Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48600-48620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48064σύγκελλοςσύ-γκελ-λος ουσ. (αρσ.) {συγκέλλ-ου} & σύγκελος: ΕΚΚΛΗΣ. τίτλος κληρικού που βρίσκεται στην υπηρεσία πατριάρχη ή επισκόπου ως γραμματέας ή σύμβουλος. Βλ. πρωτο~. [< μτγν. σύγκελλος]
48066συγκεντρώνωσυ-γκε-ντρώ-νω ρ. (μτβ.) {συγκέντρω-σα, συγκεντρώ-σει, -θηκα, -θεί, συγκεντρών-οντας, συγκεντρω-μένος} 1. μαζεύω σύνολο από πράγματα ή ανθρώπους στον ίδιο χώρο, συναθροίζω: ~ δικαιολογητικά/πληροφορίες/στοιχεία/υλικό/φωτογραφίες. Το θέρετρο ~ει πολύ κόσμο/χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο. Η δεξαμενή θα ~σει τα νερά της βροχής (πβ. συσσωρεύω). Εκλέγεται όποιος ~σει την απόλυτη πλειοψηφία. (ΑΘΛ.) Η αθλήτρια ~σε ... πόντους στα προκριματικά. Οι διαδηλωτές ~θηκαν έξω από την πρεσβεία. Έχουν ~θεί εκπρόσωποι από διάφορες χώρες/ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις/τρόφιμα για τους πληγέντες/δύο εκατομμύρια ευρώ/τρεις χιλιάδες υπογραφές. Βλ. επισωρεύω. ΣΥΝ. συλλέγω (2), συνάζω ΑΝΤ. σκορπίζω (1) 2. (μτφ.) επικεντρώνω, εστιάζω: Οι επενδυτές ~ουν την προσοχή τους στην αγορά. Έχουν ~σει τις προσπάθειές τους σε νέες καλλιέργειες. Ηρέμησε και συγκεντρώσου στο παιχνίδι (ΣΥΝ. αυτοσυγκεντρώνομαι. ΑΝΤ. αφαιρούμαι). Δεν μπορώ να ~θώ (: να αφοσιωθώ, να προσηλωθώ) στο διάβασμα. 3. (μτφ.) προσελκύω, τραβώ: Ο αποψινός τελικός ~ει τα βλέμματα/το ενδιαφέρον όλων. Το μουσείο έχει ~σει τα φώτα της δημοσιότητας. 4. έχω, διαθέτω (σύνολο στοιχείων): ~ει όλες τις προδιαγραφές για να ... Το νησί ~ει όλα τα φυσικά χαρακτηριστικά των Κυκλάδων. Στο πρόσωπό της ~ονται (= συναντιούνται) τα πιο σπάνια ψυχικά χαρίσματα. [< γαλλ. concentrer]
48067συγκέντρωση

συ-γκέ-ντρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. συλλαλητήριο ή γενικότ. συνάθροιση σημαντικού συνήθ. αριθμού ατόμων σε καθορισμένο χώρο και με συγκεκριμένο σκοπό: ανεξάρτητη/αντιιμπεριαλιστική/αντιφασιστική/πανελλήνια/φοιτητική ~. Ενθουσιώδης/εντυπωσιακή/μεγαλειώδης ~. ~ αλληλεγγύης. ~ ενός κόμματος (πβ. συνέδριο). Απεργιακές ~ώσεις σ' όλη τη χώρα. Επεισόδια στη ~. (ως κάλεσμα) Όλοι στη ~-πορεία στην πλατεία ... Η ~ διαλύθηκε/ματαιώθηκε. Διοργάνωσαν ~ εναντίον ... Οι εργαζόμενοι θα πραγματοποιήσουν ~ στις ... του μηνός. Πολύς κόσμος ήρθε/συμμετείχε στη ~.|| Ενημερωτική (βλ. συνάντηση)/οικογενειακή/πνευματιστική/πολιτική/προεκλογική ~. ~ γονέων (και κηδεμόνων)/στρατιωτικών δυνάμεων/φίλων. Αίθουσα ~ώσεων. Το δικαίωμα στις δημόσιες ~ώσεις (= του συνέρχεσθαι). Το βράδυ θα κάνω μια φιλική ~ στο σπίτι μου (πβ. μάζωξη). Η πόλη έχει τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή ~ στην Ευρώπη (πβ. υπερ~). Βλ. προ~. 2. συλλογή, μάζεμα: ~ βιβλιογραφίας/δεδομένων/πληροφοριών/πόντων (σε αθλητικούς αγώνες)/προσφορών/στοιχείων/τροφίμων/υπογραφών/χρημάτων. Πρόγραμμα ~ης και ανακύκλωσης χαρτιού.|| ~ της εξουσίας/του πλούτου (= συσσώρευση) στα χέρια λίγων (βλ. ολιγαρχία, συγκεντρωτισμός).|| ~ λίπους στην κοιλιά. 3. κατεύθυνση της σκέψης προς συγκεκριμένο αντικείμενο, σκοπό: αδυναμία ~ης: Βλ. ΔΕΠ-Υ. Ανικανότητα/δυσκολία ~ης της προσοχής. Το παιδί έχει πρόβλημα ~ης (= αυτοσυγκέντρωσης). Πρέπει να δείξουμε μεγάλη ~ στο παιχνίδι. Η συγκεκριμένη άσκηση απαιτεί πλήρη ~. 4. ΧΗΜ. ποσότητα ουσίας που περιέχεται σε διάλυμα: μέση/υψηλή/χαμηλή ~. ~ της γλυκόζης στο αίμα/του όζοντος στον αέρα. Αύξηση/μείωση/μέτρηση/όρια της ~ης ρύπων. Βλ. περιεκτικότητα. 5. ΟΙΚΟΝ. τάση αύξησης του μέσου μεγέθους των επιχειρήσεων και ειδικότ. το αποτέλεσμα της συγχώνευσης δύο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων ή της ανάληψης του ελέγχου εταιρείας: κάθετη/οριζόντια ~ (= κάθετη/οριζόντια ολοκλήρωση). Ο κλάδος χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ~ης.|| Δημόσια ανακοίνωση ~ης. 6. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. διαδικασία κατά την οποία μαζεύονται στον ίδιο χώρο, συνήθ. σε μεγάλα αστικά κέντρα, παρόμοιες υπηρεσίες και ειδικότ. αρμοδιότητες, εξουσίες. ΑΝΤ. αποκέντρωση, αποσυγκέντρωση ● Υποκ.: συγκεντρωσούλα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: συγκέντρωση κεφαλαίου: ΟΙΚΟΝ. κάθε είδους αύξηση του όγκου ενός κεφαλαίου: φόρος ~ης ~., συγκέντρωση παραγωγής: ΟΙΚΟΝ. διαδικασία κατά την οποία, για συγκεκριμένο ύψος παραγωγής, το μέγεθος των επιχειρήσεων αυξάνεται, ενώ ο αριθμός τους μειώνεται., στρατόπεδα συγκέντρωσης βλ. στρατόπεδο, συγκέντρωση διαμαρτυρίας βλ. διαμαρτυρία, συγκέντρωση ιόντων βλ. ιόν [< πβ. μτγν. συγκέντρωσις 'ταυτόχρονος συσχετισμός των κέντρων', γαλλ.-αγγλ. concentration]

48068συγκεντρωσιάρχηςσυ-γκε-ντρω-σι-άρ-χης ουσ. (αρσ.) (προφ.-συχνά ειρων.): στέλεχος υπεύθυνο για τη διοργάνωση κομματικών συγκεντρώσεων συνήθ. σε μεγάλους χώρους. Βλ. -άρχης.
48069συγκεντρωτικός, ή, ό συ-γκε-ντρω-τι-κός επίθ. 1. (επίσ.) αθροιστικός, συνολικός: ~ός: έλεγχος/κατάλογος (προϊόντων)/πίνακας (περιεχομένων)/προγραμματισμός/τόμος (των ποιημάτων του ... Πβ. συλλογικός). ~ή: ανάλυση (λογαριασμού)/αναφορά/βαθμολογία/έκδοση (ποιημάτων)/κατάσταση (πελατών)/λίστα. ~ό: δελτίο αποστολής. ευρετήριο/ποσό. ~ές: πληροφορίες. ~ά: αποτελέσματα (εκλογών)/στοιχεία. 2. ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον συγκεντρωτισμό: ~ός: οργανισμός/χαρακτήρας (διακυβέρνησης). ~ή: διοίκηση (πβ. κεντρικός. Βλ. αυτοδιοικητικός, περιφερειακός)/εξουσία. ~ό: κράτος/μοντέλο (ανάπτυξης)/(εκπαιδευτικό) σύστημα. ΑΝΤ. αποκεντρωτικός.|| (για πρόσ.) ~ό: άτομο. Είναι απολυταρχικός και ~. Πβ. αυταρχικός, δεσποτικός. Βλ. δημοκρατικός. ● επίρρ.: συγκεντρωτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συγκεντρωτικός/συγκλίνων φακός βλ. φακός
48070συγκεντρωτισμόςσυ-γκε-ντρω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. τύπος διοίκησης που χαρακτηρίζεται από συγκέντρωση εξουσιών και αρμοδιοτήτων σε ένα κεντρικό όργανο: γραφειοκρατικός/δημοκρατικός (: αρχή εσωτερικής οργάνωσης των κομμουνιστικών κυρ. κομμάτων, όπου η ενότητα δράσης διασφαλίζεται με τη συμμόρφωση και τη στήριξη της μειοψηφίας προς τις αποφάσεις της πλειοψηφίας)/διοικητικός/κρατικός/οικονομικός/πολιτικός ~. Βλ. -ισμός, υδροκεφαλισμός. [< γαλλ. centralisation]
48071συγκεράζωσυ-γκε-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {συγκέρα-σα, συγκερά-στηκε, -σμένος, σπάν. στον ενεστ.}: αναμειγνύω, συνδυάζω διαφορετικά στοιχεία: Κατάφερε να ~σει αντιλήψεις/(αντίθετες/αντικρουόμενες) απόψεις/επιρροές/τάσεις. Πβ. συνθέτω. [< μτγν. συγκερῶ]
48072συγκερασμένος, η, ο συ-γκε-ρα-σμέ-νος επίθ. 1. ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με σύστημα διαίρεσης της οκτάβας σε δώδεκα ίσα διαστήματα, ημιτόνια: ~ος: τόνος. ~η: μουσική (ΑΝΤ. ασυγκέραστη)/κλίμακα (ΑΝΤ. φυσική κλίμακα). ~ο: κλειδοκύμβαλο. (Μη) ~α: όργανα. 2. που έχει προκύψει από ανάμειξη στοιχείων: Η λάτιν ~η με τη ροκ μουσική. [< 1: γαλλ. (gamme) tempérée 2: παθ. μτχ. του ρ. συγκεράννυμι]
7374συγκερασμένος

, η, ο [ἀσυγκέραστος] α-συ-γκέ-ρα-στος επίθ.: ΜΟΥΣ. που δεν έχει αναμειχθεί με άλλο στοιχείο: ~ος: ήχος. ~ες: κλίμακες. ~α: όργανα. Πβ. άκρατος, αμιγής. ΑΝΤ. συγκερασμένος (1) [< μτγν. ἀσυγκέραστος ‘άμετρος, υπερβολικός’]

48073συγκερασμόςσυ-γκε-ρα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) ανάμειξη, συνδυασμός, σύνθεση: αρμονικός ~. ~ απόψεων/επιδράσεων/τάσεων (πβ. κράμα, μείγμα). 2. ΜΟΥΣ. ρύθμιση του ήχου για την παραγωγή ανάλογου τονικού ύψους από διαφορετικές ηχητικές πηγές και την αποφυγή διφωνίας: ίσος ~. [< 1: μτγν. συγκερασμός]
48074συγκεφαλαιώνωσυ-γκε-φα-λαι-ώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συγκεφαλαίω-σα, συγκεφαλαιώ-θηκε, -μένος, συγκεφαλαιών-οντας}: επαναλαμβάνω με συντομία τα βασικά σημεία: ~ τις απόψεις/τις θέσεις μου/τα πορίσματα (της έρευνας)/τη συζήτηση. Στον πρόλογο ~ονται τα προηγούμενα γεγονότα. ~οντας, θα λέγαμε ότι ... (= επιλογικά, συμπερασματικά). Πβ. ανακεφαλαιώνω, συνοψίζω. [< αρχ. συγκεφαλαιῶ]
48075συγκεφαλαίωσησυ-γκε-φα-λαί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. επανάληψη των βασικών σημείων όσων αναφέρθηκαν, σύνοψη: ~ των αποτελεσμάτων της έρευνας/της συζήτησης/της ύλης. To συνέδριο ολοκληρώθηκε με τη ~ των εργασιών. Πβ. ανακεφαλαίωση, συνόψιση. 2. (επίσ.) άθροισμα: ~ των ετών υπηρεσίας/του συντάξιμου χρόνου. [< 1: αρχ. συγκεφαλαίωσις 2: μτγν. ~]
48076συγκεφαλαιωτικός, ή, ό συ-γκε-φα-λαι-ω-τι-κός επίθ.: που συγκεφαλαιώνει: ~ή: αναφορά/έκθεση/παρουσίαση. ~ό: έγγραφο/σημείωμα. Πβ. συνοπτικός. ● επίρρ.: συγκεφαλαιωτικά : Θα λέγαμε, ~, ότι ... [< μτγν. συγκεφαλαιωτικός]
48078συγκινημένος, η, ο συ-γκι-νη-μέ-νος επίθ.: (για πρόσ.) που διακατέχεται από αίσθημα συγκίνησης: Αισθάνομαι/είμαι βαθιά/πολύ ~ για την τιμή που μου κάνετε/που βρίσκομαι εδώ σήμερα. Ιδιαίτερα ~ εμφανίστηκε στην εκδήλωση ο πρόεδρος. Το πλήθος χειροκροτούσε ~ημένο. ΑΝΤ. ασυγκίνητος ● επίρρ.: συγκινημένα ● βλ. συγκινώ [< μτγν. συγκεκινημένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συγκινῶ]
48079συγκίνησησυ-γκί-νη-ση ουσ. (θηλ.): συναισθηματική ένταση ως αποτέλεσμα ευχάριστων ή δυσάρεστων ερεθισμάτων και κατ' επέκτ. (συνήθ. στον πληθ.) οτιδήποτε την προκαλεί: αισθητική/βαθιά/έντονη/ερωτική/ιδιαίτερη/ιερή (βλ. κατάνυξη)/ισχυρή/κρυφή ~. Παγκόσμια ~ για τον θάνατο του ... Η ~ του αναγνώστη. Δάκρυα χαράς και ~ης. Αισθάνομαι/δακρύζω από/νιώθω ~. Εκδηλώνω/εκφράζω/κρύβω τη ~ή μου. Παρακολουθήσαμε την εκδήλωση με ~. ~ επικράτησε στην αίθουσα. Μεγάλη ~ προκάλεσε στην κοινή γνώμη η είδηση ότι ... Δεν διέκρινα κάποια ~ στο βλέμμα του. Η φωνή του παλλόταν από ~. Η ποίησή της μεταδίδει ~. Βλ. ταραχή.|| Έτοιμη για νέες ~ήσεις. Έχει δοκιμάσει/ζήσει δυνατές ~ήσεις. Εμπειρία που υπόσχεται/σπορ που προσφέρει/χαρίζει ~ήσεις. Σόου πλούσιο σε ~ήσεις. Δεν αντέχει τις μεγάλες ~ήσεις. Πρέπει να αποφεύγει τις ~ήσεις. [< αρχ. συγκίνησις 'έναρξη κίνησης, διέγερση', γαλλ. émotion]
48080συγκινησιακός, ή, ό συ-γκι-νη-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη συγκίνηση: ~ή: αντίληψη/ατμόσφαιρα/γλώσσα (: που αποσκοπεί στη διέγερση του συναισθήματος)/δύναμη/έκφραση/φόρτιση. ~ό: αποτέλεσμα/κλίμα/φορτίο. ~ές: αντιδράσεις/διαταραχές/καταστάσεις. ● επίρρ.: συγκινησιακά
48081συγκινητικός, ή, ό συ-γκι-νη-τι-κός επίθ.: που προκαλεί συγκίνηση: ~ή: ιστορία/ομιλία/περιγραφή/ταινία/φωνή/χειρονομία. ~ό: ενδιαφέρον/έργο/τέλος. ~ά: λόγια. Βλ. τρυφερός. ● επίρρ.: συγκινητικά [< μτγν. συγκινητικός 'διεγερτικός', γαλλ. émouvant]
48082συγκινώ[συγκινῶ] συ-γκι-νώ ρ. (μτβ.) {συγκιν-είς ..., -ώντας | συγκίν-ησε (σπάν.-λόγ.) συνεκίνησε, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος} 1. προξενώ σε κάποιον συγκίνηση, συναισθηματική φόρτιση: Ξέρει να ~εί τις μάζες/τα πλήθη (πβ. αγγίζω). Τι είναι αυτό που σας ~εί στο έργο του; Πολύ με ~εί η μουσική του/~ούν τα ποιήματά της (= μιλάνε στην καρδιά μου). Το ενδιαφέρον/η κίνηση/η πράξη/η προσφορά/η χειρονομία του με ~ησε βαθιά/ιδιαίτερα. Έχει ~ήσει την κοινή γνώμη/τον κόσμο/το πανελλήνιο με το δράμα της/το κουράγιο της. Προσωπικά με ~εί το γεγονός ότι ... Όσο και να με παρακαλέσει, δεν ~ούμαι. Ακούγοντάς τον ~ήθηκα κι έβαλα τα κλάματα. Πβ. κατα~.|| (ειρων.) Τώρα που μου το είπες, ~ήθηκα! 2. προσελκύω, κινώ το ενδιαφέρον: Με ~εί η ταχύτητα. Το θέμα/η προοπτική/η πρότασή του δεν με ~εί. Τίποτε πλέον δεν με ~εί (= ενδιαφέρει). Δεν ~είται με τίποτα (: αδιαφορεί παντελώς). Πβ. γοητεύω, συναρπάζω. ● βλ. συγκινημένος [< αρχ. συγκινῶ 'κινώ, παρακινώ, κινούμαι μαζί', γαλλ. émouvoir]
48083σύγκλεισησύ-γκλει-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. οποιουδήποτε τύπου επαφή μεταξύ των δοντιών της άνω και κάτω γνάθου: ατελής/κεντρική ~ (: όταν η γνάθος βρίσκεται στην κεντρική θέση, ανεξαρτήτως της μέγιστης συναρμογής των δοντιών).|| ~ του τραύματος. [< αρχ. σύγκλεισις ‘κλείσιμο’]
48084συγκληρονόμοςσυ-γκλη-ρο-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που έχει κληρονομική μερίδα από κοινού με άλλον ή άλλους. [< μτγν. συγκληρονόμος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.