Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48620-48640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48094συγκλονιστικός, ή, ό συ-γκλο-νι-στι-κός επίθ.: που συγκλονίζει: ~ός: αγώνας. ~ή: αλήθεια/είδηση/εικόνα/εμπειρία/ερμηνεία (του ηθοποιού)/θέα (πβ. συναρπαστικός)/ιστορία/μαρτυρία/παρουσία/περιπέτεια/σκηνή/στιγμή/ταινία/φωτογραφία. ~ό: γεγονός/θέαμα/κείμενο/παιχνίδι/τέλος. ~ές: σκηνές. ~ά: βίντεο. ΣΥΝ. συνταρακτικός ● επίρρ.: συγκλονιστικά [< γαλλ. bouleversant]
48095συγκοινωνεί[συγκοινωνεῖ] συ-γκοι-νω-νεί ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. και παρατ.}: (για χώρους ή περιοχές) συνδέεται μέσω διόδου ή σπανιότ. με μέσα μεταφοράς με κάποιο άλλο σημείο: Οι αίθουσες/τα κτίρια/οι στοές ~ούν μεταξύ τους με διαδρόμους. Οι δεξαμενές ~ούν με αγωγούς. Η λίμνη ~ υπόγεια με τη θάλασσα.|| Το νησί ~ ακτοπλοϊκά με ... Πβ. επικοινωνεί. ● ΣΥΜΠΛ.: συγκοινωνούντα δοχεία 1. ΦΥΣ. σειρά από δοχεία που συνδέονται μεταξύ τους με σωλήνες ή άλλον τρόπο: η αρχή των ~ων ~ων (: σύμφωνα με την οποία η ελεύθερη επιφάνεια του υγρού που περιέχουν βρίσκεται στο ίδιο οριζόντιο επίπεδο). 2. (μτφ.) στοιχεία, φαινόμενα που αλληλοσχετίζονται και αλληλεπιδρούν: Η εκπαίδευση και η αγορά εργασίας είναι ~ ~. [< γαλλ. vases communicants] [< αρχ. συγκοινωνῶ ‘συμμετέχω’, γαλλ. communiquer]
48096συγκοινωνίασυ-γκοι-νω-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων από έναν τόπο σε άλλο και κυρ. το οργανωμένο δίκτυο και τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται αυτή: αεροπορικές/ακτοπλοϊκές/ασφαλείς/δημόσιες/εναέριες/θαλάσσιες/οδικές/σιδηροδρομικές/τοπικές/υπεραστικές/χερσαίες ~ες. Αναβάθμιση/αποκατάσταση/διακοπή/παρακώλυση της ~ας. Παρέλυσαν οι ~ες λόγω της κακοκαιρίας. Η πόλη διαθέτει δημοτική ~ με συχνά δρομολόγια. (προφ.-συνεκδ.) Χρησιμοποιεί τη ~ (π.χ. λεωφορείο, τρόλεϊ), για να πάει στη δουλειά. Χωρίς ~ες θα μείνει αύριο η πρωτεύουσα. Οργανισμός Αστικών ~ών Αθηνών (ακρ. ΟΑΣΑ). 2. σύνδεση σημείων με κάποιο μέσο: ~ μεταξύ λιμένων/νήσων. Αστική ~ επαρχιακών πόλεων. ● ΣΥΜΠΛ.: Μέσα (Μαζικής) Μεταφοράς βλ. μεταφορά [< πβ. μεσν. συγκοινωνία 'συμμετοχή', γαλλ. communication]
48097συγκοινωνιακός, ή, ό συ-γκοι-νω-νι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη συγκοινωνία: ~ός: κόμβος/σχεδιασμός/τομέας/χάρτης. ~ή: γραμμή/εξυπηρέτηση/μελέτη/πολιτική/πρόσβαση/σύνδεση/τεχνική/υποδομή. ~ό: δίκτυο/πρόβλημα/σύστημα/χάος (πβ. συμφόρηση). ~οί: άξονες/φορείς. ~ές: διευκολύνσεις/παρεμβάσεις. ~ά: έργα/μέσα. ● επίρρ.: συγκοινωνιακά
48098συγκοινωνιολογίασυ-γκοι-νω-νι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): κλάδος που ασχολείται με την οργάνωση των συγκοινωνιών. Βλ. -λογία.
48099συγκοινωνιολόγοςσυ-γκοι-νω-νι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος σε θέματα οργάνωσης και λειτουργίας των συγκοινωνιών. Βλ. -λόγος.
48100συγκόλλησησυ-γκόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συνένωση μεταλλικών συνήθ. αντικειμένων, κυρ. μέσω θέρμανσης, τήξης ή χρήσης συνδετικού υλικού: μαλακή/σκληρή/υποβρύχια ~. ~ μετάλλων/πλακιδίων. ~ με οξυγόνο (βλ. οξυγονοκόλληση)/τήξη (βλ. ηλεκτρο~)/υπερήχους. [< μτγν. συγκόλλησις]
48101συγκολλητήςσυ-γκολ-λη-τής ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που ειδικεύεται στις συγκολλήσεις. [< πβ. αρχ. συγκολλητής ‘αυτός που επινοεί’]
48102συγκολλητικός, ή, ό συ-γκολ-λη-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τη συγκόλληση: ~ός: παράγοντας. ~ό: κράμα/υλικό. ~ές: μηχανές. Πβ. κολλητικός.|| (ως ουσ.) ~ό επικάλυψης.|| (μτφ.) Η εμπιστοσύνη ως ~ή ουσία στις ανθρώπινες σχέσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: συγκολλητικές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. συνθετικές γλώσσες (Τουρκική, Ουγγρική, Φινλανδική) στις οποίες η παραγωγή λέξεων γίνεται με παρατακτική σύνδεση μορφημάτων, τα οποία δεν συγχωνεύονται ούτε αλλάζει η μορφή τους. [< γαλλ. langues agglutinantes]
48103συγκολλώ[συγκολλῶ] συ-γκολ-λώ ρ. (μτβ.) {συγκολλ-άς ..., -ώντας | συγκόλλ-ησα, -άται, -ήθηκε, -ημένος}: συνενώνω αντικείμενα ή τμήματα αυτών μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας συνδετική ύλη: ~ μεταλλικά/πλαστικά κομμάτια. ~ με ηλεκτροσυγκόλληση/κόλλα/σιλικόνη. ~ήθηκαν θραύσματα αγγείων/γλυπτών. (ΙΑΤΡ.) Τα άκρα/οι ιστοί/τα οστά δεν ~ήθηκαν καλά. Πβ. κολλώ. [< αρχ. συγκολλῶ]
48104συγκομιδήσυ-γκο-μι-δή ουσ. (θηλ.) 1. συλλογή γεωργικών προϊόντων και συγκέντρωσή τους για επεξεργασία ή αποθήκευση και συνεκδ. το σύνολο των προϊόντων αυτών: ~ βαμβακιού/σιτηρών.|| Μικρή/πλούσια/φτωχή ~. Πβ. σοδειά. 2. (μτφ.) συσσώρευση: ~ βαθμών (: για αθλητική ομάδα)/βραβείων/εμπειριών/μεταλλίων/μορίων/τίτλων. Πβ. αμητός. [< 1: αρχ. συγκομιδή]
48105συγκομίζωσυ-γκο-μί-ζω ρ. (μτβ.) (λόγ.): κάνω συγκομιδή: ~ ελαιόκαρπο. [< αρχ. συγκομίζω ‘συλλέγω, συγκεντρώνω’]
48106συγκομιστικός, ή, ό συ-γκο-μι-στι-κός επίθ.: που χρησιμεύει στη συγκομιδή καρπών: ~ές: μηχανές (= συλλεκτικές).
48107συγκόμωσησυ-γκό-μω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. η σκιά που αφήνει η κόμη (κλαδιά και φυλλωσιά) των δέντρων δασικής έκτασης στο έδαφος, όταν οι ηλιακές ακτίνες πέφτουν κάθετα και γενικότ. ο βαθμός κάλυψης του εδάφους από τη βλάστηση: χαλαρή ~ σε επικλινή εδάφη. ~ συστάδων. Ποσοστό ~ης. [< γαλλ. couverture des cîmes]
48108συγκοπήσυ-γκο-πή ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ξαφνική και προσωρινή πλήρης απώλεια της συνείδησης, συνήθ. λόγω γενικευμένης εγκεφαλικής ισχαιμίας, με κίνδυνο αιφνίδιου θανάτου: ~ καρδιάς (= καρδιακή ~. Βλ. ανακοπή, ασυστολία, βραδυκαρδία, κοιλιακή μαρμαρυγή). Έπαθε ~. Βλ. λιποθυμία, ορθοστατική υπόταση.|| (προφ.) Κόντεψε να μου 'ρθει, ~ μόλις άκουσα την τιμή. ΣΥΝ. συγκοπτικό επεισόδιο 2. ΓΡΑΜΜ. αποβολή άτονου φωνήεντος που βρίσκεται μεταξύ συμφώνων σε μία λέξη: Η προστακτική "φέρετε" με ~ του "ε" γίνεται "φέρτε". Βλ. πάθη συμφώνων/φωνηέντων, σίγηση. 3. ΜΟΥΣ. τονισμός των αδύνατων μερών ενός μέτρου, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των ισχυρών μερών. [< 1,2: μτγν. συγκοπή, γαλλ.-αγγλ. syncope 3: γαλλ. ~]
48109συγκόπτεταισυ-γκό-πτε-ται ρ. (αμτβ.) {κυρ. στις μτχ. συγκοπτ-όμενος, συγκεκομ-μένος | σπανιότ. στην ενεργ. φωνή}: ΓΡΑΜΜ. (για άτονο φωνήεν ανάμεσα σε σύμφωνα) παθαίνει συγκοπή: ~μένος τύπος (: προχωρήσετε - προχωρήστε). (στην αρχ. ελλην.) ~όμενα: ονόματα (: μήτηρ - μητρός). ● Μτχ.: συγκοπτόμενος , η, ο: ΜΟΥΣ. (για ρυθμό, ήχο) που παρουσιάζει το φαινόμενο της συγκοπής. [< μτγν. συγκόπτω]
48110συγκοπτικός, ή, ό συ-γκο-πτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: συγκοπτικό επεισόδιο & συγκοπτική κρίση: συγκοπή. Βλ. λιποθυμία, στηθάγχη. [< μτγν. συγκοπτικός, γαλλ.-αγγλ. syncopal]
48111σύγκορμος, η, ο σύ-γκορ-μος επίθ.: (για αίσθηση, κατάσταση) που επηρεάζει ολόκληρο το σώμα: Ανατρίχιασα/τραντάχτηκα ~. Έτρεμε ~ από το κρύο. ● επίρρ.: σύγκορμα
48112συγκρατημένος, η, ο συ-γκρα-τη-μέ-νος επίθ.: που δεν εκδηλώνεται στον μέγιστο βαθμό, διστακτικός, επιφυλακτικός ή μετριοπαθής: ~η: ανησυχία/αντίδραση (ΑΝΤ. ασυγκράτητη). ~ο: αγοραστικό ενδιαφέρον/χαμόγελο (ΑΝΤ. απλόχερο). ~ες: εκτιμήσεις. Υπάρχει ~η αισιοδοξία για την τουριστική κίνηση. ~ εμφανίστηκε ο προπονητής μετά το παιχνίδι (πβ. φειδωλός). Με τους αγνώστους είναι ~ (πβ. σφιγμένος. ΑΝΤ. εκδηλωτικός).|| ~ος: λυρισμός. ~ο: ύφος. ● επίρρ.: συγκρατημένα: ~ αισιόδοξος. Αντέδρασε/χαμογέλασε ~.
48113συγκράτησησυ-γκρά-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. στερέωση πράγματος, στοιχείου σε συγκεκριμένη θέση, παρεμπόδιση της μετακίνησης ή της διαφυγής: ισχυρή/περιμετρική ~. ~ του εδάφους/φορτίων. Βίδα/δακτύλιος/ιμάντας/σημεία ~ης (ΣΥΝ. σταθεροποίηση, στήριξη). Συστήματα ~ης επιβατών (βλ. αερόσακος, ζώνη ασφαλείας).|| Φίλτρο ~ης σκόνης/σωματιδίων. Διατάξεις ~ης και απορροής νερών.|| (κατ' επέκτ.) Το μέτρο θα βοηθήσει στη ~ του πληθυσμού στην περιφέρεια. 2. (μτφ.) διατήρηση στα ίδια επίπεδα: ~ των δαπανών/του δημοσιονομικού ελλείμματος/της κατανάλωσης/του κόστους/των μισθών (ΣΥΝ. καθήλωση, πάγωμα. Βλ. περικοπές)/της παραγωγής/του πληθωρισμού. ~ του ρυθμού αύξησης των εξόδων. Η κερδοφορία του κλάδου χαρακτηρίζεται από τάση ~ης. Πβ. αναχαίτιση. Βλ. μείωση, περιορισμός. 3. έλεγχος της έντασης και της εκτόνωσης των συναισθημάτων, των παρορμήσεων, εγκράτεια και ειδικότ. επιφύλαξη, διστακτικότητα: ~ του θυμού. ΣΥΝ. χαλιναγώγηση. ΑΝΤ. αποχαλίνωση. Βλ. αυτο~.|| Διέκρινα μία ~ στον τρόπο που δέχτηκε την πρότασή μας. ● ΣΥΜΠΛ.: συγκράτηση τιμών βλ. τιμή [< μτγν. συγκράτησις ‘επίσχεση’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.