Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48680-48700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48154συγχαρητήριος, α, ο συγ-χα-ρη-τή-ρι-ος επίθ.: (κυρ. για κείμενο) μέσω του οποίου κάποιος συγχαίρει κάποιον άλλο: ~ος: λόγος. ~α: δήλωση/επιστολή. ~ο: γράμμα/μήνυμα/τηλεγράφημα/τηλεφώνημα. ~ες: ευχές. Βλ. -τήριος. ΑΝΤ. συλλυπητήριος
48155συγχαρίκιαβλ. συχαρίκια
48156συγχέωσυγ-χέ-ω ρ. (μτβ.) {παρατ. συνέχεε, μτχ. συγχέ-οντας, συγκεχυμένος | συνήθ. στον ενεστ.} (λόγ.): δεν έχω ξεκάθαρη αντίληψη για συναφή πράγματα, μπερδεύω: ~ εμπειρίες/έννοιες/σημασίες/καταστάσεις. ~εις τη σοβαρότητα με τη σοβαροφάνεια. (προφ.) Μη ~εις τα πράγματα! Όροι που χρησιμοποιούνται λανθασμένα ή ~ονται. Συχνά τα όρια μεταξύ φιλίας και έρωτα ~ονται. ● βλ. συγκεχυμένος [< αρχ. συγχέω]
48077συγχέω

, η, ο συ-γκε-χυ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που δεν είναι σαφής, ξεκάθαρος, καθορισμένος: ~ος: θόρυβος/ρόλος. ~η: κατάσταση. ~ες: απόψεις/θέσεις/ιδέες/πληροφορίες. ~α: (συν)αισθήματα/λόγια/στοιχεία. Έχω ~η εικόνα για το ζήτημα. Πβ. ασαφής, μπερδεμένος. ● επίρρ.: συγκεχυμένα ● βλ. συγχέω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συγχέω]

48157συγχίζωβλ. συγχύζω
48158σύγχισηβλ. σύγχυση
48159συγχισμένος, η, ο βλ. συγχυσμένος
48160συγχορδίασυγ-χορ-δί-α ουσ. (θηλ.) {συγχορδι-ών} 1. ΜΟΥΣ. συνήχηση τριών τουλάχιστον φθόγγων· κατ' επέκτ. αρμονικό άκουσμα: αυξημένες/δευτερεύουσες/ελάσσονες/ελαττωμένες/κύριες/μείζονες/τετράφωνες/τρίφωνες ~ες. ~ εβδόμης/πέμπτης/τρίτης. Οι βασικές ~ες της κιθάρας. (σε εξετάσεις) Αναγνώριση ~ών. Παίζω μια ~ στο πιάνο. Βλ. αναστροφή, άρπισμα, διάστημα, διαφωνία, συμφωνία, φάλτσο.|| (σπάν.-μτφ.) ~ χρωμάτων. ΣΥΝ. ακόρντο 2. (μτφ.-συνήθ. ειρων.) σύνολο συνδυασμένων και εναρμονισμένων μεταξύ τους ενεργειών: ~ επιθέσεων/πιέσεων. ~ στήριξης του υπουργού από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. [< 1: αρχ. συγχορδία ‘αρμονία’, γαλλ. accord]
48161συγχορευτής, συγχορεύτριασυγ-χο-ρευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): χορευτής που συνοδεύει στον χορό κάποιον άλλο. Πβ. καβαλιέρος, ντάμα, παρτενέρ. [< αρχ. συγχορευτής, συγχορεύτρια]
48162συγχορήγησησυγ-χο-ρή-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων: Η ~ συμπληρωμάτων ασβεστίου και σιδήρου έχει ως συνέπεια ... Πβ. συνδυασμένη θεραπεία. Βλ. μονοθεραπεία.
48163συγχρηματοδότησησυγ-χρη-μα-το-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): συμμετοχή στη χρηματοδότηση έργου, δραστηριότητας: εθνική/ιδιωτική/κοινοτική/περιφερειακή ~. ~ δημόσιων έργων/ερευνητικών προγραμμάτων. Ποσοστό ~ης. Βλ. -δότηση. [< αγγλ. co-financing, γαλλ. cοfinancement, 1987]
48164συγχρηματοδοτώ[συγχρηματοδοτῶ] συγ-χρη-μα-το-δο-τώ ρ. (μτβ.) {συγχρηματοδοτ-είς ..., -ώντας | -είται, -ηθεί, -ούμενος} (επίσ.): χρηματοδοτώ έργο, δραστηριότητα από κοινού με άλλους: Η Ευρωπαϊκή Ένωση ~εί με ποσοστό 50% σχέδιο αγροτουρισμού. Το έργο θα ~ηθεί από κοινοτικούς και εθνικούς πόρους. Κρατικά, ~ούμενα και ευρωπαϊκά προγράμματα. Βλ. -δοτώ. [< αγγλ. cofinance, 1928, γαλλ. cοfinancer, 1985]
48165συγχρονίασυγ-χρο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. η δομή μιας γλώσσας σε δεδομένη χρονική στιγμή και η αντίστοιχη θεώρηση: ανάλυση φωνητικών φαινομένων στη ~ τους. Βλ. διαχρονία.|| (γενικότ. για οποιοδήποτε σύστημα:) Πολιτισμική ~. [< γαλλ. synchronie, 1906, γερμ. Synchronie, αγγλ. synchrony]
48166συγχρονίζωσυγ-χρο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {συγχρόνι-σα, -στηκα, -σμένος, συγχρονίζ-οντας}: ρυθμίζω λειτουργίες, διαδικασίες, έτσι ώστε να συμβούν ταυτόχρονα ή να επαναλαμβάνονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα: ~ ήχο και εικόνα. ~ουν τον βηματισμό/τις κινήσεις τους στον ίδιο ρυθμό. ~σαμε τα ρολόγια μας. (ΠΛΗΡΟΦ.) Σε τι ταχύτητα ~ει η ADSL γραμμή/το μόντεμ σας; Τα δεδομένα ~ονται αυτόματα. Πβ. χρονίζω. ΑΝΤ. απο~.|| (προφ.) Πότε θα τα καταφέρουμε να ~στούμε (= συντονιστούμε) μεταξύ μας; [< μτγν. συγχρονίζω, γαλλ. synchroniser]
48167συγχρονικός, ή, ό συγ-χρο-νι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη συγχρονία: ~ή: ανάλυση/γλωσσολογία/γραμματική/διάσταση. ~ό: πλαίσιο. Βλ. διαχρονικός.|| (γενικότ.) ~ή μελέτη των χορών. ● επίρρ.: συγχρονικά ● ΣΥΜΠΛ.: συγχρονική/συγχρονισμένη κολύμβηση βλ. κολύμβηση [< γαλλ. synchronique, αγγλ. synchronic]
48168συγχρονικότητασυγ-χρο-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συγχρονικού ή του σύγχρονου. Βλ. διαχρονικότητα, -ότητα.|| (ΨΥΧΟΛ.) Αρχή/θεωρία της ~ας (: σύμφωνα με τον Γιουνγκ, η χρονική σύμπτωση φαινομένων που σχετίζονται, αλλά η σχέση τους δεν ερμηνεύεται με τον νόμο της αιτιότητας). Βλ. τηλεπάθεια. [< γερμ. Synchronizität, αγγλ. synchronicity, 1953, γαλλ. synchronicité, 1954]
13293Συγχρονικοτητα

δι-μορ-φί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. συνύπαρξη σε συγχρονικό επίπεδο δύο ποικιλιών της ίδιας γλώσσας (επίσημη-κοινή) με διαφορετικά πεδία χρήσης (στην Ελληνική, καθαρεύουσα και δημοτική). Βλ. διτυπία, -μορφία. ΣΥΝ. διγλωσσία (3)

48169συγχρονισμένος, η, ο συγ-χρο-νι-σμέ-νος επίθ.: που έχει συγχρονιστεί: ~η: (ΑΘΛ.) κατάδυση. ~οι: υπότιτλοι. ~ες: ασκήσεις/κινήσεις/λειτουργίες. ~α: πυρά (κατά του ...)/ρολόγια. ΑΝΤ. ασυγχρόνιστος ● επίρρ.: συγχρονισμένα: Έπαιζαν/χόρευαν ~. ● ΣΥΜΠΛ.: συγχρονική/συγχρονισμένη κολύμβηση βλ. κολύμβηση [< πβ. αγγλ. synchronized, γαλλ. synchronisé]
48170συγχρονισμόςσυγ-χρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): διαδικασία μέσω της οποίας συγχρονίζονται ενέργειες, φαινόμενα ή μηχανισμοί: απόλυτος/κακός/καλός/τέλειος ~. ~ διεργασιών/κινήσεων. Έλλειψη ~ού. Πβ. συντονισμός, τάιμινγκ.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Αργός/αυτόματος ~. Πρόβλημα/ταχύτητα ~ού. ~ ήχου και εικόνας/πομπού και δέκτη/υποτίτλων. (ΠΛΗΡΟΦ.) Απομακρυσμένος/τοπικός ~ δεδομένων (: αντιγραφή αρχείων από συσκευή σε συσκευή μέσω δικτύου ή με σύνδεση. Πβ. χρονισμός). Καλώδιο ~ού. (ΜΗΧΑΝΟΛ.) ~ καρμπιρατέρ. (ΦΥΣ.) ~ των εκκρεμών. Πβ. ταυτοχρονισμός. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. αποσυγχρονισμός [< μτγν. συγχρονισμός, γαλλ.-αγγλ. synchronisation, αγγλ. timing]
48171συγχρονιστικός, ή, ό συγ-χρο-νι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη συγχρονικότητα ή στον συγχρονισμό: ~ή: ερμηνεία/σχέση. ~ό: γεγονός/φαινόμενο. ● επίρρ.: συγχρονιστικά [< πβ. αγγλ. synchronistic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.