| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3937 | ανθολόγηση | [ἀνθολόγηση] αν-θο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): επιλογή εκλεκτών ή αντιπροσωπευτικών λογοτεχνικών κειμένων, έργων τέχνης, μουσικών κομματιών για τη δημιουργία ανθολογίας· συνεκδ. η ανθολογία. Πβ. σταχυολόγηση, συλλογή. | |
| 3938 | ανθολογία | [ἀνθολογία] αν-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) {ανθολογιών}: συλλογή, σε έντυπη ή ψηφιακή μορφή, εκλεκτών ή αντιπροσωπευτικών έργων της λογοτεχνίας, της μουσικής, γενικότ. της τέχνης: διαδικτυακή/εικαστική/τρίτομη ~. ~ αστυνομικών διηγημάτων/τραγουδιών. Νεοελληνική ποιητική ~. Σκηνή (παράστασης/ταινίας) που αποτελεί κομμάτι ~ας (: είναι τόσο σπουδαία που θα άξιζε να υπάρχει σε ~). Πβ. ανάλεκτα, απάνθισμα, συναγωγή. Βλ. -λογία. [< μτγν. ἀνθολογία ‘μάζεμα λουλουδιών’, γαλλ. anthologie, αγγλ. anthology, γερμ. Anthologie] | |
| 3939 | ανθολόγιο | [ἀνθολόγιο] αν-θο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): ανθολογία· (ειδικότ., με κεφαλ. Α) σχολικό βιβλίο με επιλεγμένα λογοτεχνικά κείμενα: ~ άρθρων/ποίησης. Ηλεκτρονικά ~α (κειμένων).|| Το ~ της Ε' και ΣΤ' τάξης του Δημοτικού. ~α και Αναγνωστικά. Βλ. -λόγιο. [< μτγν. ἀνθολόγιον] | |
| 3940 | ανθολόγος | [ἀνθολόγος] αν-θο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): δημιουργός ανθολογίας. Βλ. -λόγος. [< μτγν. ἀνθολόγος ‘αυτός που μαζεύει λουλούδια’, γαλλ. anthologue, αγγλ. anthologist] | |
| 3941 | ανθολογώ | [ἀνθολογῶ] αν-θο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {ανθολογ-είς, -ώντας | ανθολόγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: επιλέγω κείμενα για την ποιότητα ή την αντιπροσωπευτικότητά τους: ~ησε αποσπάσματα από το έργο/τα διηγήματα του ... Πβ. σταχυολογώ, συλλέγω. Βλ. -λογώ. ● ανθολογείται {μεσοπαθ.}: περιλαμβάνεται σε ανθολογία ή ανθολόγιο: Στο αφιέρωμα/στον τόμο ~ούνται συνθέτες/συγγραφείς του 20ού αι. Ποιήματα που ~ούνται στα σχολικά βιβλία. [< αρχ. ἀνθολογῶ] | |
| 3942 | ανθόμελο | [ἀνθόμελο] αν-θό-με-λο ουσ. (ουδ.): μέλι που παράγεται από το νέκταρ λουλουδιών, μέλι ανθέων. Βλ. -μελο. | |
| 3943 | ανθόνερο | [ἀνθόνερο] αν-θό-νε-ρο ουσ. (ουδ.): απόσταγμα από άνθη ή φύλλα αρωματικών φυτών ή εσπεριδοειδών δέντρων: ~ πορτοκαλιάς/τριανταφυλλιάς. Αμυγδαλωτά με ~. Βλ. εκχύλισμα, ροδόσταμο, -νερο. | |
| 3944 | ανθοπαραγωγός | [ἀνθοπαραγωγός] αν-θο-πα-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που ασχολείται με την παραγωγή λουλουδιών και διακοσμητικών φυτών για εμπορικούς λόγους. Βλ. -παραγωγός1. | |
| 3945 | ανθοπωλείο | [ἀνθοπωλεῖο] αν-θο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα όπου πωλούνται κυρ. λουλούδια και καλλωπιστικά φυτά. Πβ. λουλουδάδικο. Βλ. -πωλείο. Ηλεκτρονικό ~. [< γερμ. Blumengeschäft] | |
| 3946 | ανθοπώλης | [ἀνθοπώλης] αν-θο-πώ-λης ουσ. (αρσ.) , ανθοπώλισσα (η): ιδιοκτήτης ανθοπωλείου ή πρόσωπο που πουλά κυρ. άνθη και διακοσμητικά φυτά. Πβ. λουλουδάς. Βλ. -πώλης. [< μτγν. ἀνθοπώλης] | |
| 3947 | ανθόρροια | [ἀνθόρροια] αν-θόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. (για φυτά) πτώση των ανθέων τους. [< μεσν. ανθόρροια] | |
| 3948 | ανθός | [ἀνθός] αν-θός ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) αθός 1. (συχνά λογοτ.) άνθος, λουλούδι ή συνεκδ. το σύνολο των ανθέων ενός φυτού: το άρωμα του ~ού της λεμονιάς. Γεμιστοί ~οί κολοκυθιών (= κολοκυθοανθοί).|| Ο ~ της ροδακινιάς. 2. (μτφ.) το καλύτερο μέρος ευρύτερου συνόλου: ο ~ του (ευρωπαϊκού) κινηματογράφου/της κοινωνίας/της νεολαίας. ΣΥΝ. αθέρας (1), άνθος (2), αφρόκρεμα, αφρός (5), ελίτ 3. ανθοφορία: Ο παγετός έκαψε τις πορτοκαλιές πάνω στον ~ό τους. ΣΥΝ. άνθιση (2) ΑΝΤ. μαρασμός (3) ● ΦΡ.: (πάνω) στο άνθος/στην ακμή/στον ανθό της ηλικίας/της νιότης (κάποιου) βλ. άνθος [< μεσν. ανθός] | |
| 3949 | άνθος | [ἄνθος ] άν-θος ουσ. (ουδ.) {άνθ-ους | άνθη, ανθ-έων} 1. (επίσ.) χαρακτηριστικό τμήμα του φυτού που περιλαμβάνει τα αναπαραγωγικά όργανα και τα προστατευτικά μέρη (πέταλα) και κατ' επέκτ. το ίδιο το φυτό, το λουλούδι: Άνθη αμυγδαλιάς/κερασιάς/λεμονιάς. Μέλι/σπόροι ~έων.|| ~ του αγρού (: αγριολούλουδο). 2. (μτφ.) το πιο καλό, ακμαίο μέρος πράγματος, συνόλου ή περιόδου: Το ~ της ελληνικής ποίησης/της νεολαίας (= ο ανθός). Πβ. ανφάν γκατέ, αφρόκρεμα, αφρός, ελίτ.|| Βρίσκεται στο ~ της πνευματικής του δημιουργίας. Πβ. ακμή, άνθιση. ΑΝΤ. μαρασμός, παρακμή. 3. λεπτό στρώμα που σχηματίζεται στην επιφάνεια υγρού ή σπανιότ. μετάλλου: το ~ του γάλακτος (βλ. ανθόγαλα, καϊμάκι)/του κρασιού (βλ. μύκητας). ~ θείου/σιδήρου/χαλκού (βλ. άλατα, σκουριά). ● Υποκ.: ανθάκι (το) βλ. σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: δρεπτά άνθη βλ. δρεπτός ● ΦΡ.: (πάνω) στο άνθος/στην ακμή/στον ανθό της ηλικίας/της νιότης (κάποιου): την περίοδο ή στην ακμή της νεότητας: Βρίσκεται/είναι/πέθανε ~ ~ του. [< γαλλ. à la fleur de l' âge /de la jeunesse] , άνθη/άνθος του κακού: εκδηλώσεις, συνέπειες νοσηρής κατάστασης. [< γαλλ. les fleurs du mal] [< 1: αρχ. ἄνθος 2,3: γαλλ. fleur] | |
| 3950 | ανθόσπαρτος | , η, ο [ἀνθόσπαρτος] αν-θό-σπαρ-τος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) ευχάριστος, ευτυχισμένος: Η ζωή τους δεν ήταν ~η (= στρωμένη/σπαρμένη με ροδοπέταλα). 2. γεμάτος, σπαρμένος με άνθη: ~οι: κάμποι. ~α: λιβάδια. ● ΦΡ.: (εύχομαι) βίο(ν) ανθόσπαρτο(ν) (λόγ.): ευχή σε νιόπαντρο ζευγάρι για ευτυχισμένη ζωή. [< γαλλ. semé de fleurs] | |
| 3951 | ανθοστεφανωμένος | , η, ο [ἀνθοστεφανωμένος] αν-θο-στε-φα-νω-μέ-νος επίθ. (λογοτ.): που φέρει στεφάνι με λουλούδια. Βλ. δαφνοστεφανωμένος. | |
| 3952 | ανθοστήλη | [ἀνθοστήλη] αν-θο-στή-λη ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): κατασκευή με λουλούδια, σε σχήμα στήλης, που προορίζεται κυρ. για γάμο· παλαιότ. διακοσμητικό έπιπλο που στήριζε συνθέσεις από άνθη, ανθοδοχεία, γλάστρες. | |
| 3953 | ανθοστολίζω | [ἀνθοστολίζω] αν-θο-στο-λί-ζω ρ. (μτβ.) {(σπάν.) ανθοστόλι-σε, (σπάν.) -σει, -στηκε, -στεί, συνήθ. στη μτχ. -σμένος}: στολίζω κάτι (σπανιότ. κάποιον) με άνθη: ~σμένη: αίθουσα. Παρέλαση ~σμένων αρμάτων. (ΣΥΝ. ανθοστόλιστος).|| (μτφ.) ~σμένα: τοπία (: γεμάτα άνθη). | |
| 3954 | ανθοστολισμός | [ἀνθοστολισμός] αν-θο-στο-λι-σμός ουσ. (αρσ.) & ανθοστόλισμα (το) (επίσ.): διακόσμηση χώρου με άνθη: ~ εκκλησίας. ~οί εκδηλώσεων/δεξιώσεων. ΣΥΝ. ανθοδιακόσμηση | |
| 3955 | ανθοστόλιστος | , η, ο [ἀνθοστόλιστος] αν-θο-στό-λι-στος επίθ. (επίσ.): που είναι στολισμένος με άνθη: ~ος: επιτάφιος/κήπος. ~η: εκκλησία. ~ο: τραπέζι. ~ες: αυλές. ΣΥΝ. ανθοστολισμένος. | |
| 3956 | ανθοσύνθεση | [ἀνθοσύνθεση] αν-θο-σύν-θε-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): συνδυασμός λουλουδιών και διακοσμητικών στοιχείων σε ενιαίο σύνολο (προορίζεται κυρ. για στολισμούς): γαμήλιες ~έσεις. Βλ. ανθοδέσμη, ικεμπάνα, μπουκέτο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ