Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48820-48840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48292συμβιβαστικότητασυμ-βι-βα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διάθεση συμβιβασμού. Πβ. διαλλακτικότητα, υποχωρητικότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αδιαλλαξία
48293συμβιώνωσυμ-βι-ώ-νω ρ. (αμτβ.) {συμβίω-σα, συμβιώ-σει, συμβιών-οντας} (λόγ.): ζω μαζί με άλλους στο ίδιο σπίτι, χώρο ή γενικότ. στην ίδια περιοχή· ειδικότ. συζώ: Τα μέλη της οικογένειας ~ουν (= συγκατοικούν) αρμονικά. Τα έθνη μπορούν να ~σουν ειρηνικά.|| Ζευγάρια που ~ουν αναγκαστικά/εκτός γάμου/ελεύθερα.|| (μτφ.) Η παράδοση ~ει με τον σύγχρονο βίο. Πβ. συνυπάρχω. [< αρχ. συμβιῶ]
48294συμβίωσησυμ-βί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. κοινή διαβίωση στο πλαίσιο κοινότητας ή κατοικίας: δύσκολη/ειρηνική/κοινωνική/προβληματική ~. ~ λαών/πολιτισμών. Πβ. συνύπαρξη.|| Μακροχρόνια/προγαμιαία ~. Ελεύθερες ~ώσεις. Η αρμονική ~ του ζεύγους. ~ ανθρώπων και ζώων. Διάλυση των έγγαμων ~ώσεων (βλ. διαζύγιο). Πβ. συγκατοίκηση. 2. ΒΙΟΛ. συνύπαρξη οργανισμών από διαφορετικά είδη σε αμοιβαία επωφελή σχέση. Βλ. παρασιτισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: σύμφωνο (ελεύθερης) συμβίωσης: ΝΟΜ. συμβολαιογραφική συμφωνία που επισημοποιεί τη σχέση ζεύγους, ανεξάρτητα από το φύλο τους, ρυθμίζει τους όρους της εκτός γάμου συμβίωσης και λύεται κοινή συναινέσει, με μονομερή δήλωση ή αυτοδικαίως με τη σύναψη γάμου. Βλ. θρησκευτικός/πολιτικός γάμος, μονογονεϊκή οικογένεια. [< αγγλ. cohabitation agreement] [< 1: μτγν. συμβίωσις 2: γαλλ. symbiose, γερμ. Symbiose, αγγλ. symbiosis]
48295συμβιωτικός, ή, ό συμ-βι-ω-τι-κός επίθ. & (σπάν.) συμβιοτικός (κυρ. επιστ.): που σχετίζεται με τη συμβίωση: ~ή: κοινότητα/ομάδα/(ΨΥΧΟΛ.) φάση (του βρέφους· βλ. αυτιστικός).|| (ΒΙΟΛ.) ~ός: κύκλος (ανθρώπων-ζώων). ~ή: ανάπτυξη/θεωρία/πέψη/σχέση (ριζών με μύκητες). ~οί: οργανισμοί. ~ά: βακτήρια. ● Ουσ.: συμβιωτικά (τα): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. συνδυασμός προβιοτικών και πρεβιοτικών που ενισχύουν την επιβίωση αλλά και την εγκατάσταση των μικροβιακών προσθέτων της τροφής στον πεπτικό σωλήνα. Βλ. λειτουργικά τρόφιμα. ● επίρρ.: συμβιωτικά [< μτγν. συμβιωτικός ‘αυτός που ζει μαζί’, γαλλ. symbiotique, αγγλ. symbiotic]
48296συμβολαιακός, ή, ό συμ-βο-λαι-α-κός επίθ. {κυρ. στο θηλ.}: (κυρ. για πώληση αγροτικών προϊόντων) που ρυθμίζεται μέσω συμβολαίου: ~ή: γεωργία (: ο παραγωγός εξασφαλίζει μέσω σύμβασης τη μελλοντική διάθεση της παραγωγής του στον αγοραστή, χωρίς μεσάζοντες)/καλλιέργεια (κριθαριού)/κτηνοτροφία. ● επίρρ.: συμβολαιακά
48297συμβόλαιοσυμ-βό-λαι-ο ουσ. (ουδ.) {συμβολαί-ου}: ΝΟΜ. γραπτή συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων φυσικών ή νομικών προσώπων, με την οποία οι συμβαλλόμενοι δεσμεύονται απέναντι στους όρους της και ειδικότ. σύμβαση εργασίας· συνεκδ. το σχετικό επίσημο έγγραφο: αποκλειστικό/ασφαλιστήριο/διετές/δισκογραφικό/επαγγελματικό/μεταβιβαστικό/μισθωτήριο/προγαμιαίο/προθεσμιακό/συνταξιοδοτικό/τηλεοπτικό/(μτφ.) χρυσό ~. ~ γονικής παροχής/πώλησης (κατοικίας)/συνεργασίας/συντήρησης (εξοπλισμού)/τεχνικής υποστήριξης. Αθέτηση/αναπροσαρμογή/αξία/διακοπή/εξαγορά/επέκταση/καταγγελία/λύση/όροι/παραβίαση του ~ου.|| ~ διάρκειας ενός έτους/ύψους ... ευρώ. Έκλεισε/έχει συνάψει ~ με την εταιρεία ... Ακύρωσε/ανανέωσε/έσπασε το ~ό του. Ο παίκτης δεσμεύεται με ~/θα τιμήσει το ~ό του (ενν. με την ομάδα). Το ~ό της με τον (τηλεοπτικό) σταθμό λήγει το καλοκαίρι. (μτφ.) Κανείς δεν κάνει ~ με την επιτυχία (: δεν είναι δεδομένη).|| Αντίγραφο ~ου. Η αξία του ακινήτου αναγράφεται στο ~. Το όνομα του παίκτη θα ανακοινωθεί, μόλις πέσουν οι υπογραφές στα ~α. (συνήθ. για συμβολαιογράφο) Ανέλαβε τη σύνταξη του οριστικού ~ου. Πβ. συμφωνητικό. Βλ. προσύμφωνο. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικό συμβόλαιο: συμφωνία, πραγματική ή υποθετική, μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας, βάσει της οποίας καθένα από αυτά παραχωρεί τα φυσικά του δικαιώματα, με αντάλλαγμα έννομα δικαιώματα στο πλαίσιο οργανωμένου κράτους. [< αγγλ. social contract, 1660, γαλλ. contrat social] , λευκό συμβόλαιο: (κυρ. για αθλητή) που δεν αναγράφεται η αμοιβή του ή εμφανίζεται ότι δεν εισπράττει χρήματα: πρακτική ~ών ~ων (: για φοροαποφυγή και των δύο συμβαλλομένων). Έρχομαι στην ομάδα και με ~ ~ (: χωρίς αποδοχές)., συμβόλαιο τιμής: προφορική δέσμευση για εκπλήρωση υπόσχεσης, τήρηση συμφωνίας: (σε προεκλογικό λόγο) Το πρόγραμμά μας είναι ~ ~ με τον λαό., κλειστό συμβόλαιο βλ. κλειστός, συμβόλαιο θανάτου βλ. θάνατος ● ΦΡ.: ο λόγος κάποιου είναι συμβόλαιο/νόμος & (σπάν.) σπαθί (προφ.-μτφ.): για πρόσωπο που τηρεί τις υποσχέσεις του, που είναι άξιο εμπιστοσύνης., στα συμβόλαια (προφ.): στη φάση των τελικών διαπραγματεύσεων πριν ή μέχρι και την οριστική υπογραφή ενός συμβολαίου: Βρήκαμε σπίτι για αγορά και τώρα είμαστε ~ ~. [< αρχ. συμβόλαιον, γαλλ. contrat, αγγλ. contract]
48298συμβολαιογραφείο[συμβολαιογραφεῖο] συμ-βο-λαι-ο-γρα-φεί-ο ουσ. (ουδ.): ο επαγγελματικός χώρος του συμβολαιογράφου. [< γερμ. Notariat]
48299συμβολαιογραφίασυμ-βο-λαι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): το επάγγελμα του συμβολαιογράφου και συνεκδ. η χρονική περίοδος άσκησής του. Βλ. -γραφία. [< γερμ. Notariat]
48300συμβολαιογραφικός, ή, ό συμ-βο-λαι-ο-γρα-φι-κός επίθ. 1. που αφορά τον συμβολαιογράφο ή τη συμβολαιογραφία: ~ός: κώδικας/σύλλογος/τύπος. ~ό: αρχείο/γραφείο (= συμβολαιογραφείο)/δίκαιο. 2. που γίνεται με συμβολαιογράφο: ~ή: ακυρότητα/επικύρωση/πράξη/σύμβαση/συναίνεση. ~ό: έγγραφο (πβ. νοταριακός)/πληρεξούσιο/προσύμφωνο.|| ~ή: αποδοχή κληρονομίας/δήλωση. ● Ουσ.: συμβολαιογραφικά (τα) (ενν. έξοδα): η χρηματική αμοιβή του συμβολαιογράφου για τη σύνταξη συμβολαίου. [< γερμ. notariell]
48301συμβολαιογράφοςσυμ-βο-λαι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): δημόσιος λειτουργός που συντάσσει, επικυρώνει και φυλάσσει δημόσια έγγραφα (συμβόλαια, διαθήκες, συμβάσεις) ή εκτελεί δικαστικές πράξεις (πλειστηριασμούς), φροντίζοντας για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος και ασφάλειας και της δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Πβ. νοτάριος. Βλ. -γράφος. [< μτγν. συμβολαιογράφος]
48302συμβολαιοποίησησυμ-βο-λαι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. υπογραφή συμβολαίου και γενικότ. ανάληψη νομικής δέσμευσης για την υλοποίηση διαδικασίας ή συνήθ. έργου. Βλ. συμβασιοποίηση, -ποίηση.
48303συμβολήσυμ-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. συνεισφορά σε ένα κοινό έργο, έναν ευρύτερο σκοπό: καθοριστική/καίρια/μικρή/σημαντική ~. Ερευνητική/κοινωνική/οικονομική (πβ. εισφορά)/πολιτιστική/χρηματοδοτική ~. Η ~ (= προσφορά) της ελληνικής γλώσσας στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Το παρόν κείμενο είναι η ταπεινή μου ~ σε ένα μείζον θέμα.|| (ως τίτλος άρθρου, μελέτης:) ~ στη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών. 2. σημείο συνάντησης: Το ατύχημα έγινε στη ~ των οδών ... Πβ. διασταύρωση.|| (ΓΕΩΜΟΡΦ.) ~ ποταμών/ρευμάτων.|| (ΦΥΣ.) ~ των κυμάτων/του φωτός. [< αρχ. συμβολή ‘συνάντηση, συμπλοκή, συμφωνία’, γαλλ. contribution]
48304συμβολίζωσυμ-βο-λί-ζω ρ. (μτβ.) {συμβόλι-σα, συμβολί-σει, -στηκε, -στεί, συμβολίζ-οντας, -όμενος} 1. αναπαριστώ, εκφράζω, υλοποιώ αφηρημένη συνήθ. έννοια με ένα σύμβολο: ~ουμε µε χ την τυχαία µεταβλητή/τη συνάρτηση με f(x). Η ελπίδα ~εται (= εικονίζεται, παριστάνεται) με το πράσινο χρώμα. 2. {κυρ. στο γ' πρόσ.} αποτελώ σύμβολο: Το κόκκινο ~ει το πάθος (πβ. υποδηλώνω). Ο πρόεδρος ~ει την εθνική ενότητα (πβ. εκπροσωπώ). [< γαλλ. symboliser, αγγλ. symbolize]
48305συμβολικός, ή, ό συμ-βο-λι-κός επίθ. 1. που χρησιμοποιεί σύμβολα, αποτελείται από αυτά ή συνιστά σύμβολο: ~ός: αριθμός/μύθος/τίτλος/χώρος. ~ή: αναπαράσταση (του κόσμου)/γλώσσα/γραφή (βλ. συμβολισμός)/διάσταση (του χορού)/λειτουργία (βλ. συμβολοποίηση)/σημασία (ΑΝΤ. κυριολεκτικός)/σκέψη (: που πραγματοποιείται με εικόνες και αναλογίες)/χρήση. ~ό: αντικείμενο/επίπεδο/πλαίσιο/ποίημα. Πβ. αλληγορ-, εμβληματ-, μεταφορ-ικός. 2. (για κάτι) που έχει ενδεικτική αξία: ~ός: αποκλεισμός (δρόμου, χώρου)/χαρακτήρας (της εκδήλωσης). ~ή: αμοιβή/απεργία (βλ. εικονικός)/κατάληψη/παρουσία/συνδρομή/χειρονομία. ~ό: αντάλλαγμα/δώρο/ποσό/τίμημα. Βλ. χρηστικός. 3. ΜΑΘ. που απεικονίζεται με μαθηματικά σύμβολα: ~ός: υπολογισμός. ~ή: ανάλυση/σταθερά. ~ό: διάγραμμα. ● Ουσ.: συμβολική (η) 1. σύστημα συμβόλων που αφορά συγκεκριμένο τομέα, εποχή, λαό και η αντίστοιχη μελέτη του: ~ των αριθμών/των ονείρων/των χρωμάτων. Βλ. σημειωτική. 2. ΘΕΟΛ. μάθημα που εξετάζει τις χριστιανικές Εκκλησίες και Ομολογίες βάσει των θεολογικών τους παραδόσεων και των συμβολικών τους βιβλίων: η ~ των Ευαγγελίων. [< γερμ. Symbolik] ● επίρρ.: συμβολικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συμβολική γλώσσα: ΠΛΗΡΟΦ. γλώσσα προγραμματισμού η οποία αποτελείται από μνημονικούς κωδικούς που αντιστοιχούν σε εντολές της γλώσσας μηχανής. Βλ. κωδικοποίηση, συμβολομεταφραστής. [< αγγλ. assembly language, 1959] , συμβολική λογική βλ. λογική [< μτγν. συμβολικός, γαλλ. symbolique, αγγλ. symbolic(al)]
48306συμβολικότητασυμ-βο-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συμβολικού: κοινωνική/ποιητική ~. Η ~ του οίνου (στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας)/των παραμυθιών/μιας πράξης (πβ. συμβολισμός). Βλ. -ότητα. [< γαλλ. symbolisation, αγγλ. symbolization]
48307συμβολισμόςσυμ-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. αναπαράσταση, έκφραση κυρ. εννοιών με τη χρήση συμβόλων· συνεκδ. σύμβολο ή συμβολική σημασία: αριθμητικός/αρνητικός/βαθύτερος/επιστημονικός/θετικός/θρησκευτικός/ισχυρός ~. (ΜΑΘ.) Δεκαδικός/διανυσματικός/μαθηματικός ~. Ο ~ στη μυθολογία.|| Ανάλυση/ερμηνεία των ~ών του κειμένου. Χριστιανικοί ~οί. Βλ. αλληγορία.|| Ο ~ της ελιάς/του χορού/των χρωμάτων. Βλ. συμβολική. 2. ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. λογοτεχνικό ρεύμα του 19ου αιώνα με επίδραση στη ζωγραφική και τη μουσική που αναπτύχθηκε ως αντίδραση στον νατουραλισμό και τον παρνασσισμό, σύμφωνα με το οποίο οι ιδέες παριστάνονται και εκφράζονται όχι κατά τρόπο άμεσο και ρητό, αλλά εμμέσως, μέσω συμβόλων: ο ~ στην ποίηση. Το αισθητικό ιδεώδες του ~ού.|| Ζωγράφος/τεχνοτροπία του ~ού. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. symbolisme, αγγλ. symbolism]
48308συμβολιστήςσυμ-βο-λι-στής ουσ. (αρσ.): (για λογοτέχνη, καλλιτέχνη) που ακολουθεί το ρεύμα του συμβολισμού: οι Γάλλοι ~ές.|| (ως επίθ.) ~ ποιητής. [< γαλλ. symboliste, αγγλ. symbolist]
48309συμβολιστικός, ή, ό συμ-βο-λι-στι-κός επίθ.: ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τον συμβολισμό: ~ός: λόγος. ~ή: γλώσσα/λογοτεχνία/περίοδος/ποίηση. ~ό: έργο/κίνημα. ~ά: στοιχεία. Βλ. συμβολικός. ● επίρρ.: συμβολιστικά [< γαλλ. symboliste, αγγλ. symbolistic(al)]
48310σύμβολοσύμ-βο-λο ουσ. (ουδ.) {συμβόλ-ου | -ων} 1. κάθε υλικό στοιχείο, όπως αντικείμενο, παράσταση ή ήχος, που αντιπροσωπεύει κατ' αναλογία, λόγω μορφής ή φύσης, μια αφηρημένη έννοια, συνήθ. μια ιδέα: διαχρονικό/ζωντανό/θρησκευτικό/μυστικό/παγκόσμιο/πανανθρώπινο/πανάρχαιο/πανελλήνιο/πολιτικό ~. Η σημαία, το ιερό ~ της χώρας. Ερωτικά/μαγικά (: πεντάλφα, φίδι)/ολυμπιακά (: ολυμπιακή σημαία/φλόγα) ~α. ~ (της) αγάπης (: καρδιά)/γονιμότητας/δημοκρατίας/ειρήνης (: περιστέρι)/ελευθερίας/ελπίδας/ενότητας/ζωής/θυσίας/νίκης/πολιτισμού/τύχης. Σταυρός, ~ της Ορθοδοξίας/του Χριστιανισμού. Μνημείο-~ μιας πόλης (πβ. έμβλημα). Η δύναμη/ερμηνεία/χρήση (των) ~ων. Το ~ του άστρου στην ποίηση (πβ. συμβολισμός).|| (για πρόσ., κυρ. ο εκφραστής ενός ιδανικού) Η ενασχόλησή του με την πολιτική τον ανέδειξε σε εθνικό ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Αθλητής-~/άνθρωπος-~/γυναίκα-~ στον αγώνα κατά του ρατσισμού. 2. γραπτό σημείο ή γραφική παράσταση που αντιστοιχεί κατά σύμβαση και όχι αιτιακά ή αναλογικά σε μια έννοια ή σε μια λειτουργία: αριθμητικά (π.χ. 1, 8, +, %)/αστρονομικά/λογικά/μαθηματικά (π.χ. π, ∞)/μουσικά (βλ. κλειδί, νότα) ~α. Χημικό ~ (π.χ. Hg για τον υδράργυρο). Το ~ του ευρώ (€). Το ~ @ στο ίντερνετ. Πβ. παπάκι. ~α γραφής (= γράμματα). Πίνακας ~ων. (ΠΛΗΡΟΦ.) Εισαγωγή ~ου σε κείμενο (βλ. χαρακτήρας). ● ΣΥΜΠΛ.: Σύμβολο της Πίστεως βλ. πίστη, σύμβολο του σεξ βλ. σεξ [< 1: αρχ. σύμβολον, γαλλ. symbole, αγγλ. symbol]
48311συμβολομεταφραστήςσυμ-βο-λο-με-τα-φρα-στής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα που μετρατρέπει αυτόματα μια γλώσσα προγραμματισμού σε γλώσσα μηχανής. Βλ. ψευδοεντολή. [< αγγλ. assembler, 1959]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.