Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48800-48820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48264σύλλογοςσύλ-λο-γος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όγου}: οργανωμένη ομάδα ανθρώπων με νομική υπόσταση, η οποία εργάζεται έχοντας συγκεκριμένους στόχους και κοινά συμφέροντα: αθλητικός/δικηγορικός/εμπορικός/εξωραϊστικός/επιστημονικός/ιατρικός/ορειβατικός/πολιτιστικός/φιλανθρωπικός/φοιτητικός ~. Το διοικητικό συμβούλιο/τα μέλη του ~όγου. Ίδρυση/καταστατικό του ~όγου. Πβ. ένωση, σύνδεσμος, σωματείο. ● ΣΥΜΠΛ.: σύλλογος δασκάλων/καθηγητών: το σύνολο των εκπαιδευτικών ενός σχολείου που λειτουργεί ως θεσμικό όργανο υπό τον διευθυντή της σχολικής μονάδας., εκπολιτιστικός σύλλογος βλ. εκπολιτιστικός, σύλλογος γονέων και κηδεμόνων βλ. γονέας [< αρχ. σύλλογος ‘συγκέντρωση, συνέλευση’, γαλλ. association]
48265συλλυπητήριασυλ-λυ-πη-τή-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {συλλυπητηρίων}: λόγια με τα οποία εκφράζεται προφορικά ή γραπτά η λύπη σε κάποιον που πενθεί: βαθιά/ειλικρινή/θερμά ~. Έδωσε/εξέφρασε τα ~ά του στην οικογένεια του εκλιπόντος (= τη συλλυπήθηκε). Παρακαλώ, δεχθείτε τα ~ά μου. ΑΝΤ. συγχαρητήρια [< γαλλ. condoléances]
48266συλλυπητήριος, α, ο συλ-λυ-πη-τή-ρι-ος επίθ.: (κυρ. για κείμενο) μέσω του οποίου κάποιος εκφράζει τα συλλυπητήριά του σε κάποιον που πενθεί: ~α: δήλωση/επιστολή. ~ο: μήνυμα/τηλεγράφημα. Βλ. -τήριος. ΑΝΤ. συγχαρητήριος
48267συλλυπούμαι[συλλυποῦμαι] συλ-λυ-πού-μαι ρ. (μτβ.) {συλλυπ-είσαι ... | συλλυπ-ήθηκα}: εκφράζω σε κάποιον, προφορικά ή γραπτά, τα συλλυπητήριά μου: Ο πρόεδρος ~ήθηκε την οικογένεια/τους συγγενείς των θυμάτων. ΑΝΤ. συγχαίρω [< αρχ. συλλυποῦμαι ‘συμπάσχω’, γαλλ. présenter ses condoléances]
48268συλφίδασυλ-φί-δα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) κοπέλα αέρινη και λεπτή, γεμάτη χάρη: Είναι μια ~! Πβ. ζαργάνα. 2. νεράιδα της κελτικής μυθολογίας. Βλ. αερικό, ξωτικό. [< γαλλ. sylphide]
48269συλώ[συλῶ] συ-λώ ρ. (μτβ.) {σύλ-ησα, συλ-ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (λόγ.): παραβιάζω ιερό χώρο και αφαιρώ πολύτιμα συνήθ. αντικείμενα από αυτόν: Το αρχαίο νεκροταφείο είχε ~ηθεί. ~ημένος: τάφος. Βλ. βεβηλώνω, σκυλεύω.|| (μτφ.) Έχουν ~ήσει την ιστορία. Πβ. απογυμνώνω, λεηλατώ. [< αρχ. συλῶ]
48270συμβαδίζωσυμ-βα-δί-ζω ρ. (αμτβ.) {συμβάδι-σα, συμβαδίζ-οντας} (λόγ.): έχω παράλληλη πορεία, εξέλιξη με κάποιον ή κάτι άλλο: ~ουμε με τις εξελίξεις/την εποχή/τη μόδα/τους ρυθμούς της ανάπτυξης/τις τάσεις της αγοράς. Τα δύο (σχολικά) τμήματα ~ουν στην ύλη (των μαθημάτων). Πβ. συμπορεύομαι.|| (ΑΘΛ.) Οι δύο ομάδες ~ουν στη βαθμολογία/στο σκορ.συμβαδίζει: ταιριάζει, συμφωνεί, συνυπάρχει: Το σχέδιο ~ με τους ισχύοντες κανόνες/τις διεθνείς προδιαγραφές/τους στόχους της εταιρείας. Τα έργα να ~ουν με τα λόγια. Ποτό και οδήγηση δεν ~ουν. [< μτγν. συμβαδίζω]
48271συμβαίνεισυμ-βαί-νει ρ. (αμτβ.) {συνέβαιν-ε, συνέβη (προφ.) συνέβ-ηκε, συμβ-εί}: γίνεται, συντελείται ή τυχαίνει: Αυτό ~ σπάνια/συνέχεια. Τι θα ~εί αν .../τι ~ όταν ... (πβ. επι~); Κάτι τέτοιο μού συνέβη και μένα/έχει ~εί και σε μένα. Είσαι ό,τι καλύτερο μου έχει ~εί.|| (συνήθ. για κάτι δυσάρεστο, κακό) Αν ~εί κάτι/οτιδήποτε, πάρε με αμέσως τηλέφωνο. Τι άλλο μπορεί να ~εί; Θα είμαι δίπλα σου, ό,τι κι αν ~εί. Κάτι παράξενο ~ μ' αυτό το παιδί. Περίεργα πράγματα ~ουν. Μόνο εδώ ~ουν αυτά. Τι σου ~ (: τι έχεις πάθει); Τι ~ (= τι τρέχει, ως έκφραση αγωνίας ή με ενοχλημένο ύφος); Τι συνέβη (ακριβώς/πραγματικά); Συνέβη για πρώτη φορά/ένα ατύχημα/την Κυριακή το απόγευμα. Συνέβη κι αυτό (: για κάτι ασυνήθιστο ή απαράδεκτο). Αυτό δεν θα ~εί ξανά. Δεν κατάλαβα τι έγινε, όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα. Θέλω να το προλάβω προτού ~εί. Τι πρόκειται να του ~εί (= να πάθει); Θα μπορούσε/μπορεί να ~εί στον καθένα (μας). Αντίθετα με ό,τι ~ σε/όπως ~ και σε άλλες χώρες ... Δεν μπορεί να μην αγανακτείς με όσα ~ουν γύρω μας.|| (+ να) ~ να τη γνωρίζω προσωπικά. ● Ουσ.: συμβαίνοντα (τα) {σπάν. στον εν. συμβαίνον} (λόγ.): οι τρέχουσες εξελίξεις: Η κοινή γνώμη παρακολουθεί συγκλονισμένη τα ~ στην περιοχή. Πβ. τεκταινόμενα, τελούμενα. Βλ. δρώμενα. ● ΦΡ.: σαν να μη/λες και δεν συμβαίνει τίποτα (προφ.): για κάποιον που προσποιείται πως όλα πάνε καλά: Συνέχισε σαν ~ ~. Φέρεται λες ~ ~., συμβαίνουν αυτά & αυτά συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες/στα καλύτερα σπίτια (προφ.): για να καθησυχάσουμε κάποιον που του έτυχε κάτι δυσάρεστο ή απρόσμενο: Κωμικοτραγικό, αλλά τι να πεις; ~ ~. ● βλ. συμβάν [< αρχ. συμβαίνει]
48272συμβάλλωσυμ-βάλ-λω ρ. (αμτβ.) {συνέβαλ-α, συμβάλει, συμβάλλ-εται, συμβλή-θηκε (λόγ. συνεβλήθ-η, -ησαν, μτχ.-σπάν. συμβληθ-είς, -είσα, -έν), -θεί, συμβεβλη-μένος, μτχ. ενεστ. συμβαλλ-όμενος, συμβάλλ-οντας} 1. βοηθώ στην επίτευξη ενός αποτελέσματος: Ο όμιλος ~ει ενεργά/θετικά/ουσιαστικά στην προστασία του περιβάλλοντος. ~ε αποφασιστικά/καθοριστικά/σημαντικά/τα μέγιστα στη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού. ~αν καταλυτικά στην επιτυχία της εκδήλωσης. Σκοπός μας είναι να συμβάλουμε στην προσπάθειά σας για το καλύτερο αποτέλεσμα. Οφείλουμε όλοι να συμβάλουμε, ώστε να εφαρμοστούν οι κανονισμοί. ΣΥΝ. συνεισφέρω, συντείνει, συντελώ 2. {στο γ' πρόσ.} για ποταμό που ενώνεται, συναντιέται με άλλον: Στο σημείο που ~ουν οι δύο παραπόταμοι με τον ... ● Παθ.: συμβάλλομαι: ΝΟΜ. κάνω συμφωνία, υπογράφω συμβόλαιο με εταιρεία, οργανισμό ή φορέα για εκτέλεση συγκεκριμένου έργου: Ο δήμος έχει ~θεί με τα ΚΤΕΛ. Κάθε κράτος που ~εται με το σύμφωνο αυτό, οφείλει ...|| (ως ουσ.) Ο ~όμενος αποδέχεται πλήρως τους όρους χρήσης του συστήματος. Βλ. αντισυμβαλλόμενος. ● ΣΥΜΠΛ.: συμβαλλόμενα μέρη: ΝΟΜ. πρόσωπα ή φορείς που συνάπτουν συμφωνία: Τα ~ ~ αναλαμβάνουν την υποχρέωση ... ● βλ. συμβεβλημένος [< αρχ. συμβάλλω, γαλλ. contribuer]
48273σύμβαμασύμ-βα-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. παθολογική αντίδραση που συμβαίνει τυχαία, ενώ παρέχεται συνηθισμένη ιατρική αγωγή: ανεπιθύμητο ~. Παρουσίασε/υπέστη καρδιαγγειακό ~. [< μτγν. σύμβαμα 'τυχαίο γεγονός, κακοτυχία']
48274συμβάνσυμ-βάν ουσ. (ουδ.) {συμβάντ-ος | -α, -ων}: γεγονός συνήθ. σημαντικό και δυσάρεστο: αληθινό/ανεπιθύμητο/ατυχές/βίαιο/ευχάριστο/θλιβερό/ιστορικό/πρωτοφανές/στρεσογόνο/συνταρακτικό/τραγικό/τραυματικό ~. Παράξενα/τροχαία ~α. Πβ. επεισόδιο, περίπτωση.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Βιβλίο ~ων. ΣΥΝ. περιστατικό (1) ● βλ. συμβαίνει [< μτχ. αορ. ουδ. του ρ. συμβαίνω]
48275σύμβασησύμ-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. επίσημη συμφωνία (δικαιοπραξία) που κατοχυρώνεται νομικά μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων και συνεκδ. το σχετικό έγγραφο: δημόσια/εμπορική/ετήσια/ιδιωτική/προθεσμιακή/τελωνειακή/τροποποιητική ~. Διμερείς/διπλωματικές/ευρωπαϊκές/πολυμερείς ~άσεις. ~ δανείου (= δανειακή ~)/παροχής υπηρεσιών (διαδικτύου)/συνεργασίας/υπεργολαβίας/χρονομεριστικής μίσθωσης. ~άσεις δημοσίων έργων. Διεθνής ~ για τα δικαιώματα του παιδιού (ΣΥΝ. συνθήκη). ~ παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (: ο εργαζόμενος καθορίζει ο ίδιος τις συνθήκες, όπως τον τόπο, χρόνο και τρόπο εργασίας του, χωρίς να υπόκειται στην εποπτεία και τον έλεγχο του εργοδότη). Ακύρωση/ανάθεση/ανανέωση/διάρκεια/εκτέλεση/εφαρμογή/καταγγελία/λήξη/όροι/παραβίαση/παράταση/σύναψη/σχέδιο/τροποποίηση/υπογραφή ~ης. ~ αξίας/ύψους ... ευρώ. Εγκρίθηκε/επικυρώθηκε η ~ πώλησης ... Η ~ ανατέθηκε στην εταιρεία ... Εργάζομαι με ~. Με ~ παραχώρησης θα προχωρήσει η κατασκευή του νέου αυτοκινητόδρομου. Πβ. σύμφωνο.|| Υπεγράφη προγραμματική ~ για την ανάπλαση της πλατείας. Πβ. συμβόλαιο. Βλ. αυτο~. 2. {συνήθ. στον πληθ.} κανόνες που προκύπτουν από ρητή ή σιωπηρή συμφωνία μεταξύ ατόμων ή κοινωνικών ομάδων· κατ' επέκτ. (συχνά μειωτ.) ό,τι ισχύει μόνο τυπικά, άνευ ουσίας: Αδιαφορεί για τις κοινωνικές ~άσεις (: πρότυπα συμπεριφοράς κοινωνικώς αποδεκτά). Ήρθε σε ρήξη με τις αφηγηματικές/θεατρικές ~άσεις της εποχής του. Στο παρόν έγγραφο χρησιμοποιούνται οι εξής τυπογραφικές ~άσεις ...|| Εξακολουθούν να ζουν μαζί από ~ (= συμβατικά). ● ΣΥΜΠΛ.: σύμβαση (ανάθεσης/μίσθωσης) έργου: ΝΟΜ. σύμβαση εργασίας για υλοποίηση συγκεκριμένου έργου έναντι αμοιβής., σύμβαση (εργασίας): ΝΟΜ. συμφωνία ανάμεσα σε εργαζόμενο και εργοδοσία που αφορά τον μισθό, το ωράριο και τις συνθήκες για παροχή συγκεκριμένης εργασίας: ατομική ~ ~. Συλλογική ~ ~ (: μεταξύ των συνδικάτων των εργαζομένων και των εργοδοτών για τους όρους εργασίας). ~ αορίστου/ορισμένου χρόνου (: ανάλογα με το αν η διάρκειά της καθορίζεται ή όχι). ~ εξαρτημένης εργασίας (: βάσει της οποίας ο μισθωτός προσφέρει τις υπηρεσίες του υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του εργοδότη)., σύμβαση(-)πλαίσιο: που περιλαμβάνει γενικές κατευθυντήριες αρχές και εναπόκειται στα συμβαλλόμενα μέρη να καθορίσουν τις επιμέρους διατάξεις της: ~ ~ για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων. [< γαλλ. convention(-)cadre, αγγλ. framework/outline convention] , ασφαλιστική σύμβαση βλ. ασφαλιστικός, ετεροβαρής σύμβαση βλ. ετεροβαρής ● ΦΡ.: επί συμβάσει: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. με σύμβαση εργασίας: μόνιμο ή ~ ~ (διοικητικό) προσωπικό. ~ ~ υπάλληλοι (= συμβασιούχοι) του Δημοσίου., κατά σύμβαση: σύμφωνα με ό,τι γίνεται αποδεκτό κατόπιν συμφωνίας ή τυπικά: Λέμε ~ ~ ότι η γέννηση του Χριστού έλαβε χώρα το έτος ένα. Πβ. κατά συνθήκη(ν). [< 1: αρχ. σύμβασις 2: γαλλ. convention]
48276συμβασιλέαςσυμ-βα-σι-λέ-ας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασκεί μαζί με άλλον τη βασιλική εξουσία. [< μτγν. συμβασιλεύς]
48277συμβασιλείασυμ-βα-σι-λεί-α ουσ. (θηλ.): άσκηση της βασιλικής εξουσίας από δύο ή περισσότερα άτομα.
48278συμβασιλεύωσυμ-βα-σι-λεύ-ω ρ. (αμτβ.) {συμβασίλευ-σα}: ασκώ τη βασιλική εξουσία από κοινού με άλλον. [< μτγν. συμβασιλεύω]
48279συμβασιοποίησησυμ-βα-σι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. υπογραφή σύμβασης για την υλοποίηση έργου: δημοπράτηση και ~ της νέας εθνικής οδού. Βλ. συμβολαιοποίηση, -ποίηση.
48280συμβασιοποιώ[συμβασιοποιῶ] συμ-βα-σι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {-εί ..., -ώντας | συμβασιοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αναθέτω κάτι, συνήθ. την υλοποίηση έργου, σε κάποιον με σύμβαση: ~ήθηκε η ανακατασκευή του κτιρίου/το ...% του έργου. ~ημένες: υποχρεώσεις. Βλ. -ποιώ.
48281συμβασιούχος[συμβασιοῦχος] συμ-βα-σι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. εργαζόμενος σε δημόσια συνήθ. υπηρεσία με σύμβαση, χωρίς να έχει διοριστεί: ~ αορίστου/ορισμένου χρόνου. Μονιμοποίηση ~ων. ~οι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στον ιδιωτικό και στις ΔΕΚΟ.|| (ως επίθ.) ~ διδάσκων/υπάλληλος. Πβ. επί συμβάσει. Βλ. -ούχος.
48282συμβατικός, ή, ό συμ-βα-τι-κός επίθ. 1. που είναι αποτέλεσμα επίσημης σύμβασης ή κοινής συμφωνίας ή συμφωνεί με τις κοινωνικές συμβάσεις· κατ' επέκτ. (συχνά μειωτ.) τυπικός, χωρίς ουσία: (ΝΟΜ.) ~ός: διακανονισμός (: κοινοπραξία)/μισθός/χρόνος παράδοσης (ενός έργου). ~ή: αξία (ενός αυθαιρέτου)/ελευθερία. ~ό: δίκαιο/ωράριο εργασίας. ~οί: όροι. ~ές: υποχρεώσεις. ~ά: δικαιώματα. Διεθνές ~ό πλαίσιο (για τις κλιματικές αλλαγές). Βλ. προ~.|| ~ή: ονομασία/χρήση (ενός όρου). Η διόρθωση γίνεται με ~ά σύμβολα. Πβ. αυθαίρετος, τεχνητός. Βλ. φυσικός.|| ~ός: άνθρωπος (πβ. κομφορμιστής)/γάμος. ~ή: ζωή/συμπεριφορά/σχέση. Πβ. κομφορμιστικός. ΑΝΤ. αντικομφορμιστικός, αντι~. 2. του οποίου η κατασκευή ή η χρήση είναι παραδοσιακή, συνηθισμένη, γενικευμένη: ~ός: κινητήρας/λαμπτήρας/πόλεμος (: με ~ά όπλα). ~ή: εικόνα/εκπαίδευση (βλ. εξ αποστάσεως)/ιατρική (ΑΝΤ. εναλλακτική, ομοιοπαθητική)/μέθοδος (= καθιερωμένη, κλασική, ορθόδοξη. ΑΝΤ. ανορθόδοξη)/τεχνολογία/φωτογραφία (ΑΝΤ. ψηφιακή). ~ό: αυτοκίνητο (βλ. υβριδικός)/πλοίο (βλ. καταμαράν)/ταχυδρομείο (βλ. ιμέιλ)/υλικό για διδασκαλία (βλ. πολυμεσικός). ~ές: πινακίδες. ~ά: καύσιμα/μέσα/προϊόντα (βλ. βιολογικός). ● επίρρ.: συμβατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συμβατικά όπλα: ΣΤΡΑΤ. όπλα που συνήθ. χρησιμοποιούνται στους πολέμους, κατ' αντιδιαστολή προς τα πυρηνικά, τα βιολογικά ή τα χημικά. [< αγγλ. conventional weapons, 1952] , συμβατικές/μη ανανεώσιμες πηγές/μορφές ενέργειας: που εξαντλούνται σταδιακά και επιβαρύνουν το περιβάλλον (άνθρακας, βενζίνη, λιγνίτης, πετρέλαιο, πυρηνική ενέργεια, φυσικό αέριο). Βλ. ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας. [< αγγλ. conventional energy sources] [< αρχ. συμβατικός, γαλλ. conventionnel, αγγλ. conventional]
25589συμβατικός

, ή, ό κομ-φορ-μι-στι-κός επίθ. & κονφορμιστικός: που σχετίζεται με τον κομφορμισμό ή τον κομφορμιστή: ~ή: ιδεολογία/κοινωνία/λογική/στάση/συμπεριφορά. ~ό: πνεύμα (εποχής). ~ές: ιδέες. ~ και υποτακτικός χαρακτήρας. Πβ. συμβατικός. Βλ. -ιστικός1. ΑΝΤ. αντικομφορμιστικός ● επίρρ.: κομφορμιστικά [< γαλλ. conformiste]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.