| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48183 | συγχωρητικότητα | συγ-χω-ρη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συγχωρητικού: η αγάπη/χάρη και η ~ του Θεού. Διάθεση/πνεύμα ~ας. Βλ. -ότητα, ευσπλαχνία, μακροθυμία. ΑΝΤ. μνησικακία | |
| 48184 | συγχωριανός, συγχωριανή | συγ-χω-ρια-νός ουσ. (αρσ. + θηλ.) & συχωριανός: πρόσωπο που μένει στο ίδιο χωριό με κάποιον άλλον ή κατάγεται από αυτό: Είναι ~ μου. Πβ. πατριώτης, συντοπίτης, χωριανός.[πβ. συγχωρίτης, 10ος αι.] | |
| 48185 | συγχώριο | βλ. συχώριο | |
| 48186 | συγχωροχάρτι | συγ-χω-ρο-χάρ-τι ουσ. (ουδ.) & συχωροχάρτι: έγγραφη άφεση αμαρτιών που δινόταν από την καθολική Εκκλησία έναντι αμοιβής και κυρ. κατ' επέκτ. σκανδαλώδης απαλλαγή από τιμωρία: ~ από τον Πάπα.|| ~ πήραν όσοι ενεπλάκησαν στην απάτη εις βάρος του Δημοσίου. [< μεσν. συγχωροχάρτιον] | |
| 48187 | συγχωρώ | [συγχωρῶ] συγ-χω-ρώ ρ. (μτβ.) {συγχωρ-είς (λαϊκό) -άς ..., -ώντας | συγχώρ-ησα (προφ.) -εσα, -ήσει (προφ.) -έσει, -ήθηκε (προφ.) -έθηκε, -ηθεί (προφ.) -εθεί, -ημένος, -εμένος (λαϊκό) συχωρεμένος} & (λαϊκό) συχωρώ & σχωρνάω 1. δεν κρατώ θυμό ή γενικότ. δεν έχω αρνητική διάθεση απέναντι σε κάποιον που έσφαλε εις βάρος μου, αποδέχομαι τη συγγνώμη του: Συγχώρεσέ/συγχώρα με, δεν θα το ξανακάνω. Με πλήγωσες, αλλά σε ~ (: δεν σου κρατώ κακία). Θα με ~ήσεις; Δεν σε ~, είπες πολλά. Δεν ~εί εύκολα. Δεν το ~ στον εαυτό μου που φέρθηκα έτσι. Αυτό που έκανες, δεν θα στο ~ήσω ποτέ (βλ. ξεχνώ). Αν μετανοήσεις ειλικρινά, ο Θεός θα σε ~έσει (: θα σου δώσει άφεση αμαρτιών). 2. είμαι επιεικής, παραβλέπω, δικαιολογώ: Την υποκρισία δεν τη ~. Ας μου ~εθεί η έκφραση. Δεν του ~εσαν ποτέ την προδοσία. ● Παθ.: συγχωρέθηκε & σχωρέθηκε (προφ.): πέθανε: Ήταν πολύ μικρή, όταν ~ η μητέρα της. Είναι χρόνια τώρα που έχει ~εθεί. ● Μτχ.: συγχωρεμένος , η, ο & συχωρεμένος & (λαϊκό) σχωρεμένος 1. (για νεκρό) αυτός που του συγχωρέθηκαν οι αμαρτίες· μακαρίτης: Δεν έπινε ποτέ ο ~. Όπως θα έλεγε και η ~η η μητέρα σου, ... Πβ. πεθαμένος. 2. (ως απάντηση σε αίτηση συγγνώμης) συγχωρείσαι: -Συγγνώμη που άργησα. -~! ● ΦΡ.: (να) με συγχωρείς/με συγχωρεί η χάρη σου, (αλλά) ... (εμφατ.): για δήλωση αντίρρησης, αποδοκιμασίας ως προς τα λεγόμενα κάποιου: ~ ~, αλλά εγώ δεν είπα κάτι τέτοιο/τα πράγματα δεν είναι όπως νομίζεις.|| (ειρων.) ~ ~, αλλά δεν θα σου κάνω το χατίρι., δεν συγχωρείται: δεν δικαιολογείται, δεν επιτρέπεται: Σε θέματα υγείας τα λάθη ~ ~ούνται. ~ ~ να μην ξέρει κάτι τέτοιο., με συγχωρείς/με συγχωρείτε!: για να δηλωθεί η λύπη κάποιου για την ενόχληση που προκαλεί ή για να ζητηθεί η άδεια για κάτι: ~ ~είς πολύ, αλλά δεν συμφωνώ μαζί σου. ~ ~είτε αν σας κούρασα με τις ερωτήσεις μου/δεν μπορώ να βοηθήσω περισσότερο/για τη διακοπή/που επεμβαίνω ... Και τώρα, ~ ~, πρέπει να φύγω. Μας ~είτε, λάθος! Συγχωρήστε/συγχωρέστε με.|| ~ ~είς, δεν κατάλαβα, μπορείς να επαναλάβεις; ~ ~, μπορώ να περάσω; ΣΥΝ. συγγνώμη (1), ο Θεός να/ας με σ(υγ)χωρέσει/Θεέ μου συγχώρεσέ/σ(υγ)χώρα με: έκφραση μετάνοιας για κάτι που έχει (ή πρόκειται να) κάνει ή πει κάποιος: ~ ~, αν κάνω λάθος., άγνοια νόμου βλ. νόμος, Θεός σχωρέσ'/να συγχωρεθούν τα πεθαμένα σου! βλ. πεθαμένος, Θεός σχωρέσ΄τον/την ψυχή του! βλ. θεός [< μτγν. συγχωρῶ] | |
| 48188 | συδαυλίζω | βλ. συνδαυλίζω | |
| 48189 | σύδεντρο | σύ-δε-ντρο ουσ. (ουδ.) & σύδενδρο (λαϊκό-λογοτ.): έκταση κατάφυτη από δέντρα: πυκνό ~. Βγήκαμε από το ~. [< μτγν. σύνδενδρος] | |
| 48190 | συζεύγνομαι | συ-ζευ-γνύ-ω ρ. (μτβ.) {συνέζευ-ξα, συζεύ-ξει, συζεύγνυ-ται, συζεύ-χθηκε, συζευ-χθεί, συζευγμένος (αρχαιοπρ. συνεζευγμένος)} (λόγ.): συνδέω, ενώνω δύο στοιχεία: Κατάφερε να ~ξει το ιδανικό με το εφικτό (πβ. παντρεύω, συνδυάζω). ● Παθ.: συζεύγνυμαι 1. παντρεύομαι: Δυο νέοι άνθρωποι αποφασίζουν να ~χθούν. Έγγαμος, ~γμένος (ΑΝΤ. διαζευγμένος) με τη ... ΑΝΤ. διαζευγνύομαι 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. {στο γ' πρόσ. ή στη μτχ.} συνδέεται επαγωγικά ή χημικά: Κυκλοφορητής ~γμένος με ηλεκτροκινητήρα. ~γμένες: ταλαντώσεις. ~γμένα: κυκλώματα.|| Το άτομο έχει χημικά ~χθεί μέσα στο μόριο. Πολυσακχαρίτης ~γμένος με πρωτεΐνη. ~γμένη: μορφή/χολερυθρίνη. ~γμένο: εμβόλιο/πλάσμα. ● ΣΥΜΠΛ.: συζευγμένη μέθοδος: ΜΑΘ. που αποτελείται από συνεχείς απλές μεθόδους των τριών για τη λύση προβλημάτων υπολογισμού. ● ΦΡ.: και ους ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω: ΕΚΚΛΗΣ. ψάλλεται από τον ιερέα κατά την ακολουθία του μυστηρίου του γάμου, για να δηλωθεί η ισόβια διάρκεια της γαμήλιας σχέσης. [< αρχ. συζεύγνυμι 2: αγγλ. couple, γαλλ. coupler] | |
| 48191 | συζευκτικός | , ή, ό συ-ζευ-κτι-κός επίθ. (κυρ. επιστ.): που προκαλεί σύζευξη: ~ός: (ΑΝΑΤ.) χόνδρος (: υπεύθυνος για την κατά μήκος οστική ανάπτυξη). ~ή: μορφή. ~ό: μοντέλο. ~οί: (ΟΙΚΟΔ.) λίθοι (: που εξέχουν από την τοιχοποιία για την περίπτωση επέκτασης του κτίσματος). Πβ. συνδετικός. ΑΝΤ. διαζευκτικός ● επίρρ.: συζευκτικά [< μτγν. συζευκτικός] | |
| 48192 | σύζευξη | σύ-ζευ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) συνένωση, σύνδεση, συνδυασμός: αρμονική/γόνιμη ~ αντιθέτων/ιδεών. Αναγκαία η ~ οικονομίας και περιβάλλοντος. Πβ. ενοποίηση, πάντρεμα, συναρμογή. Βλ. διάκριση, διαχωρισμός. ΑΝΤ. διάζευξη (1) 2. ΒΙΟΛ. ζευγάρωμα του αρσενικού με το θηλυκό και ειδικότ. μορφή εγγενούς αναπαραγωγής σε μονοκύτταρους οργανισμούς: ~ ζώων. Σχεδιασμένες ~εύξεις.|| Βακτηριακή ~. 3. ΦΥΣ. κατάλληλη σύνδεση δύο ηλεκτρικών ή μηχανικών συστημάτων, ώστε να είναι δυνατή η μεταφορά ενέργειας μεταξύ τους: άμεση/επαγωγική/ηλεκτρική/μαγνητική/σύνθετη ~. ~ κυκλωμάτων/πηνίων. ΣΥΝ. ζεύξη. ΑΝΤ. απο~.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) Τετρακίνηση με συνεκτική ~. 4. ΜΟΥΣ. σημείο με μορφή τόξου που συνδέει δύο συνεχόμενους φθόγγους: ~ διαρκείας (= υφέν)/προσωδίας. [< 1: αρχ. σύζευξις 2: γαλλ. copulation 3: γαλλ. couplage, jonction 4: γαλλ. liaison] | |
| 48193 | συζητάω | βλ. συζητώ | |
| 48194 | συζήτηση | συ-ζή-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. προφορική επικοινωνία με σκοπό κυρ. την ανταλλαγή απόψεων ή επιχειρημάτων πάνω σε ένα ζήτημα και γενικότ. καθημερινή, φιλική κουβέντα: άγονη/ακαδημαϊκή (: θεωρητική)/ανοιχτή/γενική/γόνιμη/δημόσια/διαδικτυακή (πβ. τσατ)/διεξοδική/διερευνητική/εκτενής/ενδιαφέρουσα/εποικοδομητική/ζωηρή/ζωντανή/μακρά/μεγάλη/μικρή/ουσιαστική/σύντομη/πολιτική (βλ. ντιμπέιτ, τηλεμαχία, τοκ σόου)/σοβαρή/τηλεοπτική/φιλολογική ~. Επιμέρους/θεματικές ~ήσεις. ~ υψηλού επιπέδου. Το αντικείμενο/κατά τη διάρκεια/μετά την ολοκλήρωση/πριν από την έναρξη/η ροή/στην αρχή/στο επίκεντρο/στο πλαίσιο/στο τέλος της ~ης. Συντονιστής της ~ης. Ατζέντα ~ήσεων. ~ επί του σχεδίου νόμου/περί ανασχηματισμού. Πρόσκληση σε ~. Ανοίγω/διακόπτω/κλείνω/παρακολουθώ μια ~. Παρεμβαίνω/συμμετέχω σε μια ~. Το θέμα τέθηκε προς ~. Ακολούθησε/αναβλήθηκε η/έγινε/πραγματοποιήθηκε/συνεχίζεται η ~ στη Βουλή για το ασφαλιστικό. Η ~ περιστράφηκε γύρω από ... Η ~ άναψε (πβ. άναψαν τα αίματα). Είχαν μια έντονη ~ (πβ. αντιπαράθεση, διαφωνία). Αδιέξοδο στις ~ήσεις των δύο κρατών (= διαβουλεύσεις, διαπραγματεύσεις). Το ΔΣ, μετά από διαλογική ~, αποφάσισε ... (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Σελίδες/χώρος ~ης (βλ. φόρουμ). Πίνακας ~ήσεων.|| Πιάσαμε τη ~ και ξεχαστήκαμε. ΣΥΝ. διάλογος (1), συνομιλία (1) 2. {συνήθ. στον πληθ.} σχόλια: Ταινία που είχε ξεσηκώσει θύελλα ~ήσεων. Με τη στάση του έδωσε τέρμα στις ~ήσεις (ΣΥΝ. κουτσομπολιά). Απόφαση/διαφήμιση που έχει προκαλέσει μεγάλη ~/πολλές ~ήσεις (βλ. πολυσυζητημένος). ● Υποκ.: συζητησούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ομάδα συζήτησης βλ. ομάδα, συζήτηση στρογγυλής τραπέζης βλ. στρογγυλός, συζήτηση/κουβέντα καφενείου βλ. καφενείο ● ΦΡ.: κάνω συζήτηση (για κάτι): συζητώ, σχολιάζω, θίγω ένα θέμα: Δεν θέλησε να κάνει ~ για το διαζύγιό τους. ~ θα κάνουμε τώρα; Αφού είπαμε ότι πρέπει να πάμε., κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα & επιδέχεται συζήτηση: για θέμα συνήθ. αμφιλεγόμενο, το οποίο απαιτεί διεξοδική ανάλυση: Αυτό σηκώνει μεγάλη/δεν παίρνει ~. Το αν αλλάζουν οι άνθρωποι ή όχι θέλει πολλή ~., κύκλος/γύρος συζητήσεων/συνομιλιών: σειρά διαπραγματεύσεων μεταξύ ειδικών σε οργανωμένο πλαίσιο και με συγκεκριμένο θέμα: Ανοίγει/ξεκινά νέος ~ ~ για την εκπαίδευση., πάνω στη συζήτηση/στην κουβέντα: καθώς συζητά, κουβεντιάζει κάποιος: ~ ~ μού ζήτησε να ... Πβ. εν τη ρύμη του λόγου, το 'φερε η κουβέντα/ο λόγος/η συζήτηση., συζητήσεις επί συζητήσεων (συχνά αρνητ. συνυποδ.): συνεχείς, ατέλειωτες συζητήσεις: Η οικονομική κρίση έχει προκαλέσει ~ ~. Αναλώνονται σε ~ ~, χωρίς κανένα νόημα., συζήτηση στο ακροατήριο & επ' ακροατηρίω συζήτηση: ΝΟΜ. τμήμα της ακροαματικής διαδικασίας της δίκης για την ανάπτυξη αιτημάτων, αποδείξεων ή ισχυρισμών των διαδίκων: Η απόφαση του δικαστηρίου εκδίδεται εντός δύο μηνών από την πρώτη ~ ~. [< γαλλ. débats] , τραπέζι/τράπεζα των συζητήσεων/των συνομιλιών: άτυπος διάλογος που δεν είναι απαραίτητο να οδηγήσει σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα: Τα βασικά προβλήματα της περιοχής τέθηκαν στο ~ ~. Στο ~ ~ έπεσε και το θέμα της εκλογής νέου προέδρου. Απειλεί να αποχωρήσει από το/επέστρεψε στο ~ των συνομιλιών. Πβ. τραπέζι των διαπραγματεύσεων., υπό συζήτηση (λόγ.): για κάτι που μελετάται η πραγματοποίησή του ή αμφισβητείται, είναι αβέβαιο: το ~ ~ νομοσχέδιο.|| Το μέλλον του συγκροτήματος είναι ~ ~., χωρίς συζήτηση: αναμφίβολα, ανεπιφύλακτα: ~ ~ είναι το καλύτερο δώρο που πήρα ποτέ. Συμφέρει ~ ~. Η προτεινόμενη μέθοδος απορρίφθηκε ~ ~. ΣΥΝ. ασυζητητί, αλλάζω/γυρίζω (την) κουβέντα/(τη) συζήτηση βλ. αλλάζω, δεν ακούω/δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω/δεν παίρνω κουβέντα βλ. κουβέντα, ούτε λόγος/κουβέντα/συζήτηση βλ. λόγος, το 'φερε η κουβέντα/ο λόγος/η συζήτηση βλ. φέρνω, χωρίς δεύτερη κουβέντα/συζήτηση βλ. κουβέντα [< μτγν. συζήτησις ‘διερεύνηση από κοινού, λογομαχία’, γαλλ. discussion, débat, αγγλ. chat] | |
| 48195 | συζητήσιμος | , η, ο συ-ζη-τή-σι-μος επίθ. 1. (για πρόσ.) που μπορεί κάποιος να συζητήσει μαζί του: φιλικός, ~ και λογικός άνθρωπος. Μη φοβηθείς να του μιλήσεις, είναι πολύ ~. Πβ. διαλλακτικός, ευπροσήγορος, προσηνής. 2. που αξίζει να συζητηθεί, να εξεταστεί, να ληφθεί υπόψη: ~η: τιμή. ~ο: ενδεχόμενο. Ενδιαφέρουσα και ~η πρόταση. 3. αμφίβολος, αμφιλεγόμενος: ~ος: ισχυρισμός/ρόλος. ~η: άποψη/θεωρία/μέθοδος. Το θέμα/πράγμα είναι ~ο. Είναι ~ο αν/το κατά πόσο θα γίνει. ΑΝΤ. αναμφισβήτητος [< 2,3: γαλλ. discutable] | |
| 48196 | συζητητής, συζητήτρια | συ-ζη-τη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που συμμετέχει σε συζήτηση: δεινός/καλόπιστος/καλός ~. ΣΥΝ. συνομιλητής, συνομιλήτρια [< πβ. μτγν. συζητητής 'αυτός που επιχειρηματολογεί, αμφισβητίας'] | |
| 48197 | συζητητικός | , ή, ό συ-ζη-τη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη συζήτηση: ~ή: διάθεση/μέθοδος (βλ. διαλεκτικός)/τέχνη. ~ό: σύστημα. [< μτγν. συζητητικός] | |
| 48198 | συζητώ | [συζητῶ] συ-ζη-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συζητ-άς κ. -είς ... | συζήτ-ησα, -ήσω, -ιέται κ. -είται κ. -άται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας, -ημένος} & συζητάω 1. μιλώ με κάποιον για ένα θέμα, συνήθ. προσωπικό, γενικού ενδιαφέροντος ή της καθημερινότητας· ανταλλάσσω, κυρ. προφορικά και σε οργανωμένο πλαίσιο, απόψεις ή επιχειρήματα πάνω σε συγκεκριμένο ζήτημα, συνομιλώ: ~ κάτι αναλυτικά/ανοιχτά/εμπιστευτικά/σε βάθος/σοβαρά/φιλικά/χαμηλόφωνα. ~ά τα πάντα/τα προσωπικά της με τις φίλες της. Μπορούν να ~ούν (= κουβεντιάζουν) επί ώρες. Τα ~ήσαμε ήρεμα, αλλά δεν τα βρήκαμε. Δεν υπάρχει τίποτα να ~ήσουμε (= να πούμε). Το αποφάσισε, χωρίς καν να το ~ήσει μαζί τους. Δεν δέχεται να ~ήσει. Δεν έχει νόημα να το ~ήσουμε περαιτέρω. Καλύτερα να το ~ήσετε κατ' ιδίαν. Δεν ξέρει να ~άει. Στην προβολή παρέστη ο σκηνοθέτης και ~ησε με το κοινό. Αυτά δεν ~ιούνται δημόσια.|| Ο σταθμός μας θα ~ήσει με παράγοντες της δημόσιας ζωής. ~ησαν επί μακρόν/μεταξύ άλλων το θέμα της ... -Τι ακριβώς ~ήσατε με τον Πρωθυπουργό; -~ήσαμε για εθνικά θέματα. Αύριο ~είται στη Βουλή ο προϋπολογισμός. Η αίτηση ~ήθηκε και αναμένεται η απόφαση. Πβ. συνδιαλέγομαι. Βλ. πολυ~.|| (ΝΟΜ.) Η υπόθεση ~είται (= εκδικάζεται) την Τρίτη στον Άρειο Πάγο. 2. σχολιάζω, κουτσομπολεύω: ~ήσαμε το δημοσίευμα της εφημερίδας/τα νέα μέτρα/τη σημερινή κατάσταση. Τους ~άει όλη η γειτονιά. ● Παθ.: συζητιέμαι 1. {κυρ. στο γ' πρόσ.} για κάποιον ή κάτι που αποτελεί θέμα συζητήσεων, σχολιασμού: Το τελευταίο διάστημα ~ιέται έντονα/πολύ το όνομά του. ~ιέται ότι θα παντρευτούν (ΣΥΝ. ακούγεται, διαδίδεται, λέγεται, φημολογείται, ψιθυρίζεται). Μια συνέντευξη που θα ~ηθεί (= σχολιαστεί).|| Η πιο ~ημένη (= πολυσυζητημένη) ταινία της χρονιάς. 2. είμαι συζητήσιμος: Δεν ~ιέται ο άνθρωπος, άδικα προσπαθείς. ● ΦΡ.: το συζητώ/το συζητάω (προφ.): εξετάζω όλα τα ενδεχόμενα, προκειμένου να πάρω μια απόφαση: Αποφασίσατε ή το ~άτε ακόμα; Την προοπτική αυτή τη ~άμε.|| (αρνητ., για εμφατική άρνηση, προτροπή ή κατηγορηματική δήλωση:) -Λυπάμαι για σήμερα το βράδυ. -Ούτε να το ~άς! Να πας, μην το ~άς καθόλου! Όσοι δεν ήρθαν, έχασαν, δεν ~ ~. Αν ήταν στο χέρι μου, τότε δεν ~ ~ ότι θα έμενα., τον/την συζητήσεις (προφ.-σπάν.): για κάποιον που μπορείς να μάθεις πώς σκέφτεται, συζητώντας μαζί του: Αν ~ ~, θα δεις ότι είναι πολύ αξιόλογος άνθρωπος. [< 1: αρχ. συζητώ, γαλλ. discuter] | |
| 41651 | συζητώ | [πολυσυζητῶ] πο-λυ-συ-ζη-τώ ρ. (μτβ.) {πολυσυζήτ-ησα, -ήθηκε, -ημένος} & πολυσυζητάω (προφ.): (συνήθ. σε αρνητ. προτάσεις) συζητώ πολλή ώρα για κάποιον ή κάτι: Ας μην το ~άμε άλλο. | |
| 48199 | συζυγής | , ής, ές συ-ζυ-γής επίθ. {συζυγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιστ.): που έχει αντιστοιχία με κάποιον άλλο ή είναι παράλληλος με αυτόν: (ΜΑΘ.) ~είς: μιγαδικοί αριθμοί (: που έχουν ίσα πραγματικά μέρη και αντίθετα φανταστικά). (ΤΕΧΝΟΛ.) ~είς: άξονες. Πβ. ανάλογος, αντίστοιχος. [< πβ. μτγν. συζυγής ‘συνενωμένος’] | |
| 48200 | συζυγία | συ-ζυ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΜΜ. καθεμία από τις κατηγορίες ρημάτων στις οποίες εντάσσονται βάσει του κλιτικού τους συστήματος: α' ~ (: βαρύτονα ρήματα σε -ω) και β' ~ (: ρήματα σε -ώ). Πβ. συστοιχία. 2. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. η θέση ουράνιου σώματος στην ευθεία που ορίζεται από τη Γη και τον Ήλιο: πλανητική ~. 3. (μτφ.-λόγ.) σύζευξη: θεωρίες σε ~ με την πολιτική και οικονομική πραγματικότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: εγκεφαλικά/κρανιακά νεύρα βλ. νεύρο [< αρχ. συζυγία ‘ζευγάρι (στο ζυγό)’ 2: μτγν. ~ 2: γαλλ. syzygie, αγγλ. syzygy] | |
| 48201 | συζυγικός | , ή, ό συ-ζυ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον/τη σύζυγο ή κυρ. και με τους δύο συζύγους: ~ός: βίος (πβ. έγγαμος)/δεσμός/θεσμός. ~ή: αγάπη/απιστία/βία/ένωση (= γάμος)/ευτυχία/ζωή/κατοικία/σχέση. ~ό: επώνυμο (βλ. πατρικό)/κρεβάτι. ~οί: καβγάδες. ~ές: υποχρεώσεις. Βλ. ενδο~, εξω~. ● ΣΥΜΠΛ.: συζυγικά καθήκοντα βλ. καθήκον, συζυγική πίστη βλ. πίστη, συζυγική στέγη βλ. στέγη [< πβ. μτγν. συζυγικός ‘σχετικός με τη σύζευξη’, γαλλ. conjugal] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ