| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3927 | ανθοθεραπεία | [ἀνθοθεραπεία] αν-θο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): θεραπευτική μέθοδος που βασίζεται στη χορήγηση κυρ. ανθοϊαμάτων. Βλ. εναλλακτική ιατρική, ομοιοπαθητική, αρωματο-, βοτανο-, φυτο-θεραπεία. [< αγγλ. flower therapy] | |
| 3928 | ανθοϊάματα | [ἀνθοϊάματα] αν-θο-ϊ-ά-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ανθοΐαμα} (επίσ.): φυσικά παρασκευάσματα από εκχυλίσματα φυτών και λουλουδιών. [< αγγλ. flower remedies/essences] | |
| 3929 | ανθοκαλλιέργεια | [ἀνθοκαλλιέργεια] αν-θο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): συστηματική καλλιέργεια λουλουδιών και καλλωπιστικών φυτών και (συνεκδ., συνήθ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις: ανθοκομία και ~. ~ες θερμοκηπίων/υπαίθρου. Βλ. -καλλιέργεια. | |
| 3930 | ανθοκαλλιεργητής | [ἀνθοκαλλιεργητής] αν-θο-καλ-λι-ερ-γη-τής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): αυτός που ασχολείται με την ανθοκαλλιέργεια. Πβ. ανθοκόμος. | |
| 3931 | ανθοκηπευτικός | , ή, ό [ἀνθοκηπευτικός] αν-θο-κη-πευ-τι-κός επίθ. (επίσ.): που καλλιεργείται σε ανθόκηπο ή σχετίζεται με αυτόν: Εμπορία ~ών προϊόντων.|| (ως ουσ.) Φυτοπροστασία ~ών. Η ~ή (: ο τομέας που σχετίζεται με την ανθοκαλλιέργεια σε κήπο ή θερμοκήπιο). | |
| 3932 | ανθόκηπος | [ἀνθόκηπος] αν-θό-κη-πος ουσ. (αρσ.) & ανθοκήπιο (το) (επίσ.): κήπος ή θερμοκήπιο όπου καλλιεργούνται συστηματικά λουλούδια και καλλωπιστικά φυτά. Πβ. ανθώνας. Βλ. -κηπος. [< γερμ. Blumengarten] | |
| 3933 | ανθοκομία | [ἀνθοκομία] αν-θο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. συστηματική καλλιέργεια ανθοφόρων και καλλωπιστικών φυτών για εμπορικούς σκοπούς και ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος. Πβ. κηπουρική. Βλ. δασο-, δενδρο-, φυτο-κομία. [< γερμ. Blumenzucht] | |
| 3934 | ανθοκομικός | , ή, ό [ἀνθοκομικός] αν-θο-κο-μι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην ανθοκομία: ~ός: συνεταιρισμός. ~ή: έκθεση. ~ές: καλλιέργειες. ~ά: φυτά. ● Ουσ.: ανθοκομικά (τα): τα αντίστοιχα είδη, προϊόντα., ανθοκομική (η): ανθοκομία. | |
| 3935 | ανθοκόμος | [ἀνθοκόμος] αν-θο-κό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται με την ανθοκομία. Βλ. -κόμος. [< μτγν. ἀνθοκόμος, γερμ. Blumenzüchter] | |
| 3936 | ανθολόγημα | [ἀνθολόγημα] αν-θο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.): ανθολογία. [< μεσν. ανθολόγημα] | |
| 3937 | ανθολόγηση | [ἀνθολόγηση] αν-θο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): επιλογή εκλεκτών ή αντιπροσωπευτικών λογοτεχνικών κειμένων, έργων τέχνης, μουσικών κομματιών για τη δημιουργία ανθολογίας· συνεκδ. η ανθολογία. Πβ. σταχυολόγηση, συλλογή. | |
| 3938 | ανθολογία | [ἀνθολογία] αν-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) {ανθολογιών}: συλλογή, σε έντυπη ή ψηφιακή μορφή, εκλεκτών ή αντιπροσωπευτικών έργων της λογοτεχνίας, της μουσικής, γενικότ. της τέχνης: διαδικτυακή/εικαστική/τρίτομη ~. ~ αστυνομικών διηγημάτων/τραγουδιών. Νεοελληνική ποιητική ~. Σκηνή (παράστασης/ταινίας) που αποτελεί κομμάτι ~ας (: είναι τόσο σπουδαία που θα άξιζε να υπάρχει σε ~). Πβ. ανάλεκτα, απάνθισμα, συναγωγή. Βλ. -λογία. [< μτγν. ἀνθολογία ‘μάζεμα λουλουδιών’, γαλλ. anthologie, αγγλ. anthology, γερμ. Anthologie] | |
| 3939 | ανθολόγιο | [ἀνθολόγιο] αν-θο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): ανθολογία· (ειδικότ., με κεφαλ. Α) σχολικό βιβλίο με επιλεγμένα λογοτεχνικά κείμενα: ~ άρθρων/ποίησης. Ηλεκτρονικά ~α (κειμένων).|| Το ~ της Ε' και ΣΤ' τάξης του Δημοτικού. ~α και Αναγνωστικά. Βλ. -λόγιο. [< μτγν. ἀνθολόγιον] | |
| 3940 | ανθολόγος | [ἀνθολόγος] αν-θο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): δημιουργός ανθολογίας. Βλ. -λόγος. [< μτγν. ἀνθολόγος ‘αυτός που μαζεύει λουλούδια’, γαλλ. anthologue, αγγλ. anthologist] | |
| 3942 | ανθόμελο | [ἀνθόμελο] αν-θό-με-λο ουσ. (ουδ.): μέλι που παράγεται από το νέκταρ λουλουδιών, μέλι ανθέων. Βλ. -μελο. | |
| 3943 | ανθόνερο | [ἀνθόνερο] αν-θό-νε-ρο ουσ. (ουδ.): απόσταγμα από άνθη ή φύλλα αρωματικών φυτών ή εσπεριδοειδών δέντρων: ~ πορτοκαλιάς/τριανταφυλλιάς. Αμυγδαλωτά με ~. Βλ. εκχύλισμα, ροδόσταμο, -νερο. | |
| 3944 | ανθοπαραγωγός | [ἀνθοπαραγωγός] αν-θο-πα-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που ασχολείται με την παραγωγή λουλουδιών και διακοσμητικών φυτών για εμπορικούς λόγους. Βλ. -παραγωγός1. | |
| 3945 | ανθοπωλείο | [ἀνθοπωλεῖο] αν-θο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα όπου πωλούνται κυρ. λουλούδια και καλλωπιστικά φυτά. Πβ. λουλουδάδικο. Βλ. -πωλείο. Ηλεκτρονικό ~. [< γερμ. Blumengeschäft] | |
| 3946 | ανθοπώλης | [ἀνθοπώλης] αν-θο-πώ-λης ουσ. (αρσ.) , ανθοπώλισσα (η): ιδιοκτήτης ανθοπωλείου ή πρόσωπο που πουλά κυρ. άνθη και διακοσμητικά φυτά. Πβ. λουλουδάς. Βλ. -πώλης. [< μτγν. ἀνθοπώλης] | |
| 3947 | ανθόρροια | [ἀνθόρροια] αν-θόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. (για φυτά) πτώση των ανθέων τους. [< μεσν. ανθόρροια] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ