| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48202 | σύζυγος | σύ-ζυ-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -ύγου}: καθένα από τα δύο πρόσωπα που συνδέονται με τα δεσμά του γάμου: ιδανικός/τρυφερός ~. Ο/Η ~ός μου (πβ. άντρας, γυναίκα, συμβία). Είναι η ~ του κυρίου ... Βλ. αγόρι, κορίτσι, σύντροφος.|| {στον πληθ.} ~οι. Πβ. αντρόγυνο, ζεύγος. [< αρχ. σύζυγος] | |
| 48203 | συζώ | [συζῶ] συ-ζώ ρ. (αμτβ.) {συζ-είς ..., παρατ. συζούσα, (λόγ.) αόρ. συνέζησα, μτχ. συζ-ών, -ώντας}: μένω στο ίδιο σπίτι με τον/τη σύντροφό μου, χωρίς να έχουμε παντρευτεί: ~εί με τον φίλο της. Ζευγάρια που ~ούν. Πβ. συμβιώνω. [< αρχ. συζάω ‘ζω μαζί’] | |
| 48204 | σύθαμπο | σύ-θα-μπο ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): ώρα που το φως της μέρας είναι ασθενές, κατά το σούρουπο ή το χάραμα και κυρ. το αμυδρό φως: Πβ. δείλι, λυκαυγές.|| Στο ~ της αυγής/του δειλινού/του πρωινού. [< σύθαμπος, 15ος αι.] | |
| 48205 | συθέμελος | , η, ο συ-θέ-με-λος επίθ.: που γίνεται από τα θεμέλια και κατ' επέκτ. ολοκληρωτικός, ριζικός: ~ο: τράνταγμα. Το κτίριο γκρεμίστηκε ~ο (πβ. ολόκληρο).|| ~η: αλλαγή/ανατροπή. ● επίρρ.: συθέμελα: Το σπίτι σείστηκε/τραντάχτηκε ~. ΣΥΝ. εκ θεμελίων (1) | |
| 48206 | συκαλάκι | συ-κα-λά-κι ουσ. (ουδ.): γλυκό του κουταλιού από άγουρα μικρά σύκα. | |
| 48207 | συκαμινιά | συ-κα-μι-νιά ουσ. (θηλ.) & συκαμνιά & συκαμιά: ΒΟΤ. μουριά (επιστ. ονομασ. Morus nigra): άσπρη (λευκή)/κόκκινη ~. [< μτγν. συκαμινέα] | |
| 48208 | συκάμινο | συ-κά-μι-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μούρο. [< αρχ. συκάμινον] | |
| 48209 | συκή | [συκῆ] συ-κή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συκιά. ● ΣΥΜΠΛ.: φύλλο συκής 1. (ΠΔ) με το οποίο κάλυψαν οι Πρωτόπλαστοι τη γύμνια τους μπροστά στον Θεό· κατ' επέκτ. κάθε ρούχο που κρύβει μόνο τα απόκρυφα σημεία. Βλ. με αδαμιαία περιβολή, προπατορικό αμάρτημα. 2. (μτφ.) πρόσχημα με το οποίο συγκαλύπτεται ανήθικη πράξη: Απέβαλαν/αφαίρεσαν και το ~ ~. [< αρχ. συκέα, συκῆ] | |
| 48210 | συκιά | συ-κιά ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. φυλλοβόλο, οπωροφόρο δέντρο (επιστ. ονομασ. Ficus carica) με μεγάλα φύλλα σε σχήμα καρδιάς που ευδοκιμεί στην Ανατολική Μεσόγειο και καλλιεργείται για τον καρπό του, το σύκο: άγρια (= αγριο~)/ήμερη ~. Το γάλα της ~ιάς (: λευκό και κολλώδες υγρό των βλαστών). Βλ. φραγκο~. 2. (προφ.-μειωτ.) ομοφυλόφιλος άνδρας. Πβ. αδελφή, λούγκρα, πούστης. ΑΝΤ. στρέιτ [< 1: 16ος αι.] | |
| 48211 | σύκο | [σῦκο] σύ-κο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. σχεδόν σφαιρικό και μαλακό φρούτο με πράσινη ή σκούρα μοβ φλούδα, υπόλευκη γλυκιά σάρκα και κόκκινο-λευκό εσωτερικό με πολλά σπόρια, που τρώγεται νωπό ή αποξηραμένο: άγρια/άσπρα/βασιλικά/μαύρα/ξερά/πρώιμα ~α. Γλυκό του κουταλιού ~ (πβ. συκαλάκι). Βλ. τσαπέλα. ● ΦΡ.: λέω τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη: μιλώ ξεκάθαρα, με ευθύτητα, χωρίς να μασώ τα λόγια μου. Πβ. τα λέω/μιλάω έξω από τα δόντια., καλόμαθε/γλυκάθηκε η γριά στα σύκα (θα φάει/κι έφαγε και τα συκόφυλλα) βλ. γριά [< αρχ. σῦκον] | |
| 48212 | συκομουριά | συ-κο-μου-ριά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. διασταύρωση μουριάς και συκιάς που έχει φύλλα όμοια με της μουριάς και καρπούς παρόμοιους με μικρά σύκα. [< μτγν. συκομορέα] | |
| 48213 | συκοφάγος | συ-κο-φά-γος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. αποδημητικό ωδικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Oriolus oriolus) με χρώμα κίτρινο και μαύρο ή πράσινο. Βλ. -φάγος. [< πβ. μτγν. συκοφάγος 'αυτός που τρώει σύκα'] | |
| 48214 | συκοφάντης | συ-κο-φά-ντης ουσ. (αρσ.) {θηλ. συκοφάντρια κ. συκοφάντισσα}: πρόσωπο που διαδίδει συκοφαντίες: άθλιος/αισχρός/κοινός ~. Πβ. διαβολέας, λασπολόγος. [< αρχ. συκοφάντης, συκοφάντρια] | |
| 48215 | συκοφάντηση | συ-κο-φά-ντη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διατύπωση, διάδοση συκοφαντιών, διαβολή: Επιχειρείται/καταγγέλλουν ~ (εναντίον) του ... Πβ. δυσφήμιση, κατα~, λάσπη, λασπολογία, λοιδορία, προσβολή. [< μεσν. συκοφάντησις] | |
| 48216 | συκοφαντία | συ-κο-φα-ντί-α ουσ. (θηλ.): ψευδής κατηγορία εναντίον κάποιου με στόχο τη δυσφήμιση· συκοφάντηση: άθλια/αισχρή/κοινή ~.|| Θύμα/υπόθεση ~ας. ~ες και ύβρεις. Προσπάθεια ~ας και σπίλωσης του ονόματος κάποιου. Μήνυση για ~. Κατέρρευσε η ~ εις βάρος μας. Πβ. διαβολή, λασπολογία. [< αρχ. συκοφαντία] | |
| 48217 | συκοφαντικός | , ή, ό συ-κο-φα-ντι-κός επίθ.: που στοχεύει στη συκοφαντία: ~ός: ισχυρισμός. ~ή: δήλωση/εκστρατεία/επίθεση/κατηγορία/προπαγάνδα. ~ό: δημοσίευμα. Κείμενο με ~ό περιεχόμενο. Πβ. λιβελογραφικός. ● επίρρ.: συκοφαντικά ● ΣΥΜΠΛ.: συκοφαντική δυσφήμιση βλ. δυσφήμιση [< αρχ. συκοφαντικός] | |
| 48219 | συκόφυλλο | συ-κό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.): φύλλο συκιάς. ● ΦΡ.: καλόμαθε/γλυκάθηκε η γριά στα σύκα (θα φάει/κι έφαγε και τα συκόφυλλα) βλ. γριά [< μτγν. συκόφυλλον] | |
| 48220 | συκωταριά | συ-κω-τα-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): συκώτι σφάγιου μαζί με τα σπλάχνα του (πνευμόνια, καρδιά, σπλήνα): αρνίσια/ψιλοκομμένη ~. | |
| 48221 | συκώτι | συ-κώ-τι ουσ. (ουδ.) {συκωτ-ιού} & (σπάν.-λαϊκό) σκώτι: ΑΝΑΤ. μεγάλο αδενικό όργανο στο άνω δεξί τμήμα της κοιλιακής χώρας στον άνθρωπο και στα σπονδυλωτά, το οποίο εκκρίνει τη χολή και συμμετέχει στις διαδικασίες του μεταβολισμού και της αποτοξίνωσης του αίματος· ειδικότ. ο αντίστοιχος αδένας διαφόρων ζώων ως είδος κρέατος: ασθένειες/παθήσεις του ~ιού (βλ. ηπατίτιδα, ίκτερος). Κατεστραμμένο από το αλκοόλ ~ (βλ. κίρρωση). Μεταμόσχευση ~ιού. ΣΥΝ. ήπαρ.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Αρνίσιο/μοσχαρίσιο/τηγανητό/ψητό ~. ~ πάπιας ή χήνας (= φουά-γκρα)/ψαριών (βλ. μουρουνέλαιο). Βλ. εντόσθια, συκωταριά. ● Υποκ.: συκωτάκι (το) {συνήθ. στον πληθ.}: κυρ. ως τροφή: ~ια πουλιών. ● ΦΡ.: βγάζω τα συκώτια μου (προφ.): εξαντλώ κάποιον ή σπάν. κάνω πολύ εμετό: Το φετινό πρόγραμμα μου έβγαλε τα συκώτια.|| Ήπιαμε χθες και βγάλαμε ~ μας. ΣΥΝ. βγάζω/ξερνώ τ' άντερά μου., κάνω (καινούργιο) συκώτι (προφ.): διασκεδάζω, αναζωογονούμαι με κάτι ευχάριστο, αστείο: Απ' τα γέλια κάναμε ~ ~., μη χαλάς το συκώτι σου! (προφ.): μη στενοχωριέσαι, μη σκας!, μου τρώει τα συκώτια/το συκώτι (σπάν.-προφ.): για κάποιον συνήθ. ή κάτι πολύ ενοχλητικό, εκνευριστικό ή επίμονο: Μου 'χει φάει ~ (: μου 'χει σπάσει τα νεύρα) με την καχυποψία της., μου 'πρηξε το συκώτι/τα σ(υ)κώτια/τη χολή/μου τα 'πρηξε βλ. πρήζω [< μεσν. συκώτι(ον) < μτγν. συκωτὸν ἧπαρ ‘που έχει γίνει μεγάλο, δίνοντας στο ζώο σύκα’] | |
| 14506 | συλαγωγέω | [ἐθναπόστολος] ε-θνα-πό-στο-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. κήρυκας των δικαίων του έθνους, ειδικότ. ως χαρακτηρισμός των προσώπων που προετοίμασαν ιδεολογικά την Ελληνική Επανάσταση: ~οι και εθνομάρτυρες. ~ και εθνεγέρτης. Βλ. απόστολος, διαπρύσιος κήρυκας. 2. ΕΚΚΛΗΣ. προσωνύμιο του Αποστόλου Παύλου (αλλιώς Απόστολος των Εθνών). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ