Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48700-48720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48172σύγχρονος, η, ο σύγ-χρο-νος επίθ. {κ. (λόγ.) θηλ. σύγχρονος} 1. που εκφράζει τη σημερινή ή σχετικά πρόσφατη εποχή, ανήκει σε αυτή ή αποτελεί προϊόν της: ~ος: κινηματογράφος/κόσμος/πολιτισμός/ρόλος (του εκπαιδευτικού, βλ. παραδοσιακός)/τρόπος ζωής. ~η: αισθητική/αρχιτεκτονική/έκδοση (ΑΝΤ. παλιά, παλιότερη)/ιστορία (βλ. αρχαία, μεσαιωνική, νεότερη)/λογοτεχνία (βλ. κλασική)/μουσική/προσέγγιση (ενός έργου)/σκέψη. ~ο: θέατρο/κράτος/μοντέλο. ~οι: Ολυμπιακοί αγώνες/προβληματισμοί/συγγραφείς. ~ες: ανάγκες/γλώσσες (πβ. ζωντανές. Βλ. νεκρές). ~α: θέματα/προβλήματα. Ιστορία της ~ης Ελλάδας. Η θέση της γυναίκας στη ~η εποχή/πραγματικότητα (ΑΝΤ. παρελθόν). Ο ~ άνθρωπος έχει απομακρυνθεί από τη φύση. Έχει ~ες αντιλήψεις/ιδέες (ΣΥΝ. καινοτόμες, μοντέρνες, νεωτεριστικές, πρωτοποριακές, ΑΝΤ. απαρχαιωμένες, (ξε)περασμένες, παρωχημένες, αναχρονιστικές, συντηρητικές, ντεμοντέ). Βλ. αλλοτινός.|| ~ος: εξοπλισμός. ~ο: ντιζάιν/σπίτι/σχολείο. ~ες: απαιτήσεις/εγκαταστάσεις/εφαρμογές/λύσεις/πρακτικές/τάσεις/τεχνικές/υποδομές. ~α: συστήματα (καθαρισμού του νερού). Η εταιρεία προσφέρει ~ο περιβάλλον εργασίας. Τα δωμάτια είναι εξοπλισμένα με όλες τις ~ες ανέσεις. Βλ. υπερ~. ΣΥΝ. σημερινός (1), συγκαιρινός, τωρινός 2. που ζει, υπάρχει, αναπτύσσεται κατά την ίδια χρονική περίοδο με κάποιον ή κάτι άλλο ή συμβαίνει την ίδια στιγμή με κάτι άλλο: ο ... και οι ~οί του ποιητές. Τοιχογραφίες ~ες με την ανέγερση του ναού. ΑΝΤ. νεότερος, παλ(α)ιότερος.|| Αναπήδηση στο αριστερό πόδι με ~η (= ταυτόχρονη) άρση του δεξιού. ΣΥΝ. ομόχρονος.|| (ΗΛΕΚΤΡ.-ΤΕΧΝΟΛ.) ~ες: (ηλεκτρικές) μηχανές (: ηλεκτροκινητήρες ή γεννήτριες εναλλασσόμενου ρεύματος, η ταχύτητα περιστροφής των οποίων βρίσκεται σε συγχρονισμό με τη συχνότητα του ρεύματος). ΑΝΤ. α~, επαγωγικός. Βλ. -χρονος. ● Ουσ.: σύγχρονο (το): ΓΡΑΜΜ. χρονική σχέση που δηλώνει ότι δύο ή περισσότερες ενέργειες γίνονται ταυτόχρονα. Βλ. προτερό-, υστερό-χρονο., σύγχρονος (ο) {κυρ. στον πληθ.}: πρόσωπο που έζησε ή ζει την ίδια χρονική περίοδο με κάποιο άλλο: Διαφοροποιήθηκε από τις απόψεις των ~όνων του. ● επίρρ.: συγχρόνως: ταυτόχρονα: Εργαζόμαστε ~ πολλοί στο ίδιο γραφείο. ΣΥΝ. συνάμα ● ΣΥΜΠΛ.: σύγχρονη επικοινωνία: ΔΙΑΔΙΚΤ. που γίνεται σε πραγματικό χρόνο, κατά την οποία δηλ. οι συνομιλητές είναι ταυτόχρονα συνδεδεμένοι στο διαδίκτυο. Βλ. εμ ες εν, σκάιπ, τηλεδιάσκεψη, τσατ. ΑΝΤ. ασύγχρονη επικοινωνία [< αγγλ. synchronous communication] , σύγχρονος χορός & σύγχρονο (το): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ομάδα χορευτικών ειδών που αναπτύχθηκαν τον 20ό αιώνα, προορίζονται για παράσταση και συνδυάζουν διαφορετικά συστήματα και τεχνικές του μοντέρνου και του μεταμοντέρνου χορού. Βλ. μπαλέτο, τζαζ. [< αγγλ. contemporary dance] , σύγχρονη τέχνη βλ. τέχνη, σύγχρονη τηλεκπαίδευση βλ. τηλεκπαίδευση [< 1: γαλλ. contemporain, moderne 2: μτγν. σύγχρονος 'ταυτόχρονος', γαλλ. simultané, synchrone, αγγλ. synchronous]
48173σύγχροτροσύγ-χρο-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. κυκλικός επιταχυντής φορτισμένων σωματιδίων που συνδυάζει ένα ηλεκτρικό πεδίο υψηλής συχνότητας με ένα μαγνητικό πεδίο χαμηλής συχνότητας και έχει επιστημονικές και βιομηχανικές εφαρμογές: ~ πρωτονίων. Ακτινοβολία ~ου (: με τη μορφή ακτίνων Χ και υπεριωδών ακτίνων). Βλ. κύκλοτρο, -τρο. [< αγγλ. synchrotron, 1945, γαλλ. ~, 1949 < synchro(ne) + (cyclo)tron]
48174συγχρωτίζομαισυγ-χρω-τί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συγχρωτίζ-ονται} (λόγ.): συναγελάζομαι: Δεν του αρέσει να ~εται με το πλήθος. Πβ. κάνω παρέα, συναναστρέφομαι. ΣΥΝ. συμφύρομαι [< μτγν. συγχρωτίζομαι ‘είμαι σε επαφή’]
48175συγχρωτισμόςσυγ-χρω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): συναναστροφή με άτομα τα οποία θεωρούνται κατώτερα· συνήθ. ειδικότ. (στενή) επαφή. ΣΥΝ. συναγελασμός. Πβ. παρέα, συντροφιά. Βλ. -ισμός.|| (ΙΑΤΡ.) Αλλεργικοί που αποφεύγουν τον ~ό με κατοικίδια ζώα. Ο ~ σε κλειστούς χώρους ευνοεί τη μετάδοση μικροβίων. Βλ. συνωστισμός.
48176συγχύζωσυγ-χύ-ζω ρ. (μτβ.) & συγχίζω {σύγχυ-σα κ. σύγχι-σα, συγχύ-στηκα κ. συγχί-στηκα, -στώ, -σμένος, συγχύζ-οντας}: αναστατώνω, εκνευρίζω: Άσε με, έχω ~στεί (πβ. θολώνω). (οικ.) Μη μου ~εσαι! Πβ. ταράζω, τσαντίζω. ΑΝΤ. ηρεμώ (2) [< μεσν. συγχύζω, ιταλ. turbare]
48177σύγχυσησύγ-χυ-ση ουσ. (θηλ.) & σύγχιση 1. έλλειψη σαφήνειας, αδυναμία διάκρισης, μπέρδεμα: γλωσσική/εννοιολογική/ιδεολογική/πνευματική ~. ~ αξιών/αρμοδιοτήτων/ρόλων (πβ. ασάφεια). Η ~ οφείλεται στη συγγενή ονομασία των δύο πόλεων. Η ομοιότητά τους δημιουργεί/επιφέρει/προκαλεί ~ σε όσους τους βλέπουν για πρώτη φορά. Η επισήμανση αυτή είναι αναγκαία, προκειμένου να αποφευχθούν ~ύσεις με άλλα είδη. Η δήλωση του υπουργού επέτεινε τη γενική/γενικότερη ~ αναφορικά με τις επιδιώξεις της κυβέρνησης. 2. απουσία τάξης ή ψυχραιμίας, αναστάτωση, (ανα)ταραχή: συναισθηματική ~. Σε κατάσταση/κλίμα ~ης ... Σοβαρή ~ επικρατεί/υπάρχει στην αγορά/στην κοινή γνώμη. Σε απόλυτη/μεγάλη ~ βρίσκονται οι εργαζομένοι λόγω των ασφαλιστικών αλλαγών. (ΑΘΛ.) Εκμεταλλεύτηκε τη ~ στα καρέ της ομάδας και άνοιξε το σκορ. Μέσα στη ~ή μου ξέχασα να κλειδώσω την πόρτα (ΣΥΝ. παραζάλη. Πβ. πελάγωμα). (προφ.) Πήρα μία ~ σήμερα, που δεν περιγράφεται (πβ. λαχτάρα, στενοχώρια, τρομάρα). Πβ. αλαλούμ, αναρχία, αταξία, κομφούζιο, μπάχαλο, παράλυση, χάος.|| (ΝΟΜ.) Το δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης για μέτρια/πλήρη ~ (: διαταραγμένη ψυχική κατάσταση που δικαιολογεί μειωμένο καταλογισμό ή μη καταλογισμό ευθύνης στον δράστη κολάσιμης πράξης). 3. ΝΟΜ. τρόπος απόσβεσης ενοχής, όταν στο ίδιο πρόσωπο συμπίπτει η ιδιότητα του δανειστή και του οφειλέτη: Σε περίπτωση συγχώνευσης ακυρώνονται λόγω ~ης οι μετοχές της απορροφώσας εταιρείας. ● ΣΥΜΠΛ.: διανοητική σύγχυση: ΨΥΧΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση που συνίσταται σε οξεία, παροδική συνήθ. ή χρόνια, διαταραχή κυρ. του προσανατολισμού και της πρόσφατης μνήμης. Πβ. θόλωση. [< γαλλ. confusion mentale, αγγλ. mental confusion] ● ΦΡ.: σύγχυση φρενών (λόγ.): έλλειψη λογικής σκέψης. Πβ. τρικυμία εν κρανίω. [< αρχ. σύγχυσις ‘ανακάτωμα, αναταραχή’, πβ. σύ(γ)χυση, 18ος αι., γαλλ.-αγγλ. confusion]
48178συγχυσμένος, η, ο συγ-χυ-σμέ-νος επίθ. & συγχισμένος: αναστατωμένος, εκνευρισμένος: Έκλεισε το τηλέφωνο ~. Ήταν πολύ ~η και δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Πβ. ταραγμένος, τσαντισμένος. [< 17ος αι.]
48179συγχώνευσησυγ-χώ-νευ-ση ουσ. (θηλ.): ενοποίηση: ~ δήμων/τμημάτων/(δημόσιων) υπηρεσιών.|| (ΟΙΚΟΝ.) Στρατηγική ~. ~ (ασφαλιστικών) ταμείων/κεφαλαίων/τραπεζών. ~ και εξαγορά επιχειρήσεων/εταιρειών. Οδεύουν προς ~. Πβ. (συν)ένωση.|| (ΝΟΜ.) ~ ποινών (: συνυπολογισμός ποινών, ώστε να επιβάλλεται η μεγαλύτερη και ένα μόνο μέρος από τις υπόλοιπες).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων/κελιών.|| (ΒΙΟΛ.) ~ κυττάρων. [< γερμ. Verschmelzung, γαλλ. fusion]
48180συγχωνεύωσυγ-χω-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {συγχώνευ-σα, συγχωνεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος, -οντας}: ενοποιώ συνήθ. ομοειδή στοιχεία, δημιουργώντας ενιαίο σύνολο: Η εταιρεία θα ~σει τις θυγατρικές της. Στην παράδοση ~ονται ετερόκλιτα στοιχεία. Οι φορείς του δημοσίου που καταργούνται ή ~ονται. Δήμοι/σωματεία/(ασφαλιστικά) ταμεία/τμήματα/τράπεζες που θα ~θούν. ~μένες υπηρεσίες. ~μένα: σχολεία (πβ. συνενούμενος). Πβ. συνενώνω. [< αρχ. συγχωνεύω, γαλλ. fusionner, αγγλ. merge]
48181συγχώρησησυγ-χώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) συ(γ)χώρεση: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συγχωρώ: ~ για τα λάθη/σφάλματά μας. Δίνω/παίρνω ~. Ζήτησε ~ από τον Θεό. ~ (= άφεση) των αμαρτιών. Μετάνιωσε ειλικρινά και έλαβε ~. Πβ. εξιλασμός. Βλ. μετάνοια. ● ΦΡ.: μετά συγχωρήσεως (προφ.): παρενθετικά για μετριασμό απαξιωτικής ή παρεξηγήσιμης έκφρασης: Τι ανοησίες, ~ ~, κάθεσαι και λες; ΣΥΝ. με το συμπάθιο [< μτγν. συγχώρησις]
48182συγχωρητικός, ή, ό συγ-χω-ρη-τι-κός επίθ.: που συγχωρεί, επιεικής: ~ή: (ΕΚΚΛΗΣ.) ευχή. ~ό: πνεύμα. (για τον Θεό) ~, σπλαχνικός και μακρόθυμος. ● επίρρ.: συγχωρητικά [< μτγν. συγχωρητικός]
48183συγχωρητικότητασυγ-χω-ρη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συγχωρητικού: η αγάπη/χάρη και η ~ του Θεού. Διάθεση/πνεύμα ~ας. Βλ. -ότητα, ευσπλαχνία, μακροθυμία. ΑΝΤ. μνησικακία
48184συγχωριανός, συγχωριανήσυγ-χω-ρια-νός ουσ. (αρσ. + θηλ.) & συχωριανός: πρόσωπο που μένει στο ίδιο χωριό με κάποιον άλλον ή κατάγεται από αυτό: Είναι ~ μου. Πβ. πατριώτης, συντοπίτης, χωριανός.[πβ. συγχωρίτης, 10ος αι.]
48185συγχώριοβλ. συχώριο
48186συγχωροχάρτισυγ-χω-ρο-χάρ-τι ουσ. (ουδ.) & συχωροχάρτι: έγγραφη άφεση αμαρτιών που δινόταν από την καθολική Εκκλησία έναντι αμοιβής και κυρ. κατ' επέκτ. σκανδαλώδης απαλλαγή από τιμωρία: ~ από τον Πάπα.|| ~ πήραν όσοι ενεπλάκησαν στην απάτη εις βάρος του Δημοσίου. [< μεσν. συγχωροχάρτιον]
48187συγχωρώ[συγχωρῶ] συγ-χω-ρώ ρ. (μτβ.) {συγχωρ-είς (λαϊκό) -άς ..., -ώντας | συγχώρ-ησα (προφ.) -εσα, -ήσει (προφ.) -έσει, -ήθηκε (προφ.) -έθηκε, -ηθεί (προφ.) -εθεί, -ημένος, -εμένος (λαϊκό) συχωρεμένος} & (λαϊκό) συχωρώ & σχωρνάω 1. δεν κρατώ θυμό ή γενικότ. δεν έχω αρνητική διάθεση απέναντι σε κάποιον που έσφαλε εις βάρος μου, αποδέχομαι τη συγγνώμη του: Συγχώρεσέ/συγχώρα με, δεν θα το ξανακάνω. Με πλήγωσες, αλλά σε ~ (: δεν σου κρατώ κακία). Θα με ~ήσεις; Δεν σε ~, είπες πολλά. Δεν ~εί εύκολα. Δεν το ~ στον εαυτό μου που φέρθηκα έτσι. Αυτό που έκανες, δεν θα στο ~ήσω ποτέ (βλ. ξεχνώ). Αν μετανοήσεις ειλικρινά, ο Θεός θα σε ~έσει (: θα σου δώσει άφεση αμαρτιών). 2. είμαι επιεικής, παραβλέπω, δικαιολογώ: Την υποκρισία δεν τη ~. Ας μου ~εθεί η έκφραση. Δεν του ~εσαν ποτέ την προδοσία. ● Παθ.: συγχωρέθηκε & σχωρέθηκε (προφ.): πέθανε: Ήταν πολύ μικρή, όταν ~ η μητέρα της. Είναι χρόνια τώρα που έχει ~εθεί. ● Μτχ.: συγχωρεμένος , η, ο & συχωρεμένος & (λαϊκό) σχωρεμένος 1. (για νεκρό) αυτός που του συγχωρέθηκαν οι αμαρτίες· μακαρίτης: Δεν έπινε ποτέ ο ~. Όπως θα έλεγε και η ~η η μητέρα σου, ... Πβ. πεθαμένος. 2. (ως απάντηση σε αίτηση συγγνώμης) συγχωρείσαι: -Συγγνώμη που άργησα. -~! ● ΦΡ.: (να) με συγχωρείς/με συγχωρεί η χάρη σου, (αλλά) ... (εμφατ.): για δήλωση αντίρρησης, αποδοκιμασίας ως προς τα λεγόμενα κάποιου: ~ ~, αλλά εγώ δεν είπα κάτι τέτοιο/τα πράγματα δεν είναι όπως νομίζεις.|| (ειρων.) ~ ~, αλλά δεν θα σου κάνω το χατίρι., δεν συγχωρείται: δεν δικαιολογείται, δεν επιτρέπεται: Σε θέματα υγείας τα λάθη ~ ~ούνται. ~ ~ να μην ξέρει κάτι τέτοιο., με συγχωρείς/με συγχωρείτε!: για να δηλωθεί η λύπη κάποιου για την ενόχληση που προκαλεί ή για να ζητηθεί η άδεια για κάτι: ~ ~είς πολύ, αλλά δεν συμφωνώ μαζί σου. ~ ~είτε αν σας κούρασα με τις ερωτήσεις μου/δεν μπορώ να βοηθήσω περισσότερο/για τη διακοπή/που επεμβαίνω ... Και τώρα, ~ ~, πρέπει να φύγω. Μας ~είτε, λάθος! Συγχωρήστε/συγχωρέστε με.|| ~ ~είς, δεν κατάλαβα, μπορείς να επαναλάβεις; ~ ~, μπορώ να περάσω; ΣΥΝ. συγγνώμη (1), ο Θεός να/ας με σ(υγ)χωρέσει/Θεέ μου συγχώρεσέ/σ(υγ)χώρα με: έκφραση μετάνοιας για κάτι που έχει (ή πρόκειται να) κάνει ή πει κάποιος: ~ ~, αν κάνω λάθος., άγνοια νόμου βλ. νόμος, Θεός σχωρέσ'/να συγχωρεθούν τα πεθαμένα σου! βλ. πεθαμένος, Θεός σχωρέσ΄τον/την ψυχή του! βλ. θεός [< μτγν. συγχωρῶ]
48188συδαυλίζωβλ. συνδαυλίζω
48189σύδεντροσύ-δε-ντρο ουσ. (ουδ.) & σύδενδρο (λαϊκό-λογοτ.): έκταση κατάφυτη από δέντρα: πυκνό ~. Βγήκαμε από το ~. [< μτγν. σύνδενδρος]
48190συζευγνύωσυ-ζευ-γνύ-ω ρ. (μτβ.) {συνέζευ-ξα, συζεύ-ξει, συζεύγνυ-ται, συζεύ-χθηκε, συζευ-χθεί, συζευγμένος (αρχαιοπρ. συνεζευγμένος)} (λόγ.): συνδέω, ενώνω δύο στοιχεία: Κατάφερε να ~ξει το ιδανικό με το εφικτό (πβ. παντρεύω, συνδυάζω). ● Παθ.: συζεύγνυμαι 1. παντρεύομαι: Δυο νέοι άνθρωποι αποφασίζουν να ~χθούν. Έγγαμος, ~γμένος (ΑΝΤ. διαζευγμένος) με τη ... ΑΝΤ. διαζευγνύομαι 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. {στο γ' πρόσ. ή στη μτχ.} συνδέεται επαγωγικά ή χημικά: Κυκλοφορητής ~γμένος με ηλεκτροκινητήρα. ~γμένες: ταλαντώσεις. ~γμένα: κυκλώματα.|| Το άτομο έχει χημικά ~χθεί μέσα στο μόριο. Πολυσακχαρίτης ~γμένος με πρωτεΐνη. ~γμένη: μορφή/χολερυθρίνη. ~γμένο: εμβόλιο/πλάσμα. ● ΣΥΜΠΛ.: συζευγμένη μέθοδος: ΜΑΘ. που αποτελείται από συνεχείς απλές μεθόδους των τριών για τη λύση προβλημάτων υπολογισμού. ● ΦΡ.: και ους ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω: ΕΚΚΛΗΣ. ψάλλεται από τον ιερέα κατά την ακολουθία του μυστηρίου του γάμου, για να δηλωθεί η ισόβια διάρκεια της γαμήλιας σχέσης. [< αρχ. συζεύγνυμι 2: αγγλ. couple, γαλλ. coupler]
48191συζευκτικός, ή, ό συ-ζευ-κτι-κός επίθ. (κυρ. επιστ.): που προκαλεί σύζευξη: ~ός: (ΑΝΑΤ.) χόνδρος (: υπεύθυνος για την κατά μήκος οστική ανάπτυξη). ~ή: μορφή. ~ό: μοντέλο. ~οί: (ΟΙΚΟΔ.) λίθοι (: που εξέχουν από την τοιχοποιία για την περίπτωση επέκτασης του κτίσματος). Πβ. συνδετικός. ΑΝΤ. διαζευκτικός ● επίρρ.: συζευκτικά [< μτγν. συζευκτικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.