| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48230 | συλλαβισμός | συλ-λα-βι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΡΑΜΜ. χωρισμός των λέξεων σε συλλαβές: Κανόνες ~ού. (ΠΛΗΡΟΦ.) Αυτόματος ~ κειμένου. Βλ. -ισμός, ορθογραφία. 2. εξαιρετικά αργός ρυθμός ανάγνωσης, συνήθ. ως σύμπτωμα μαθησιακής διαταραχής. Πβ. συλλάβισμα. [< πβ. γαλλ. syllabation, syllabisme, αγγλ. syllab(ific)ation, syllabism] | |
| 48232 | συλλαβιστός | , ή, ό συλ-λα-βι-στός επίθ.: (για ανάγνωση) που γίνεται αργά, συλλαβή προς συλλαβή. ● επίρρ.: συλλαβιστά: Διαβάζει ~. | |
| 48233 | συλλαβόγραμμα | συλ-λα-βό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. γραπτό σύμβολο το οποίο αντιπροσωπεύει μία συλλαβή: ~ της Γραμμικής Α΄. Βλ. ιδεό-, φθογγό-γραμμα, συλλαβική γραφή. | |
| 48234 | συλλαβογραφικός | , ή, ό συλ-λα-βο-γρα-φι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. συλλαβικός: ~ή: γραφή. | |
| 48236 | συλλαλητήριο | συλ-λα-λη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: δημόσια και συνήθ. υπαίθρια συγκέντρωση πολιτών με σκοπό την έκφραση αιτημάτων προς την Πολιτεία ή τη διαμαρτυρία για κάποιο σοβαρό ζήτημα· συνεκδ. το πλήθος που συμμετέχει σε αυτό: αντιπολεμικό/αντιρατσιστικό/μαζικό/μαθητικό/(παν)αγροτικό/(παν)εκπαιδευτικό/πανελλαδικό/(παν)εργατικό/φοιτητικό ~. ~ για το ασφαλιστικό/ενάντια στην ανεργία/κατά της ακρίβειας/υπέρ της ειρήνης. Κάλεσμα/πρόσκληση/συμμετοχή σε ~. Το κίνημα κατέβηκε σε/οργανώνει/προχώρησε σε ~. Πβ. διαδήλωση. Βλ. απεργία, στάση εργασίας.|| Το ~ είχε παλμό. [< γαλλ. manifestation, 1857] | |
| 48237 | συλλαμβάνω | συλ-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {συνέλαβ-α, συλλάβω, συνελήφ-θη (γ' πληθ. -θησαν, μτχ. συλληφθ-είς, -είσα, -έν) κ. (προφ.) -θηκε, συλληφ-θεί, συλλαμβάν-οντας, -όμενος} (λόγ.) 1. πιάνω κάποιον, συχνά με βίαιο τρόπο, και τον θέτω υπό κράτηση, του στερώ την προσωπική του ελευθερία· γενικότ. αιχμαλωτίζω, παγιδεύω: Η αστυνομία (εντόπισε και) ~ε τους δράστες/τον ύποπτο. Πολίτης προσπάθησε να συλλάβει ληστή. Έμπορος ναρκωτικών ~θη επ' αυτοφώρω. ~θησαν για φόνο/με την κατηγορία της απαγωγής/να χρηματίζονται. Πβ. μπαγλαρώνω, τσιμπώ, τσουβαλιάζω.|| (για ζώο) ~ει τη λεία του με ενέδρα. ΑΝΤ. απελευθερώνω, αποφυλακίζω.|| ~α (: αντιλήφθηκα) τον εαυτό μου να ζηλεύει. Πβ. τσακώνω.|| (μτφ., για μηχάνημα) Η κάμερα/ο φωτογραφικός φακός τούς ~ε (= κατέγραψε) να κάνουν διακοπές μαζί. Ο αναμεταδότης ~ει (= λαμβάνει) το σήμα που του στέλνει ο πομπός. 2. (μτφ.) κατανοώ, αντιλαμβάνομαι ή επινοώ: Το ανθρώπινο μυαλό δεν μπορεί να συλλάβει ορισμένα πράγματα (: είναι ασύλληπτα). Είναι μικρό (ενν. το παιδί) ακόμα, για να συλλάβει την έννοια του χρόνου. ΣΥΝ. εννοώ.|| Πρώτος ~ε την ιδέα της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων. ΣΥΝ. σκέφτομαι. 3. μένω έγκυος: Δεν μπορεί να συλλάβει (: να πιάσει παιδί). ~ε με τεχνητή γονιμοποίηση. ΣΥΝ. γκαστρώνομαι ● βλ. συλληφθείς [< αρχ. συλλαμβάνω] | |
| 48238 | συλλέγω | συλ-λέ-γω ρ. (μτβ.) {συνέλε-ξα, συλλέξω, συλλέ-χτηκε (λόγ.) -χθηκε κ. συνελέγη, συλλεχτεί κ. συλλεγεί, συλλέγ-οντας, -μένος, -χθείς} (λόγ.) 1. μαζεύω, συγκεντρώνω κυρ. αποσπώντας, επιλέγοντας, ταξινομώντας: ~ τους καρπούς/τους σπόρους/τα φύλλα με το χέρι (βλ. κόβω). Οι μέλισσες ~ουν τη γύρη από τα λουλούδια. Το αλάτι ~εται από τις αλυκές. Τα απορρίμματα ~ονται και διαχωρίζονται. Βλ. περι~.|| ~ δεδομένα/στοιχεία/υλικό. ~ουν υπογραφές κατά της απόφασης. ~είσες: πληροφορίες || Το νερό της βροχής ~εται σε στέρνες. 2. συγκεντρώνω, για να κάνω συλλογή: ~ αντίκες/γραμματόσημα/νομίσματα. (ειρων.) ~ει βραβεία/εμπειρίες/ψήφους (πβ. συσσωρεύω). [< 1: αρχ. συλλέγω, γαλλ. recueillir 2: colectionner] | |
| 48239 | συλλειτουργία | συλ-λει-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. Θεία Λειτουργία που τελείται από πολλούς ιερείς ταυτόχρονα στον ίδιο ναό: αρχιερατική/πανηγυρική ~. 2. (λόγ.) από κοινού λειτουργία: ~ νοσοκομείων/σχολείων/φορέων. [< μεσν. συλλειτουργία] | |
| 48240 | συλλείτουργο | συλ-λεί-τουρ-γο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. ταυτόχρονη επιμνημόσυνη λειτουργία δύο ή περισσότερων κληρικών: αρχιερατικό/πατριαρχικό ~. | |
| 48241 | συλλειτουργός | συλ-λει-τουρ-γός ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. κληρικός που τελεί μαζί με άλλον ή άλλους κληρικούς τη Θεία Λειτουργία. 2. αυτός που επιτελεί λειτούργημα σε συνεργασία με άλλους: Ο δικηγόρος είναι ~ της δικαιοσύνης. [< 1: μτγν. συλλειτουργός] | |
| 48242 | συλλειτουργώ | [συλλειτουργῶ] συλ-λει-τουρ-γώ ρ. (αμτβ.) {συλλειτουργ-εί, -ώντας | συλλειτούργ-ησε} 1. ΕΚΚΛΗΣ. (για κληρικό) τελώ τη Θεία Λειτουργία από κοινού με άλλους κληρικούς. 2. {κυρ. στο γ' πρόσ.} λειτουργώ μαζί με άλλον ή άλλους: Τα δύο σχολεία ~ούν και συστεγάζονται. [< 1: μτγν. συλλειτουργῶ] | |
| 48243 | συλλεκτήρας | συλ-λε-κτή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κύριος αγωγός δικτύου που συλλέγει το νερό από τους δευτερεύοντες: παραλιακός ~. ~ ακάθαρτων/όμβριων υδάτων. || ~ες μπαζών. Βλ. -τήρας. | |
| 48244 | συλλεκτήριος | , α, ο συλ-λε-κτή-ρι-ος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που λειτουργεί ως συλλεκτήρας: ~ος: αγωγός (αποχετευτικού δικτύου). ~α: λεκάνη/οδός/τάφρος. ~ο: δίκτυο/σύστημα. Βλ. -τήριος. | |
| 48245 | συλλέκτης | συλ-λέ-κτης ουσ. (αρσ.) {συλλεκτών} 1. {θηλ. συλλέκτρια} πρόσωπο που κάνει συλλογή: ~ γραμματοσήμων (βλ. φιλοτελιστής)/έργων τέχνης/νομισμάτων.|| (ΖΩΟΛ.) Συλλέκτριες μέλισσες. 2. ΤΕΧΝΟΛ. δοχείο όπου συλλέγεται συνήθ. υγρό ή εργαλείο για την περισυλλογή διάφορων αντικειμένων: ~ λαδιού/μπάζων. Βλ. συλλεκτήρας.|| ~ σκουπιδιών/φύλλων. ΣΥΝ. συλλογέας. Βλ. χορτο~. 3. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ένα από τα τρία ηλεκτρόδια διπολικού τρανζίστορ. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλιακός συλλέκτης & ηλιακός συσσωρευτής: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που συλλέγει την ηλιακή ακτινοβολία και τη μετατρέπει σε θερμική ενέργεια, κυρ. για τη θέρμανση νερού ή την παραγωγή ηλεκτρισμού: επίπεδος ~ ~. Βλ. ηλιακά συστήματα. [< αγγλ. solar collector, 1955] [< μτγν. συλλέκτης ‘ο κατάλληλος να συλλέγει’ 1: γαλλ. collectionneur 2,3: γαλλ. collecteur, αγγλ. collector] | |
| 48247 | συλλεκτικός | , ή, ό συλ-λε-κτι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον συλλέκτη ή που προορίζεται για συλλογή: ~ός: δίσκος/τόμος. ~ή: αξία/έκδοση/μανία/χρήση. ~ό: κομμάτι/λεύκωμα/τεύχος. 2. που χρησιμεύει στη συλλογή, συγκέντρωση ή σχετίζεται με αυτή: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: επιφάνεια/μηχανή (= συγκομιστική). Βλ. πολυ~, προ~, χορτο~.|| (ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.) ~ή: κοινωνία (: της οποίας τα μέλη τρέφονται συλλέγοντας καρπούς). Βλ. τροφοσυλλέκτης. [< μτγν. συλλεκτικός 'άπληστος να μαζεύει'] | |
| 48248 | συλλεκτισμός | συλ-λε-κτι-σμός ουσ. (αρσ.): συστηματική ενασχόληση με τη συλλογή αντικειμένων σπάνιων ή/και με αισθητική, ιστορική, χρηματική, συναισθηματική ή άλλου είδους αξία. Βλ. -ισμός. | |
| 48249 | συλλήβδην | συλ-λή-βδην επίρρ. (αρχαιοπρ.): συνολικά, αδιακρίτως: Τους απαξιώνει/απορρίπτει όλους ~. Καταργούνται ~ οι συλλογικές συμβάσεις.|| (ως επίθ.) ~ καταδίκη της πολιτικής. Βλ. -δην. [< αρχ. συλλήβδην] | |
| 48250 | συλληπτήριος | , α, ο συλ-λη-πτή-ρι-ος επίθ.: (επιστ.) συλληπτικός. Βλ. -τήριος. | |
| 48251 | συλληπτικός | , ή, ό συλ-λη-πτι-κός επίθ. (επιστ.): που έχει την ικανότητα να συλλαμβάνει: ~ή: ικανότητα (των άνω άκρων)/λειτουργία (των σαλπίγγων· ΑΝΤ. αντι~). ~ά: μέσα/όργανα (ΣΥΝ. συλληπτήριος). [< μτγν. συλληπτικός 'ικανός να συλλάβει, να κυοφορήσει, αυτός που βοηθά'] | |
| 48252 | συλληφθείς | , είσα, έν συλ-λη-φθείς μτχ. (λόγ.): (για πρόσ.) που έχει συλληφθεί από δημόσια Αρχή: ~ για βανδαλισμούς/επεισόδια/κλοπές.|| (ως ουσ.) Δίκη/καταθέσεις/προσαγωγές (των) ~έντων. Οι ~έντες αφέθηκαν ελεύθεροι/κατηγορούνται για διαφθορά/μεταφέρθηκαν στα κρατητήρια/οδηγήθηκαν στον εισαγγελέα/προσήχθησαν ενώπιον του δικαστηρίου.|| (ως επίθ.) Ο ~είς ύποπτος για κατασκοπία. ● βλ. συλλαμβάνω [< αρχ. μτχ. συλληφθείς] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ