός επίθ. 1. (επίσ.) αθροιστικός, συνολικός: ~ός: έλεγχος/κατάλογος (προϊόντων)/πίνακας (περιεχομένων)/προγραμματισμός/τόμος (των ποιημάτων του ... Πβ. συλλογικός). ~ή: ανάλυση (λογαριασμού)/αναφορά/βαθμολογία/έκδοση (ποιημάτων)/κατάσταση (πελατών)/λίστα. ~ό: δελτίο αποστολής. ευρετήριο/ποσό. ~ές: πληροφορίες. ~ά: αποτελέσματα (εκλογών)/στοιχεία. 2. ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον συγκεντρωτισμό: ~ός: οργανισμός/χαρακτήρας (διακυβέρνησης). ~ή: διοίκηση (πβ. κεντρικός. Βλ. αυτοδιοικητικός, περιφερειακός)/εξουσία. ~ό: κράτος/μοντέλο (ανάπτυξης)/(εκπαιδευτικό) σύστημα. ΑΝΤ. αποκεντρωτικός.|| (για πρόσ.) ~ό: άτομο. Είναι απολυταρχικός και ~. Πβ. αυταρχικός, δεσποτικός. Βλ. δημοκρατικός. ● επίρρ.: συγκεντρωτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συγκεντρωτικός/συγκλίνων φακός βλ. φακός
48070συγκεντρωτισμόςσυ-γκε-ντρω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. τύπος διοίκησης που χαρακτηρίζεται από συγκέντρωση εξουσιών και αρμοδιοτήτων σε ένα κεντρικό όργανο: γραφειοκρατικός/δημοκρατικός (: αρχή εσωτερικής οργάνωσης των κομμουνιστικών κυρ. κομμάτων, όπου η ενότητα δράσης διασφαλίζεται με τη συμμόρφωση και τη στήριξη της μειοψηφίας προς τις αποφάσεις της πλειοψηφίας)/διοικητικός/κρατικός/οικονομικός/πολιτικός ~. Βλ. -ισμός, υδροκεφαλισμός. [< γαλλ. centralisation]
48071συγκεράζωσυ-γκε-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {συγκέρα-σα, συγκερά-στηκε, -σμένος, σπάν. στον ενεστ.}: αναμειγνύω, συνδυάζω διαφορετικά στοιχεία: Κατάφερε να ~σει αντιλήψεις/(αντίθετες/αντικρουόμενες) απόψεις/επιρροές/τάσεις. Πβ. συνθέτω. [< μτγν. συγκερῶ]
48072συγκερασμένος, η, ο συ-γκε-ρα-σμέ-νος επίθ. 1. ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με σύστημα διαίρεσης της οκτάβας σε δώδεκα ίσα διαστήματα, ημιτόνια: ~ος: τόνος. ~η: μουσική (ΑΝΤ. ασυγκέραστη)/κλίμακα (ΑΝΤ. φυσική κλίμακα). ~ο: κλειδοκύμβαλο. (Μη) ~α: όργανα. 2. που έχει προκύψει από ανάμειξη στοιχείων: Η λάτιν ~η με τη ροκ μουσική. [< 1: γαλλ. (gamme) tempérée 2: παθ. μτχ. του ρ. συγκεράννυμι]
7374συγκερασμένος

, η, ο [ἀσυγκέραστος] α-συ-γκέ-ρα-στος επίθ.: ΜΟΥΣ. που δεν έχει αναμειχθεί με άλλο στοιχείο: ~ος: ήχος. ~ες: κλίμακες. ~α: όργανα. Πβ. άκρατος, αμιγής. ΑΝΤ. συγκερασμένος (1) [< μτγν. ἀσυγκέραστος ‘άμετρος, υπερβολικός’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.