| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48135 | σύγκρυο | σύ-γκρυ-ο ουσ. (ουδ.): τρεμούλιασμα από το κρύο ή λόγω έντονης και δυσάρεστης συγκίνησης: Ένιωσε ένα ~ να του διαπερνάει το κορμί. Πβ. ανατριχίλα, κρυάδα, ρίγος, τρέμουλο. ● ΦΡ.: με πιάνει σύγκρυο: τρέμω: Ανέβασα υψηλό πυρετό και μ' έπιασε ~.|| (κυρ. μτφ.) Σκέφτομαι τα έξοδα και ~ ~. Πβ. πανικοβάλλομαι. | |
| 48136 | συγκυβέρνηση | συ-γκυ-βέρ-νη-ση ουσ. (θηλ.): διακυβέρνηση που ασκείται από περισσότερα του ενός συνήθ. κόμματα· (σπάν.) γενικότ. συνδιοίκηση: μετεκλογική ~ των δύο παρατάξεων. ~ βάσει προγραμματικής συμφωνίας. Βλ. συγκυριαρχία, συναρχία, συνασπισμός. [< μεσν. συγκυβέρνησις] | |
| 48137 | συγκυβερνήτης | συ-γκυ-βερ-νή-της ουσ. (αρσ.): πιλότος που βοηθά τον κυβερνήτη κυρ. αεροσκάφους ή ελικοπτέρου. [< μεσν. συγκυβερνήτης ‘που κυβερνά με άλλον ή με άλλους’, αγγλ. copilot, 1927, γαλλ. copilote, 1937] | |
| 48138 | συγκυβερνώ | συ-γκυ-βερ-νώ ρ. (μτβ.) {-άς ..., -ώντας, (λόγ.) μτχ. -ών, -ώσα, -ών | σπάν. μεσοπαθ.}: κυβερνώ ή γενικότ. διοικώ από κοινού, ασκώ συγκυβέρνηση: Οι δυο μεγάλες πολιτικές δυνάμεις της χώρας ~ούν. Η ~ώσα παράταξη. Το ~ών κόμμα.|| (ως ουσ.) Οι ~ώντες (ενν. πολιτικοί). [< μτγν. συγκυβερνῶ] | |
| 48139 | συγκυρία | συ-γκυ-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των συνθηκών όπως διαμορφώνονται σε μια ορισμένη χρονική στιγμή και συνήθ. λειτουργούν ως πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνεται κάποιο γεγονός: η διεθνής/ιστορική/κοινωνική/οικονομική/παρούσα/πολιτική ~. Αρνητική/δυσμενής/ευνοϊκή/θετική/κακή/καλή/κρίσιμη ~. Η ~ δεν μας ευνοεί. Πβ. περίσταση. Βλ. κατάσταση. 2. τυχαίο περιστατικό: ατυχής/δυσάρεστη/ευτυχής/ευχάριστη ~. Πβ. σύμπτωση. [< 2: αρχ. συγκυρία] | |
| 48140 | συγκυριακός | , ή, ό συ-γκυ-ρι-α-κός επίθ.: που είναι αποτέλεσμα συγκυρίας, περιστασιακός: ~ή: αλλαγή/άνοδος/αύξηση/βελτίωση/εξέλιξη. Ο ~ χαρακτήρας των πολιτικών συμμαχιών. Πβ. ευκαιριακός, συμπτωματικός, τυχαίος. ● επίρρ.: συγκυριακά | |
| 48141 | συγκυριαρχία | συ-γκυ-ρι-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.): κυριαρχία που ασκείται από κοινού από δύο ή περισσότερα κράτη στον ίδιο χώρο: πολιτική ~ των δύο δυνάμεων στην περιοχή. Βλ. συγκυβέρνηση, συναρχία. [< γαλλ. condominium] | |
| 48142 | συγκυρίαρχος | , η, ο συ-γκυ-ρί-αρ-χος επίθ./ουσ. (λόγ.): (συνήθ. για κράτος) που ασκεί συγκυριαρχία. | |
| 48143 | συγκύριος | συ-γκύ-ρι-ος ουσ. (αρσ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που έχει την κυριότητα ενός αγαθού από κοινού με άλλον ή άλλους: ~ ακινήτου. ~ εξ αδιαιρέτου. Πβ. συγκάτοχος, συνιδιοκτήτης. [< γαλλ. copropriétaire] | |
| 48144 | συγκυριότητα | συ-γκυ-ρι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. συνιδιοκτησία: Εκτάσεις που ανήκουν κατά ~ στις δύο εταιρείες. Ακίνητα στα οποία ο δήμος έχει (τη) ~. Βλ. -ότητα. [< γερμ. Miteigentum, γαλλ. copropriété] | |
| 48145 | συγκυτιακός | , ή, ό συ-γκυ-τι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αναπνευστικός συγκυτιακός ιός: λοιμογόνος παράγοντας που προκαλεί βρογχιολίτιδα. [< αγγλ. respiratory syncytial virus, 1957 (RSV)] | |
| 48146 | συγκύτιο | συ-γκύ-τι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. πολυπύρηνη πρωτοπλασματική μάζα που προέρχεται από τη σύντηξη πολλών κυττάρων. Πβ. πλασμώδιο. [< γερμ. Syncytium, αγγλ.-γαλλ. syncytium] | |
| 48147 | σύγλινο | βλ. σύγκλινο | |
| 48148 | σύγνεφο | βλ. σύννεφο | |
| 48149 | συγνώμη | βλ. συγγνώμη | |
| 48150 | συγυρίζω | συ-γυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συγύρι-σα, συγυρί-σω, -στηκε, -στεί, -σμένος, συγυρίζ-οντας} (προφ.) 1. συμμαζεύω, τακτοποιώ: ~ το γραφείο/τα εργαλεία/τα κρεβάτια/την ντουλάπα/το σπίτι/τα συρτάρια. ~σε το δωμάτιό σου. Θέλω να ~σω λίγο. Το βρήκα ~οντας τα παιχνίδια των παιδιών. Αφήνει πάντα την κουζίνα καθαρή και ~σμένη (ΑΝΤ. ακατάστατη, ασυγύριστη, ασυμμάζευτη, ατακτοποίητη). Πβ. ευπρεπίζω.|| (μτφ.) Μάταια προσπάθησε να ~σει τα δημόσια οικονομικά. ΣΥΝ. νοικοκυρεύω (2) ΑΝΤ. ανακατεύω (3), αναστατώνω (3) 2. (μτφ.) επαναφέρω κάποιον στην τάξη, επιπλήττοντας ή τιμωρώντας τον, συμμορφώνω: (απειλητ.) Αν σε πιάσω στα χέρια μου, θα σε ~σω εγώ (= θα σε φτιάξω, θα σου δείξω)! Θα σε ~σει μια χαρά κι εσένα! Τον ~σα καλά! ΣΥΝ. κανονίζω (3), περιποιούμαι (3), τακτοποιώ (3) ● Παθ.: συγυρίζομαι: φροντίζω την εμφάνισή μου, περιποιούμαι τον εαυτό μου: Πώς είσαι έτσι; Συγυρίσου λιγάκι! Πβ. καλλωπίζομαι, στολίζομαι. ΣΥΝ. σουλουπώνομαι, φτιάχνομαι (1) [< 1: 16ος αι.] | |
| 3426 | συγυριζω | [ἀναστατώνω] α-να-στα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {αναστάτω-σα, αναστατώ-θηκα, -μένος} 1. (μτφ.) προξενώ (ανα)ταραχή: Σεισμική δόνηση/σκάνδαλο που ~σε (= συγκλόνισε, τάραξε) ολόκληρη τη χώρα. ~σαν τον κόσμο με τις φωνές τους (= ξεσήκωσαν, σήκωσαν στο πόδι). Τα νέα ήρθαν να ~σουν ευχάριστα την καθημερινότητά μας. Πβ. συγχύζω. ΑΝΤ. γαληνεύω, ηρεμώ, καλμάρω.|| Ουσία που ~ει τη λειτουργία του μεταβολισμού (= διαταράσσει). 2. διεγείρω τις αισθήσεις, τον αισθησιασμό: Το άρωμά της τον ~ει. Πβ. ανάβω, ερεθίζω. 3. προκαλώ ακαταστασία, κάνω άνω-κάτω: ~σαν όλο το σπίτι, για να βρουν ένα χαρτί. ΣΥΝ. ανακατεύω (3) ΑΝΤ. συγυρίζω (1), τακτοποιώ (1) [< μεσν. αναστατώνω, γαλλ. bouleverser] | |
| 48151 | συγύρισμα | συ-γύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): συμμάζεμα, τακτοποίηση: γενικό ~. ~ του δωματίου/του σπιτιού.|| (μτφ.) ~ των δαπανών/οφειλών (πβ. νοικοκύρεμα). Το άρθρο θέλει ~ (: διορθώσεις, περικοπές). (προφ.) Σου χρειάζεται ένα καλό ~ (= τιμωρία). | |
| 48152 | συγχαίρω | συγ-χαί-ρω ρ. (μτβ.) {συγχ-άρηκα (λόγ. γ' πρόσ.) συνεχάρη, συγχ-αρώ, συγχαίρ-οντας}: δίνω συγχαρητήρια σε κάποιον: ~ τους αθλητές/τους διοργανωτές. Σε ~ για την απόφαση/την επιτυχία/το κουράγιο/τη νίκη/την πράξη σου. Θα ήθελα να σας ~αρώ από καρδιάς/θερμά/ολόψυχα και να ευχηθώ ... (βλ. συλλυπούμαι)|| ~ την προσπάθεια/την πρωτοβουλία σας. Πβ. επιδοκιμάζω, χαιρετίζω. [< αρχ. συγχαίρω ‘διασκεδάζω μαζί, χαίρομαι’] | |
| 48153 | συγχαρητήρια | συγ-χα-ρη-τή-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {συγχαρητηρί-ων}: προφορική ή γραπτή έκφραση χαράς και επιδοκιμασίας προς κάποιον για ευχάριστο γεγονός ή επίτευγμα: δημόσια/ειλικρινή/προεδρικά ~. Δίνω ~ (= συγχαίρω). Απευθύνω/διαβιβάζω/εκφράζω τα ~ά μου στους ... (πβ. συχαρίκια). Σου αξίζουν ~ για την προσπάθειά σου. Θερμά ~ για τον γάμο/τη γέννηση του μωρού/την εκλογή/την επιτυχία/την προαγωγή σας. (λόγ.) Μετά πολλών ~ων. Δέχομαι/εισπράττω/λαμβάνω ~. (προφ.) Το φαγητό έγινε λουκούμι, δέχομαι ~. Δεν σταμάτησε να μοιράζει ~ στους παίκτες για τη νίκη τους. (ειρων.) ~, μας έκανες άνω-κάτω πάλι! Πβ. μπράβο. ΑΝΤ. συλλυπητήρια [< γαλλ. félicitations] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ