| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48146 | συγκύτιο | συ-γκύ-τι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. πολυπύρηνη πρωτοπλασματική μάζα που προέρχεται από τη σύντηξη πολλών κυττάρων. Πβ. πλασμώδιο. [< γερμ. Syncytium, αγγλ.-γαλλ. syncytium] | |
| 48147 | σύγλινο | βλ. σύγκλινο | |
| 48148 | σύγνεφο | βλ. σύννεφο | |
| 48149 | συγνώμη | βλ. συγγνώμη | |
| 48150 | συγυρίζω | συ-γυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συγύρι-σα, συγυρί-σω, -στηκε, -στεί, -σμένος, συγυρίζ-οντας} (προφ.) 1. συμμαζεύω, τακτοποιώ: ~ το γραφείο/τα εργαλεία/τα κρεβάτια/την ντουλάπα/το σπίτι/τα συρτάρια. ~σε το δωμάτιό σου. Θέλω να ~σω λίγο. Το βρήκα ~οντας τα παιχνίδια των παιδιών. Αφήνει πάντα την κουζίνα καθαρή και ~σμένη (ΑΝΤ. ακατάστατη, ασυγύριστη, ασυμμάζευτη, ατακτοποίητη). Πβ. ευπρεπίζω.|| (μτφ.) Μάταια προσπάθησε να ~σει τα δημόσια οικονομικά. ΣΥΝ. νοικοκυρεύω (2) ΑΝΤ. ανακατεύω (3), αναστατώνω (3) 2. (μτφ.) επαναφέρω κάποιον στην τάξη, επιπλήττοντας ή τιμωρώντας τον, συμμορφώνω: (απειλητ.) Αν σε πιάσω στα χέρια μου, θα σε ~σω εγώ (= θα σε φτιάξω, θα σου δείξω)! Θα σε ~σει μια χαρά κι εσένα! Τον ~σα καλά! ΣΥΝ. κανονίζω (3), περιποιούμαι (3), τακτοποιώ (3) ● Παθ.: συγυρίζομαι: φροντίζω την εμφάνισή μου, περιποιούμαι τον εαυτό μου: Πώς είσαι έτσι; Συγυρίσου λιγάκι! Πβ. καλλωπίζομαι, στολίζομαι. ΣΥΝ. σουλουπώνομαι, φτιάχνομαι (1) [< 1: 16ος αι.] | |
| 3426 | συγυριζω | [ἀναστατώνω] α-να-στα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {αναστάτω-σα, αναστατώ-θηκα, -μένος} 1. (μτφ.) προξενώ (ανα)ταραχή: Σεισμική δόνηση/σκάνδαλο που ~σε (= συγκλόνισε, τάραξε) ολόκληρη τη χώρα. ~σαν τον κόσμο με τις φωνές τους (= ξεσήκωσαν, σήκωσαν στο πόδι). Τα νέα ήρθαν να ~σουν ευχάριστα την καθημερινότητά μας. Πβ. συγχύζω. ΑΝΤ. γαληνεύω, ηρεμώ, καλμάρω.|| Ουσία που ~ει τη λειτουργία του μεταβολισμού (= διαταράσσει). 2. διεγείρω τις αισθήσεις, τον αισθησιασμό: Το άρωμά της τον ~ει. Πβ. ανάβω, ερεθίζω. 3. προκαλώ ακαταστασία, κάνω άνω-κάτω: ~σαν όλο το σπίτι, για να βρουν ένα χαρτί. ΣΥΝ. ανακατεύω (3) ΑΝΤ. συγυρίζω (1), τακτοποιώ (1) [< μεσν. αναστατώνω, γαλλ. bouleverser] | |
| 48151 | συγύρισμα | συ-γύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): συμμάζεμα, τακτοποίηση: γενικό ~. ~ του δωματίου/του σπιτιού.|| (μτφ.) ~ των δαπανών/οφειλών (πβ. νοικοκύρεμα). Το άρθρο θέλει ~ (: διορθώσεις, περικοπές). (προφ.) Σου χρειάζεται ένα καλό ~ (= τιμωρία). | |
| 48152 | συγχαίρω | συγ-χαί-ρω ρ. (μτβ.) {συγχ-άρηκα (λόγ. γ' πρόσ.) συνεχάρη, συγχ-αρώ, συγχαίρ-οντας}: δίνω συγχαρητήρια σε κάποιον: ~ τους αθλητές/τους διοργανωτές. Σε ~ για την απόφαση/την επιτυχία/το κουράγιο/τη νίκη/την πράξη σου. Θα ήθελα να σας ~αρώ από καρδιάς/θερμά/ολόψυχα και να ευχηθώ ... (βλ. συλλυπούμαι)|| ~ την προσπάθεια/την πρωτοβουλία σας. Πβ. επιδοκιμάζω, χαιρετίζω. [< αρχ. συγχαίρω ‘διασκεδάζω μαζί, χαίρομαι’] | |
| 48153 | συγχαρητήρια | συγ-χα-ρη-τή-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {συγχαρητηρί-ων}: προφορική ή γραπτή έκφραση χαράς και επιδοκιμασίας προς κάποιον για ευχάριστο γεγονός ή επίτευγμα: δημόσια/ειλικρινή/προεδρικά ~. Δίνω ~ (= συγχαίρω). Απευθύνω/διαβιβάζω/εκφράζω τα ~ά μου στους ... (πβ. συχαρίκια). Σου αξίζουν ~ για την προσπάθειά σου. Θερμά ~ για τον γάμο/τη γέννηση του μωρού/την εκλογή/την επιτυχία/την προαγωγή σας. (λόγ.) Μετά πολλών ~ων. Δέχομαι/εισπράττω/λαμβάνω ~. (προφ.) Το φαγητό έγινε λουκούμι, δέχομαι ~. Δεν σταμάτησε να μοιράζει ~ στους παίκτες για τη νίκη τους. (ειρων.) ~, μας έκανες άνω-κάτω πάλι! Πβ. μπράβο. ΑΝΤ. συλλυπητήρια [< γαλλ. félicitations] | |
| 48154 | συγχαρητήριος | , α, ο συγ-χα-ρη-τή-ρι-ος επίθ.: (κυρ. για κείμενο) μέσω του οποίου κάποιος συγχαίρει κάποιον άλλο: ~ος: λόγος. ~α: δήλωση/επιστολή. ~ο: γράμμα/μήνυμα/τηλεγράφημα/τηλεφώνημα. ~ες: ευχές. Βλ. -τήριος. ΑΝΤ. συλλυπητήριος | |
| 48155 | συγχαρίκια | βλ. συχαρίκια | |
| 48156 | συγχέω | συγ-χέ-ω ρ. (μτβ.) {παρατ. συνέχεε, μτχ. συγχέ-οντας, συγκεχυμένος | συνήθ. στον ενεστ.} (λόγ.): δεν έχω ξεκάθαρη αντίληψη για συναφή πράγματα, μπερδεύω: ~ εμπειρίες/έννοιες/σημασίες/καταστάσεις. ~εις τη σοβαρότητα με τη σοβαροφάνεια. (προφ.) Μη ~εις τα πράγματα! Όροι που χρησιμοποιούνται λανθασμένα ή ~ονται. Συχνά τα όρια μεταξύ φιλίας και έρωτα ~ονται. ● βλ. συγκεχυμένος [< αρχ. συγχέω] | |
| 48077 | συγχέω | , η, ο συ-γκε-χυ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που δεν είναι σαφής, ξεκάθαρος, καθορισμένος: ~ος: θόρυβος/ρόλος. ~η: κατάσταση. ~ες: απόψεις/θέσεις/ιδέες/πληροφορίες. ~α: (συν)αισθήματα/λόγια/στοιχεία. Έχω ~η εικόνα για το ζήτημα. Πβ. ασαφής, μπερδεμένος. ● επίρρ.: συγκεχυμένα ● βλ. συγχέω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συγχέω] | |
| 48157 | συγχίζω | βλ. συγχύζω | |
| 48158 | σύγχιση | βλ. σύγχυση | |
| 48159 | συγχισμένος | , η, ο βλ. συγχυσμένος | |
| 48160 | συγχορδία | συγ-χορ-δί-α ουσ. (θηλ.) {συγχορδι-ών} 1. ΜΟΥΣ. συνήχηση τριών τουλάχιστον φθόγγων· κατ' επέκτ. αρμονικό άκουσμα: αυξημένες/δευτερεύουσες/ελάσσονες/ελαττωμένες/κύριες/μείζονες/τετράφωνες/τρίφωνες ~ες. ~ εβδόμης/πέμπτης/τρίτης. Οι βασικές ~ες της κιθάρας. (σε εξετάσεις) Αναγνώριση ~ών. Παίζω μια ~ στο πιάνο. Βλ. αναστροφή, άρπισμα, διάστημα, διαφωνία, συμφωνία, φάλτσο.|| (σπάν.-μτφ.) ~ χρωμάτων. ΣΥΝ. ακόρντο 2. (μτφ.-συνήθ. ειρων.) σύνολο συνδυασμένων και εναρμονισμένων μεταξύ τους ενεργειών: ~ επιθέσεων/πιέσεων. ~ στήριξης του υπουργού από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. [< 1: αρχ. συγχορδία ‘αρμονία’, γαλλ. accord] | |
| 48161 | συγχορευτής, συγχορεύτρια | συγ-χο-ρευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): χορευτής που συνοδεύει στον χορό κάποιον άλλο. Πβ. καβαλιέρος, ντάμα, παρτενέρ. [< αρχ. συγχορευτής, συγχορεύτρια] | |
| 48162 | συγχορήγηση | συγ-χο-ρή-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων: Η ~ συμπληρωμάτων ασβεστίου και σιδήρου έχει ως συνέπεια ... Πβ. συνδυασμένη θεραπεία. Βλ. μονοθεραπεία. | |
| 48163 | συγχρηματοδότηση | συγ-χρη-μα-το-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): συμμετοχή στη χρηματοδότηση έργου, δραστηριότητας: εθνική/ιδιωτική/κοινοτική/περιφερειακή ~. ~ δημόσιων έργων/ερευνητικών προγραμμάτων. Ποσοστό ~ης. Βλ. -δότηση. [< αγγλ. co-financing, γαλλ. cοfinancement, 1987] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ