Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48760-48780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48222συλημένος, η, ο βλ. συλώ
48223σύλησησύ-λη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κλοπή πολύτιμων αντικειμένων μετά από παραβίαση ιερού χώρου: ~ εκκλησιών/τάφων Πβ. λαφυραγώγηση, λεηλασία, τυμβωρυχία. Βλ. ιεροσυλία.|| (ΝΟΜ.) ~ νεκρού. Πβ. σκύλευση. [< αρχ. σύλησις]
48224συλητήςσυ-λη-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που διαπράττει σύληση: ~ές ναών/τάφων. Πβ. τυμβωρύχος. [< μτγν. συλητής]
48225συλλαβάριοσυλ-λα-βά-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. σύστημα γραφής όπου τα σημεία αντιπροσωπεύουν συλλαβές και όχι φθόγγους: κυπριακό ~. ~ της Γραμμικής Β'. Βλ. αλφάβητο. [< γαλλ. syllabaire, αγγλ. syllabary]
48226συλλαβήσυλ-λα-βή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. φωνητική ενότητα αποτελούμενη από έναν ή περισσότερους φθόγγους (με βάση ένα φωνήεν ή μία δίφθογγο), η οποία συνήθ. συνιστά τμήμα λέξης: αρχική/άτονη/τελική (= λήγουσα)/τονισμένη ~. Λέξη που έχει μία ~ (= μονοσύλλαβη), δύο (= δισύλλαβη), τρεις (= τρισύλλαβη), πολλές ~ές (= πολυσύλλαβη). Στίχος με δεκαπέντε ~ές (= δεκαπεντασύλλαβος). Χωρίζω τη λέξη σε ~ές (βλ. συλλαβισμός).|| (κυρ. στην αρχ. ελλην.) Βραχύχρονη/θέσει μακρά/μακρόχρονη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοιχτή συλλαβή βλ. ανοιχτός, κλειστή συλλαβή βλ. κλειστός [< αρχ. συλλαβή, γαλλ. syllabe, αγγλ. syllable]
48227συλλαβίζωσυλ-λα-βί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συλλάβι-σα} 1. προφέρω, διαβάζω ή γράφω μια λέξη, χωρίζοντάς την σε συλλαβές: ~ει σωστά το όνομά του. Τα παιδιά μαθαίνουν να ~ουν. 2. δυσκολεύομαι να διαβάσω με άνεση: Ακόμη ~ει τις λέξεις, δεν έχει ευχέρεια στην ανάγνωση. [< 1: μτγν. συλλαβίζω]
48228συλλαβικός, ή, ό συλ-λα-βι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που αποτελείται από συλλαβές ή σχετίζεται με τη συλλαβή: ~ή: αύξηση (: προσθήκη ενός ε- στην αρχή του θέματος της οριστικής των ιστορικών χρόνων των δισύλλαβων ρημάτων που ξεκινούν με σύμφωνο: έ-παιζα, έ-παιξα)/μέθοδος (ανάγνωσης).|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: γραφή (: σύστημα στο οποίο τα σημεία αντιπροσωπεύουν συλλαβές). ~ό: αλφάβητο. ΣΥΝ. συλλαβογραφικός. Βλ. συλλαβόγραμμα. [< μτγν. συλλαβικός, γαλλ. syllabique, αγγλ. syllabic. Βλ. γερμ. Silbenschrift]
48229συλλάβισμασυλ-λά-βι-σμα ουσ. (ουδ.): συλλαβιστή ανάγνωση. Πβ. συλλαβισμός.
48230συλλαβισμόςσυλ-λα-βι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΡΑΜΜ. χωρισμός των λέξεων σε συλλαβές: Κανόνες ~ού. (ΠΛΗΡΟΦ.) Αυτόματος ~ κειμένου. Βλ. -ισμός, ορθογραφία. 2. εξαιρετικά αργός ρυθμός ανάγνωσης, συνήθ. ως σύμπτωμα μαθησιακής διαταραχής. Πβ. συλλάβισμα. [< πβ. γαλλ. syllabation, syllabisme, αγγλ. syllab(ific)ation, syllabism]
48232συλλαβιστός, ή, ό συλ-λα-βι-στός επίθ.: (για ανάγνωση) που γίνεται αργά, συλλαβή προς συλλαβή. ● επίρρ.: συλλαβιστά: Διαβάζει ~.
48233συλλαβόγραμμασυλ-λα-βό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. γραπτό σύμβολο το οποίο αντιπροσωπεύει μία συλλαβή: ~ της Γραμμικής Α΄. Βλ. ιδεό-, φθογγό-γραμμα, συλλαβική γραφή.
48234συλλαβογραφικός, ή, ό συλ-λα-βο-γρα-φι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. συλλαβικός: ~ή: γραφή.
48236συλλαλητήριοσυλ-λα-λη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: δημόσια και συνήθ. υπαίθρια συγκέντρωση πολιτών με σκοπό την έκφραση αιτημάτων προς την Πολιτεία ή τη διαμαρτυρία για κάποιο σοβαρό ζήτημα· συνεκδ. το πλήθος που συμμετέχει σε αυτό: αντιπολεμικό/αντιρατσιστικό/μαζικό/μαθητικό/(παν)αγροτικό/(παν)εκπαιδευτικό/πανελλαδικό/(παν)εργατικό/φοιτητικό ~. ~ για το ασφαλιστικό/ενάντια στην ανεργία/κατά της ακρίβειας/υπέρ της ειρήνης. Κάλεσμα/πρόσκληση/συμμετοχή σε ~. Το κίνημα κατέβηκε σε/οργανώνει/προχώρησε σε ~. Πβ. διαδήλωση. Βλ. απεργία, στάση εργασίας.|| Το ~ είχε παλμό. [< γαλλ. manifestation, 1857]
48237συλλαμβάνωσυλ-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {συνέλαβ-α, συλλάβω, συνελήφ-θη (γ' πληθ. -θησαν, μτχ. συλληφθ-είς, -είσα, -έν) κ. (προφ.) -θηκε, συλληφ-θεί, συλλαμβάν-οντας, -όμενος} (λόγ.) 1. πιάνω κάποιον, συχνά με βίαιο τρόπο, και τον θέτω υπό κράτηση, του στερώ την προσωπική του ελευθερία· γενικότ. αιχμαλωτίζω, παγιδεύω: Η αστυνομία (εντόπισε και) ~ε τους δράστες/τον ύποπτο. Πολίτης προσπάθησε να συλλάβει ληστή. Έμπορος ναρκωτικών ~θη επ' αυτοφώρω. ~θησαν για φόνο/με την κατηγορία της απαγωγής/να χρηματίζονται. Πβ. μπαγλαρώνω, τσιμπώ, τσουβαλιάζω.|| (για ζώο) ~ει τη λεία του με ενέδρα. ΑΝΤ. απελευθερώνω, αποφυλακίζω.|| ~α (: αντιλήφθηκα) τον εαυτό μου να ζηλεύει. Πβ. τσακώνω.|| (μτφ., για μηχάνημα) Η κάμερα/ο φωτογραφικός φακός τούς ~ε (= κατέγραψε) να κάνουν διακοπές μαζί. Ο αναμεταδότης ~ει (= λαμβάνει) το σήμα που του στέλνει ο πομπός. 2. (μτφ.) κατανοώ, αντιλαμβάνομαι ή επινοώ: Το ανθρώπινο μυαλό δεν μπορεί να συλλάβει ορισμένα πράγματα (: είναι ασύλληπτα). Είναι μικρό (ενν. το παιδί) ακόμα, για να συλλάβει την έννοια του χρόνου. ΣΥΝ. εννοώ.|| Πρώτος ~ε την ιδέα της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων. ΣΥΝ. σκέφτομαι. 3. μένω έγκυος: Δεν μπορεί να συλλάβει (: να πιάσει παιδί). ~ε με τεχνητή γονιμοποίηση. ΣΥΝ. γκαστρώνομαι ● βλ. συλληφθείς [< αρχ. συλλαμβάνω]
48238συλλέγωσυλ-λέ-γω ρ. (μτβ.) {συνέλε-ξα, συλλέξω, συλλέ-χτηκε (λόγ.) -χθηκε κ. συνελέγη, συλλεχτεί κ. συλλεγεί, συλλέγ-οντας, -μένος, -χθείς} (λόγ.) 1. μαζεύω, συγκεντρώνω κυρ. αποσπώντας, επιλέγοντας, ταξινομώντας: ~ τους καρπούς/τους σπόρους/τα φύλλα με το χέρι (βλ. κόβω). Οι μέλισσες ~ουν τη γύρη από τα λουλούδια. Το αλάτι ~εται από τις αλυκές. Τα απορρίμματα ~ονται και διαχωρίζονται. Βλ. περι~.|| ~ δεδομένα/στοιχεία/υλικό. ~ουν υπογραφές κατά της απόφασης. ~είσες: πληροφορίες || Το νερό της βροχής ~εται σε στέρνες. 2. συγκεντρώνω, για να κάνω συλλογή: ~ αντίκες/γραμματόσημα/νομίσματα. (ειρων.) ~ει βραβεία/εμπειρίες/ψήφους (πβ. συσσωρεύω). [< 1: αρχ. συλλέγω, γαλλ. recueillir 2: colectionner]
48239συλλειτουργίασυλ-λει-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. Θεία Λειτουργία που τελείται από πολλούς ιερείς ταυτόχρονα στον ίδιο ναό: αρχιερατική/πανηγυρική ~. 2. (λόγ.) από κοινού λειτουργία: ~ νοσοκομείων/σχολείων/φορέων. [< μεσν. συλλειτουργία]
48240συλλείτουργοσυλ-λεί-τουρ-γο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. ταυτόχρονη επιμνημόσυνη λειτουργία δύο ή περισσότερων κληρικών: αρχιερατικό/πατριαρχικό ~.
48241συλλειτουργόςσυλ-λει-τουρ-γός ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. κληρικός που τελεί μαζί με άλλον ή άλλους κληρικούς τη Θεία Λειτουργία. 2. αυτός που επιτελεί λειτούργημα σε συνεργασία με άλλους: Ο δικηγόρος είναι ~ της δικαιοσύνης. [< 1: μτγν. συλλειτουργός]
48242συλλειτουργώ[συλλειτουργῶ] συλ-λει-τουρ-γώ ρ. (αμτβ.) {συλλειτουργ-εί, -ώντας | συλλειτούργ-ησε} 1. ΕΚΚΛΗΣ. (για κληρικό) τελώ τη Θεία Λειτουργία από κοινού με άλλους κληρικούς. 2. {κυρ. στο γ' πρόσ.} λειτουργώ μαζί με άλλον ή άλλους: Τα δύο σχολεία ~ούν και συστεγάζονται. [< 1: μτγν. συλλειτουργῶ]
48243συλλεκτήραςσυλ-λε-κτή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κύριος αγωγός δικτύου που συλλέγει το νερό από τους δευτερεύοντες: παραλιακός ~. ~ ακάθαρτων/όμβριων υδάτων. || ~ες μπαζών. Βλ. -τήρας.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.