Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48780-48800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48253σύλληψησύλ-λη-ψη ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια του συλλαμβάνω, αιχμαλώτιση, πιάσιμο: άδικη/επεισοδιακή ~. ~ δολοφόνου/συμμορίας. Επ' αυτοφώρω ~ διαρρήκτη. (Μαζικές) ~ήψεις λαθρομεταναστών/τρομοκρατών. ~ για διακίνηση ναρκωτικών. ~ και παράδοση/προσαγωγή στο τμήμα/προφυλάκιση του καταζητούμενου. Ανθρωποκυνηγητό για τη ~ δραπέτη. Κύμα/μπαράζ/ρεκόρ ~ήψεων. Αστυνομική επιχείρηση με ~ήψεις. Η ~ έγινε/πραγματοποιήθηκε τα ξημερώματα. Γλίτωσε/διέφυγε τη ~. Οι Αρχές βρίσκονται κοντά στη ~ του κακοποιού. Η αστυνομία προέβη/προχώρησε στη ~ των υπόπτων. Συνεχίζονται οι ~ήψεις για το σκάνδαλο. Δεν υπήρξαν ~ήψεις. Κατά τη ~ή του ο δράστης πρόβαλε αντίσταση. Πβ. αιχμαλωσία, μπαγλάρωμα, τσάκωμα, τσουβάλιασμα. ΑΝΤ. απελευθέρωση, αποφυλάκιση.|| Οι μεγαλύτερες γαρίδες είναι πιο δύσκολες στη ~ή τους. Πβ. παγίδευση.|| (για ζώα) ~ της τροφής.|| (ΝΟΜ.) ~ της φοροδιαφυγής (: εντοπισμός φοροφυγάδων). 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. σχηματισμός του πρώτου κυττάρου ενός νέου οργανισμού με ένωση του ωαρίου και του σπερματοζωαρίου, έναρξη της εγκυμοσύνης: η διαδικασία της ~ης ενός παιδιού. Από τη στιγμή της ~ης ως τον τοκετό. Πβ. γονιμοποίηση. Βλ. αντι~. 3. διαμόρφωση στον νου μιας έννοιας, επινόηση και συνεκδ. επινόημα: ~ σχεδίου. Από τη θεωρητική ~ (: θεωρία) στην πρακτική εφαρμογή. Βιβλίο πρωτότυπο στη ~ή του. Βλ. αναπαράσταση, αφαίρεση, γενίκευση.|| Διανοητική/επαναστατική/καλλιτεχνική/μεγαλοφυής/πρωτοποριακή ~. ΣΥΝ. ιδέα, σκέψη. 4. ΑΣΤΡΟΝ. μετατροπή ανεξάρτητου ουράνιου σώματος σε δορυφόρο άλλου, μεγαλύτερης μάζας. ● ΣΥΜΠΛ.: ένταλμα σύλληψης: ΝΟΜ. δικαστική απόφαση που εκδίδεται από ανακριτή μετά από προηγούμενη σύμφωνη γνώμη εισαγγελέα, για τη σύλληψη προσώπου που κατηγορείται για αξιόποινη πράξη ή προκειμένου να εκτελεστεί ποινή η οποία του έχει ήδη επιβληθεί: Εκδόθηκε ~ ~ εναντίον/σε βάρος του, με την κατηγορία ... [< γαλλ. mandat d'arrêt] , η άμωμος/άσπιλος σύλληψη (λόγ.) & η άμωμη/άσπιλη σύλληψη: ΘΕΟΛ. που γίνεται με θαυμαστό τρόπο: ~ ~ του Ιησού από τη Θεοτόκο., ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης βλ. ένταλμα [< αρχ. σύλληψις, γαλλ. conception]
48254συλλίπασμασυλ-λί-πα-σμα ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ουσία που προστίθεται στα ορυκτά των μετάλλων, ώστε να διευκολύνεται η τήξη με τις προσμείξεις τους και να επιτυγχάνεται ο διαχωρισμός τους από τα μέταλλα. [< γερμ. Flussmittel]
48255συλλογέαςσυλ-λο-γέ-ας ουσ. (αρσ.) {συλλογ-είς, -έων} 1. (λόγ.) ερευνητής που συλλέγει, ανθολογεί κάτι: ~ δημοτικών τραγουδιών. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συλλέκτης: ~ σκόνης. [< 1: μτγν. συλλογεύς, γαλλ. collectionneur 2: collecteur]
48256συλλογήσυλ-λο-γή ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια του συλλέγω, συγκέντρωση, μάζεμα: αυτόματη/μηχανική ~. ~ βαμβακιού/καρπών/όμβριων υδάτων/χρημάτων. ~ και μεταφορά αποβλήτων/λάσπης. Σημείο/σύστημα/υπηρεσία ~ής.|| ~ γλωσσικού υλικού (= αποθησαύριση)/δεδομένων/κειμένων (πβ. κόρπους, σώμα κειμένων)/πληροφοριών/πόντων/στοιχείων. ~ και αποθήκευση/ταξινόμηση/ψηφιοποίηση χειρογράφων. (Ηλεκτρονική) ~ υπογραφών κατά/υπέρ της απόφασης ...|| (ΙΑΤΡ.) ~ πύου στη χοληδόχο κύστη (= εμπύημα. Πβ. απόστημα). 2. (συνεκδ.) σύνολο ομοειδών πραγμάτων σπάνιων ή/και με αισθητική, ιστορική, χρηματική, συναισθηματική ή άλλου είδους αξία, που βρίσκονται στην κατοχή προσώπου ή φορέα: αρχαιολογική/αρχειακή/δημόσια/ιδιωτική/λαογραφική/πλούσια/σπάνια/τεράστια/ψηφιακή ~. ~ αρχαιοτήτων/αυτοκινήτων/γλυπτών/εικόνων/έργων τέχνης (βλ. γκαλερί)/νομισμάτων/παιχνιδιών/ταινιών/φωτογραφιών. Δημιουργία/έκθεση/εμπλουτισμός μιας ~ής. Τα αριστουργήματα/δωρεά της ~ής ... (: ακολουθεί το όνομα του ιδιοκτήτη ή δωρητή). Ανάπτυξη/διαχείριση μουσειακών ~ών. Κάνει ~ (= συλλέγει) γραμματοσήμων/δίσκων βινυλίου. Η ~ αριθμεί/περιλαμβάνει περισσότερους από δύο χιλιάδες τίτλους βιβλίων. Οι πίνακες ανήκουν στην προσωπική ~ του ... Το ίδρυμα διαθέτει/διατηρεί αξιόλογη ~ από/με παραδοσιακές στολές. Η μόνιμη ~ του μουσείου. Πβ. θησαυρός. 3. βιβλίο με έργα που έχουν θεματική ή άλλη ενότητα· γενικότ. σύνολο δημιουργημάτων που κυκλοφορούν συνήθ. στο εμπόριο: ποιητική ~ (= ~ ποιημάτων). ~ άρθρων/διηγημάτων/νόμων (= κώδικας)/παροιμιών. Πβ. ανθολογία, ανθο-, σταχυο-λόγηση.|| (σε σιντί) ~ (δημοτικών) τραγουδιών. Στο κατάστημά μας θα βρείτε μια μεγάλη ~ δώρων. Ο οίκος παρουσίασε τη φετινή καλοκαιρινή ~ (= κολεξιόν)/τη νέα ~ κοσμημάτων του. 4. (λόγ.) περισυλλογή, περίσκεψη: Έπεσε σε βαθιά ~. [< 1, 2: αρχ. συλλογή, γαλλ. collection]
48257συλλογίζομαισυλ-λο-γί-ζο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συλλογί-στηκα, -σμένος, συλλογιζ-όμενος} & (λαϊκό) συλλογιέμαι ΣΥΝ. αναλογίζομαι 1. σκέφτομαι, αναπολώ: ~εται το παρελθόν. Το αποτέλεσμα είναι αναμενόμενο, αν ~στεί κανείς την προσπάθεια που κατέβαλαν. Συλλογίσου τι συνέβη. (συχνά σε λογοτεχνικά κείμενα) "Τι φρίκη", ~στηκε (μέσα του/φωναχτά). ~στηκε λιγάκι και απάντησε ...|| ~όταν (: θυμόταν) τα λόγια του πατέρα της. ΣΥΝ. διαλογίζομαι (2), στοχάζομαι (1) 2. υπολογίζω, λαμβάνω υπόψη μου: Δεν ~στηκε καθόλου τον κίνδυνο. Δεν είχαν προφανώς ~στεί τις συνέπειες. ΣΥΝ. αναμετρώ, λογαριάζω (1) ΑΝΤ. αψηφώ ● βλ. συλλογισμένος [< αρχ. συλλογίζομαι]
48258συλλογικοποίησησυλ-λο-γι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διαδικασία με την οποία κάτι αποκτά συλλογικό χαρακτήρα: ~ των προσπαθειών μας. Πβ. συλλογικότητα. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. ατομικοποίηση
48259συλλογικός, ή, ό συλ-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με ένα οργανωμένο συνόλο κυρ. προσώπων, το εκφράζει ή είναι αποτέλεσμά του: ~ός: αγώνας (= κοινός)/φορέας. ~ή: απόφαση/ασφάλεια/δράση/εικόνα (της κοινωνίας)/έκφραση (πβ. συνολική, σφαιρική)/έρευνα/ζωή/προσπάθεια/ταυτότητα (πβ. εθνική, ευρωπαϊκή, παγκόσμια). ~ό: δικαίωμα (: η ελευθερία του συνδικαλίζεσθαι/συνεταιρίζεσθαι)/έργο/πνεύμα (: αίσθημα αλληλεγγύης σε ομάδα)/συμφέρον/σύστημα (ανακύκλωσης)/υποκείμενο (πβ. συλλογικότητα). ~ές: εκδηλώσεις. Ιδέες ριζωμένες στη ~ή συνείδηση του κόσμου. Η επιχείρηση έχει ~ή ηγεσία. Το γεγονός διατηρήθηκε στη ~ή (πβ. ιστορική) μνήμη του λαού. Προϊόν ~ής δουλειάς/εργασίας. Αυτή ήταν η πρώτη του διάκριση σε ~ό επίπεδο. Η σχολή διαθέτει ένα ~ό όργανο διοίκησης (: εκπροσωπεί έναν σύλλογο και οι αποφάσεις του λαμβάνονται ομόφωνα).|| Η αρθρίτιδα είναι ~ (= γενικός) όρος για διάφορες ασθένειες. Ο ~ τόμος αποτελείται από δέκα ποιητικές συλλογές (πβ. συγκεντρωτικός). Βλ. δια~, μαζικός1, μεμονωμένος. ΣΥΝ. ομαδικός (2) ΑΝΤ. ατομικός (1), προσωπικός (1) ● επίρρ.: συλλογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συλλογικές διαπραγματεύσεις βλ. διαπραγμάτευση, συλλογική διαφορά βλ. διαφορά, συλλογική ευθύνη βλ. ευθύνη, συλλογικό ασυνείδητο βλ. ασυνείδητο [< γαλλ. collectif]
48260συλλογικότητασυλ-λο-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το γνώρισμα του συλλογικού, η ομαδικότητα και συνεκδ. η ομάδα: ~ δράσης. ~ στη λήψη αποφάσεων. Πνεύμα ~ας. Διεκδικούμε τα δικαιώματά μας με ~ και ενότητα. Πβ. συλλογικοποίηση. ΑΝΤ. ατομικότητα.|| {συχνά στον πληθ.} Τοπικές ~ες. Σε ποια εθνική/κομματική ~ ανήκουν; Βλ. κολεκτίβα, -ότητα. [< γαλλ. collectivité]
48261συλλογισμένος, η, ο συλ-λο-γι-σμέ-νος επίθ.: που είναι γεμάτος έγνοιες, σκεφτικός: Άκουγε/έμεινε/έφυγε/καθόταν/μας κοίταξε (βαθιά) ~.|| ~η: όψη. ~ο: βλέμμα/πρόσωπο/ύφος. ● βλ. συλλογίζομαι
48262συλλογισμόςσυλ-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του συλλογίζομαι: αβάσιμος/αυθαίρετος/αφελής/παράδοξος ~. Πβ. διαλογισμός, σκέψη, στοχασμός. 2. ΦΙΛΟΣ. νοητική διεργασία κατά την οποία από δεδομένες κρίσεις ή προτάσεις (προκείμενες) συνάγεται με λογικό τρόπο άλλη κρίση (συμπέρασμα): αναλογικός (: από επιμέρους κρίσεις συνάγεται επιμέρους κρίση)/επαγωγικός (: από επιμέρους κρίσεις προκύπτει γενική κρίση)/παραγωγικός (: από γενική κρίση απορρέουν επιμέρους κρίσεις) ~. Άμεσος (: το συμπέρασμα συνάγεται από μία μόνο κρίση)/έμμεσος (: από περισσότερες κρίσεις) ~. Απλός (: το συμπέρασμα προκύπτει από δύο προκείμενες)/σύνθετος (: από περισσότερες προκείμενες) ~. Διαζευκτικός (: η μείζων προκείμενη είναι διαζευκτική κρίση, ενώ η ελάσσων είναι κατηγορική κρίση)/κατηγορικός (: οι προκείμενες είναι κατηγορικές κρίσεις)/υποθετικός (: μία τουλάχιστον από τις προκείμενες είναι εξαρτημένη κρίση: υποθετική, αιτιολογική, χρονική) ~. Αποδεικτικός/κυκλικός (: το συμπέρασμα περιλαμβάνει μια από τις υποθέσεις)/λογικός ~. Βλ. -ισμός. [< αρχ. συλλογισμός, γαλλ. syllogisme, αγγλ. syllogism]
48263συλλογιστικός, ή, ό συλ-λο-γι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον συλλογισμό: ~ή: βάση/ικανότητα/λογική/μέθοδος/πορεία. ~ό: άλμα (: όταν σε έναν σύνθετο συλλογισμό οι προκείμενες παρουσιάζουν κενά)/πλαίσιο/σφάλμα. ~οί: τρόποι. ~ά: βήματα/σχήματα. ● Ουσ.: συλλογιστική (η) 1. ΦΙΛΟΣ. κλάδος της λογικής που εξετάζει τα είδη των συλλογισμών: απαγωγική/(συν)επαγωγική ~. 2. (γενικότ.) τρόπος ανάπτυξης ενός συλλογισμού, στοχασμού: γενική/λανθασμένη/σωστή ~. Συμφωνώ με τη ~ σου. Πβ. προβληματική. ● επίρρ.: συλλογιστικά [< αρχ. συλλογιστικός, γαλλ. syllogistique, αγγλ. syllogistic]
48264σύλλογοςσύλ-λο-γος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όγου}: οργανωμένη ομάδα ανθρώπων με νομική υπόσταση, η οποία εργάζεται έχοντας συγκεκριμένους στόχους και κοινά συμφέροντα: αθλητικός/δικηγορικός/εμπορικός/εξωραϊστικός/επιστημονικός/ιατρικός/ορειβατικός/πολιτιστικός/φιλανθρωπικός/φοιτητικός ~. Το διοικητικό συμβούλιο/τα μέλη του ~όγου. Ίδρυση/καταστατικό του ~όγου. Πβ. ένωση, σύνδεσμος, σωματείο. ● ΣΥΜΠΛ.: σύλλογος δασκάλων/καθηγητών: το σύνολο των εκπαιδευτικών ενός σχολείου που λειτουργεί ως θεσμικό όργανο υπό τον διευθυντή της σχολικής μονάδας., εκπολιτιστικός σύλλογος βλ. εκπολιτιστικός, σύλλογος γονέων και κηδεμόνων βλ. γονέας [< αρχ. σύλλογος ‘συγκέντρωση, συνέλευση’, γαλλ. association]
48265συλλυπητήριασυλ-λυ-πη-τή-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {συλλυπητηρίων}: λόγια με τα οποία εκφράζεται προφορικά ή γραπτά η λύπη σε κάποιον που πενθεί: βαθιά/ειλικρινή/θερμά ~. Έδωσε/εξέφρασε τα ~ά του στην οικογένεια του εκλιπόντος (= τη συλλυπήθηκε). Παρακαλώ, δεχθείτε τα ~ά μου. ΑΝΤ. συγχαρητήρια [< γαλλ. condoléances]
48266συλλυπητήριος, α, ο συλ-λυ-πη-τή-ρι-ος επίθ.: (κυρ. για κείμενο) μέσω του οποίου κάποιος εκφράζει τα συλλυπητήριά του σε κάποιον που πενθεί: ~α: δήλωση/επιστολή. ~ο: μήνυμα/τηλεγράφημα. Βλ. -τήριος. ΑΝΤ. συγχαρητήριος
48267συλλυπούμαι[συλλυποῦμαι] συλ-λυ-πού-μαι ρ. (μτβ.) {συλλυπ-είσαι ... | συλλυπ-ήθηκα}: εκφράζω σε κάποιον, προφορικά ή γραπτά, τα συλλυπητήριά μου: Ο πρόεδρος ~ήθηκε την οικογένεια/τους συγγενείς των θυμάτων. ΑΝΤ. συγχαίρω [< αρχ. συλλυποῦμαι ‘συμπάσχω’, γαλλ. présenter ses condoléances]
48268συλφίδασυλ-φί-δα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) κοπέλα αέρινη και λεπτή, γεμάτη χάρη: Είναι μια ~! Πβ. ζαργάνα. 2. νεράιδα της κελτικής μυθολογίας. Βλ. αερικό, ξωτικό. [< γαλλ. sylphide]
48269συλώ[συλῶ] συ-λώ ρ. (μτβ.) {σύλ-ησα, συλ-ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (λόγ.): παραβιάζω ιερό χώρο και αφαιρώ πολύτιμα συνήθ. αντικείμενα από αυτόν: Το αρχαίο νεκροταφείο είχε ~ηθεί. ~ημένος: τάφος. Βλ. βεβηλώνω, σκυλεύω.|| (μτφ.) Έχουν ~ήσει την ιστορία. Πβ. απογυμνώνω, λεηλατώ. [< αρχ. συλῶ]
48270συμβαδίζωσυμ-βα-δί-ζω ρ. (αμτβ.) {συμβάδι-σα, συμβαδίζ-οντας} (λόγ.): έχω παράλληλη πορεία, εξέλιξη με κάποιον ή κάτι άλλο: ~ουμε με τις εξελίξεις/την εποχή/τη μόδα/τους ρυθμούς της ανάπτυξης/τις τάσεις της αγοράς. Τα δύο (σχολικά) τμήματα ~ουν στην ύλη (των μαθημάτων). Πβ. συμπορεύομαι.|| (ΑΘΛ.) Οι δύο ομάδες ~ουν στη βαθμολογία/στο σκορ.συμβαδίζει: ταιριάζει, συμφωνεί, συνυπάρχει: Το σχέδιο ~ με τους ισχύοντες κανόνες/τις διεθνείς προδιαγραφές/τους στόχους της εταιρείας. Τα έργα να ~ουν με τα λόγια. Ποτό και οδήγηση δεν ~ουν. [< μτγν. συμβαδίζω]
48271συμβαίνεισυμ-βαί-νει ρ. (αμτβ.) {συνέβαιν-ε, συνέβη (προφ.) συνέβ-ηκε, συμβ-εί}: γίνεται, συντελείται ή τυχαίνει: Αυτό ~ σπάνια/συνέχεια. Τι θα ~εί αν .../τι ~ όταν ... (πβ. επι~); Κάτι τέτοιο μού συνέβη και μένα/έχει ~εί και σε μένα. Είσαι ό,τι καλύτερο μου έχει ~εί.|| (συνήθ. για κάτι δυσάρεστο, κακό) Αν ~εί κάτι/οτιδήποτε, πάρε με αμέσως τηλέφωνο. Τι άλλο μπορεί να ~εί; Θα είμαι δίπλα σου, ό,τι κι αν ~εί. Κάτι παράξενο ~ μ' αυτό το παιδί. Περίεργα πράγματα ~ουν. Μόνο εδώ ~ουν αυτά. Τι σου ~ (: τι έχεις πάθει); Τι ~ (= τι τρέχει, ως έκφραση αγωνίας ή με ενοχλημένο ύφος); Τι συνέβη (ακριβώς/πραγματικά); Συνέβη για πρώτη φορά/ένα ατύχημα/την Κυριακή το απόγευμα. Συνέβη κι αυτό (: για κάτι ασυνήθιστο ή απαράδεκτο). Αυτό δεν θα ~εί ξανά. Δεν κατάλαβα τι έγινε, όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα. Θέλω να το προλάβω προτού ~εί. Τι πρόκειται να του ~εί (= να πάθει); Θα μπορούσε/μπορεί να ~εί στον καθένα (μας). Αντίθετα με ό,τι ~ σε/όπως ~ και σε άλλες χώρες ... Δεν μπορεί να μην αγανακτείς με όσα ~ουν γύρω μας.|| (+ να) ~ να τη γνωρίζω προσωπικά. ● Ουσ.: συμβαίνοντα (τα) {σπάν. στον εν. συμβαίνον} (λόγ.): οι τρέχουσες εξελίξεις: Η κοινή γνώμη παρακολουθεί συγκλονισμένη τα ~ στην περιοχή. Πβ. τεκταινόμενα, τελούμενα. Βλ. δρώμενα. ● ΦΡ.: σαν να μη/λες και δεν συμβαίνει τίποτα (προφ.): για κάποιον που προσποιείται πως όλα πάνε καλά: Συνέχισε σαν ~ ~. Φέρεται λες ~ ~., συμβαίνουν αυτά & αυτά συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες/στα καλύτερα σπίτια (προφ.): για να καθησυχάσουμε κάποιον που του έτυχε κάτι δυσάρεστο ή απρόσμενο: Κωμικοτραγικό, αλλά τι να πεις; ~ ~. ● βλ. συμβάν [< αρχ. συμβαίνει]
48272συμβάλλωσυμ-βάλ-λω ρ. (αμτβ.) {συνέβαλ-α, συμβάλει, συμβάλλ-εται, συμβλή-θηκε (λόγ. συνεβλήθ-η, -ησαν, μτχ.-σπάν. συμβληθ-είς, -είσα, -έν), -θεί, συμβεβλη-μένος, μτχ. ενεστ. συμβαλλ-όμενος, συμβάλλ-οντας} 1. βοηθώ στην επίτευξη ενός αποτελέσματος: Ο όμιλος ~ει ενεργά/θετικά/ουσιαστικά στην προστασία του περιβάλλοντος. ~ε αποφασιστικά/καθοριστικά/σημαντικά/τα μέγιστα στη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού. ~αν καταλυτικά στην επιτυχία της εκδήλωσης. Σκοπός μας είναι να συμβάλουμε στην προσπάθειά σας για το καλύτερο αποτέλεσμα. Οφείλουμε όλοι να συμβάλουμε, ώστε να εφαρμοστούν οι κανονισμοί. ΣΥΝ. συνεισφέρω, συντείνει, συντελώ 2. {στο γ' πρόσ.} για ποταμό που ενώνεται, συναντιέται με άλλον: Στο σημείο που ~ουν οι δύο παραπόταμοι με τον ... ● Παθ.: συμβάλλομαι: ΝΟΜ. κάνω συμφωνία, υπογράφω συμβόλαιο με εταιρεία, οργανισμό ή φορέα για εκτέλεση συγκεκριμένου έργου: Ο δήμος έχει ~θεί με τα ΚΤΕΛ. Κάθε κράτος που ~εται με το σύμφωνο αυτό, οφείλει ...|| (ως ουσ.) Ο ~όμενος αποδέχεται πλήρως τους όρους χρήσης του συστήματος. Βλ. αντισυμβαλλόμενος. ● ΣΥΜΠΛ.: συμβαλλόμενα μέρη: ΝΟΜ. πρόσωπα ή φορείς που συνάπτουν συμφωνία: Τα ~ ~ αναλαμβάνουν την υποχρέωση ... ● βλ. συμβεβλημένος [< αρχ. συμβάλλω, γαλλ. contribuer]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.