Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48800-48820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48273σύμβαμασύμ-βα-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. παθολογική αντίδραση που συμβαίνει τυχαία, ενώ παρέχεται συνηθισμένη ιατρική αγωγή: ανεπιθύμητο ~. Παρουσίασε/υπέστη καρδιαγγειακό ~. [< μτγν. σύμβαμα 'τυχαίο γεγονός, κακοτυχία']
48274συμβάνσυμ-βάν ουσ. (ουδ.) {συμβάντ-ος | -α, -ων}: γεγονός συνήθ. σημαντικό και δυσάρεστο: αληθινό/ανεπιθύμητο/ατυχές/βίαιο/ευχάριστο/θλιβερό/ιστορικό/πρωτοφανές/στρεσογόνο/συνταρακτικό/τραγικό/τραυματικό ~. Παράξενα/τροχαία ~α. Πβ. επεισόδιο, περίπτωση.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Βιβλίο ~ων. ΣΥΝ. περιστατικό (1) ● βλ. συμβαίνει [< μτχ. αορ. ουδ. του ρ. συμβαίνω]
48275σύμβασησύμ-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. επίσημη συμφωνία (δικαιοπραξία) που κατοχυρώνεται νομικά μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων και συνεκδ. το σχετικό έγγραφο: δημόσια/εμπορική/ετήσια/ιδιωτική/προθεσμιακή/τελωνειακή/τροποποιητική ~. Διμερείς/διπλωματικές/ευρωπαϊκές/πολυμερείς ~άσεις. ~ δανείου (= δανειακή ~)/παροχής υπηρεσιών (διαδικτύου)/συνεργασίας/υπεργολαβίας/χρονομεριστικής μίσθωσης. ~άσεις δημοσίων έργων. Διεθνής ~ για τα δικαιώματα του παιδιού (ΣΥΝ. συνθήκη). ~ παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (: ο εργαζόμενος καθορίζει ο ίδιος τις συνθήκες, όπως τον τόπο, χρόνο και τρόπο εργασίας του, χωρίς να υπόκειται στην εποπτεία και τον έλεγχο του εργοδότη). Ακύρωση/ανάθεση/ανανέωση/διάρκεια/εκτέλεση/εφαρμογή/καταγγελία/λήξη/όροι/παραβίαση/παράταση/σύναψη/σχέδιο/τροποποίηση/υπογραφή ~ης. ~ αξίας/ύψους ... ευρώ. Εγκρίθηκε/επικυρώθηκε η ~ πώλησης ... Η ~ ανατέθηκε στην εταιρεία ... Εργάζομαι με ~. Με ~ παραχώρησης θα προχωρήσει η κατασκευή του νέου αυτοκινητόδρομου. Πβ. σύμφωνο.|| Υπεγράφη προγραμματική ~ για την ανάπλαση της πλατείας. Πβ. συμβόλαιο. Βλ. αυτο~. 2. {συνήθ. στον πληθ.} κανόνες που προκύπτουν από ρητή ή σιωπηρή συμφωνία μεταξύ ατόμων ή κοινωνικών ομάδων· κατ' επέκτ. (συχνά μειωτ.) ό,τι ισχύει μόνο τυπικά, άνευ ουσίας: Αδιαφορεί για τις κοινωνικές ~άσεις (: πρότυπα συμπεριφοράς κοινωνικώς αποδεκτά). Ήρθε σε ρήξη με τις αφηγηματικές/θεατρικές ~άσεις της εποχής του. Στο παρόν έγγραφο χρησιμοποιούνται οι εξής τυπογραφικές ~άσεις ...|| Εξακολουθούν να ζουν μαζί από ~ (= συμβατικά). ● ΣΥΜΠΛ.: σύμβαση (ανάθεσης/μίσθωσης) έργου: ΝΟΜ. σύμβαση εργασίας για υλοποίηση συγκεκριμένου έργου έναντι αμοιβής., σύμβαση (εργασίας): ΝΟΜ. συμφωνία ανάμεσα σε εργαζόμενο και εργοδοσία που αφορά τον μισθό, το ωράριο και τις συνθήκες για παροχή συγκεκριμένης εργασίας: ατομική ~ ~. Συλλογική ~ ~ (: μεταξύ των συνδικάτων των εργαζομένων και των εργοδοτών για τους όρους εργασίας). ~ αορίστου/ορισμένου χρόνου (: ανάλογα με το αν η διάρκειά της καθορίζεται ή όχι). ~ εξαρτημένης εργασίας (: βάσει της οποίας ο μισθωτός προσφέρει τις υπηρεσίες του υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του εργοδότη)., σύμβαση(-)πλαίσιο: που περιλαμβάνει γενικές κατευθυντήριες αρχές και εναπόκειται στα συμβαλλόμενα μέρη να καθορίσουν τις επιμέρους διατάξεις της: ~ ~ για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων. [< γαλλ. convention(-)cadre, αγγλ. framework/outline convention] , ασφαλιστική σύμβαση βλ. ασφαλιστικός, ετεροβαρής σύμβαση βλ. ετεροβαρής ● ΦΡ.: επί συμβάσει: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. με σύμβαση εργασίας: μόνιμο ή ~ ~ (διοικητικό) προσωπικό. ~ ~ υπάλληλοι (= συμβασιούχοι) του Δημοσίου., κατά σύμβαση: σύμφωνα με ό,τι γίνεται αποδεκτό κατόπιν συμφωνίας ή τυπικά: Λέμε ~ ~ ότι η γέννηση του Χριστού έλαβε χώρα το έτος ένα. Πβ. κατά συνθήκη(ν). [< 1: αρχ. σύμβασις 2: γαλλ. convention]
48276συμβασιλέαςσυμ-βα-σι-λέ-ας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασκεί μαζί με άλλον τη βασιλική εξουσία. [< μτγν. συμβασιλεύς]
48277συμβασιλείασυμ-βα-σι-λεί-α ουσ. (θηλ.): άσκηση της βασιλικής εξουσίας από δύο ή περισσότερα άτομα.
48278συμβασιλεύωσυμ-βα-σι-λεύ-ω ρ. (αμτβ.) {συμβασίλευ-σα}: ασκώ τη βασιλική εξουσία από κοινού με άλλον. [< μτγν. συμβασιλεύω]
48279συμβασιοποίησησυμ-βα-σι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. υπογραφή σύμβασης για την υλοποίηση έργου: δημοπράτηση και ~ της νέας εθνικής οδού. Βλ. συμβολαιοποίηση, -ποίηση.
48280συμβασιοποιώ[συμβασιοποιῶ] συμ-βα-σι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {-εί ..., -ώντας | συμβασιοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αναθέτω κάτι, συνήθ. την υλοποίηση έργου, σε κάποιον με σύμβαση: ~ήθηκε η ανακατασκευή του κτιρίου/το ...% του έργου. ~ημένες: υποχρεώσεις. Βλ. -ποιώ.
48281συμβασιούχος[συμβασιοῦχος] συμ-βα-σι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. εργαζόμενος σε δημόσια συνήθ. υπηρεσία με σύμβαση, χωρίς να έχει διοριστεί: ~ αορίστου/ορισμένου χρόνου. Μονιμοποίηση ~ων. ~οι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στον ιδιωτικό και στις ΔΕΚΟ.|| (ως επίθ.) ~ διδάσκων/υπάλληλος. Πβ. επί συμβάσει. Βλ. -ούχος.
48282συμβατικός, ή, ό συμ-βα-τι-κός επίθ. 1. που είναι αποτέλεσμα επίσημης σύμβασης ή κοινής συμφωνίας ή συμφωνεί με τις κοινωνικές συμβάσεις· κατ' επέκτ. (συχνά μειωτ.) τυπικός, χωρίς ουσία: (ΝΟΜ.) ~ός: διακανονισμός (: κοινοπραξία)/μισθός/χρόνος παράδοσης (ενός έργου). ~ή: αξία (ενός αυθαιρέτου)/ελευθερία. ~ό: δίκαιο/ωράριο εργασίας. ~οί: όροι. ~ές: υποχρεώσεις. ~ά: δικαιώματα. Διεθνές ~ό πλαίσιο (για τις κλιματικές αλλαγές). Βλ. προ~.|| ~ή: ονομασία/χρήση (ενός όρου). Η διόρθωση γίνεται με ~ά σύμβολα. Πβ. αυθαίρετος, τεχνητός. Βλ. φυσικός.|| ~ός: άνθρωπος (πβ. κομφορμιστής)/γάμος. ~ή: ζωή/συμπεριφορά/σχέση. Πβ. κομφορμιστικός. ΑΝΤ. αντικομφορμιστικός, αντι~. 2. του οποίου η κατασκευή ή η χρήση είναι παραδοσιακή, συνηθισμένη, γενικευμένη: ~ός: κινητήρας/λαμπτήρας/πόλεμος (: με ~ά όπλα). ~ή: εικόνα/εκπαίδευση (βλ. εξ αποστάσεως)/ιατρική (ΑΝΤ. εναλλακτική, ομοιοπαθητική)/μέθοδος (= καθιερωμένη, κλασική, ορθόδοξη. ΑΝΤ. ανορθόδοξη)/τεχνολογία/φωτογραφία (ΑΝΤ. ψηφιακή). ~ό: αυτοκίνητο (βλ. υβριδικός)/πλοίο (βλ. καταμαράν)/ταχυδρομείο (βλ. ιμέιλ)/υλικό για διδασκαλία (βλ. πολυμεσικός). ~ές: πινακίδες. ~ά: καύσιμα/μέσα/προϊόντα (βλ. βιολογικός). ● επίρρ.: συμβατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συμβατικά όπλα: ΣΤΡΑΤ. όπλα που συνήθ. χρησιμοποιούνται στους πολέμους, κατ' αντιδιαστολή προς τα πυρηνικά, τα βιολογικά ή τα χημικά. [< αγγλ. conventional weapons, 1952] , συμβατικές/μη ανανεώσιμες πηγές/μορφές ενέργειας: που εξαντλούνται σταδιακά και επιβαρύνουν το περιβάλλον (άνθρακας, βενζίνη, λιγνίτης, πετρέλαιο, πυρηνική ενέργεια, φυσικό αέριο). Βλ. ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας. [< αγγλ. conventional energy sources] [< αρχ. συμβατικός, γαλλ. conventionnel, αγγλ. conventional]
25589συμβατικός

, ή, ό κομ-φορ-μι-στι-κός επίθ. & κονφορμιστικός: που σχετίζεται με τον κομφορμισμό ή τον κομφορμιστή: ~ή: ιδεολογία/κοινωνία/λογική/στάση/συμπεριφορά. ~ό: πνεύμα (εποχής). ~ές: ιδέες. ~ και υποτακτικός χαρακτήρας. Πβ. συμβατικός. Βλ. -ιστικός1. ΑΝΤ. αντικομφορμιστικός ● επίρρ.: κομφορμιστικά [< γαλλ. conformiste]

48283συμβατικότητασυμ-βα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συμβατικού· (συνεκδ. στον πληθ.) η συμβατική συμπεριφορά: κοινωνική/μικροαστική ~. Φυγή από τη ~. Η ~ του γλωσσικού σημείου (πβ. αυθαιρεσία, το αυθαίρετο). ΑΝΤ. αντι~.|| Ανατρεπτικό θέαμα χωρίς στερεότυπα και ~ες. Πβ. τυπικότητες. Βλ. -ότητα.
48284συμβατισμόςσυμ-βα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία οι φυσικοί νόμοι είναι συμβατικές επιστημονικές συλλήψεις για την κατανόηση του κόσμου. 2. (γενικότ.) συμβατικότητα, κομφορμισμός. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. αντισυμβατικότητα [< 1: γαλλ. conventionnalisme, πριν από το 1922, αγγλ. conventionalism, 1938, 2: γαλλ. ~]
48285συμβατός, ή, ό συμ-βα-τός επίθ. 1. που μπορεί να συνυπάρξει αρμονικά με κάποιον ή κάτι άλλο: περιβαλλοντικά ~ή ανάπτυξη. Η άσκηση βίας δεν είναι ~ή (= σύμφωνη) με το δημοκρατικό πολίτευμα. Πβ. ταιριαστός. ΑΝΤ. ασύμβατος (1), αταίριαστος (2) 2. ΤΕΧΝΟΛ. (για συσκευή, σύστημα) που μπορεί να λειτουργήσει σε συνεργασία με άλλο αντίστοιχο χωρίς μετατροπές ή να εκτελέσει προγράμματα που έχουν σχεδιαστεί για διαφορετικό υλικό: ~ός: δέκτης/εκτυπωτής. ~ή: γλώσσα προγραμματισμού/κάρτα (γραφικών/ήχου/μνήμης). ~ό: καλώδιο/μοντέλο/πληκτρολόγιο. Το λογισμικό δεν είναι ~ό με τον υπολογιστή. 3. ΙΑΤΡ. που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μετάγγιση ή μεταμόσχευση χωρίς να προκαλέσει ανοσολογική αντίδραση: ~ή: ομάδα αίματος. ~ό: μόσχευμα.|| ~ός: δότης (= ιστο~). [< μτγν. συμβατός 'αυτός που συμβαίνει', γαλλ.-αγγλ. compatible]
48286συμβατότητασυμ-βα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα του συμβατού: απόλυτη/ερωτική/πλήρης ~. ~ με τις κοινοτικές οδηγίες/τις προδιαγραφές. Περιβαλλοντική ~ των νέων ενεργειακών τεχνολογιών. ~ της επαγγελματικής κατάρτισης με την αγορά εργασίας.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~ των ειδών/δότη-λήπτη (: σε μεταγγίσεις, μεταμοσχεύσεις). Δερματολογικά ελεγμένη ~ (προϊόντος) με την επιδερμίδα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. δυνατότητα συνεργασίας, σύνδεσης διαφορετικών συσκευών, συστημάτων και (ειδικότ. για υπολογιστές) χρήσης κοινών λογισμικών: ηλεκτρομαγνητική/ηλεκτρονική ~. ~ κινητών. Το πρόγραμμα έχει ~ με όλα τα λειτουργικά συστήματα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. compatibilité, αγγλ. compatibility]
48287συμβεβλημένος, η, ο συμ-βε-βλη-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει υπογράψει συμφωνία με φορέα ή εταιρεία για παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας: ~η: επιχείρηση/μονάδα (ανακύκλωσης)/τράπεζα. ~ο: δίκτυο/ίδρυμα/νοσοκομείο. Γιατροί ~οι με τον ΕΟΠΥΥ. ● βλ. συμβάλλω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συμβάλλω]
48288συμβίασυμ-βί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σύζυγος. Πβ. γυναίκα. [< μτγν. συμβία]
48289συμβιβάζωσυμ-βι-βά-ζω ρ. (μτβ.) {συμβίβα-σα, συμβιβά-σει, -στηκα, -στεί, -σμένος, συμβιβάζ-οντας, -όμενος} 1. επιτυγχάνω συμφωνία, συμβιβασμό μεταξύ αντιτιθέμενων πλευρών με αμοιβαίες υποχωρήσεις: Προσπάθησε να ~σει τις αντίθετες απόψεις/τα διεστώτα/τα πράγματα. Οι δύο εταιρείες τελικά ~στηκαν εξωδικαστικά. Μετά την ήττα ~στηκε (: συνθηκολόγησε) με τον εχθρό. (προφ.) Τα ~σαμε (= τα βρήκαμε). ΣΥΝ. συμφιλιώνω, συνδιαλλάσσω. 2. {συνηθέστ. μεσοπαθ.} συνδυάζω, ταιριάζω, συνήθ. αντικρουόμενες ιδιότητες, τάσεις: Κατορθώνει και ~ει την επαγγελματική με την οικογενειακή ζωή. Τα μέτρα δεν ~ονται (: δεν εναρμονίζονται, δεν συμβαδίζουν) με το κοινοτικό δίκαιο. ● Παθ.: συμβιβάζομαι 1. υποχωρώ και αποδέχομαι κάτι που δεν ανταποκρίνεται στις βασικές αρχές, επιθυμίες ή επιδιώξεις μου: ~στηκε με τη μοίρα του/με την πραγματικότητα. Δεν ~ με ημίμετρα/με τη μετριότητα. Αρνείται να ~στεί με την ιδέα του θανάτου. Δεν ~ονται με τίποτα λιγότερο από τη νίκη. Δεν ~στηκε ποτέ και με τίποτα (: δεν έσκυψε το κεφάλι). ~σμένη: γενιά/ηγεσία/κοινωνία (ΑΝΤ. ασυμβίβαστη). Πβ. βάζω νερό στο κρασί μου. Βλ. βολεύομαι. 2. προσαρμόζομαι, συμμορφώνομαι: Η εταιρεία πρέπει να ~στεί με τα διεθνή πρότυπα. ● ΦΡ.: προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα βλ. ασυμβίβαστος [< αρχ. συμβιβάζω, αγγλ. compromise]
48290συμβιβασμόςσυμ-βι-βα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. συμφωνία που προκύπτει με αμοιβαίες υποχωρήσεις και περιορισμό ακραίων αξιώσεων: ιστορικός/οικονομικός/πολιτικός ~. Η εταιρεία δέχτηκε τον ~ό/ήρθε(/κατέληξε) σε ~ό με τον όμιλο ... Η άλλη πλευρά δεν έδειξε διάθεση ~ού. Επήλθε/επιτεύχθηκε ~ ανάμεσα στους δύο αντιπάλους. Πβ. συμφιλίωση, συνδιαλλαγή.|| (ΝΟΜ.) Αίτηση/διαδικασία ~ού. (Εξω)δικαστικός ~ (π.χ. για οικονομικά αδικήματα). Διοικητικός/πτωχευτικός/φορολογικός ~. Βλ. (δια)μεσολάβηση, συνυποσχετικό. 2. υποχώρηση ως προς βασικές αρχές, επιθυμίες ή επιδιώξεις με στόχο τη συμφωνία, την εξεύρεση λύσης ή ως ένδειξη αδυναμίας: αναγκαίος/αξιοπρεπής/απαράδεκτος/έντιμος/κοινωνικός ~. Στο θέμα αυτό δεν θα γίνει κανένας ~. Σ' έναν γάμο πάντα υπάρχουν αμοιβαίοι ~οί. Πβ. συνθηκολόγηση.|| Έκανε πολλούς ~ούς (= εκπτώσεις) στη ζωή της. Βλ. υπαναχώρηση. [< 1: μτγν. συμβιβασμός, γαλλ. compromis]
48291συμβιβαστικός, ή, ό συμ-βι-βα-στι-κός επίθ.: που συντελεί στον συμβιβασμό, που τον χαρακτηρίζει η συμβιβαστικότητα: ~ός: ρόλος. ~ή: διάθεση/θέση/κίνηση/λογική/λύση (βλ. ενδιάμεσος)/παρέμβαση/πρόταση/πρωτοβουλία/ρύθμιση/στάση/συμφωνία/τακτική.|| (για πρόσ.) ~ός: χαρακτήρας. Πβ. διαλλακτ-, ενδοτ-, υποχωρητ-ικός. ● επίρρ.: συμβιβαστικά [< μτγν. συμβιβαστικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.