| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48085 | σύγκληση | σύ-γκλη-ση ουσ. (θηλ.): (για θεσμοθετημένο όργανο) η ενέργεια του συγκαλώ: έκτακτη/τακτική ~. ~ της Βουλής/διάσκεψης/επιτροπής/ολομέλειας/του συμβουλίου/της συνέλευσης/συνόδου/σύσκεψης. [< γαλλ. convocation] | |
| 48086 | συγκλητικός | , ή, ό συ-γκλη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Σύγκλητο: (στην τριτοβάθμια εκπαίδευση:) ~ή: απόφαση/επιτροπή. ● Ουσ.: συγκλητικός (ο) 1. πανεπιστημιακός καθηγητής μέλος της Συγκλήτου. 2. ΙΣΤ. μέλος της ρωμαϊκής Συγκλήτου. [< λατ. senatus] [< μτγν. συγκλητικός, λατ. senatorius] | |
| 48087 | σύγκλητος | σύ-γκλη-τος ουσ. (θηλ.) {συγκλήτ-ου} (συνήθ. με κεφαλ. Σ) 1. ανώτατο διοικητικό σώμα στα Πανεπιστήμια, στα Πολυτεχνεία και στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, το οποίο αποτελείται από τον Πρύτανη, τους Αντιπρυτάνεις, τους Κοσμήτορες, τους Προέδρους των Τμημάτων, εκπροσώπους των μελών ΔΕΠ, των φοιτητών και του υπόλοιπου προσωπικού: μέλος/συνεδρίαση της ~ου. Βλ. πρυτανεία. 2. ΙΣΤ. ανώτατο διοικητικό, συμβουλευτικό και νομοθετικό σώμα στην αρχαία Ρώμη. [< 1: γερμ. Senat 2: μτγν. σύγκλητος, λατ. senatus] | |
| 48088 | σύγκλινο & σύγλινο | σύ-γκλι-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. καπνιστό, παστό χοιρινό που διατηρείται μέσα σε λάδι ή χοιρινό λίπος. Βλ. απάκι, μπέικον. | |
| 48089 | συγκλίνω | συ-γκλί-νω ρ. (αμτβ.) {συνέκλιν-α, συγκλίν-ει, συγκλίν-ων, -οντας} ΑΝΤ. αποκλίνω 1. (μτφ.) συμφωνώ, ταυτίζομαι: Η πολιτική των δύο κομμάτων δεν ~ει. Οι απόψεις/θέσεις/ιδέες του ~ουν με αυτές του προέδρου (ΑΝΤ. διαφέρουν). Τα ερευνητικά αποτελέσματα ~ουν στο συμπέρασμα ... (ΑΝΤ. διαφοροποιούνται). Όλα ~ουν για (= κατατείνουν στη) μείωση των επιτοκίων. 2. πλησιάζω, κατευθύνομαι προς το ίδιο σημείο: Γραμμές που ~ουν και τέμνονται. (σπάν. μτβ.) Οι φακοί λόγω σχήματος ~ουν τις ακτίνες φωτός. ● συγκλίνει: ΜΑΘ. τείνει σε πεπερασμένο όριο, όταν η μεταβλητή τείνει στο άπειρο: Η ακολουθία ~ σε πραγματικό αριθμό. [< μτγν. συγκλίνω ‘λυγίζω προς την ίδια κατεύθυνση’, γαλλ. converger] | |
| 48090 | συγκλίνων | , ουσα, ον συ-γκλί-νων επίθ. (επιστ.): που τείνει μαζί με κάτι άλλο προς ένα κοινό σημείο: ~ων: αγωγός/(ΙΑΤΡ.) στραβισμός (: κατά τον οποίο τα μάτια κλίνουν προς τη μύτη). ~ουσα: (ΜΑΘ.) ακολουθία (: που έχει όριο πραγματικό αριθμό)/(ΟΠΤ.) δέσμη φωτός/πορεία/ροή.|| Οι δύο χώρες έχουν ~ουσες απόψεις/θέσεις. Βλ. σύμφωνος. ΑΝΤ. αποκλίνων (2) ● ΣΥΜΠΛ.: συγκλίνουσα σκέψη/νόηση: ΨΥΧΟΛ. όπου η παραγωγή νέας πληροφορίας εξαρτάται κυρ. από μία ήδη γνωστή και οδηγεί σε αναμενόμενη λύση. Βλ. αποκλίνουσα σκέψη/νόηση., συγκεντρωτικός/συγκλίνων φακός βλ. φακός [< μτγν. συγκλίνων, γαλλ. convergent] | |
| 48091 | σύγκλιση | σύ-γκλι-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. απόκλιση 1. (μτφ.) συμφωνία, ταύτιση, προσέγγιση: διοικητική/ευρωπαϊκή/ιδεολογική/κοινωνική/περιφερειακή/πολιτική/πολιτισμική/προγραμματική/ψηφιακή ~. ~ απόψεων (βλ. ομοφωνία)/δυνάμεων/τιμών. Διαδικασία/κριτήρια (: με αναφορά κυρ. στους όρους συμμετοχής στην ΟΝΕ)/πορεία/πρόγραμμα/σημεία ~ης. Στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η εκπαιδευτική/οικονομική/σταδιακή ~ των κρατών-μελών. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων επιτεύχθηκαν ~ίσεις. Βλ. διαφορά, διαφοροποίηση. 2. (επιστ.) κίνηση προς κοινό σημείο: (ΓΕΩΛ.) Η Μεσόγειος αποτελεί ζώνη ~ης ανάμεσα στην ευρασιατική και την αφρικανική πλάκα. (ΜΑΘ.) Ακτίνα/διάστημα/ταχύτητα ~ης. ~ ακολουθίας. ΑΝΤ. απόκλιση (1) [< πβ. μτγν. σύγκλισις ‘στενό πέρασμα’, γαλλ. convergence] | |
| 48092 | συγκλονίζω | συ-γκλο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {συγκλόνι-σε (λόγ. συνεκλόνισε), συγκλονί-σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, συγκλονίζ-οντας, -όμενος, συγκλονι-σμένος} 1. (μτφ.) αναστατώνω, συνταράσσω: Σοβαρές ανακατατάξεις ~ουν τον κόσμο. Η τραγωδία/η υπόθεση έχει ~σει την κοινή γνώμη/το πανελλήνιο. ~στηκα από το θέαμα. ~σμένος ο καλλιτεχνικός χώρος/ο πολιτικός κόσμος/~σμένη η τοπική κοινωνία για τον χαμό του ... 2. τραντάζω, ταρακουνώ: Η πόλη ~στηκε από ισχυρό σεισμό. Πβ. σείω. [< μτγν. συγκλονίζω < αρχ. συγκλονῶ] | |
| 48093 | συγκλονισμός | συ-γκλο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): έντονη ψυχική αναστάτωση: ~ και συντριβή για την εθνική τραγωδία. Βαθύς ~ της ύπαρξης. Πβ. σοκ, ταρακούνημα. Βλ. -ισμός. | |
| 48094 | συγκλονιστικός | , ή, ό συ-γκλο-νι-στι-κός επίθ.: που συγκλονίζει: ~ός: αγώνας. ~ή: αλήθεια/είδηση/εικόνα/εμπειρία/ερμηνεία (του ηθοποιού)/θέα (πβ. συναρπαστικός)/ιστορία/μαρτυρία/παρουσία/περιπέτεια/σκηνή/στιγμή/ταινία/φωτογραφία. ~ό: γεγονός/θέαμα/κείμενο/παιχνίδι/τέλος. ~ές: σκηνές. ~ά: βίντεο. ΣΥΝ. συνταρακτικός ● επίρρ.: συγκλονιστικά [< γαλλ. bouleversant] | |
| 48095 | συγκοινωνεί | [συγκοινωνεῖ] συ-γκοι-νω-νεί ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. και παρατ.}: (για χώρους ή περιοχές) συνδέεται μέσω διόδου ή σπανιότ. με μέσα μεταφοράς με κάποιο άλλο σημείο: Οι αίθουσες/τα κτίρια/οι στοές ~ούν μεταξύ τους με διαδρόμους. Οι δεξαμενές ~ούν με αγωγούς. Η λίμνη ~ υπόγεια με τη θάλασσα.|| Το νησί ~ ακτοπλοϊκά με ... Πβ. επικοινωνεί. ● ΣΥΜΠΛ.: συγκοινωνούντα δοχεία 1. ΦΥΣ. σειρά από δοχεία που συνδέονται μεταξύ τους με σωλήνες ή άλλον τρόπο: η αρχή των ~ων ~ων (: σύμφωνα με την οποία η ελεύθερη επιφάνεια του υγρού που περιέχουν βρίσκεται στο ίδιο οριζόντιο επίπεδο). 2. (μτφ.) στοιχεία, φαινόμενα που αλληλοσχετίζονται και αλληλεπιδρούν: Η εκπαίδευση και η αγορά εργασίας είναι ~ ~. [< γαλλ. vases communicants] [< αρχ. συγκοινωνῶ ‘συμμετέχω’, γαλλ. communiquer] | |
| 48096 | συγκοινωνία | συ-γκοι-νω-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων από έναν τόπο σε άλλο και κυρ. το οργανωμένο δίκτυο και τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται αυτή: αεροπορικές/ακτοπλοϊκές/ασφαλείς/δημόσιες/εναέριες/θαλάσσιες/οδικές/σιδηροδρομικές/τοπικές/υπεραστικές/χερσαίες ~ες. Αναβάθμιση/αποκατάσταση/διακοπή/παρακώλυση της ~ας. Παρέλυσαν οι ~ες λόγω της κακοκαιρίας. Η πόλη διαθέτει δημοτική ~ με συχνά δρομολόγια. (προφ.-συνεκδ.) Χρησιμοποιεί τη ~ (π.χ. λεωφορείο, τρόλεϊ), για να πάει στη δουλειά. Χωρίς ~ες θα μείνει αύριο η πρωτεύουσα. Οργανισμός Αστικών ~ών Αθηνών (ακρ. ΟΑΣΑ). 2. σύνδεση σημείων με κάποιο μέσο: ~ μεταξύ λιμένων/νήσων. Αστική ~ επαρχιακών πόλεων. ● ΣΥΜΠΛ.: Μέσα (Μαζικής) Μεταφοράς βλ. μεταφορά [< πβ. μεσν. συγκοινωνία 'συμμετοχή', γαλλ. communication] | |
| 48097 | συγκοινωνιακός | , ή, ό συ-γκοι-νω-νι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη συγκοινωνία: ~ός: κόμβος/σχεδιασμός/τομέας/χάρτης. ~ή: γραμμή/εξυπηρέτηση/μελέτη/πολιτική/πρόσβαση/σύνδεση/τεχνική/υποδομή. ~ό: δίκτυο/πρόβλημα/σύστημα/χάος (πβ. συμφόρηση). ~οί: άξονες/φορείς. ~ές: διευκολύνσεις/παρεμβάσεις. ~ά: έργα/μέσα. ● επίρρ.: συγκοινωνιακά | |
| 48098 | συγκοινωνιολογία | συ-γκοι-νω-νι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): κλάδος που ασχολείται με την οργάνωση των συγκοινωνιών. Βλ. -λογία. | |
| 48099 | συγκοινωνιολόγος | συ-γκοι-νω-νι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος σε θέματα οργάνωσης και λειτουργίας των συγκοινωνιών. Βλ. -λόγος. | |
| 48100 | συγκόλληση | συ-γκόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συνένωση μεταλλικών συνήθ. αντικειμένων, κυρ. μέσω θέρμανσης, τήξης ή χρήσης συνδετικού υλικού: μαλακή/σκληρή/υποβρύχια ~. ~ μετάλλων/πλακιδίων. ~ με οξυγόνο (βλ. οξυγονοκόλληση)/τήξη (βλ. ηλεκτρο~)/υπερήχους. [< μτγν. συγκόλλησις] | |
| 48101 | συγκολλητής | συ-γκολ-λη-τής ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που ειδικεύεται στις συγκολλήσεις. [< πβ. αρχ. συγκολλητής ‘αυτός που επινοεί’] | |
| 48102 | συγκολλητικός | , ή, ό συ-γκολ-λη-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τη συγκόλληση: ~ός: παράγοντας. ~ό: κράμα/υλικό. ~ές: μηχανές. Πβ. κολλητικός.|| (ως ουσ.) ~ό επικάλυψης.|| (μτφ.) Η εμπιστοσύνη ως ~ή ουσία στις ανθρώπινες σχέσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: συγκολλητικές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. συνθετικές γλώσσες (Τουρκική, Ουγγρική, Φινλανδική) στις οποίες η παραγωγή λέξεων γίνεται με παρατακτική σύνδεση μορφημάτων, τα οποία δεν συγχωνεύονται ούτε αλλάζει η μορφή τους. [< γαλλ. langues agglutinantes] | |
| 48103 | συγκολλώ | [συγκολλῶ] συ-γκολ-λώ ρ. (μτβ.) {συγκολλ-άς ..., -ώντας | συγκόλλ-ησα, -άται, -ήθηκε, -ημένος}: συνενώνω αντικείμενα ή τμήματα αυτών μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας συνδετική ύλη: ~ μεταλλικά/πλαστικά κομμάτια. ~ με ηλεκτροσυγκόλληση/κόλλα/σιλικόνη. ~ήθηκαν θραύσματα αγγείων/γλυπτών. (ΙΑΤΡ.) Τα άκρα/οι ιστοί/τα οστά δεν ~ήθηκαν καλά. Πβ. κολλώ. [< αρχ. συγκολλῶ] | |
| 48104 | συγκομιδή | συ-γκο-μι-δή ουσ. (θηλ.) 1. συλλογή γεωργικών προϊόντων και συγκέντρωσή τους για επεξεργασία ή αποθήκευση και συνεκδ. το σύνολο των προϊόντων αυτών: ~ βαμβακιού/σιτηρών.|| Μικρή/πλούσια/φτωχή ~. Πβ. σοδειά. 2. (μτφ.) συσσώρευση: ~ βαθμών (: για αθλητική ομάδα)/βραβείων/εμπειριών/μεταλλίων/μορίων/τίτλων. Πβ. αμητός. [< 1: αρχ. συγκομιδή] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ