| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48105 | συγκομίζω | συ-γκο-μί-ζω ρ. (μτβ.) (λόγ.): κάνω συγκομιδή: ~ ελαιόκαρπο. [< αρχ. συγκομίζω ‘συλλέγω, συγκεντρώνω’] | |
| 48106 | συγκομιστικός | , ή, ό συ-γκο-μι-στι-κός επίθ.: που χρησιμεύει στη συγκομιδή καρπών: ~ές: μηχανές (= συλλεκτικές). | |
| 48107 | συγκόμωση | συ-γκό-μω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. η σκιά που αφήνει η κόμη (κλαδιά και φυλλωσιά) των δέντρων δασικής έκτασης στο έδαφος, όταν οι ηλιακές ακτίνες πέφτουν κάθετα και γενικότ. ο βαθμός κάλυψης του εδάφους από τη βλάστηση: χαλαρή ~ σε επικλινή εδάφη. ~ συστάδων. Ποσοστό ~ης. [< γαλλ. couverture des cîmes] | |
| 48108 | συγκοπή | συ-γκο-πή ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ξαφνική και προσωρινή πλήρης απώλεια της συνείδησης, συνήθ. λόγω γενικευμένης εγκεφαλικής ισχαιμίας, με κίνδυνο αιφνίδιου θανάτου: ~ καρδιάς (= καρδιακή ~. Βλ. ανακοπή, ασυστολία, βραδυκαρδία, κοιλιακή μαρμαρυγή). Έπαθε ~. Βλ. λιποθυμία, ορθοστατική υπόταση.|| (προφ.) Κόντεψε να μου 'ρθει, ~ μόλις άκουσα την τιμή. ΣΥΝ. συγκοπτικό επεισόδιο 2. ΓΡΑΜΜ. αποβολή άτονου φωνήεντος που βρίσκεται μεταξύ συμφώνων σε μία λέξη: Η προστακτική "φέρετε" με ~ του "ε" γίνεται "φέρτε". Βλ. πάθη συμφώνων/φωνηέντων, σίγηση. 3. ΜΟΥΣ. τονισμός των αδύνατων μερών ενός μέτρου, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των ισχυρών μερών. [< 1,2: μτγν. συγκοπή, γαλλ.-αγγλ. syncope 3: γαλλ. ~] | |
| 48109 | συγκόπτεται | συ-γκό-πτε-ται ρ. (αμτβ.) {κυρ. στις μτχ. συγκοπτ-όμενος, συγκεκομ-μένος | σπανιότ. στην ενεργ. φωνή}: ΓΡΑΜΜ. (για άτονο φωνήεν ανάμεσα σε σύμφωνα) παθαίνει συγκοπή: ~μένος τύπος (: προχωρήσετε - προχωρήστε). (στην αρχ. ελλην.) ~όμενα: ονόματα (: μήτηρ - μητρός). ● Μτχ.: συγκοπτόμενος , η, ο: ΜΟΥΣ. (για ρυθμό, ήχο) που παρουσιάζει το φαινόμενο της συγκοπής. [< μτγν. συγκόπτω] | |
| 48110 | συγκοπτικός | , ή, ό συ-γκο-πτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: συγκοπτικό επεισόδιο & συγκοπτική κρίση: συγκοπή. Βλ. λιποθυμία, στηθάγχη. [< μτγν. συγκοπτικός, γαλλ.-αγγλ. syncopal] | |
| 48111 | σύγκορμος | , η, ο σύ-γκορ-μος επίθ.: (για αίσθηση, κατάσταση) που επηρεάζει ολόκληρο το σώμα: Ανατρίχιασα/τραντάχτηκα ~. Έτρεμε ~ από το κρύο. ● επίρρ.: σύγκορμα | |
| 48112 | συγκρατημένος | , η, ο συ-γκρα-τη-μέ-νος επίθ.: που δεν εκδηλώνεται στον μέγιστο βαθμό, διστακτικός, επιφυλακτικός ή μετριοπαθής: ~η: ανησυχία/αντίδραση (ΑΝΤ. ασυγκράτητη). ~ο: αγοραστικό ενδιαφέρον/χαμόγελο (ΑΝΤ. απλόχερο). ~ες: εκτιμήσεις. Υπάρχει ~η αισιοδοξία για την τουριστική κίνηση. ~ εμφανίστηκε ο προπονητής μετά το παιχνίδι (πβ. φειδωλός). Με τους αγνώστους είναι ~ (πβ. σφιγμένος. ΑΝΤ. εκδηλωτικός).|| ~ος: λυρισμός. ~ο: ύφος. ● επίρρ.: συγκρατημένα: ~ αισιόδοξος. Αντέδρασε/χαμογέλασε ~. | |
| 48113 | συγκράτηση | συ-γκρά-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. στερέωση πράγματος, στοιχείου σε συγκεκριμένη θέση, παρεμπόδιση της μετακίνησης ή της διαφυγής: ισχυρή/περιμετρική ~. ~ του εδάφους/φορτίων. Βίδα/δακτύλιος/ιμάντας/σημεία ~ης (ΣΥΝ. σταθεροποίηση, στήριξη). Συστήματα ~ης επιβατών (βλ. αερόσακος, ζώνη ασφαλείας).|| Φίλτρο ~ης σκόνης/σωματιδίων. Διατάξεις ~ης και απορροής νερών.|| (κατ' επέκτ.) Το μέτρο θα βοηθήσει στη ~ του πληθυσμού στην περιφέρεια. 2. (μτφ.) διατήρηση στα ίδια επίπεδα: ~ των δαπανών/του δημοσιονομικού ελλείμματος/της κατανάλωσης/του κόστους/των μισθών (ΣΥΝ. καθήλωση, πάγωμα. Βλ. περικοπές)/της παραγωγής/του πληθωρισμού. ~ του ρυθμού αύξησης των εξόδων. Η κερδοφορία του κλάδου χαρακτηρίζεται από τάση ~ης. Πβ. αναχαίτιση. Βλ. μείωση, περιορισμός. 3. έλεγχος της έντασης και της εκτόνωσης των συναισθημάτων, των παρορμήσεων, εγκράτεια και ειδικότ. επιφύλαξη, διστακτικότητα: ~ του θυμού. ΣΥΝ. χαλιναγώγηση. ΑΝΤ. αποχαλίνωση. Βλ. αυτο~.|| Διέκρινα μία ~ στον τρόπο που δέχτηκε την πρότασή μας. ● ΣΥΜΠΛ.: συγκράτηση τιμών βλ. τιμή [< μτγν. συγκράτησις ‘επίσχεση’] | |
| 48114 | συγκρατητήρας | συ-γκρα-τη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. οτιδήποτε χρησιμεύει στη συγκράτηση, στερέωση: ~ βιβλίων (βλ. βιβλιοστάτης)/τοίχου. Βλ. -τήρας. | |
| 48115 | συγκρατούμενος, συγκρατούμενη | συ-γκρα-τού-με-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που βρίσκεται υπό κράτηση σε φυλακή ή κρατητήριο μαζί με άλλους. | |
| 48116 | συγκρατώ | [συγκρατῶ] συ-γκρα-τώ ρ. (μτβ.) {συγκρατ-είς ... | συγκράτ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ώντας, -ημένος} 1. στηρίζω, στερεώνω, δεν αφήνω κάποιον/κάτι να πέσει, να φύγει από τη θέση του: Έξι κίονες ~ούν (= υποβαστάζουν, υποστηρίζουν) την οροφή του ναού. Η ηλεκτρομαγνητική δύναµη ~εί (: κρατά) τα ηλεκτρόνια σε τροχιά γύρω από τον πυρήνα. Μια ζώνη ~ούσε το φόρεμά της ψηλά στη μέση. Πήγα να πέσω, αλλά με ~ησε (: μ' έπιασε). Αδυνατεί να ~ήσει τα ούρα της (: έχει ακράτεια).|| (κατ' επέκτ.) Ο στρατός δεν κατάφερε να ~ήσει (: αναχαιτίσει, ανακόψει, αποκρούσει, εμποδίσει) τις εχθρικές δυνάμεις.|| (μτφ.) Οι λειτουργικές δαπάνες έχουν ~ηθεί (= διατηρηθεί) στα προβλεπόμενα επίπεδα. 2. (μτφ.) δεν εκδηλώνω δυνατό συναίσθημα, έντονη παρόρμηση, αντίδραση· (μεσοπαθ.) διατηρώ τον αυτοέλεγχό μου, δεν παρεκτρέπομαι: Δεν μπόρεσε να ~ήσει τα δάκρυά/τον ενθουσιασμό/τον εαυτό/τον θυμό/την οργή/τη συγκίνησή της/του. Πρέπει να μάθεις να ~είς τα νεύρα σου (βλ. εκτός εαυτού, έξω φρενών, πυρ και μανία). Προσπάθησαν να ~ήσουν τα γέλια τους. Ήταν δύσκολο να ~ήσω (= ελέγξω) την κατάσταση. ΣΥΝ. κοντρολάρω, χαλιναγωγώ.|| Ήθελα να τον αγκαλιάσω, αλλά ~ήθηκα. Δεν ~ήθηκε (= κρατήθηκε) και τους ειρωνεύτηκε. ~ήσου (πβ. ψυχραιμία)! Θα γίνουμε ρεζίλι! ΣΥΝ. αυτο-ελέγχομαι, -κυριαρχούμαι, -συγκρατούμαι. 3. (μτφ.) διατηρώ στη μνήμη μου, θυμάμαι: Δεν ~ αριθμούς/ημερομηνίες/λεπτομέρειες/ονόματα. Δεν ~ησα τίποτα από το μάθημα. ΑΝΤ. ξεχνώ (1) ● ΦΡ.: κρατώ την αναπνοή μου βλ. αναπνοή [< αρχ. συγκρατῶ ‘κρατώ μαζί ή ενωμένο’, γαλλ. contenir] | |
| 48117 | συγκρητισμός | συ-γκρη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ανάμειξη, συγχώνευση διαφορετικών πολιτισμικών, κυρ. θρησκευτικών, στοιχείων. 2. ΦΙΛΟΣ. σύνθεση ανομοιογενών ή και ασυμβίβαστων ιδεών, αρχών σε ενιαίο φιλοσοφικό σύστημα. Βλ. εκλεκτικισμός, -ισμός. [< μτγν. συγκρητισμός 'συνασπισμός της κρητικής κοινότητας', γαλλ. syncrétisme, αγγλ. syncretism] | |
| 48118 | συγκρητιστικός | , ή, ό συ-γκρη-τι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον συγκρητισμό: ~ός: οικουμενισμός. ~ή: θρησκεία. ~ό: κίνημα/σύστημα. [< γαλλ. syncrétiste , αγγλ. syncretistic] | |
| 48119 | σύγκριμα | σύ-γκρι-μα ουσ. (ουδ.) {συγκρίμ-ατα} 1. ΓΕΩΛ. συγκέντρωση ορυκτών ουσιών μέσα σε πετρώματα: ασβεστιτικά ~ατα. 2. ΙΑΤΡ. ανόργανο σώμα που σχηματίζεται μέσα σε ιστό ή όργανο. Πβ. λίθος. [< μτγν. σύγκριμα 'προϊόν ένωσης στοιχείων', γαλλ. concrétion] | |
| 48120 | συγκρίνω | συ-γκρί-νω (μτβ.) {σύγκριν-α (λόγ.) συνέκριν-α, συγκρίν-ει, -οντας, συγκρί-θηκε (λόγ. συνεκρί-θη, -θησαν), -θεί, συγκριν-όμενος} 1. εξετάζω τις σχέσεις ομοιότητας και διαφοράς μεταξύ προσώπων, πραγμάτων, καταστάσεων, συχνά με στόχο την αξιολογική τους κρίση: ~ αποτελέσματα/δεδομένα/δύο ομάδες μεταξύ τους/ποσά/στοιχεία/χαρακτηριστικά. ~εις ανόμοια πράγματα. Οι χρήστες του σάιτ μπορούν να ~ουν τιμές και υπηρεσίες διαφόρων ξενοδοχείων. Στη μελέτη ~θηκε η κατανάλωση φαρμάκων σε δέκα χιλιάδες εθελοντές. Κανένας δεν μπορεί να ~θεί μαζί σου (: είσαι ο καλύτερος). ~οντας το τότε με το τώρα. Το κέρδος, ~όμενο με το αντίστοιχο περσινό, μειώθηκε κατά ...%. ΣΥΝ. αντιπαραβάλλω (1), αντιπαραθέτω (1), παραβάλλω 2. θεωρώ ή περιγράφω κάποιον ή κάτι ως παρόμοιο ή ανάλογο άλλου: ~εις ανόμοια πράγματα. Το ρεκόρ του ~θηκε ακόμα και με την κατάκτηση του Έβερεστ. ΣΥΝ. παραλληλίζω (1), παρομοιάζω ● ΦΡ.: συγκρίνεται ...;/δεν συγκρίνεται ...: δεν επιδέχεται σύγκριση με κάποιον ή κάτι άλλο, συχνά επειδή θεωρείται αυτονόητη η υπεροχή του έναντι των υπολοίπων: ~ονται τα σύγχρονα κινητά μ' αυτά της περασμένης δεκαετίας; Τίποτε δεν ~ με το σπιτικό φαγητό. ΣΥΝ. δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση [< αρχ. συγκρίνω] | |
| 48121 | σύγκριση | σύ-γκρι-ση ουσ. (θηλ.): εντοπισμός ομοιοτήτων και διαφορών μεταξύ προσώπων, πραγμάτων, καταστάσεων, συχνά με στόχο την αξιολογική τους κρίση: άδικη/αναπόφευκτη/ποιοτική/στατιστική ~. ~ αποδόσεων (π.χ. διαφόρων εταιρειών)/αποτελεσμάτων/εκδόσεων/μεγέθους (πλανητών και αστέρων)/μισθών/μοντέλων (αυτοκινήτων)/πολιτισμών/προϊόντων/προσφορών/τιμών. Δυνατότητα/κριτήρια/μέθοδος/πίνακας/στοιχεία/(ΠΛΗΡΟΦ.) τελεστές/τρόπος ~ης. Μόλις τους δεις μαζί, μοιραία κάνεις τη ~ (: τους συγκρίνεις). Οι δαπάνες του περσινού έτους παρατίθενται για λόγους ~ης. Η ~ αποβαίνει εις βάρος/υπέρ ... Επιλέξτε τα προϊόντα που σας ενδιαφέρουν για άμεση/αυτόματη ~. Απόλυτη ~ δεν μπορεί να γίνει ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές. Βλ. παρομοίωση. ΣΥΝ. αντιπαραβολή, αντιπαράθεση (2), παραβολή (3), παραλληλισμός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: βαθμοί σύγκρισης: ΓΡΑΜΜ. οι ειδικοί τύποι επιθέτων ή επιρρημάτων που δηλώνουν τον βαθμό στον οποίο διαθέτει ένα όνομα ή ένα ρήμα μία ποιότητα ή ιδιότητα. Βλ. θετικός, συγκριτικός, υπερθετικός (βαθμός), παραθετικά., μέτρο σύγκρισης: το σημείο αναφοράς κατά την αξιολόγηση πραγμάτων, προσώπων, καταστάσεων: Δεν έχω/δεν υπάρχει (κοινό) ~ ~. Αν πάρουμε ως ~ ~ την κλασική αρχαιότητα, ..., όρος σύγκρισης: ΓΡΑΜΜ. καθένας από τους δύο συντακτικούς όρους που αντιπαραβάλλονται μεταξύ τους ως προς μία ιδιότητα, ποιότητα την οποία δηλώνει ένα επίθετο ή επίρρημα συγκριτικού βαθμού: Στην πρόταση "Ο χρυσός είναι ακριβότερος από το ασήμι", πρώτος ~ ~ είναι "ο χρυσός" και δεύτερος "από το ασήμι". ● ΦΡ.: δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση & δεν τίθεται θέμα σύγκρισης & (προφ.) καμία/ούτε σύγκριση: για πρόσωπα ή πράγματα τόσο διαφορετικά, που δεν επιδέχονται σύγκριση, συχνά επειδή θεωρείται αυτονόητη η υπεροχή του ενός έναντι των υπολοίπων: Δεν υπάρχει ~ ανάμεσα στις δύο ομάδες.|| Έχει αλλάξει πάρα πολύ, καμία ~ με το παρελθόν. Πβ. καμία σχέση. ΣΥΝ. συγκρίνεται ...;/δεν συγκρίνεται ..., πέρα από κάθε σύγκριση (εμφατ.): για κάποιον ή κάτι ασύγκριτο, αξεπέραστο: τοπία πανέμορφα, ~ ~. [< αγγλ. beyond all comparison] , σε σύγκριση με/προς ... & (λόγ.) εν συγκρίσει με: σε σχέση με, συγκρίνοντας με: ο ρόλος του άνδρα ~ ~ αυτόν της γυναίκας στην ελληνική οικογένεια., κάποιος (δεν) αντέχει (σ)τη σύγκριση με κάποιον άλλο βλ. αντέχω [< μτγν. σύγκρισις, γαλλ. comparaison] | |
| 48122 | συγκρίσιμος | , η, ο συ-γκρί-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να συγκριθεί με κάποιον ή κάτι άλλο: ~η: δύναμη/ένταση. ~οι: αριθμοί/δείκτες/όροι/πίνακες. ~α: μεγέθη. Τα καθαρά κέρδη σε ~η βάση αυξήθηκαν κατά ... [< αγγλ. comparable] | |
| 48123 | συγκρισιμότητα | συ-γκρι-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ιδιότητα ή και η δυνατότητα του συγκρίσιμου: η ~ των αποτελεσμάτων/δεδομένων/στοιχείων μιας έρευνας με προηγούμενες. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. comparability] | |
| 48124 | συγκριτής | συ-γκρι-τής ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΡΟΛ. συσκευή για τη σύγκριση διαστάσεων ή χαρακτηριστικών ενός αντικειμένου με το αντίστοιχο ενός προτύπου: αναλογικός/ψηφιακός ~. ~ τάσης. [< αγγλ. comparator] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ