Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48720-48740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48192σύζευξησύ-ζευ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) συνένωση, σύνδεση, συνδυασμός: αρμονική/γόνιμη ~ αντιθέτων/ιδεών. Αναγκαία η ~ οικονομίας και περιβάλλοντος. Πβ. ενοποίηση, πάντρεμα, συναρμογή. Βλ. διάκριση, διαχωρισμός. ΑΝΤ. διάζευξη (1) 2. ΒΙΟΛ. ζευγάρωμα του αρσενικού με το θηλυκό και ειδικότ. μορφή εγγενούς αναπαραγωγής σε μονοκύτταρους οργανισμούς: ~ ζώων. Σχεδιασμένες ~εύξεις.|| Βακτηριακή ~. 3. ΦΥΣ. κατάλληλη σύνδεση δύο ηλεκτρικών ή μηχανικών συστημάτων, ώστε να είναι δυνατή η μεταφορά ενέργειας μεταξύ τους: άμεση/επαγωγική/ηλεκτρική/μαγνητική/σύνθετη ~. ~ κυκλωμάτων/πηνίων. ΣΥΝ. ζεύξη. ΑΝΤ. απο~.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) Τετρακίνηση με συνεκτική ~. 4. ΜΟΥΣ. σημείο με μορφή τόξου που συνδέει δύο συνεχόμενους φθόγγους: ~ διαρκείας (= υφέν)/προσωδίας. [< 1: αρχ. σύζευξις 2: γαλλ. copulation 3: γαλλ. couplage, jonction 4: γαλλ. liaison]
48193συζητάωβλ. συζητώ
48194συζήτησησυ-ζή-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. προφορική επικοινωνία με σκοπό κυρ. την ανταλλαγή απόψεων ή επιχειρημάτων πάνω σε ένα ζήτημα και γενικότ. καθημερινή, φιλική κουβέντα: άγονη/ακαδημαϊκή (: θεωρητική)/ανοιχτή/γενική/γόνιμη/δημόσια/διαδικτυακή (πβ. τσατ)/διεξοδική/διερευνητική/εκτενής/ενδιαφέρουσα/εποικοδομητική/ζωηρή/ζωντανή/μακρά/μεγάλη/μικρή/ουσιαστική/σύντομη/πολιτική (βλ. ντιμπέιτ, τηλεμαχία, τοκ σόου)/σοβαρή/τηλεοπτική/φιλολογική ~. Επιμέρους/θεματικές ~ήσεις. ~ υψηλού επιπέδου. Το αντικείμενο/κατά τη διάρκεια/μετά την ολοκλήρωση/πριν από την έναρξη/η ροή/στην αρχή/στο επίκεντρο/στο πλαίσιο/στο τέλος της ~ης. Συντονιστής της ~ης. Ατζέντα ~ήσεων. ~ επί του σχεδίου νόμου/περί ανασχηματισμού. Πρόσκληση σε ~. Ανοίγω/διακόπτω/κλείνω/παρακολουθώ μια ~. Παρεμβαίνω/συμμετέχω σε μια ~. Το θέμα τέθηκε προς ~. Ακολούθησε/αναβλήθηκε η/έγινε/πραγματοποιήθηκε/συνεχίζεται η ~ στη Βουλή για το ασφαλιστικό. Η ~ περιστράφηκε γύρω από ... Η ~ άναψε (πβ. άναψαν τα αίματα). Είχαν μια έντονη ~ (πβ. αντιπαράθεση, διαφωνία). Αδιέξοδο στις ~ήσεις των δύο κρατών (= διαβουλεύσεις, διαπραγματεύσεις). Το ΔΣ, μετά από διαλογική ~, αποφάσισε ... (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Σελίδες/χώρος ~ης (βλ. φόρουμ). Πίνακας ~ήσεων.|| Πιάσαμε τη ~ και ξεχαστήκαμε. ΣΥΝ. διάλογος (1), συνομιλία (1) 2. {συνήθ. στον πληθ.} σχόλια: Ταινία που είχε ξεσηκώσει θύελλα ~ήσεων. Με τη στάση του έδωσε τέρμα στις ~ήσεις (ΣΥΝ. κουτσομπολιά). Απόφαση/διαφήμιση που έχει προκαλέσει μεγάλη ~/πολλές ~ήσεις (βλ. πολυσυζητημένος). ● Υποκ.: συζητησούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ομάδα συζήτησης βλ. ομάδα, συζήτηση στρογγυλής τραπέζης βλ. στρογγυλός, συζήτηση/κουβέντα καφενείου βλ. καφενείο ● ΦΡ.: κάνω συζήτηση (για κάτι): συζητώ, σχολιάζω, θίγω ένα θέμα: Δεν θέλησε να κάνει ~ για το διαζύγιό τους. ~ θα κάνουμε τώρα; Αφού είπαμε ότι πρέπει να πάμε., κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα & επιδέχεται συζήτηση: για θέμα συνήθ. αμφιλεγόμενο, το οποίο απαιτεί διεξοδική ανάλυση: Αυτό σηκώνει μεγάλη/δεν παίρνει ~. Το αν αλλάζουν οι άνθρωποι ή όχι θέλει πολλή ~., κύκλος/γύρος συζητήσεων/συνομιλιών: σειρά διαπραγματεύσεων μεταξύ ειδικών σε οργανωμένο πλαίσιο και με συγκεκριμένο θέμα: Ανοίγει/ξεκινά νέος ~ ~ για την εκπαίδευση., πάνω στη συζήτηση/στην κουβέντα: καθώς συζητά, κουβεντιάζει κάποιος: ~ ~ μού ζήτησε να ... Πβ. εν τη ρύμη του λόγου, το 'φερε η κουβέντα/ο λόγος/η συζήτηση., συζητήσεις επί συζητήσεων (συχνά αρνητ. συνυποδ.): συνεχείς, ατέλειωτες συζητήσεις: Η οικονομική κρίση έχει προκαλέσει ~ ~. Αναλώνονται σε ~ ~, χωρίς κανένα νόημα., συζήτηση στο ακροατήριο & επ' ακροατηρίω συζήτηση: ΝΟΜ. τμήμα της ακροαματικής διαδικασίας της δίκης για την ανάπτυξη αιτημάτων, αποδείξεων ή ισχυρισμών των διαδίκων: Η απόφαση του δικαστηρίου εκδίδεται εντός δύο μηνών από την πρώτη ~ ~. [< γαλλ. débats] , τραπέζι/τράπεζα των συζητήσεων/των συνομιλιών: άτυπος διάλογος που δεν είναι απαραίτητο να οδηγήσει σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα: Τα βασικά προβλήματα της περιοχής τέθηκαν στο ~ ~. Στο ~ ~ έπεσε και το θέμα της εκλογής νέου προέδρου. Απειλεί να αποχωρήσει από το/επέστρεψε στο ~ των συνομιλιών. Πβ. τραπέζι των διαπραγματεύσεων., υπό συζήτηση (λόγ.): για κάτι που μελετάται η πραγματοποίησή του ή αμφισβητείται, είναι αβέβαιο: το ~ ~ νομοσχέδιο.|| Το μέλλον του συγκροτήματος είναι ~ ~., χωρίς συζήτηση: αναμφίβολα, ανεπιφύλακτα: ~ ~ είναι το καλύτερο δώρο που πήρα ποτέ. Συμφέρει ~ ~. Η προτεινόμενη μέθοδος απορρίφθηκε ~ ~. ΣΥΝ. ασυζητητί, αλλάζω/γυρίζω (την) κουβέντα/(τη) συζήτηση βλ. αλλάζω, δεν ακούω/δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω/δεν παίρνω κουβέντα βλ. κουβέντα, ούτε λόγος/κουβέντα/συζήτηση βλ. λόγος, το 'φερε η κουβέντα/ο λόγος/η συζήτηση βλ. φέρνω, χωρίς δεύτερη κουβέντα/συζήτηση βλ. κουβέντα [< μτγν. συζήτησις ‘διερεύνηση από κοινού, λογομαχία’, γαλλ. discussion, débat, αγγλ. chat]
48195συζητήσιμος, η, ο συ-ζη-τή-σι-μος επίθ. 1. (για πρόσ.) που μπορεί κάποιος να συζητήσει μαζί του: φιλικός, ~ και λογικός άνθρωπος. Μη φοβηθείς να του μιλήσεις, είναι πολύ ~. Πβ. διαλλακτικός, ευπροσήγορος, προσηνής. 2. που αξίζει να συζητηθεί, να εξεταστεί, να ληφθεί υπόψη: ~η: τιμή. ~ο: ενδεχόμενο. Ενδιαφέρουσα και ~η πρόταση. 3. αμφίβολος, αμφιλεγόμενος: ~ος: ισχυρισμός/ρόλος. ~η: άποψη/θεωρία/μέθοδος. Το θέμα/πράγμα είναι ~ο. Είναι ~ο αν/το κατά πόσο θα γίνει. ΑΝΤ. αναμφισβήτητος [< 2,3: γαλλ. discutable]
48196συζητητής, συζητήτριασυ-ζη-τη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που συμμετέχει σε συζήτηση: δεινός/καλόπιστος/καλός ~. ΣΥΝ. συνομιλητής, συνομιλήτρια [< πβ. μτγν. συζητητής 'αυτός που επιχειρηματολογεί, αμφισβητίας']
48197συζητητικός, ή, ό συ-ζη-τη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη συζήτηση: ~ή: διάθεση/μέθοδος (βλ. διαλεκτικός)/τέχνη. ~ό: σύστημα. [< μτγν. συζητητικός]
48198συζητώ[συζητῶ] συ-ζη-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συζητ-άς κ. -είς ... | συζήτ-ησα, -ήσω, -ιέται κ. -είται κ. -άται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας, -ημένος} & συζητάω 1. μιλώ με κάποιον για ένα θέμα, συνήθ. προσωπικό, γενικού ενδιαφέροντος ή της καθημερινότητας· ανταλλάσσω, κυρ. προφορικά και σε οργανωμένο πλαίσιο, απόψεις ή επιχειρήματα πάνω σε συγκεκριμένο ζήτημα, συνομιλώ: ~ κάτι αναλυτικά/ανοιχτά/εμπιστευτικά/σε βάθος/σοβαρά/φιλικά/χαμηλόφωνα. ~ά τα πάντα/τα προσωπικά της με τις φίλες της. Μπορούν να ~ούν (= κουβεντιάζουν) επί ώρες. Τα ~ήσαμε ήρεμα, αλλά δεν τα βρήκαμε. Δεν υπάρχει τίποτα να ~ήσουμε (= να πούμε). Το αποφάσισε, χωρίς καν να το ~ήσει μαζί τους. Δεν δέχεται να ~ήσει. Δεν έχει νόημα να το ~ήσουμε περαιτέρω. Καλύτερα να το ~ήσετε κατ' ιδίαν. Δεν ξέρει να ~άει. Στην προβολή παρέστη ο σκηνοθέτης και ~ησε με το κοινό. Αυτά δεν ~ιούνται δημόσια.|| Ο σταθμός μας θα ~ήσει με παράγοντες της δημόσιας ζωής. ~ησαν επί μακρόν/μεταξύ άλλων το θέμα της ... -Τι ακριβώς ~ήσατε με τον Πρωθυπουργό; -~ήσαμε για εθνικά θέματα. Αύριο ~είται στη Βουλή ο προϋπολογισμός. Η αίτηση ~ήθηκε και αναμένεται η απόφαση. Πβ. συνδιαλέγομαι. Βλ. πολυ~.|| (ΝΟΜ.) Η υπόθεση ~είται (= εκδικάζεται) την Τρίτη στον Άρειο Πάγο. 2. σχολιάζω, κουτσομπολεύω: ~ήσαμε το δημοσίευμα της εφημερίδας/τα νέα μέτρα/τη σημερινή κατάσταση. Τους ~άει όλη η γειτονιά. ● Παθ.: συζητιέμαι 1. {κυρ. στο γ' πρόσ.} για κάποιον ή κάτι που αποτελεί θέμα συζητήσεων, σχολιασμού: Το τελευταίο διάστημα ~ιέται έντονα/πολύ το όνομά του. ~ιέται ότι θα παντρευτούν (ΣΥΝ. ακούγεται, διαδίδεται, λέγεται, φημολογείται, ψιθυρίζεται). Μια συνέντευξη που θα ~ηθεί (= σχολιαστεί).|| Η πιο ~ημένη (= πολυσυζητημένη) ταινία της χρονιάς. 2. είμαι συζητήσιμος: Δεν ~ιέται ο άνθρωπος, άδικα προσπαθείς. ● ΦΡ.: το συζητώ/το συζητάω (προφ.): εξετάζω όλα τα ενδεχόμενα, προκειμένου να πάρω μια απόφαση: Αποφασίσατε ή το ~άτε ακόμα; Την προοπτική αυτή τη ~άμε.|| (αρνητ., για εμφατική άρνηση, προτροπή ή κατηγορηματική δήλωση:) -Λυπάμαι για σήμερα το βράδυ. -Ούτε να το ~άς! Να πας, μην το ~άς καθόλου! Όσοι δεν ήρθαν, έχασαν, δεν ~ ~. Αν ήταν στο χέρι μου, τότε δεν ~ ~ ότι θα έμενα., τον/την συζητήσεις (προφ.-σπάν.): για κάποιον που μπορείς να μάθεις πώς σκέφτεται, συζητώντας μαζί του: Αν ~ ~, θα δεις ότι είναι πολύ αξιόλογος άνθρωπος. [< 1: αρχ. συζητώ, γαλλ. discuter]
41651συζητώ

[πολυσυζητῶ] πο-λυ-συ-ζη-τώ ρ. (μτβ.) {πολυσυζήτ-ησα, -ήθηκε, -ημένος} & πολυσυζητάω (προφ.): (συνήθ. σε αρνητ. προτάσεις) συζητώ πολλή ώρα για κάποιον ή κάτι: Ας μην το ~άμε άλλο.

48199συζυγής, ής, ές συ-ζυ-γής επίθ. {συζυγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιστ.): που έχει αντιστοιχία με κάποιον άλλο ή είναι παράλληλος με αυτόν: (ΜΑΘ.) ~είς: μιγαδικοί αριθμοί (: που έχουν ίσα πραγματικά μέρη και αντίθετα φανταστικά). (ΤΕΧΝΟΛ.) ~είς: άξονες. Πβ. ανάλογος, αντίστοιχος. [< πβ. μτγν. συζυγής ‘συνενωμένος’]
48200συζυγίασυ-ζυ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΜΜ. καθεμία από τις κατηγορίες ρημάτων στις οποίες εντάσσονται βάσει του κλιτικού τους συστήματος: α' ~ (: βαρύτονα ρήματα σε -ω) και β' ~ (: ρήματα σε -ώ). Πβ. συστοιχία. 2. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. η θέση ουράνιου σώματος στην ευθεία που ορίζεται από τη Γη και τον Ήλιο: πλανητική ~. 3. (μτφ.-λόγ.) σύζευξη: θεωρίες σε ~ με την πολιτική και οικονομική πραγματικότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: εγκεφαλικά/κρανιακά νεύρα βλ. νεύρο [< αρχ. συζυγία ‘ζευγάρι (στο ζυγό)’ 2: μτγν. ~ 2: γαλλ. syzygie, αγγλ. syzygy]
48201συζυγικός, ή, ό συ-ζυ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον/τη σύζυγο ή κυρ. και με τους δύο συζύγους: ~ός: βίος (πβ. έγγαμος)/δεσμός/θεσμός. ~ή: αγάπη/απιστία/βία/ένωση (= γάμος)/ευτυχία/ζωή/κατοικία/σχέση. ~ό: επώνυμο (βλ. πατρικό)/κρεβάτι. ~οί: καβγάδες. ~ές: υποχρεώσεις. Βλ. ενδο~, εξω~. ● ΣΥΜΠΛ.: συζυγικά καθήκοντα βλ. καθήκον, συζυγική πίστη βλ. πίστη, συζυγική στέγη βλ. στέγη [< πβ. μτγν. συζυγικός ‘σχετικός με τη σύζευξη’, γαλλ. conjugal]
48202σύζυγοςσύ-ζυ-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -ύγου}: καθένα από τα δύο πρόσωπα που συνδέονται με τα δεσμά του γάμου: ιδανικός/τρυφερός ~. Ο/Η ~ός μου (πβ. άντρας, γυναίκα, συμβία). Είναι η ~ του κυρίου ... Βλ. αγόρι, κορίτσι, σύντροφος.|| {στον πληθ.} ~οι. Πβ. αντρόγυνο, ζεύγος. [< αρχ. σύζυγος]
48203συζώ[συζῶ] συ-ζώ ρ. (αμτβ.) {συζ-είς ..., παρατ. συζούσα, (λόγ.) αόρ. συνέζησα, μτχ. συζ-ών, -ώντας}: μένω στο ίδιο σπίτι με τον/τη σύντροφό μου, χωρίς να έχουμε παντρευτεί: ~εί με τον φίλο της. Ζευγάρια που ~ούν. Πβ. συμβιώνω. [< αρχ. συζάω ‘ζω μαζί’]
48204σύθαμποσύ-θα-μπο ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): ώρα που το φως της μέρας είναι ασθενές, κατά το σούρουπο ή το χάραμα και κυρ. το αμυδρό φως: Πβ. δείλι, λυκαυγές.|| Στο ~ της αυγής/του δειλινού/του πρωινού. [< σύθαμπος, 15ος αι.]
48205συθέμελος, η, ο συ-θέ-με-λος επίθ.: που γίνεται από τα θεμέλια και κατ' επέκτ. ολοκληρωτικός, ριζικός: ~ο: τράνταγμα. Το κτίριο γκρεμίστηκε ~ο (πβ. ολόκληρο).|| ~η: αλλαγή/ανατροπή. ● επίρρ.: συθέμελα: Το σπίτι σείστηκε/τραντάχτηκε ~. ΣΥΝ. εκ θεμελίων (1)
48206συκαλάκισυ-κα-λά-κι ουσ. (ουδ.): γλυκό του κουταλιού από άγουρα μικρά σύκα.
48207συκαμινιάσυ-κα-μι-νιά ουσ. (θηλ.) & συκαμνιά & συκαμιά: ΒΟΤ. μουριά (επιστ. ονομασ. Morus nigra): άσπρη (λευκή)/κόκκινη ~. [< μτγν. συκαμινέα]
48208συκάμινοσυ-κά-μι-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μούρο. [< αρχ. συκάμινον]
48209συκή[συκῆ] συ-κή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συκιά. ● ΣΥΜΠΛ.: φύλλο συκής 1. (ΠΔ) με το οποίο κάλυψαν οι Πρωτόπλαστοι τη γύμνια τους μπροστά στον Θεό· κατ' επέκτ. κάθε ρούχο που κρύβει μόνο τα απόκρυφα σημεία. Βλ. με αδαμιαία περιβολή, προπατορικό αμάρτημα. 2. (μτφ.) πρόσχημα με το οποίο συγκαλύπτεται ανήθικη πράξη: Απέβαλαν/αφαίρεσαν και το ~ ~. [< αρχ. συκέα, συκῆ]
48210συκιάσυ-κιά ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. φυλλοβόλο, οπωροφόρο δέντρο (επιστ. ονομασ. Ficus carica) με μεγάλα φύλλα σε σχήμα καρδιάς που ευδοκιμεί στην Ανατολική Μεσόγειο και καλλιεργείται για τον καρπό του, το σύκο: άγρια (= αγριο~)/ήμερη ~. Το γάλα της ~ιάς (: λευκό και κολλώδες υγρό των βλαστών). Βλ. φραγκο~. 2. (προφ.-μειωτ.) ομοφυλόφιλος άνδρας. Πβ. αδελφή, λούγκρα, πούστης. ΑΝΤ. στρέιτ [< 1: 16ος αι.]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.