| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48211 | σύκο | [σῦκο] σύ-κο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. σχεδόν σφαιρικό και μαλακό φρούτο με πράσινη ή σκούρα μοβ φλούδα, υπόλευκη γλυκιά σάρκα και κόκκινο-λευκό εσωτερικό με πολλά σπόρια, που τρώγεται νωπό ή αποξηραμένο: άγρια/άσπρα/βασιλικά/μαύρα/ξερά/πρώιμα ~α. Γλυκό του κουταλιού ~ (πβ. συκαλάκι). Βλ. τσαπέλα. ● ΦΡ.: λέω τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη: μιλώ ξεκάθαρα, με ευθύτητα, χωρίς να μασώ τα λόγια μου. Πβ. τα λέω/μιλάω έξω από τα δόντια., καλόμαθε/γλυκάθηκε η γριά στα σύκα (θα φάει/κι έφαγε και τα συκόφυλλα) βλ. γριά [< αρχ. σῦκον] | |
| 48212 | συκομουριά | συ-κο-μου-ριά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. διασταύρωση μουριάς και συκιάς που έχει φύλλα όμοια με της μουριάς και καρπούς παρόμοιους με μικρά σύκα. [< μτγν. συκομορέα] | |
| 48213 | συκοφάγος | συ-κο-φά-γος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. αποδημητικό ωδικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Oriolus oriolus) με χρώμα κίτρινο και μαύρο ή πράσινο. Βλ. -φάγος. [< πβ. μτγν. συκοφάγος 'αυτός που τρώει σύκα'] | |
| 48214 | συκοφάντης | συ-κο-φά-ντης ουσ. (αρσ.) {θηλ. συκοφάντρια κ. συκοφάντισσα}: πρόσωπο που διαδίδει συκοφαντίες: άθλιος/αισχρός/κοινός ~. Πβ. διαβολέας, λασπολόγος. [< αρχ. συκοφάντης, συκοφάντρια] | |
| 48215 | συκοφάντηση | συ-κο-φά-ντη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διατύπωση, διάδοση συκοφαντιών, διαβολή: Επιχειρείται/καταγγέλλουν ~ (εναντίον) του ... Πβ. δυσφήμιση, κατα~, λάσπη, λασπολογία, λοιδορία, προσβολή. [< μεσν. συκοφάντησις] | |
| 48216 | συκοφαντία | συ-κο-φα-ντί-α ουσ. (θηλ.): ψευδής κατηγορία εναντίον κάποιου με στόχο τη δυσφήμιση· συκοφάντηση: άθλια/αισχρή/κοινή ~.|| Θύμα/υπόθεση ~ας. ~ες και ύβρεις. Προσπάθεια ~ας και σπίλωσης του ονόματος κάποιου. Μήνυση για ~. Κατέρρευσε η ~ εις βάρος μας. Πβ. διαβολή, λασπολογία. [< αρχ. συκοφαντία] | |
| 48217 | συκοφαντικός | , ή, ό συ-κο-φα-ντι-κός επίθ.: που στοχεύει στη συκοφαντία: ~ός: ισχυρισμός. ~ή: δήλωση/εκστρατεία/επίθεση/κατηγορία/προπαγάνδα. ~ό: δημοσίευμα. Κείμενο με ~ό περιεχόμενο. Πβ. λιβελογραφικός. ● επίρρ.: συκοφαντικά ● ΣΥΜΠΛ.: συκοφαντική δυσφήμιση βλ. δυσφήμιση [< αρχ. συκοφαντικός] | |
| 48218 | συκοφαντώ | [συκοφαντῶ] συ-κο-φα-ντώ ρ. (μτβ.) {συκοφαντ-είς ..., -ώντας | συκοφάντ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος}: διαδίδω συκοφαντίες: ~ούν τον θεσμό/το κόμμα. Τον ~ησαν στο αφεντικό του. ~ήθηκε για προδοσία/ότι δήθεν έκλεψε/ως καταχραστής. Πβ. διαβάλλω, διασύρω, δυσφημίζω, κακολογώ, κατα~, λασπολογώ. [< αρχ. συκοφαντῶ] | |
| 48219 | συκόφυλλο | συ-κό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.): φύλλο συκιάς. ● ΦΡ.: καλόμαθε/γλυκάθηκε η γριά στα σύκα (θα φάει/κι έφαγε και τα συκόφυλλα) βλ. γριά [< μτγν. συκόφυλλον] | |
| 48220 | συκωταριά | συ-κω-τα-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): συκώτι σφάγιου μαζί με τα σπλάχνα του (πνευμόνια, καρδιά, σπλήνα): αρνίσια/ψιλοκομμένη ~. | |
| 48221 | συκώτι | συ-κώ-τι ουσ. (ουδ.) {συκωτ-ιού} & (σπάν.-λαϊκό) σκώτι: ΑΝΑΤ. μεγάλο αδενικό όργανο στο άνω δεξί τμήμα της κοιλιακής χώρας στον άνθρωπο και στα σπονδυλωτά, το οποίο εκκρίνει τη χολή και συμμετέχει στις διαδικασίες του μεταβολισμού και της αποτοξίνωσης του αίματος· ειδικότ. ο αντίστοιχος αδένας διαφόρων ζώων ως είδος κρέατος: ασθένειες/παθήσεις του ~ιού (βλ. ηπατίτιδα, ίκτερος). Κατεστραμμένο από το αλκοόλ ~ (βλ. κίρρωση). Μεταμόσχευση ~ιού. ΣΥΝ. ήπαρ.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Αρνίσιο/μοσχαρίσιο/τηγανητό/ψητό ~. ~ πάπιας ή χήνας (= φουά-γκρα)/ψαριών (βλ. μουρουνέλαιο). Βλ. εντόσθια, συκωταριά. ● Υποκ.: συκωτάκι (το) {συνήθ. στον πληθ.}: κυρ. ως τροφή: ~ια πουλιών. ● ΦΡ.: βγάζω τα συκώτια μου (προφ.): εξαντλώ κάποιον ή σπάν. κάνω πολύ εμετό: Το φετινό πρόγραμμα μου έβγαλε τα συκώτια.|| Ήπιαμε χθες και βγάλαμε ~ μας. ΣΥΝ. βγάζω/ξερνώ τ' άντερά μου., κάνω (καινούργιο) συκώτι (προφ.): διασκεδάζω, αναζωογονούμαι με κάτι ευχάριστο, αστείο: Απ' τα γέλια κάναμε ~ ~., μη χαλάς το συκώτι σου! (προφ.): μη στενοχωριέσαι, μη σκας!, μου τρώει τα συκώτια/το συκώτι (σπάν.-προφ.): για κάποιον συνήθ. ή κάτι πολύ ενοχλητικό, εκνευριστικό ή επίμονο: Μου 'χει φάει ~ (: μου 'χει σπάσει τα νεύρα) με την καχυποψία της., μου 'πρηξε το συκώτι/τα σ(υ)κώτια/τη χολή/μου τα 'πρηξε βλ. πρήζω [< μεσν. συκώτι(ον) < μτγν. συκωτὸν ἧπαρ ‘που έχει γίνει μεγάλο, δίνοντας στο ζώο σύκα’] | |
| 14506 | συλαγωγέω | [ἐθναπόστολος] ε-θνα-πό-στο-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. κήρυκας των δικαίων του έθνους, ειδικότ. ως χαρακτηρισμός των προσώπων που προετοίμασαν ιδεολογικά την Ελληνική Επανάσταση: ~οι και εθνομάρτυρες. ~ και εθνεγέρτης. Βλ. απόστολος, διαπρύσιος κήρυκας. 2. ΕΚΚΛΗΣ. προσωνύμιο του Αποστόλου Παύλου (αλλιώς Απόστολος των Εθνών). | |
| 48222 | συλημένος | , η, ο βλ. συλώ | |
| 48223 | σύληση | σύ-λη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κλοπή πολύτιμων αντικειμένων μετά από παραβίαση ιερού χώρου: ~ εκκλησιών/τάφων Πβ. λαφυραγώγηση, λεηλασία, τυμβωρυχία. Βλ. ιεροσυλία.|| (ΝΟΜ.) ~ νεκρού. Πβ. σκύλευση. [< αρχ. σύλησις] | |
| 48224 | συλητής | συ-λη-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που διαπράττει σύληση: ~ές ναών/τάφων. Πβ. τυμβωρύχος. [< μτγν. συλητής] | |
| 48225 | συλλαβάριο | συλ-λα-βά-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. σύστημα γραφής όπου τα σημεία αντιπροσωπεύουν συλλαβές και όχι φθόγγους: κυπριακό ~. ~ της Γραμμικής Β'. Βλ. αλφάβητο. [< γαλλ. syllabaire, αγγλ. syllabary] | |
| 48226 | συλλαβή | συλ-λα-βή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. φωνητική ενότητα αποτελούμενη από έναν ή περισσότερους φθόγγους (με βάση ένα φωνήεν ή μία δίφθογγο), η οποία συνήθ. συνιστά τμήμα λέξης: αρχική/άτονη/τελική (= λήγουσα)/τονισμένη ~. Λέξη που έχει μία ~ (= μονοσύλλαβη), δύο (= δισύλλαβη), τρεις (= τρισύλλαβη), πολλές ~ές (= πολυσύλλαβη). Στίχος με δεκαπέντε ~ές (= δεκαπεντασύλλαβος). Χωρίζω τη λέξη σε ~ές (βλ. συλλαβισμός).|| (κυρ. στην αρχ. ελλην.) Βραχύχρονη/θέσει μακρά/μακρόχρονη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτή συλλαβή βλ. ανοιχτός, κλειστή συλλαβή βλ. κλειστός [< αρχ. συλλαβή, γαλλ. syllabe, αγγλ. syllable] | |
| 48227 | συλλαβίζω | συλ-λα-βί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συλλάβι-σα} 1. προφέρω, διαβάζω ή γράφω μια λέξη, χωρίζοντάς την σε συλλαβές: ~ει σωστά το όνομά του. Τα παιδιά μαθαίνουν να ~ουν. 2. δυσκολεύομαι να διαβάσω με άνεση: Ακόμη ~ει τις λέξεις, δεν έχει ευχέρεια στην ανάγνωση. [< 1: μτγν. συλλαβίζω] | |
| 48228 | συλλαβικός | , ή, ό συλ-λα-βι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που αποτελείται από συλλαβές ή σχετίζεται με τη συλλαβή: ~ή: αύξηση (: προσθήκη ενός ε- στην αρχή του θέματος της οριστικής των ιστορικών χρόνων των δισύλλαβων ρημάτων που ξεκινούν με σύμφωνο: έ-παιζα, έ-παιξα)/μέθοδος (ανάγνωσης).|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: γραφή (: σύστημα στο οποίο τα σημεία αντιπροσωπεύουν συλλαβές). ~ό: αλφάβητο. ΣΥΝ. συλλαβογραφικός. Βλ. συλλαβόγραμμα. [< μτγν. συλλαβικός, γαλλ. syllabique, αγγλ. syllabic. Βλ. γερμ. Silbenschrift] | |
| 48229 | συλλάβισμα | συλ-λά-βι-σμα ουσ. (ουδ.): συλλαβιστή ανάγνωση. Πβ. συλλαβισμός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ