| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48164 | συγχρηματοδοτώ | [συγχρηματοδοτῶ] συγ-χρη-μα-το-δο-τώ ρ. (μτβ.) {συγχρηματοδοτ-είς ..., -ώντας | -είται, -ηθεί, -ούμενος} (επίσ.): χρηματοδοτώ έργο, δραστηριότητα από κοινού με άλλους: Η Ευρωπαϊκή Ένωση ~εί με ποσοστό 50% σχέδιο αγροτουρισμού. Το έργο θα ~ηθεί από κοινοτικούς και εθνικούς πόρους. Κρατικά, ~ούμενα και ευρωπαϊκά προγράμματα. Βλ. -δοτώ. [< αγγλ. cofinance, 1928, γαλλ. cοfinancer, 1985] | |
| 48165 | συγχρονία | συγ-χρο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. η δομή μιας γλώσσας σε δεδομένη χρονική στιγμή και η αντίστοιχη θεώρηση: ανάλυση φωνητικών φαινομένων στη ~ τους. Βλ. διαχρονία.|| (γενικότ. για οποιοδήποτε σύστημα:) Πολιτισμική ~. [< γαλλ. synchronie, 1906, γερμ. Synchronie, αγγλ. synchrony] | |
| 48166 | συγχρονίζω | συγ-χρο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {συγχρόνι-σα, -στηκα, -σμένος, συγχρονίζ-οντας}: ρυθμίζω λειτουργίες, διαδικασίες, έτσι ώστε να συμβούν ταυτόχρονα ή να επαναλαμβάνονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα: ~ ήχο και εικόνα. ~ουν τον βηματισμό/τις κινήσεις τους στον ίδιο ρυθμό. ~σαμε τα ρολόγια μας. (ΠΛΗΡΟΦ.) Σε τι ταχύτητα ~ει η ADSL γραμμή/το μόντεμ σας; Τα δεδομένα ~ονται αυτόματα. Πβ. χρονίζω. ΑΝΤ. απο~.|| (προφ.) Πότε θα τα καταφέρουμε να ~στούμε (= συντονιστούμε) μεταξύ μας; [< μτγν. συγχρονίζω, γαλλ. synchroniser] | |
| 48167 | συγχρονικός | , ή, ό συγ-χρο-νι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη συγχρονία: ~ή: ανάλυση/γλωσσολογία/γραμματική/διάσταση. ~ό: πλαίσιο. Βλ. διαχρονικός.|| (γενικότ.) ~ή μελέτη των χορών. ● επίρρ.: συγχρονικά ● ΣΥΜΠΛ.: συγχρονική/συγχρονισμένη κολύμβηση βλ. κολύμβηση [< γαλλ. synchronique, αγγλ. synchronic] | |
| 48168 | συγχρονικότητα | συγ-χρο-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συγχρονικού ή του σύγχρονου. Βλ. διαχρονικότητα, -ότητα.|| (ΨΥΧΟΛ.) Αρχή/θεωρία της ~ας (: σύμφωνα με τον Γιουνγκ, η χρονική σύμπτωση φαινομένων που σχετίζονται, αλλά η σχέση τους δεν ερμηνεύεται με τον νόμο της αιτιότητας). Βλ. τηλεπάθεια. [< γερμ. Synchronizität, αγγλ. synchronicity, 1953, γαλλ. synchronicité, 1954] | |
| 13293 | Συγχρονικοτητα | δι-μορ-φί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. συνύπαρξη σε συγχρονικό επίπεδο δύο ποικιλιών της ίδιας γλώσσας (επίσημη-κοινή) με διαφορετικά πεδία χρήσης (στην Ελληνική, καθαρεύουσα και δημοτική). Βλ. διτυπία, -μορφία. ΣΥΝ. διγλωσσία (3) | |
| 48169 | συγχρονισμένος | , η, ο συγ-χρο-νι-σμέ-νος επίθ.: που έχει συγχρονιστεί: ~η: (ΑΘΛ.) κατάδυση. ~οι: υπότιτλοι. ~ες: ασκήσεις/κινήσεις/λειτουργίες. ~α: πυρά (κατά του ...)/ρολόγια. ΑΝΤ. ασυγχρόνιστος ● επίρρ.: συγχρονισμένα: Έπαιζαν/χόρευαν ~. ● ΣΥΜΠΛ.: συγχρονική/συγχρονισμένη κολύμβηση βλ. κολύμβηση [< πβ. αγγλ. synchronized, γαλλ. synchronisé] | |
| 48170 | συγχρονισμός | συγ-χρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): διαδικασία μέσω της οποίας συγχρονίζονται ενέργειες, φαινόμενα ή μηχανισμοί: απόλυτος/κακός/καλός/τέλειος ~. ~ διεργασιών/κινήσεων. Έλλειψη ~ού. Πβ. συντονισμός, τάιμινγκ.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Αργός/αυτόματος ~. Πρόβλημα/ταχύτητα ~ού. ~ ήχου και εικόνας/πομπού και δέκτη/υποτίτλων. (ΠΛΗΡΟΦ.) Απομακρυσμένος/τοπικός ~ δεδομένων (: αντιγραφή αρχείων από συσκευή σε συσκευή μέσω δικτύου ή με σύνδεση. Πβ. χρονισμός). Καλώδιο ~ού. (ΜΗΧΑΝΟΛ.) ~ καρμπιρατέρ. (ΦΥΣ.) ~ των εκκρεμών. Πβ. ταυτοχρονισμός. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. αποσυγχρονισμός [< μτγν. συγχρονισμός, γαλλ.-αγγλ. synchronisation, αγγλ. timing] | |
| 48171 | συγχρονιστικός | , ή, ό συγ-χρο-νι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη συγχρονικότητα ή στον συγχρονισμό: ~ή: ερμηνεία/σχέση. ~ό: γεγονός/φαινόμενο. ● επίρρ.: συγχρονιστικά [< πβ. αγγλ. synchronistic] | |
| 48172 | σύγχρονος | , η, ο σύγ-χρο-νος επίθ. {κ. (λόγ.) θηλ. σύγχρονος} 1. που εκφράζει τη σημερινή ή σχετικά πρόσφατη εποχή, ανήκει σε αυτή ή αποτελεί προϊόν της: ~ος: κινηματογράφος/κόσμος/πολιτισμός/ρόλος (του εκπαιδευτικού, βλ. παραδοσιακός)/τρόπος ζωής. ~η: αισθητική/αρχιτεκτονική/έκδοση (ΑΝΤ. παλιά, παλιότερη)/ιστορία (βλ. αρχαία, μεσαιωνική, νεότερη)/λογοτεχνία (βλ. κλασική)/μουσική/προσέγγιση (ενός έργου)/σκέψη. ~ο: θέατρο/κράτος/μοντέλο. ~οι: Ολυμπιακοί αγώνες/προβληματισμοί/συγγραφείς. ~ες: ανάγκες/γλώσσες (πβ. ζωντανές. Βλ. νεκρές). ~α: θέματα/προβλήματα. Ιστορία της ~ης Ελλάδας. Η θέση της γυναίκας στη ~η εποχή/πραγματικότητα (ΑΝΤ. παρελθόν). Ο ~ άνθρωπος έχει απομακρυνθεί από τη φύση. Έχει ~ες αντιλήψεις/ιδέες (ΣΥΝ. καινοτόμες, μοντέρνες, νεωτεριστικές, πρωτοποριακές, ΑΝΤ. απαρχαιωμένες, (ξε)περασμένες, παρωχημένες, αναχρονιστικές, συντηρητικές, ντεμοντέ). Βλ. αλλοτινός.|| ~ος: εξοπλισμός. ~ο: ντιζάιν/σπίτι/σχολείο. ~ες: απαιτήσεις/εγκαταστάσεις/εφαρμογές/λύσεις/πρακτικές/τάσεις/τεχνικές/υποδομές. ~α: συστήματα (καθαρισμού του νερού). Η εταιρεία προσφέρει ~ο περιβάλλον εργασίας. Τα δωμάτια είναι εξοπλισμένα με όλες τις ~ες ανέσεις. Βλ. υπερ~. ΣΥΝ. σημερινός (1), συγκαιρινός, τωρινός 2. που ζει, υπάρχει, αναπτύσσεται κατά την ίδια χρονική περίοδο με κάποιον ή κάτι άλλο ή συμβαίνει την ίδια στιγμή με κάτι άλλο: ο ... και οι ~οί του ποιητές. Τοιχογραφίες ~ες με την ανέγερση του ναού. ΑΝΤ. νεότερος, παλ(α)ιότερος.|| Αναπήδηση στο αριστερό πόδι με ~η (= ταυτόχρονη) άρση του δεξιού. ΣΥΝ. ομόχρονος.|| (ΗΛΕΚΤΡ.-ΤΕΧΝΟΛ.) ~ες: (ηλεκτρικές) μηχανές (: ηλεκτροκινητήρες ή γεννήτριες εναλλασσόμενου ρεύματος, η ταχύτητα περιστροφής των οποίων βρίσκεται σε συγχρονισμό με τη συχνότητα του ρεύματος). ΑΝΤ. α~, επαγωγικός. Βλ. -χρονος. ● Ουσ.: σύγχρονο (το): ΓΡΑΜΜ. χρονική σχέση που δηλώνει ότι δύο ή περισσότερες ενέργειες γίνονται ταυτόχρονα. Βλ. προτερό-, υστερό-χρονο., σύγχρονος (ο) {κυρ. στον πληθ.}: πρόσωπο που έζησε ή ζει την ίδια χρονική περίοδο με κάποιο άλλο: Διαφοροποιήθηκε από τις απόψεις των ~όνων του. ● επίρρ.: συγχρόνως: ταυτόχρονα: Εργαζόμαστε ~ πολλοί στο ίδιο γραφείο. ΣΥΝ. συνάμα ● ΣΥΜΠΛ.: σύγχρονη επικοινωνία: ΔΙΑΔΙΚΤ. που γίνεται σε πραγματικό χρόνο, κατά την οποία δηλ. οι συνομιλητές είναι ταυτόχρονα συνδεδεμένοι στο διαδίκτυο. Βλ. εμ ες εν, σκάιπ, τηλεδιάσκεψη, τσατ. ΑΝΤ. ασύγχρονη επικοινωνία [< αγγλ. synchronous communication] , σύγχρονος χορός & σύγχρονο (το): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ομάδα χορευτικών ειδών που αναπτύχθηκαν τον 20ό αιώνα, προορίζονται για παράσταση και συνδυάζουν διαφορετικά συστήματα και τεχνικές του μοντέρνου και του μεταμοντέρνου χορού. Βλ. μπαλέτο, τζαζ. [< αγγλ. contemporary dance] , σύγχρονη τέχνη βλ. τέχνη, σύγχρονη τηλεκπαίδευση βλ. τηλεκπαίδευση [< 1: γαλλ. contemporain, moderne 2: μτγν. σύγχρονος 'ταυτόχρονος', γαλλ. simultané, synchrone, αγγλ. synchronous] | |
| 48173 | σύγχροτρο | σύγ-χρο-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. κυκλικός επιταχυντής φορτισμένων σωματιδίων που συνδυάζει ένα ηλεκτρικό πεδίο υψηλής συχνότητας με ένα μαγνητικό πεδίο χαμηλής συχνότητας και έχει επιστημονικές και βιομηχανικές εφαρμογές: ~ πρωτονίων. Ακτινοβολία ~ου (: με τη μορφή ακτίνων Χ και υπεριωδών ακτίνων). Βλ. κύκλοτρο, -τρο. [< αγγλ. synchrotron, 1945, γαλλ. ~, 1949 < synchro(ne) + (cyclo)tron] | |
| 48174 | συγχρωτίζομαι | συγ-χρω-τί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συγχρωτίζ-ονται} (λόγ.): συναγελάζομαι: Δεν του αρέσει να ~εται με το πλήθος. Πβ. κάνω παρέα, συναναστρέφομαι. ΣΥΝ. συμφύρομαι [< μτγν. συγχρωτίζομαι ‘είμαι σε επαφή’] | |
| 48175 | συγχρωτισμός | συγ-χρω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): συναναστροφή με άτομα τα οποία θεωρούνται κατώτερα· συνήθ. ειδικότ. (στενή) επαφή. ΣΥΝ. συναγελασμός. Πβ. παρέα, συντροφιά. Βλ. -ισμός.|| (ΙΑΤΡ.) Αλλεργικοί που αποφεύγουν τον ~ό με κατοικίδια ζώα. Ο ~ σε κλειστούς χώρους ευνοεί τη μετάδοση μικροβίων. Βλ. συνωστισμός. | |
| 48176 | συγχύζω | συγ-χύ-ζω ρ. (μτβ.) & συγχίζω {σύγχυ-σα κ. σύγχι-σα, συγχύ-στηκα κ. συγχί-στηκα, -στώ, -σμένος, συγχύζ-οντας}: αναστατώνω, εκνευρίζω: Άσε με, έχω ~στεί (πβ. θολώνω). (οικ.) Μη μου ~εσαι! Πβ. ταράζω, τσαντίζω. ΑΝΤ. ηρεμώ (2) [< μεσν. συγχύζω, ιταλ. turbare] | |
| 48177 | σύγχυση | σύγ-χυ-ση ουσ. (θηλ.) & σύγχιση 1. έλλειψη σαφήνειας, αδυναμία διάκρισης, μπέρδεμα: γλωσσική/εννοιολογική/ιδεολογική/πνευματική ~. ~ αξιών/αρμοδιοτήτων/ρόλων (πβ. ασάφεια). Η ~ οφείλεται στη συγγενή ονομασία των δύο πόλεων. Η ομοιότητά τους δημιουργεί/επιφέρει/προκαλεί ~ σε όσους τους βλέπουν για πρώτη φορά. Η επισήμανση αυτή είναι αναγκαία, προκειμένου να αποφευχθούν ~ύσεις με άλλα είδη. Η δήλωση του υπουργού επέτεινε τη γενική/γενικότερη ~ αναφορικά με τις επιδιώξεις της κυβέρνησης. 2. απουσία τάξης ή ψυχραιμίας, αναστάτωση, (ανα)ταραχή: συναισθηματική ~. Σε κατάσταση/κλίμα ~ης ... Σοβαρή ~ επικρατεί/υπάρχει στην αγορά/στην κοινή γνώμη. Σε απόλυτη/μεγάλη ~ βρίσκονται οι εργαζομένοι λόγω των ασφαλιστικών αλλαγών. (ΑΘΛ.) Εκμεταλλεύτηκε τη ~ στα καρέ της ομάδας και άνοιξε το σκορ. Μέσα στη ~ή μου ξέχασα να κλειδώσω την πόρτα (ΣΥΝ. παραζάλη. Πβ. πελάγωμα). (προφ.) Πήρα μία ~ σήμερα, που δεν περιγράφεται (πβ. λαχτάρα, στενοχώρια, τρομάρα). Πβ. αλαλούμ, αναρχία, αταξία, κομφούζιο, μπάχαλο, παράλυση, χάος.|| (ΝΟΜ.) Το δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης για μέτρια/πλήρη ~ (: διαταραγμένη ψυχική κατάσταση που δικαιολογεί μειωμένο καταλογισμό ή μη καταλογισμό ευθύνης στον δράστη κολάσιμης πράξης). 3. ΝΟΜ. τρόπος απόσβεσης ενοχής, όταν στο ίδιο πρόσωπο συμπίπτει η ιδιότητα του δανειστή και του οφειλέτη: Σε περίπτωση συγχώνευσης ακυρώνονται λόγω ~ης οι μετοχές της απορροφώσας εταιρείας. ● ΣΥΜΠΛ.: διανοητική σύγχυση: ΨΥΧΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση που συνίσταται σε οξεία, παροδική συνήθ. ή χρόνια, διαταραχή κυρ. του προσανατολισμού και της πρόσφατης μνήμης. Πβ. θόλωση. [< γαλλ. confusion mentale, αγγλ. mental confusion] ● ΦΡ.: σύγχυση φρενών (λόγ.): έλλειψη λογικής σκέψης. Πβ. τρικυμία εν κρανίω. [< αρχ. σύγχυσις ‘ανακάτωμα, αναταραχή’, πβ. σύ(γ)χυση, 18ος αι., γαλλ.-αγγλ. confusion] | |
| 48178 | συγχυσμένος | , η, ο συγ-χυ-σμέ-νος επίθ. & συγχισμένος: αναστατωμένος, εκνευρισμένος: Έκλεισε το τηλέφωνο ~. Ήταν πολύ ~η και δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Πβ. ταραγμένος, τσαντισμένος. [< 17ος αι.] | |
| 48179 | συγχώνευση | συγ-χώ-νευ-ση ουσ. (θηλ.): ενοποίηση: ~ δήμων/τμημάτων/(δημόσιων) υπηρεσιών.|| (ΟΙΚΟΝ.) Στρατηγική ~. ~ (ασφαλιστικών) ταμείων/κεφαλαίων/τραπεζών. ~ και εξαγορά επιχειρήσεων/εταιρειών. Οδεύουν προς ~. Πβ. (συν)ένωση.|| (ΝΟΜ.) ~ ποινών (: συνυπολογισμός ποινών, ώστε να επιβάλλεται η μεγαλύτερη και ένα μόνο μέρος από τις υπόλοιπες).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων/κελιών.|| (ΒΙΟΛ.) ~ κυττάρων. [< γερμ. Verschmelzung, γαλλ. fusion] | |
| 48180 | συγχωνεύω | συγ-χω-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {συγχώνευ-σα, συγχωνεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος, -οντας}: ενοποιώ συνήθ. ομοειδή στοιχεία, δημιουργώντας ενιαίο σύνολο: Η εταιρεία θα ~σει τις θυγατρικές της. Στην παράδοση ~ονται ετερόκλιτα στοιχεία. Οι φορείς του δημοσίου που καταργούνται ή ~ονται. Δήμοι/σωματεία/(ασφαλιστικά) ταμεία/τμήματα/τράπεζες που θα ~θούν. ~μένες υπηρεσίες. ~μένα: σχολεία (πβ. συνενούμενος). Πβ. συνενώνω. [< αρχ. συγχωνεύω, γαλλ. fusionner, αγγλ. merge] | |
| 48181 | συγχώρηση | συγ-χώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) συ(γ)χώρεση: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συγχωρώ: ~ για τα λάθη/σφάλματά μας. Δίνω/παίρνω ~. Ζήτησε ~ από τον Θεό. ~ (= άφεση) των αμαρτιών. Μετάνιωσε ειλικρινά και έλαβε ~. Πβ. εξιλασμός. Βλ. μετάνοια. ● ΦΡ.: μετά συγχωρήσεως (προφ.): παρενθετικά για μετριασμό απαξιωτικής ή παρεξηγήσιμης έκφρασης: Τι ανοησίες, ~ ~, κάθεσαι και λες; ΣΥΝ. με το συμπάθιο [< μτγν. συγχώρησις] | |
| 48182 | συγχωρητικός | , ή, ό συγ-χω-ρη-τι-κός επίθ.: που συγχωρεί, επιεικής: ~ή: (ΕΚΚΛΗΣ.) ευχή. ~ό: πνεύμα. (για τον Θεό) ~, σπλαχνικός και μακρόθυμος. ● επίρρ.: συγχωρητικά [< μτγν. συγχωρητικός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ