| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48114 | συγκρατητήρας | συ-γκρα-τη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. οτιδήποτε χρησιμεύει στη συγκράτηση, στερέωση: ~ βιβλίων (βλ. βιβλιοστάτης)/τοίχου. Βλ. -τήρας. | |
| 48115 | συγκρατούμενος, συγκρατούμενη | συ-γκρα-τού-με-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που βρίσκεται υπό κράτηση σε φυλακή ή κρατητήριο μαζί με άλλους. | |
| 48116 | συγκρατώ | [συγκρατῶ] συ-γκρα-τώ ρ. (μτβ.) {συγκρατ-είς ... | συγκράτ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ώντας, -ημένος} 1. στηρίζω, στερεώνω, δεν αφήνω κάποιον/κάτι να πέσει, να φύγει από τη θέση του: Έξι κίονες ~ούν (= υποβαστάζουν, υποστηρίζουν) την οροφή του ναού. Η ηλεκτρομαγνητική δύναµη ~εί (: κρατά) τα ηλεκτρόνια σε τροχιά γύρω από τον πυρήνα. Μια ζώνη ~ούσε το φόρεμά της ψηλά στη μέση. Πήγα να πέσω, αλλά με ~ησε (: μ' έπιασε). Αδυνατεί να ~ήσει τα ούρα της (: έχει ακράτεια).|| (κατ' επέκτ.) Ο στρατός δεν κατάφερε να ~ήσει (: αναχαιτίσει, ανακόψει, αποκρούσει, εμποδίσει) τις εχθρικές δυνάμεις.|| (μτφ.) Οι λειτουργικές δαπάνες έχουν ~ηθεί (= διατηρηθεί) στα προβλεπόμενα επίπεδα. 2. (μτφ.) δεν εκδηλώνω δυνατό συναίσθημα, έντονη παρόρμηση, αντίδραση· (μεσοπαθ.) διατηρώ τον αυτοέλεγχό μου, δεν παρεκτρέπομαι: Δεν μπόρεσε να ~ήσει τα δάκρυά/τον ενθουσιασμό/τον εαυτό/τον θυμό/την οργή/τη συγκίνησή της/του. Πρέπει να μάθεις να ~είς τα νεύρα σου (βλ. εκτός εαυτού, έξω φρενών, πυρ και μανία). Προσπάθησαν να ~ήσουν τα γέλια τους. Ήταν δύσκολο να ~ήσω (= ελέγξω) την κατάσταση. ΣΥΝ. κοντρολάρω, χαλιναγωγώ.|| Ήθελα να τον αγκαλιάσω, αλλά ~ήθηκα. Δεν ~ήθηκε (= κρατήθηκε) και τους ειρωνεύτηκε. ~ήσου (πβ. ψυχραιμία)! Θα γίνουμε ρεζίλι! ΣΥΝ. αυτο-ελέγχομαι, -κυριαρχούμαι, -συγκρατούμαι. 3. (μτφ.) διατηρώ στη μνήμη μου, θυμάμαι: Δεν ~ αριθμούς/ημερομηνίες/λεπτομέρειες/ονόματα. Δεν ~ησα τίποτα από το μάθημα. ΑΝΤ. ξεχνώ (1) ● ΦΡ.: κρατώ την αναπνοή μου βλ. αναπνοή [< αρχ. συγκρατῶ ‘κρατώ μαζί ή ενωμένο’, γαλλ. contenir] | |
| 48117 | συγκρητισμός | συ-γκρη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ανάμειξη, συγχώνευση διαφορετικών πολιτισμικών, κυρ. θρησκευτικών, στοιχείων. 2. ΦΙΛΟΣ. σύνθεση ανομοιογενών ή και ασυμβίβαστων ιδεών, αρχών σε ενιαίο φιλοσοφικό σύστημα. Βλ. εκλεκτικισμός, -ισμός. [< μτγν. συγκρητισμός 'συνασπισμός της κρητικής κοινότητας', γαλλ. syncrétisme, αγγλ. syncretism] | |
| 48118 | συγκρητιστικός | , ή, ό συ-γκρη-τι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον συγκρητισμό: ~ός: οικουμενισμός. ~ή: θρησκεία. ~ό: κίνημα/σύστημα. [< γαλλ. syncrétiste , αγγλ. syncretistic] | |
| 48119 | σύγκριμα | σύ-γκρι-μα ουσ. (ουδ.) {συγκρίμ-ατα} 1. ΓΕΩΛ. συγκέντρωση ορυκτών ουσιών μέσα σε πετρώματα: ασβεστιτικά ~ατα. 2. ΙΑΤΡ. ανόργανο σώμα που σχηματίζεται μέσα σε ιστό ή όργανο. Πβ. λίθος. [< μτγν. σύγκριμα 'προϊόν ένωσης στοιχείων', γαλλ. concrétion] | |
| 48120 | συγκρίνω | συ-γκρί-νω (μτβ.) {σύγκριν-α (λόγ.) συνέκριν-α, συγκρίν-ει, -οντας, συγκρί-θηκε (λόγ. συνεκρί-θη, -θησαν), -θεί, συγκριν-όμενος} 1. εξετάζω τις σχέσεις ομοιότητας και διαφοράς μεταξύ προσώπων, πραγμάτων, καταστάσεων, συχνά με στόχο την αξιολογική τους κρίση: ~ αποτελέσματα/δεδομένα/δύο ομάδες μεταξύ τους/ποσά/στοιχεία/χαρακτηριστικά. ~εις ανόμοια πράγματα. Οι χρήστες του σάιτ μπορούν να ~ουν τιμές και υπηρεσίες διαφόρων ξενοδοχείων. Στη μελέτη ~θηκε η κατανάλωση φαρμάκων σε δέκα χιλιάδες εθελοντές. Κανένας δεν μπορεί να ~θεί μαζί σου (: είσαι ο καλύτερος). ~οντας το τότε με το τώρα. Το κέρδος, ~όμενο με το αντίστοιχο περσινό, μειώθηκε κατά ...%. ΣΥΝ. αντιπαραβάλλω (1), αντιπαραθέτω (1), παραβάλλω 2. θεωρώ ή περιγράφω κάποιον ή κάτι ως παρόμοιο ή ανάλογο άλλου: ~εις ανόμοια πράγματα. Το ρεκόρ του ~θηκε ακόμα και με την κατάκτηση του Έβερεστ. ΣΥΝ. παραλληλίζω (1), παρομοιάζω ● ΦΡ.: συγκρίνεται ...;/δεν συγκρίνεται ...: δεν επιδέχεται σύγκριση με κάποιον ή κάτι άλλο, συχνά επειδή θεωρείται αυτονόητη η υπεροχή του έναντι των υπολοίπων: ~ονται τα σύγχρονα κινητά μ' αυτά της περασμένης δεκαετίας; Τίποτε δεν ~ με το σπιτικό φαγητό. ΣΥΝ. δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση [< αρχ. συγκρίνω] | |
| 48121 | σύγκριση | σύ-γκρι-ση ουσ. (θηλ.): εντοπισμός ομοιοτήτων και διαφορών μεταξύ προσώπων, πραγμάτων, καταστάσεων, συχνά με στόχο την αξιολογική τους κρίση: άδικη/αναπόφευκτη/ποιοτική/στατιστική ~. ~ αποδόσεων (π.χ. διαφόρων εταιρειών)/αποτελεσμάτων/εκδόσεων/μεγέθους (πλανητών και αστέρων)/μισθών/μοντέλων (αυτοκινήτων)/πολιτισμών/προϊόντων/προσφορών/τιμών. Δυνατότητα/κριτήρια/μέθοδος/πίνακας/στοιχεία/(ΠΛΗΡΟΦ.) τελεστές/τρόπος ~ης. Μόλις τους δεις μαζί, μοιραία κάνεις τη ~ (: τους συγκρίνεις). Οι δαπάνες του περσινού έτους παρατίθενται για λόγους ~ης. Η ~ αποβαίνει εις βάρος/υπέρ ... Επιλέξτε τα προϊόντα που σας ενδιαφέρουν για άμεση/αυτόματη ~. Απόλυτη ~ δεν μπορεί να γίνει ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές. Βλ. παρομοίωση. ΣΥΝ. αντιπαραβολή, αντιπαράθεση (2), παραβολή (3), παραλληλισμός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: βαθμοί σύγκρισης: ΓΡΑΜΜ. οι ειδικοί τύποι επιθέτων ή επιρρημάτων που δηλώνουν τον βαθμό στον οποίο διαθέτει ένα όνομα ή ένα ρήμα μία ποιότητα ή ιδιότητα. Βλ. θετικός, συγκριτικός, υπερθετικός (βαθμός), παραθετικά., μέτρο σύγκρισης: το σημείο αναφοράς κατά την αξιολόγηση πραγμάτων, προσώπων, καταστάσεων: Δεν έχω/δεν υπάρχει (κοινό) ~ ~. Αν πάρουμε ως ~ ~ την κλασική αρχαιότητα, ..., όρος σύγκρισης: ΓΡΑΜΜ. καθένας από τους δύο συντακτικούς όρους που αντιπαραβάλλονται μεταξύ τους ως προς μία ιδιότητα, ποιότητα την οποία δηλώνει ένα επίθετο ή επίρρημα συγκριτικού βαθμού: Στην πρόταση "Ο χρυσός είναι ακριβότερος από το ασήμι", πρώτος ~ ~ είναι "ο χρυσός" και δεύτερος "από το ασήμι". ● ΦΡ.: δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση & δεν τίθεται θέμα σύγκρισης & (προφ.) καμία/ούτε σύγκριση: για πρόσωπα ή πράγματα τόσο διαφορετικά, που δεν επιδέχονται σύγκριση, συχνά επειδή θεωρείται αυτονόητη η υπεροχή του ενός έναντι των υπολοίπων: Δεν υπάρχει ~ ανάμεσα στις δύο ομάδες.|| Έχει αλλάξει πάρα πολύ, καμία ~ με το παρελθόν. Πβ. καμία σχέση. ΣΥΝ. συγκρίνεται ...;/δεν συγκρίνεται ..., πέρα από κάθε σύγκριση (εμφατ.): για κάποιον ή κάτι ασύγκριτο, αξεπέραστο: τοπία πανέμορφα, ~ ~. [< αγγλ. beyond all comparison] , σε σύγκριση με/προς ... & (λόγ.) εν συγκρίσει με: σε σχέση με, συγκρίνοντας με: ο ρόλος του άνδρα ~ ~ αυτόν της γυναίκας στην ελληνική οικογένεια., κάποιος (δεν) αντέχει (σ)τη σύγκριση με κάποιον άλλο βλ. αντέχω [< μτγν. σύγκρισις, γαλλ. comparaison] | |
| 48122 | συγκρίσιμος | , η, ο συ-γκρί-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να συγκριθεί με κάποιον ή κάτι άλλο: ~η: δύναμη/ένταση. ~οι: αριθμοί/δείκτες/όροι/πίνακες. ~α: μεγέθη. Τα καθαρά κέρδη σε ~η βάση αυξήθηκαν κατά ... [< αγγλ. comparable] | |
| 48123 | συγκρισιμότητα | συ-γκρι-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ιδιότητα ή και η δυνατότητα του συγκρίσιμου: η ~ των αποτελεσμάτων/δεδομένων/στοιχείων μιας έρευνας με προηγούμενες. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. comparability] | |
| 48124 | συγκριτής | συ-γκρι-τής ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΡΟΛ. συσκευή για τη σύγκριση διαστάσεων ή χαρακτηριστικών ενός αντικειμένου με το αντίστοιχο ενός προτύπου: αναλογικός/ψηφιακός ~. ~ τάσης. [< αγγλ. comparator] | |
| 48125 | συγκριτικός | , ή, ό συ-γκρι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σύγκριση ή προκύπτει από αυτή· ειδικότ. για επιστήμη που χρησιμοποιεί τη σύγκριση ως ερευνητική μέθοδο: ~ός: έλεγχος/πίνακας (τιμών)/(ΠΛΗΡΟΦ.) τελεστής. ~ή: ανάγνωση (κειμένων)/ανάλυση (συστημάτων υγείας)/αξιολόγηση (σχολικών εγχειριδίων)/εξέταση/επισκόπηση/μέθοδος/μελέτη/παρουσίαση/προσέγγιση (πολιτικών θεωριών). ~ό: αποτέλεσμα/γράφημα/παράδειγμα. ~ές: δοκιμές/μετρήσεις/παρατηρήσεις. ~ά: στοιχεία. Η παρούσα έρευνα έχει ~ό χαρακτήρα.|| ~ή: γλωσσολογία/ιστορία/παιδαγωγική/φιλολογία/ψυχολογία. ~ό: δίκαιο. ● επίρρ.: συγκριτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συγκριτικός βαθμός: ΓΡΑΜΜ. τύπος επιθέτου ή επιρρήματος που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό ή ρήμα διαθέτει μία ιδιότητα ή ποιότητα σε μεγαλύτερο βαθμό από άλλο: Το "καλύτερος" είναι ο ~ ~ του επιθέτου "καλός". Επίρρημα ~ού ~ού (π.χ. περισσότερο, πιο συχνά). Βλ. βαθμοί σύγκρισης, παραθετικά., συγκριτική γραμματολογία βλ. γραμματολογία, συγκριτική διαφήμιση βλ. διαφήμιση, συγκριτική λογοτεχνία βλ. λογοτεχνία, συγκριτικό πλεονέκτημα βλ. πλεονέκτημα, συγκριτικό τεστ βλ. τεστ [< μτγν. συγκριτικός, γαλλ. comparatif, αγγλ. comparative] | |
| 48126 | συγκριτολογικός | , ή, ό συ-γκρι-το-λο-γι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τη συγκριτική φιλολογία: ~ή: μελέτη/προσέγγιση. ~ές: δοκιμές. | |
| 48127 | συγκριτολόγος | συ-γκρι-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που ειδικεύεται στη συγκριτική φιλολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. comparatiste, αγγλ. comparatist, 1933] | |
| 48128 | συγκρότημα | συ-γκρό-τη-μα ουσ. (ουδ.) {συγκροτήμ-ατος | -ατα} 1. σύνολο από ομοειδή στοιχεία που είναι συγκεντρωμένα ή/και συνδεδεμένα μεταξύ τους με λειτουργικό τρόπο· κυρ. ειδικότ. κτιριακές εγκαταστάσεις: αθλητικό/(ΑΡΧΑΙΟΛ.) ανακτορικό/βιομηχανικό (πβ. βιομηχανικό πάρκο)/εμπορικό (πβ. εμπορικό κέντρο)/εργοστασιακό/κτιριακό/(ΑΡΧΑΙΟΛ.) μνημειακό/μοντέρνο/μουσειακό/οικιστικό/παραδοσιακό/πολεοδομικό/πολυτελές/πρότυπο/ταφικό/τουριστικό ~. ~ διαμερισμάτων/ενοικιαζόμενων δωματίων/κατοικιών/κινηματογράφων. ~ αναψυχής/εταιρειών. (με κεφαλ. Σ) Ολυμπιακό ~. Ανάδειξη/αξιοποίηση ενός ~ατος. Ανέγερση/κατασκευή σχολικού ~ατος.|| (ΓΕΩΛ.) Νησιωτικό/ορεινό ~. ΣΥΝ. σύμπλεγμα.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Αντλητικό/πυροσβεστικό/ψυκτικό ~. Ολοκληρωμένο ~ αυτόνομης θέρμανσης. Πιεστικά/υδραυλικά ~ατα. 2. ομάδα καλλιτεχνών, συνήθ. μουσικών ή/και τραγουδιστών, που συνεργάζονται σταθερά με στόχο την εκτέλεση ή/και παραγωγή καλλιτεχνικού έργου: ερασιτεχνικό/θεατρικό/θρυλικό/λατρεμένο/μαθητικό/μουσικό/νεανικό/πανκ/πενταμελές/ποπ/ραπ/ροκ/φωνητικό/χορευτικό/χορωδιακό ~. Ελληνικά/ευρωπαϊκά/ξένα ~ατα. ~ λαϊκών χορών/παραδοσιακής μουσικής/τζαζ. Οι ζωντανές εμφανίσεις/ο ήχος/η καλοκαιρινή περιοδεία/τα μέλη/το όνομα/οι φαν ενός ~ατος. Το δημοφιλές ~ έρχεται για δύο συναυλίες/για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Κυκλοφόρησε το δεύτερο άλμπουμ/ο νέος δίσκος του ~ατος. Το ~ διαλύθηκε/ιδρύθηκε το ... Πβ. γκρουπ, μπάντα. 3. μεγάλη οικονομική επιχείρηση που έχει επεκταθεί σε διάφορους τομείς: δημοσιογραφικό/εκδοτικό ~. Ο γενικός διευθυντής/η δομή/τα κέρδη/τα οικονομικά αποτελέσματα του ~ατος. 4. ΣΤΡΑΤ. σύνολο στρατιωτικών μονάδων που ανήκουν στο ίδιο Όπλο ή Σώμα και υπάγονται σε ενιαία διοίκηση: βασικό/τακτικό ~. ● Υποκ.: συγκροτηματάκι (το): συνήθ. στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: αντιπροσωπευτικό συγκρότημα βλ. αντιπροσωπευτικός, στερεοφωνικό (συγκρότημα) βλ. στερεοφωνικός [< μτγν. συγκρότημα ‘οργάνωση, σύνθεση’, γαλλ. groupe] | |
| 48130 | συγκρότηση | συ-γκρό-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. σχηματισμός, σύσταση: θεσμική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική ~ του κράτους (πβ. διάρθρωση, δομή). ~ της Βουλής/του διοικητικού συμβουλίου/της επιτροπής (πβ. κατάρτιση)/της κοινωνίας/της ομάδας. 2. (μτφ.) ανάπτυξη και οργάνωση των πνευματικών κυρ. ικανοτήτων του ανθρώπου, κατάρτιση, καλλιέργεια: διανοητική/ηθική/ψυχική ~. Ωριμότητα και ~ της προσωπικότητας/της σκέψης. ● ΦΡ.: συγκρότηση σε σώμα: ΝΟΜ. (για αιρετό όργανο) η πρώτη συνεδρίαση κατά την οποία λαμβάνει χώρα η εκλογή της διοίκησης βάσει των διατάξεων και του κανονισμού ή του καταστατικού, με παράλληλη κατανομή των αρμοδιοτήτων των μελών της: ~ ~ του νέου ΔΣ μετά τη Γενική Συνέλευση. [< μτγν. συγκρότησις ‘συναρμογή’] | |
| 48131 | συγκροτώ | [συγκροτῶ] συ-γκρο-τώ ρ. (μτβ.) {συγκροτ-είς ..., -ώντας | συγκρότ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. σχηματίζω και οργανώνω κάτι, κυρ. σύνολο ανθρώπων, καθορίζοντας τα μέλη, τις αρμοδιότητες και τη λειτουργία του: Το πρόγραμμα ~ήθηκε (: καταρτίστηκε) σε συνεργασία με ξένα πανεπιστήμια. ~ήσαμε έναν πρώτο κατάλογο των δικαιούχων. Αδυνατεί να ~ήσει τη σκέψη του. Ο δήμος ~εί εθελοντική ομάδα αντιμετώπισης εκτάκτων αναγκών. Για τη διεξαγωγή των αγώνων θα ~ηθεί ειδική τεχνική επιτροπή. ~ήθηκε σε σώμα το νέο ΔΣ της εταιρείας. Μαζί τους ενώθηκαν και πολλοί ντόπιοι, ~ώντας δύναμη ... χιλιάδων ανδρών. ΣΥΝ. συνιστώ (1), συστήνω (3) 2. {κυρ. στο γ' πρόσ.} αποτελώ, απαρτίζω: Δέκα άτομα ~ούν την ομάδα εργασίας. Το δικαστήριο ~είται από δεκατρία μέλη (ΣΥΝ. σύγκειται, συνίσταται). Η διεύθυνση νομοθετικού έργου θα ~ηθεί από τα εξής τμήματα ... Πβ. συνθέτω. [< αρχ. συγκροτῶ] | |
| 48132 | συγκρούομαι | συ-γκρού-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {συγκρού-στηκα, -στεί, -όμενος} 1. (συνήθ. για όχημα) χτυπώ, πέφτω ορμητικά πάνω σε κάτι που κινείται ή είναι ακίνητο: Μηχανή ~στηκε (: τράκαρε) μετωπικά με φορτηγό. Ο οδηγός έχασε τον έλεγχο και ~στηκε διαδοχικά με τρία σταματημένα ΙΧ (πβ. προσκρούω). Ταχύπλοο ~στηκε με φουσκωτό. 2. (μτφ.) αντιτίθεμαι, αντιπαρατίθεμαι σε κάποιον ή κάτι, έρχομαι σε ρήξη μαζί του: Το παρελθόν συχνά ~εται με το παρόν. Όλο ~εται (: τσακώνεται) με τους γονείς του. Δεν δίστασε να ~στεί (: να εναντιωθεί, να τα βάλει) με το κατεστημένο. Δήλωσαν αποφασισμένοι να ~στούν με τα μεγάλα συμφέροντα. Οι δύο βουλευτές ~στηκαν ανοιχτά για την εξωτερική πολιτική της χώρας. ~όμενοι: στόχοι. ~όμενες: απόψεις/πλευρές/πληροφορίες/τάσεις (= αντίθετες, αλληλοαναιρούμενες). ~όμενα: συναισθήματα (= αλληλοσυγκρουόμενα). 3. έρχομαι σε συμπλοκή, μάχομαι: Ο στρατός ~στηκε με αντικυβερνητικούς διαδηλωτές. Οπαδοί ~στηκαν με δυνάμεις της Αστυνομίας εντός του γηπέδου.|| (μτφ.) Οι δύο ομάδες ~ονται (= παλεύουν) για την πρωτιά στον δεύτερο όμιλο. Πβ. αναμετριέμαι, κονταροχτυπιέμαι. ● ΣΥΜΠΛ.: συγκρουόμενα (αυτοκινητάκια): μικρά διθέσια ηλεκτροκίνητα οχήματα, συνήθ. σε λούνα παρκ: πίστα για ~. Βλ. τρενάκι. [< αγγλ. bumper cars, 1949] , σύγκρουση συμφερόντων/συγκρουόμενα συμφέροντα βλ. συμφέρον [< 2, 3: μτγν. συγκρούομαι] | |
| 48133 | σύγκρουση | σύ-γκρου-ση ουσ. (θηλ.) 1. (συνήθ. για όχημα) δυνατό και συνήθ. καταστροφικό χτύπημα κινούμενου σώματος πάνω σε άλλο που κινείται ή είναι ακίνητο: θανατηφόρα/ισχυρή/μετωπική/μοιραία/πλαγιομετωπική/πλευρική/πολύνεκρη/φονική ~. ~ πολεμικών αεροσκαφών/αμαξοστοιχιών/πλοίων/τρένων. ~ στον αέρα (= εναέρια ~). ~ λεωφορείου με ΙΧ χωρίς θύματα. Από τη ~ προκλήθηκαν μόνο υλικές ζημιές. Αισθητήρας/εξομοίωση/κίνδυνος ~ης. Ο έμπειρος οδηγός απέφυγε τη ~ (= τρακάρισμα). Πβ. πρόσκρουση.|| Γαλαξιακές/κοσμικές ~ούσεις. Αστεροειδής βρίσκεται σε πορεία/τροχιά ~ης με τη Γη.|| (ΦΥΣ.) (Αν)ελαστική ~. ~ούσεις σωματιδίων (βλ. επιταχυντής). 2. (μτφ.) οξεία αντιπαράθεση, ρήξη: αναπόφευκτη/ανελέητη/ανοιχτή/βίαιη/δημόσια/ενδεχόμενη/θρησκευτική/ιδεολογική/ιστορική/κατά μέτωπο(ν)/πολιτική/πολιτισμική/ταξική ~. Διαπροσωπικές/εργασιακές/κοινωνικές ~ούσεις. ~ απόψεων (ΣΥΝ. αντίθεση, διάσταση, διαφωνία)/γενεών (πβ. χάσμα)/γονέων και εφήβων/θέσεων/στόχων. Νέα/σφοδρή ~ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης για το ασφαλιστικό. Αίτια/αντιμετώπιση/διαχείριση/διευθέτηση/ειρηνική επίλυση των ~ούσεων στην οικογένεια/στο σχολείο. Αποφεύγει τις ~ούσεις. Προετοιμασίες για την τελική ~ με ... Το συνέδριο μετατράπηκε σε πεδίο ~ης. Ενέργεια που έρχεται σε (ευθεία) ~ με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Πβ. αντιδικία, διαμάχη, διένεξη, έριδα, κόντρα, πάλη, προστριβή, φιλονικία. Βλ. ομο-, συμ-φωνία.|| (ΝΟΜ.) ~ νόμων (: όταν οι διατάξεις του ενός αντιτίθενται στις διατάξεις του άλλου και συνεπώς δεν μπορούν να εφαρμοστούν). 3. {συνηθέστ. στον πληθ.} συμπλοκή, σύρραξη, πόλεμος: αιματηρές/βίαιες/εθνικές/εθνοτικές/εμφύλιες/ένοπλες/εχθρικές/ναυτικές/(εμφατ.) πολεμικές/στρατιωτικές/φυλετικές ~ούσεις. ~ ΜΑΤ-κουκουλοφόρων στην πορεία. ~ούσεις οπαδών/συμμοριών. Στα πρόθυρα ~ης τα δύο κράτη. Γενίκευση των ~ούσεων στην ευρύτερη περιοχή. Κλιμακώνονται/μαίνονται/συνεχίζονται οι ~ούσεις.|| (μτφ.) ~ γιγάντων στον τελικό του μουντιάλ. Πβ. αναμέτρηση, μάχη. 4. ΨΥΧΟΛ. κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο βιώνει αντιφατικά συναισθήματα, διακατέχεται από αντίθετες τάσεις και παρορμήσεις: ~ επιθυμιών. Οι εσωτερικές/ηθικές/συναισθηματικές/ψυχικές/ψυχολογικές ~ούσεις του ήρωα του βιβλίου. ● ΣΥΜΠΛ.: σύγκρουση αρμοδιοτήτων/δικαιοδοσίας: ΝΟΜ. αντιπαράθεση μεταξύ φορέων αρμόδιων για το ίδιο θέμα: ~ ~ μεταξύ υπουργείων. [< γαλλ. conflit d'attribution/de juridiction] , σύγκρουση των πολιτισμών: ΠΟΛΙΤ. θεωρία σύμφωνα με την οποία βασική αιτία των διενέξεων στον μεταψυχροπολεμικό κόσμο θα αποτελούν οι πολιτισμικές και θρησκευτικές διαφορές των λαών. [< αμερικ. clash of civilizations, 1993] , γνωστική σύγκρουση βλ. γνωστικός1, σύγκρουση καθηκόντων βλ. καθήκον, σύγκρουση ρόλων βλ. ρόλος, σύγκρουση συμφερόντων/συγκρουόμενα συμφέροντα βλ. συμφέρον [< μτγν. σύγκρουσις ‘αμοιβαία πρόσκρουση, φιλονικία’, γαλλ. conflit] | |
| 48134 | συγκρουσιακός | , ή, ό συ-γκρου-σι-α-κός επίθ. (λόγ.): που στοχεύει στη σύγκρουση ή την προκαλεί: ~ός: λόγος/τύπος/χαρακτήρας. ~ή: κατάσταση (βλ. τεταμένη)/πολιτική. ~ό: κλίμα/πλαίσιο. ~ές: αντιλήψεις. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ