Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48600-48620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48073συγκερασμόςσυ-γκε-ρα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) ανάμειξη, συνδυασμός, σύνθεση: αρμονικός ~. ~ απόψεων/επιδράσεων/τάσεων (πβ. κράμα, μείγμα). 2. ΜΟΥΣ. ρύθμιση του ήχου για την παραγωγή ανάλογου τονικού ύψους από διαφορετικές ηχητικές πηγές και την αποφυγή διφωνίας: ίσος ~. [< 1: μτγν. συγκερασμός]
48074συγκεφαλαιώνωσυ-γκε-φα-λαι-ώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συγκεφαλαίω-σα, συγκεφαλαιώ-θηκε, -μένος, συγκεφαλαιών-οντας}: επαναλαμβάνω με συντομία τα βασικά σημεία: ~ τις απόψεις/τις θέσεις μου/τα πορίσματα (της έρευνας)/τη συζήτηση. Στον πρόλογο ~ονται τα προηγούμενα γεγονότα. ~οντας, θα λέγαμε ότι ... (= επιλογικά, συμπερασματικά). Πβ. ανακεφαλαιώνω, συνοψίζω. [< αρχ. συγκεφαλαιῶ]
48075συγκεφαλαίωσησυ-γκε-φα-λαί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. επανάληψη των βασικών σημείων όσων αναφέρθηκαν, σύνοψη: ~ των αποτελεσμάτων της έρευνας/της συζήτησης/της ύλης. To συνέδριο ολοκληρώθηκε με τη ~ των εργασιών. Πβ. ανακεφαλαίωση, συνόψιση. 2. (επίσ.) άθροισμα: ~ των ετών υπηρεσίας/του συντάξιμου χρόνου. [< 1: αρχ. συγκεφαλαίωσις 2: μτγν. ~]
48076συγκεφαλαιωτικός, ή, ό συ-γκε-φα-λαι-ω-τι-κός επίθ.: που συγκεφαλαιώνει: ~ή: αναφορά/έκθεση/παρουσίαση. ~ό: έγγραφο/σημείωμα. Πβ. συνοπτικός. ● επίρρ.: συγκεφαλαιωτικά : Θα λέγαμε, ~, ότι ... [< μτγν. συγκεφαλαιωτικός]
48078συγκινημένος, η, ο συ-γκι-νη-μέ-νος επίθ.: (για πρόσ.) που διακατέχεται από αίσθημα συγκίνησης: Αισθάνομαι/είμαι βαθιά/πολύ ~ για την τιμή που μου κάνετε/που βρίσκομαι εδώ σήμερα. Ιδιαίτερα ~ εμφανίστηκε στην εκδήλωση ο πρόεδρος. Το πλήθος χειροκροτούσε ~ημένο. ΑΝΤ. ασυγκίνητος ● επίρρ.: συγκινημένα ● βλ. συγκινώ [< μτγν. συγκεκινημένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συγκινῶ]
48079συγκίνησησυ-γκί-νη-ση ουσ. (θηλ.): συναισθηματική ένταση ως αποτέλεσμα ευχάριστων ή δυσάρεστων ερεθισμάτων και κατ' επέκτ. (συνήθ. στον πληθ.) οτιδήποτε την προκαλεί: αισθητική/βαθιά/έντονη/ερωτική/ιδιαίτερη/ιερή (βλ. κατάνυξη)/ισχυρή/κρυφή ~. Παγκόσμια ~ για τον θάνατο του ... Η ~ του αναγνώστη. Δάκρυα χαράς και ~ης. Αισθάνομαι/δακρύζω από/νιώθω ~. Εκδηλώνω/εκφράζω/κρύβω τη ~ή μου. Παρακολουθήσαμε την εκδήλωση με ~. ~ επικράτησε στην αίθουσα. Μεγάλη ~ προκάλεσε στην κοινή γνώμη η είδηση ότι ... Δεν διέκρινα κάποια ~ στο βλέμμα του. Η φωνή του παλλόταν από ~. Η ποίησή της μεταδίδει ~. Βλ. ταραχή.|| Έτοιμη για νέες ~ήσεις. Έχει δοκιμάσει/ζήσει δυνατές ~ήσεις. Εμπειρία που υπόσχεται/σπορ που προσφέρει/χαρίζει ~ήσεις. Σόου πλούσιο σε ~ήσεις. Δεν αντέχει τις μεγάλες ~ήσεις. Πρέπει να αποφεύγει τις ~ήσεις. [< αρχ. συγκίνησις 'έναρξη κίνησης, διέγερση', γαλλ. émotion]
48080συγκινησιακός, ή, ό συ-γκι-νη-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη συγκίνηση: ~ή: αντίληψη/ατμόσφαιρα/γλώσσα (: που αποσκοπεί στη διέγερση του συναισθήματος)/δύναμη/έκφραση/φόρτιση. ~ό: αποτέλεσμα/κλίμα/φορτίο. ~ές: αντιδράσεις/διαταραχές/καταστάσεις. ● επίρρ.: συγκινησιακά
48081συγκινητικός, ή, ό συ-γκι-νη-τι-κός επίθ.: που προκαλεί συγκίνηση: ~ή: ιστορία/ομιλία/περιγραφή/ταινία/φωνή/χειρονομία. ~ό: ενδιαφέρον/έργο/τέλος. ~ά: λόγια. Βλ. τρυφερός. ● επίρρ.: συγκινητικά [< μτγν. συγκινητικός 'διεγερτικός', γαλλ. émouvant]
48082συγκινώ[συγκινῶ] συ-γκι-νώ ρ. (μτβ.) {συγκιν-είς ..., -ώντας | συγκίν-ησε (σπάν.-λόγ.) συνεκίνησε, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος} 1. προξενώ σε κάποιον συγκίνηση, συναισθηματική φόρτιση: Ξέρει να ~εί τις μάζες/τα πλήθη (πβ. αγγίζω). Τι είναι αυτό που σας ~εί στο έργο του; Πολύ με ~εί η μουσική του/~ούν τα ποιήματά της (= μιλάνε στην καρδιά μου). Το ενδιαφέρον/η κίνηση/η πράξη/η προσφορά/η χειρονομία του με ~ησε βαθιά/ιδιαίτερα. Έχει ~ήσει την κοινή γνώμη/τον κόσμο/το πανελλήνιο με το δράμα της/το κουράγιο της. Προσωπικά με ~εί το γεγονός ότι ... Όσο και να με παρακαλέσει, δεν ~ούμαι. Ακούγοντάς τον ~ήθηκα κι έβαλα τα κλάματα. Πβ. κατα~.|| (ειρων.) Τώρα που μου το είπες, ~ήθηκα! 2. προσελκύω, κινώ το ενδιαφέρον: Με ~εί η ταχύτητα. Το θέμα/η προοπτική/η πρότασή του δεν με ~εί. Τίποτε πλέον δεν με ~εί (= ενδιαφέρει). Δεν ~είται με τίποτα (: αδιαφορεί παντελώς). Πβ. γοητεύω, συναρπάζω. ● βλ. συγκινημένος [< αρχ. συγκινῶ 'κινώ, παρακινώ, κινούμαι μαζί', γαλλ. émouvoir]
48083σύγκλεισησύ-γκλει-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. οποιουδήποτε τύπου επαφή μεταξύ των δοντιών της άνω και κάτω γνάθου: ατελής/κεντρική ~ (: όταν η γνάθος βρίσκεται στην κεντρική θέση, ανεξαρτήτως της μέγιστης συναρμογής των δοντιών).|| ~ του τραύματος. [< αρχ. σύγκλεισις ‘κλείσιμο’]
48084συγκληρονόμοςσυ-γκλη-ρο-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που έχει κληρονομική μερίδα από κοινού με άλλον ή άλλους. [< μτγν. συγκληρονόμος]
48085σύγκλησησύ-γκλη-ση ουσ. (θηλ.): (για θεσμοθετημένο όργανο) η ενέργεια του συγκαλώ: έκτακτη/τακτική ~. ~ της Βουλής/διάσκεψης/επιτροπής/ολομέλειας/του συμβουλίου/της συνέλευσης/συνόδου/σύσκεψης. [< γαλλ. convocation]
48086συγκλητικός, ή, ό συ-γκλη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Σύγκλητο: (στην τριτοβάθμια εκπαίδευση:) ~ή: απόφαση/επιτροπή. ● Ουσ.: συγκλητικός (ο) 1. πανεπιστημιακός καθηγητής μέλος της Συγκλήτου. 2. ΙΣΤ. μέλος της ρωμαϊκής Συγκλήτου. [< λατ. senatus] [< μτγν. συγκλητικός, λατ. senatorius]
48087σύγκλητοςσύ-γκλη-τος ουσ. (θηλ.) {συγκλήτ-ου} (συνήθ. με κεφαλ. Σ) 1. ανώτατο διοικητικό σώμα στα Πανεπιστήμια, στα Πολυτεχνεία και στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, το οποίο αποτελείται από τον Πρύτανη, τους Αντιπρυτάνεις, τους Κοσμήτορες, τους Προέδρους των Τμημάτων, εκπροσώπους των μελών ΔΕΠ, των φοιτητών και του υπόλοιπου προσωπικού: μέλος/συνεδρίαση της ~ου. Βλ. πρυτανεία. 2. ΙΣΤ. ανώτατο διοικητικό, συμβουλευτικό και νομοθετικό σώμα στην αρχαία Ρώμη. [< 1: γερμ. Senat 2: μτγν. σύγκλητος, λατ. senatus]
48088σύγκλινο & σύγλινοσύ-γκλι-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. καπνιστό, παστό χοιρινό που διατηρείται μέσα σε λάδι ή χοιρινό λίπος. Βλ. απάκι, μπέικον.
48089συγκλίνωσυ-γκλί-νω ρ. (αμτβ.) {συνέκλιν-α, συγκλίν-ει, συγκλίν-ων, -οντας} ΑΝΤ. αποκλίνω 1. (μτφ.) συμφωνώ, ταυτίζομαι: Η πολιτική των δύο κομμάτων δεν ~ει. Οι απόψεις/θέσεις/ιδέες του ~ουν με αυτές του προέδρου (ΑΝΤ. διαφέρουν). Τα ερευνητικά αποτελέσματα ~ουν στο συμπέρασμα ... (ΑΝΤ. διαφοροποιούνται). Όλα ~ουν για (= κατατείνουν στη) μείωση των επιτοκίων. 2. πλησιάζω, κατευθύνομαι προς το ίδιο σημείο: Γραμμές που ~ουν και τέμνονται. (σπάν. μτβ.) Οι φακοί λόγω σχήματος ~ουν τις ακτίνες φωτός.συγκλίνει: ΜΑΘ. τείνει σε πεπερασμένο όριο, όταν η μεταβλητή τείνει στο άπειρο: Η ακολουθία ~ σε πραγματικό αριθμό. [< μτγν. συγκλίνω ‘λυγίζω προς την ίδια κατεύθυνση’, γαλλ. converger]
48090συγκλίνων, ουσα, ον συ-γκλί-νων επίθ. (επιστ.): που τείνει μαζί με κάτι άλλο προς ένα κοινό σημείο: ~ων: αγωγός/(ΙΑΤΡ.) στραβισμός (: κατά τον οποίο τα μάτια κλίνουν προς τη μύτη). ~ουσα: (ΜΑΘ.) ακολουθία (: που έχει όριο πραγματικό αριθμό)/(ΟΠΤ.) δέσμη φωτός/πορεία/ροή.|| Οι δύο χώρες έχουν ~ουσες απόψεις/θέσεις. Βλ. σύμφωνος. ΑΝΤ. αποκλίνων (2) ● ΣΥΜΠΛ.: συγκλίνουσα σκέψη/νόηση: ΨΥΧΟΛ. όπου η παραγωγή νέας πληροφορίας εξαρτάται κυρ. από μία ήδη γνωστή και οδηγεί σε αναμενόμενη λύση. Βλ. αποκλίνουσα σκέψη/νόηση., συγκεντρωτικός/συγκλίνων φακός βλ. φακός [< μτγν. συγκλίνων, γαλλ. convergent]
48091σύγκλισησύ-γκλι-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. απόκλιση 1. (μτφ.) συμφωνία, ταύτιση, προσέγγιση: διοικητική/ευρωπαϊκή/ιδεολογική/κοινωνική/περιφερειακή/πολιτική/πολιτισμική/προγραμματική/ψηφιακή ~. ~ απόψεων (βλ. ομοφωνία)/δυνάμεων/τιμών. Διαδικασία/κριτήρια (: με αναφορά κυρ. στους όρους συμμετοχής στην ΟΝΕ)/πορεία/πρόγραμμα/σημεία ~ης. Στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η εκπαιδευτική/οικονομική/σταδιακή ~ των κρατών-μελών. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων επιτεύχθηκαν ~ίσεις. Βλ. διαφορά, διαφοροποίηση. 2. (επιστ.) κίνηση προς κοινό σημείο: (ΓΕΩΛ.) Η Μεσόγειος αποτελεί ζώνη ~ης ανάμεσα στην ευρασιατική και την αφρικανική πλάκα. (ΜΑΘ.) Ακτίνα/διάστημα/ταχύτητα ~ης. ~ ακολουθίας. ΑΝΤ. απόκλιση (1) [< πβ. μτγν. σύγκλισις ‘στενό πέρασμα’, γαλλ. convergence]
48092συγκλονίζωσυ-γκλο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {συγκλόνι-σε (λόγ. συνεκλόνισε), συγκλονί-σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, συγκλονίζ-οντας, -όμενος, συγκλονι-σμένος} 1. (μτφ.) αναστατώνω, συνταράσσω: Σοβαρές ανακατατάξεις ~ουν τον κόσμο. Η τραγωδία/η υπόθεση έχει ~σει την κοινή γνώμη/το πανελλήνιο. ~στηκα από το θέαμα. ~σμένος ο καλλιτεχνικός χώρος/ο πολιτικός κόσμος/~σμένη η τοπική κοινωνία για τον χαμό του ... 2. τραντάζω, ταρακουνώ: Η πόλη ~στηκε από ισχυρό σεισμό. Πβ. σείω. [< μτγν. συγκλονίζω < αρχ. συγκλονῶ]
48093συγκλονισμόςσυ-γκλο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): έντονη ψυχική αναστάτωση: ~ και συντριβή για την εθνική τραγωδία. Βαθύς ~ της ύπαρξης. Πβ. σοκ, ταρακούνημα. Βλ. -ισμός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.