| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48125 | συγκριτικός | , ή, ό συ-γκρι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σύγκριση ή προκύπτει από αυτή· ειδικότ. για επιστήμη που χρησιμοποιεί τη σύγκριση ως ερευνητική μέθοδο: ~ός: έλεγχος/πίνακας (τιμών)/(ΠΛΗΡΟΦ.) τελεστής. ~ή: ανάγνωση (κειμένων)/ανάλυση (συστημάτων υγείας)/αξιολόγηση (σχολικών εγχειριδίων)/εξέταση/επισκόπηση/μέθοδος/μελέτη/παρουσίαση/προσέγγιση (πολιτικών θεωριών). ~ό: αποτέλεσμα/γράφημα/παράδειγμα. ~ές: δοκιμές/μετρήσεις/παρατηρήσεις. ~ά: στοιχεία. Η παρούσα έρευνα έχει ~ό χαρακτήρα.|| ~ή: γλωσσολογία/ιστορία/παιδαγωγική/φιλολογία/ψυχολογία. ~ό: δίκαιο. ● επίρρ.: συγκριτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συγκριτικός βαθμός: ΓΡΑΜΜ. τύπος επιθέτου ή επιρρήματος που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό ή ρήμα διαθέτει μία ιδιότητα ή ποιότητα σε μεγαλύτερο βαθμό από άλλο: Το "καλύτερος" είναι ο ~ ~ του επιθέτου "καλός". Επίρρημα ~ού ~ού (π.χ. περισσότερο, πιο συχνά). Βλ. βαθμοί σύγκρισης, παραθετικά., συγκριτική γραμματολογία βλ. γραμματολογία, συγκριτική διαφήμιση βλ. διαφήμιση, συγκριτική λογοτεχνία βλ. λογοτεχνία, συγκριτικό πλεονέκτημα βλ. πλεονέκτημα, συγκριτικό τεστ βλ. τεστ [< μτγν. συγκριτικός, γαλλ. comparatif, αγγλ. comparative] | |
| 48126 | συγκριτολογικός | , ή, ό συ-γκρι-το-λο-γι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τη συγκριτική φιλολογία: ~ή: μελέτη/προσέγγιση. ~ές: δοκιμές. | |
| 48127 | συγκριτολόγος | συ-γκρι-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που ειδικεύεται στη συγκριτική φιλολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. comparatiste, αγγλ. comparatist, 1933] | |
| 48128 | συγκρότημα | συ-γκρό-τη-μα ουσ. (ουδ.) {συγκροτήμ-ατος | -ατα} 1. σύνολο από ομοειδή στοιχεία που είναι συγκεντρωμένα ή/και συνδεδεμένα μεταξύ τους με λειτουργικό τρόπο· κυρ. ειδικότ. κτιριακές εγκαταστάσεις: αθλητικό/(ΑΡΧΑΙΟΛ.) ανακτορικό/βιομηχανικό (πβ. βιομηχανικό πάρκο)/εμπορικό (πβ. εμπορικό κέντρο)/εργοστασιακό/κτιριακό/(ΑΡΧΑΙΟΛ.) μνημειακό/μοντέρνο/μουσειακό/οικιστικό/παραδοσιακό/πολεοδομικό/πολυτελές/πρότυπο/ταφικό/τουριστικό ~. ~ διαμερισμάτων/ενοικιαζόμενων δωματίων/κατοικιών/κινηματογράφων. ~ αναψυχής/εταιρειών. (με κεφαλ. Σ) Ολυμπιακό ~. Ανάδειξη/αξιοποίηση ενός ~ατος. Ανέγερση/κατασκευή σχολικού ~ατος.|| (ΓΕΩΛ.) Νησιωτικό/ορεινό ~. ΣΥΝ. σύμπλεγμα.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Αντλητικό/πυροσβεστικό/ψυκτικό ~. Ολοκληρωμένο ~ αυτόνομης θέρμανσης. Πιεστικά/υδραυλικά ~ατα. 2. ομάδα καλλιτεχνών, συνήθ. μουσικών ή/και τραγουδιστών, που συνεργάζονται σταθερά με στόχο την εκτέλεση ή/και παραγωγή καλλιτεχνικού έργου: ερασιτεχνικό/θεατρικό/θρυλικό/λατρεμένο/μαθητικό/μουσικό/νεανικό/πανκ/πενταμελές/ποπ/ραπ/ροκ/φωνητικό/χορευτικό/χορωδιακό ~. Ελληνικά/ευρωπαϊκά/ξένα ~ατα. ~ λαϊκών χορών/παραδοσιακής μουσικής/τζαζ. Οι ζωντανές εμφανίσεις/ο ήχος/η καλοκαιρινή περιοδεία/τα μέλη/το όνομα/οι φαν ενός ~ατος. Το δημοφιλές ~ έρχεται για δύο συναυλίες/για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Κυκλοφόρησε το δεύτερο άλμπουμ/ο νέος δίσκος του ~ατος. Το ~ διαλύθηκε/ιδρύθηκε το ... Πβ. γκρουπ, μπάντα. 3. μεγάλη οικονομική επιχείρηση που έχει επεκταθεί σε διάφορους τομείς: δημοσιογραφικό/εκδοτικό ~. Ο γενικός διευθυντής/η δομή/τα κέρδη/τα οικονομικά αποτελέσματα του ~ατος. 4. ΣΤΡΑΤ. σύνολο στρατιωτικών μονάδων που ανήκουν στο ίδιο Όπλο ή Σώμα και υπάγονται σε ενιαία διοίκηση: βασικό/τακτικό ~. ● Υποκ.: συγκροτηματάκι (το): συνήθ. στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: αντιπροσωπευτικό συγκρότημα βλ. αντιπροσωπευτικός, στερεοφωνικό (συγκρότημα) βλ. στερεοφωνικός [< μτγν. συγκρότημα ‘οργάνωση, σύνθεση’, γαλλ. groupe] | |
| 48130 | συγκρότηση | συ-γκρό-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. σχηματισμός, σύσταση: θεσμική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική ~ του κράτους (πβ. διάρθρωση, δομή). ~ της Βουλής/του διοικητικού συμβουλίου/της επιτροπής (πβ. κατάρτιση)/της κοινωνίας/της ομάδας. 2. (μτφ.) ανάπτυξη και οργάνωση των πνευματικών κυρ. ικανοτήτων του ανθρώπου, κατάρτιση, καλλιέργεια: διανοητική/ηθική/ψυχική ~. Ωριμότητα και ~ της προσωπικότητας/της σκέψης. ● ΦΡ.: συγκρότηση σε σώμα: ΝΟΜ. (για αιρετό όργανο) η πρώτη συνεδρίαση κατά την οποία λαμβάνει χώρα η εκλογή της διοίκησης βάσει των διατάξεων και του κανονισμού ή του καταστατικού, με παράλληλη κατανομή των αρμοδιοτήτων των μελών της: ~ ~ του νέου ΔΣ μετά τη Γενική Συνέλευση. [< μτγν. συγκρότησις ‘συναρμογή’] | |
| 48131 | συγκροτώ | [συγκροτῶ] συ-γκρο-τώ ρ. (μτβ.) {συγκροτ-είς ..., -ώντας | συγκρότ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. σχηματίζω και οργανώνω κάτι, κυρ. σύνολο ανθρώπων, καθορίζοντας τα μέλη, τις αρμοδιότητες και τη λειτουργία του: Το πρόγραμμα ~ήθηκε (: καταρτίστηκε) σε συνεργασία με ξένα πανεπιστήμια. ~ήσαμε έναν πρώτο κατάλογο των δικαιούχων. Αδυνατεί να ~ήσει τη σκέψη του. Ο δήμος ~εί εθελοντική ομάδα αντιμετώπισης εκτάκτων αναγκών. Για τη διεξαγωγή των αγώνων θα ~ηθεί ειδική τεχνική επιτροπή. ~ήθηκε σε σώμα το νέο ΔΣ της εταιρείας. Μαζί τους ενώθηκαν και πολλοί ντόπιοι, ~ώντας δύναμη ... χιλιάδων ανδρών. ΣΥΝ. συνιστώ (1), συστήνω (3) 2. {κυρ. στο γ' πρόσ.} αποτελώ, απαρτίζω: Δέκα άτομα ~ούν την ομάδα εργασίας. Το δικαστήριο ~είται από δεκατρία μέλη (ΣΥΝ. σύγκειται, συνίσταται). Η διεύθυνση νομοθετικού έργου θα ~ηθεί από τα εξής τμήματα ... Πβ. συνθέτω. [< αρχ. συγκροτῶ] | |
| 48132 | συγκρούομαι | συ-γκρού-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {συγκρού-στηκα, -στεί, -όμενος} 1. (συνήθ. για όχημα) χτυπώ, πέφτω ορμητικά πάνω σε κάτι που κινείται ή είναι ακίνητο: Μηχανή ~στηκε (: τράκαρε) μετωπικά με φορτηγό. Ο οδηγός έχασε τον έλεγχο και ~στηκε διαδοχικά με τρία σταματημένα ΙΧ (πβ. προσκρούω). Ταχύπλοο ~στηκε με φουσκωτό. 2. (μτφ.) αντιτίθεμαι, αντιπαρατίθεμαι σε κάποιον ή κάτι, έρχομαι σε ρήξη μαζί του: Το παρελθόν συχνά ~εται με το παρόν. Όλο ~εται (: τσακώνεται) με τους γονείς του. Δεν δίστασε να ~στεί (: να εναντιωθεί, να τα βάλει) με το κατεστημένο. Δήλωσαν αποφασισμένοι να ~στούν με τα μεγάλα συμφέροντα. Οι δύο βουλευτές ~στηκαν ανοιχτά για την εξωτερική πολιτική της χώρας. ~όμενοι: στόχοι. ~όμενες: απόψεις/πλευρές/πληροφορίες/τάσεις (= αντίθετες, αλληλοαναιρούμενες). ~όμενα: συναισθήματα (= αλληλοσυγκρουόμενα). 3. έρχομαι σε συμπλοκή, μάχομαι: Ο στρατός ~στηκε με αντικυβερνητικούς διαδηλωτές. Οπαδοί ~στηκαν με δυνάμεις της Αστυνομίας εντός του γηπέδου.|| (μτφ.) Οι δύο ομάδες ~ονται (= παλεύουν) για την πρωτιά στον δεύτερο όμιλο. Πβ. αναμετριέμαι, κονταροχτυπιέμαι. ● ΣΥΜΠΛ.: συγκρουόμενα (αυτοκινητάκια): μικρά διθέσια ηλεκτροκίνητα οχήματα, συνήθ. σε λούνα παρκ: πίστα για ~. Βλ. τρενάκι. [< αγγλ. bumper cars, 1949] , σύγκρουση συμφερόντων/συγκρουόμενα συμφέροντα βλ. συμφέρον [< 2, 3: μτγν. συγκρούομαι] | |
| 48133 | σύγκρουση | σύ-γκρου-ση ουσ. (θηλ.) 1. (συνήθ. για όχημα) δυνατό και συνήθ. καταστροφικό χτύπημα κινούμενου σώματος πάνω σε άλλο που κινείται ή είναι ακίνητο: θανατηφόρα/ισχυρή/μετωπική/μοιραία/πλαγιομετωπική/πλευρική/πολύνεκρη/φονική ~. ~ πολεμικών αεροσκαφών/αμαξοστοιχιών/πλοίων/τρένων. ~ στον αέρα (= εναέρια ~). ~ λεωφορείου με ΙΧ χωρίς θύματα. Από τη ~ προκλήθηκαν μόνο υλικές ζημιές. Αισθητήρας/εξομοίωση/κίνδυνος ~ης. Ο έμπειρος οδηγός απέφυγε τη ~ (= τρακάρισμα). Πβ. πρόσκρουση.|| Γαλαξιακές/κοσμικές ~ούσεις. Αστεροειδής βρίσκεται σε πορεία/τροχιά ~ης με τη Γη.|| (ΦΥΣ.) (Αν)ελαστική ~. ~ούσεις σωματιδίων (βλ. επιταχυντής). 2. (μτφ.) οξεία αντιπαράθεση, ρήξη: αναπόφευκτη/ανελέητη/ανοιχτή/βίαιη/δημόσια/ενδεχόμενη/θρησκευτική/ιδεολογική/ιστορική/κατά μέτωπο(ν)/πολιτική/πολιτισμική/ταξική ~. Διαπροσωπικές/εργασιακές/κοινωνικές ~ούσεις. ~ απόψεων (ΣΥΝ. αντίθεση, διάσταση, διαφωνία)/γενεών (πβ. χάσμα)/γονέων και εφήβων/θέσεων/στόχων. Νέα/σφοδρή ~ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης για το ασφαλιστικό. Αίτια/αντιμετώπιση/διαχείριση/διευθέτηση/ειρηνική επίλυση των ~ούσεων στην οικογένεια/στο σχολείο. Αποφεύγει τις ~ούσεις. Προετοιμασίες για την τελική ~ με ... Το συνέδριο μετατράπηκε σε πεδίο ~ης. Ενέργεια που έρχεται σε (ευθεία) ~ με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Πβ. αντιδικία, διαμάχη, διένεξη, έριδα, κόντρα, πάλη, προστριβή, φιλονικία. Βλ. ομο-, συμ-φωνία.|| (ΝΟΜ.) ~ νόμων (: όταν οι διατάξεις του ενός αντιτίθενται στις διατάξεις του άλλου και συνεπώς δεν μπορούν να εφαρμοστούν). 3. {συνηθέστ. στον πληθ.} συμπλοκή, σύρραξη, πόλεμος: αιματηρές/βίαιες/εθνικές/εθνοτικές/εμφύλιες/ένοπλες/εχθρικές/ναυτικές/(εμφατ.) πολεμικές/στρατιωτικές/φυλετικές ~ούσεις. ~ ΜΑΤ-κουκουλοφόρων στην πορεία. ~ούσεις οπαδών/συμμοριών. Στα πρόθυρα ~ης τα δύο κράτη. Γενίκευση των ~ούσεων στην ευρύτερη περιοχή. Κλιμακώνονται/μαίνονται/συνεχίζονται οι ~ούσεις.|| (μτφ.) ~ γιγάντων στον τελικό του μουντιάλ. Πβ. αναμέτρηση, μάχη. 4. ΨΥΧΟΛ. κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο βιώνει αντιφατικά συναισθήματα, διακατέχεται από αντίθετες τάσεις και παρορμήσεις: ~ επιθυμιών. Οι εσωτερικές/ηθικές/συναισθηματικές/ψυχικές/ψυχολογικές ~ούσεις του ήρωα του βιβλίου. ● ΣΥΜΠΛ.: σύγκρουση αρμοδιοτήτων/δικαιοδοσίας: ΝΟΜ. αντιπαράθεση μεταξύ φορέων αρμόδιων για το ίδιο θέμα: ~ ~ μεταξύ υπουργείων. [< γαλλ. conflit d'attribution/de juridiction] , σύγκρουση των πολιτισμών: ΠΟΛΙΤ. θεωρία σύμφωνα με την οποία βασική αιτία των διενέξεων στον μεταψυχροπολεμικό κόσμο θα αποτελούν οι πολιτισμικές και θρησκευτικές διαφορές των λαών. [< αμερικ. clash of civilizations, 1993] , γνωστική σύγκρουση βλ. γνωστικός1, σύγκρουση καθηκόντων βλ. καθήκον, σύγκρουση ρόλων βλ. ρόλος, σύγκρουση συμφερόντων/συγκρουόμενα συμφέροντα βλ. συμφέρον [< μτγν. σύγκρουσις ‘αμοιβαία πρόσκρουση, φιλονικία’, γαλλ. conflit] | |
| 48134 | συγκρουσιακός | , ή, ό συ-γκρου-σι-α-κός επίθ. (λόγ.): που στοχεύει στη σύγκρουση ή την προκαλεί: ~ός: λόγος/τύπος/χαρακτήρας. ~ή: κατάσταση (βλ. τεταμένη)/πολιτική. ~ό: κλίμα/πλαίσιο. ~ές: αντιλήψεις. | |
| 48135 | σύγκρυο | σύ-γκρυ-ο ουσ. (ουδ.): τρεμούλιασμα από το κρύο ή λόγω έντονης και δυσάρεστης συγκίνησης: Ένιωσε ένα ~ να του διαπερνάει το κορμί. Πβ. ανατριχίλα, κρυάδα, ρίγος, τρέμουλο. ● ΦΡ.: με πιάνει σύγκρυο: τρέμω: Ανέβασα υψηλό πυρετό και μ' έπιασε ~.|| (κυρ. μτφ.) Σκέφτομαι τα έξοδα και ~ ~. Πβ. πανικοβάλλομαι. | |
| 48136 | συγκυβέρνηση | συ-γκυ-βέρ-νη-ση ουσ. (θηλ.): διακυβέρνηση που ασκείται από περισσότερα του ενός συνήθ. κόμματα· (σπάν.) γενικότ. συνδιοίκηση: μετεκλογική ~ των δύο παρατάξεων. ~ βάσει προγραμματικής συμφωνίας. Βλ. συγκυριαρχία, συναρχία, συνασπισμός. [< μεσν. συγκυβέρνησις] | |
| 48137 | συγκυβερνήτης | συ-γκυ-βερ-νή-της ουσ. (αρσ.): πιλότος που βοηθά τον κυβερνήτη κυρ. αεροσκάφους ή ελικοπτέρου. [< μεσν. συγκυβερνήτης ‘που κυβερνά με άλλον ή με άλλους’, αγγλ. copilot, 1927, γαλλ. copilote, 1937] | |
| 48138 | συγκυβερνώ | συ-γκυ-βερ-νώ ρ. (μτβ.) {-άς ..., -ώντας, (λόγ.) μτχ. -ών, -ώσα, -ών | σπάν. μεσοπαθ.}: κυβερνώ ή γενικότ. διοικώ από κοινού, ασκώ συγκυβέρνηση: Οι δυο μεγάλες πολιτικές δυνάμεις της χώρας ~ούν. Η ~ώσα παράταξη. Το ~ών κόμμα.|| (ως ουσ.) Οι ~ώντες (ενν. πολιτικοί). [< μτγν. συγκυβερνῶ] | |
| 48139 | συγκυρία | συ-γκυ-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των συνθηκών όπως διαμορφώνονται σε μια ορισμένη χρονική στιγμή και συνήθ. λειτουργούν ως πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδηλώνεται κάποιο γεγονός: η διεθνής/ιστορική/κοινωνική/οικονομική/παρούσα/πολιτική ~. Αρνητική/δυσμενής/ευνοϊκή/θετική/κακή/καλή/κρίσιμη ~. Η ~ δεν μας ευνοεί. Πβ. περίσταση. Βλ. κατάσταση. 2. τυχαίο περιστατικό: ατυχής/δυσάρεστη/ευτυχής/ευχάριστη ~. Πβ. σύμπτωση. [< 2: αρχ. συγκυρία] | |
| 48140 | συγκυριακός | , ή, ό συ-γκυ-ρι-α-κός επίθ.: που είναι αποτέλεσμα συγκυρίας, περιστασιακός: ~ή: αλλαγή/άνοδος/αύξηση/βελτίωση/εξέλιξη. Ο ~ χαρακτήρας των πολιτικών συμμαχιών. Πβ. ευκαιριακός, συμπτωματικός, τυχαίος. ● επίρρ.: συγκυριακά | |
| 48141 | συγκυριαρχία | συ-γκυ-ρι-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.): κυριαρχία που ασκείται από κοινού από δύο ή περισσότερα κράτη στον ίδιο χώρο: πολιτική ~ των δύο δυνάμεων στην περιοχή. Βλ. συγκυβέρνηση, συναρχία. [< γαλλ. condominium] | |
| 48142 | συγκυρίαρχος | , η, ο συ-γκυ-ρί-αρ-χος επίθ./ουσ. (λόγ.): (συνήθ. για κράτος) που ασκεί συγκυριαρχία. | |
| 48143 | συγκύριος | συ-γκύ-ρι-ος ουσ. (αρσ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που έχει την κυριότητα ενός αγαθού από κοινού με άλλον ή άλλους: ~ ακινήτου. ~ εξ αδιαιρέτου. Πβ. συγκάτοχος, συνιδιοκτήτης. [< γαλλ. copropriétaire] | |
| 48144 | συγκυριότητα | συ-γκυ-ρι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. συνιδιοκτησία: Εκτάσεις που ανήκουν κατά ~ στις δύο εταιρείες. Ακίνητα στα οποία ο δήμος έχει (τη) ~. Βλ. -ότητα. [< γερμ. Miteigentum, γαλλ. copropriété] | |
| 48145 | συγκυτιακός | , ή, ό συ-γκυ-τι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αναπνευστικός συγκυτιακός ιός: λοιμογόνος παράγοντας που προκαλεί βρογχιολίτιδα. [< αγγλ. respiratory syncytial virus, 1957 (RSV)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ