| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48283 | συμβατικότητα | συμ-βα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συμβατικού· (συνεκδ. στον πληθ.) η συμβατική συμπεριφορά: κοινωνική/μικροαστική ~. Φυγή από τη ~. Η ~ του γλωσσικού σημείου (πβ. αυθαιρεσία, το αυθαίρετο). ΑΝΤ. αντι~.|| Ανατρεπτικό θέαμα χωρίς στερεότυπα και ~ες. Πβ. τυπικότητες. Βλ. -ότητα. | |
| 48284 | συμβατισμός | συμ-βα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία οι φυσικοί νόμοι είναι συμβατικές επιστημονικές συλλήψεις για την κατανόηση του κόσμου. 2. (γενικότ.) συμβατικότητα, κομφορμισμός. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. αντισυμβατικότητα [< 1: γαλλ. conventionnalisme, πριν από το 1922, αγγλ. conventionalism, 1938, 2: γαλλ. ~] | |
| 48285 | συμβατός | , ή, ό συμ-βα-τός επίθ. 1. που μπορεί να συνυπάρξει αρμονικά με κάποιον ή κάτι άλλο: περιβαλλοντικά ~ή ανάπτυξη. Η άσκηση βίας δεν είναι ~ή (= σύμφωνη) με το δημοκρατικό πολίτευμα. Πβ. ταιριαστός. ΑΝΤ. ασύμβατος (1), αταίριαστος (2) 2. ΤΕΧΝΟΛ. (για συσκευή, σύστημα) που μπορεί να λειτουργήσει σε συνεργασία με άλλο αντίστοιχο χωρίς μετατροπές ή να εκτελέσει προγράμματα που έχουν σχεδιαστεί για διαφορετικό υλικό: ~ός: δέκτης/εκτυπωτής. ~ή: γλώσσα προγραμματισμού/κάρτα (γραφικών/ήχου/μνήμης). ~ό: καλώδιο/μοντέλο/πληκτρολόγιο. Το λογισμικό δεν είναι ~ό με τον υπολογιστή. 3. ΙΑΤΡ. που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μετάγγιση ή μεταμόσχευση χωρίς να προκαλέσει ανοσολογική αντίδραση: ~ή: ομάδα αίματος. ~ό: μόσχευμα.|| ~ός: δότης (= ιστο~). [< μτγν. συμβατός 'αυτός που συμβαίνει', γαλλ.-αγγλ. compatible] | |
| 48286 | συμβατότητα | συμ-βα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα του συμβατού: απόλυτη/ερωτική/πλήρης ~. ~ με τις κοινοτικές οδηγίες/τις προδιαγραφές. Περιβαλλοντική ~ των νέων ενεργειακών τεχνολογιών. ~ της επαγγελματικής κατάρτισης με την αγορά εργασίας.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~ των ειδών/δότη-λήπτη (: σε μεταγγίσεις, μεταμοσχεύσεις). Δερματολογικά ελεγμένη ~ (προϊόντος) με την επιδερμίδα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. δυνατότητα συνεργασίας, σύνδεσης διαφορετικών συσκευών, συστημάτων και (ειδικότ. για υπολογιστές) χρήσης κοινών λογισμικών: ηλεκτρομαγνητική/ηλεκτρονική ~. ~ κινητών. Το πρόγραμμα έχει ~ με όλα τα λειτουργικά συστήματα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. compatibilité, αγγλ. compatibility] | |
| 48287 | συμβεβλημένος | , η, ο συμ-βε-βλη-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει υπογράψει συμφωνία με φορέα ή εταιρεία για παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας: ~η: επιχείρηση/μονάδα (ανακύκλωσης)/τράπεζα. ~ο: δίκτυο/ίδρυμα/νοσοκομείο. Γιατροί ~οι με τον ΕΟΠΥΥ. ● βλ. συμβάλλω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. συμβάλλω] | |
| 48288 | συμβία | συμ-βί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σύζυγος. Πβ. γυναίκα. [< μτγν. συμβία] | |
| 48289 | συμβιβάζω | συμ-βι-βά-ζω ρ. (μτβ.) {συμβίβα-σα, συμβιβά-σει, -στηκα, -στεί, -σμένος, συμβιβάζ-οντας, -όμενος} 1. επιτυγχάνω συμφωνία, συμβιβασμό μεταξύ αντιτιθέμενων πλευρών με αμοιβαίες υποχωρήσεις: Προσπάθησε να ~σει τις αντίθετες απόψεις/τα διεστώτα/τα πράγματα. Οι δύο εταιρείες τελικά ~στηκαν εξωδικαστικά. Μετά την ήττα ~στηκε (: συνθηκολόγησε) με τον εχθρό. (προφ.) Τα ~σαμε (= τα βρήκαμε). ΣΥΝ. συμφιλιώνω, συνδιαλλάσσω. 2. {συνηθέστ. μεσοπαθ.} συνδυάζω, ταιριάζω, συνήθ. αντικρουόμενες ιδιότητες, τάσεις: Κατορθώνει και ~ει την επαγγελματική με την οικογενειακή ζωή. Τα μέτρα δεν ~ονται (: δεν εναρμονίζονται, δεν συμβαδίζουν) με το κοινοτικό δίκαιο. ● Παθ.: συμβιβάζομαι 1. υποχωρώ και αποδέχομαι κάτι που δεν ανταποκρίνεται στις βασικές αρχές, επιθυμίες ή επιδιώξεις μου: ~στηκε με τη μοίρα του/με την πραγματικότητα. Δεν ~ με ημίμετρα/με τη μετριότητα. Αρνείται να ~στεί με την ιδέα του θανάτου. Δεν ~ονται με τίποτα λιγότερο από τη νίκη. Δεν ~στηκε ποτέ και με τίποτα (: δεν έσκυψε το κεφάλι). ~σμένη: γενιά/ηγεσία/κοινωνία (ΑΝΤ. ασυμβίβαστη). Πβ. βάζω νερό στο κρασί μου. Βλ. βολεύομαι. 2. προσαρμόζομαι, συμμορφώνομαι: Η εταιρεία πρέπει να ~στεί με τα διεθνή πρότυπα. ● ΦΡ.: προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα βλ. ασυμβίβαστος [< αρχ. συμβιβάζω, αγγλ. compromise] | |
| 48290 | συμβιβασμός | συμ-βι-βα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. συμφωνία που προκύπτει με αμοιβαίες υποχωρήσεις και περιορισμό ακραίων αξιώσεων: ιστορικός/οικονομικός/πολιτικός ~. Η εταιρεία δέχτηκε τον ~ό/ήρθε(/κατέληξε) σε ~ό με τον όμιλο ... Η άλλη πλευρά δεν έδειξε διάθεση ~ού. Επήλθε/επιτεύχθηκε ~ ανάμεσα στους δύο αντιπάλους. Πβ. συμφιλίωση, συνδιαλλαγή.|| (ΝΟΜ.) Αίτηση/διαδικασία ~ού. (Εξω)δικαστικός ~ (π.χ. για οικονομικά αδικήματα). Διοικητικός/πτωχευτικός/φορολογικός ~. Βλ. (δια)μεσολάβηση, συνυποσχετικό. 2. υποχώρηση ως προς βασικές αρχές, επιθυμίες ή επιδιώξεις με στόχο τη συμφωνία, την εξεύρεση λύσης ή ως ένδειξη αδυναμίας: αναγκαίος/αξιοπρεπής/απαράδεκτος/έντιμος/κοινωνικός ~. Στο θέμα αυτό δεν θα γίνει κανένας ~. Σ' έναν γάμο πάντα υπάρχουν αμοιβαίοι ~οί. Πβ. συνθηκολόγηση.|| Έκανε πολλούς ~ούς (= εκπτώσεις) στη ζωή της. Βλ. υπαναχώρηση. [< 1: μτγν. συμβιβασμός, γαλλ. compromis] | |
| 48291 | συμβιβαστικός | , ή, ό συμ-βι-βα-στι-κός επίθ.: που συντελεί στον συμβιβασμό, που τον χαρακτηρίζει η συμβιβαστικότητα: ~ός: ρόλος. ~ή: διάθεση/θέση/κίνηση/λογική/λύση (βλ. ενδιάμεσος)/παρέμβαση/πρόταση/πρωτοβουλία/ρύθμιση/στάση/συμφωνία/τακτική.|| (για πρόσ.) ~ός: χαρακτήρας. Πβ. διαλλακτ-, ενδοτ-, υποχωρητ-ικός. ● επίρρ.: συμβιβαστικά [< μτγν. συμβιβαστικός] | |
| 48292 | συμβιβαστικότητα | συμ-βι-βα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διάθεση συμβιβασμού. Πβ. διαλλακτικότητα, υποχωρητικότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αδιαλλαξία | |
| 48293 | συμβιώνω | συμ-βι-ώ-νω ρ. (αμτβ.) {συμβίω-σα, συμβιώ-σει, συμβιών-οντας} (λόγ.): ζω μαζί με άλλους στο ίδιο σπίτι, χώρο ή γενικότ. στην ίδια περιοχή· ειδικότ. συζώ: Τα μέλη της οικογένειας ~ουν (= συγκατοικούν) αρμονικά. Τα έθνη μπορούν να ~σουν ειρηνικά.|| Ζευγάρια που ~ουν αναγκαστικά/εκτός γάμου/ελεύθερα.|| (μτφ.) Η παράδοση ~ει με τον σύγχρονο βίο. Πβ. συνυπάρχω. [< αρχ. συμβιῶ] | |
| 48294 | συμβίωση | συμ-βί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. κοινή διαβίωση στο πλαίσιο κοινότητας ή κατοικίας: δύσκολη/ειρηνική/κοινωνική/προβληματική ~. ~ λαών/πολιτισμών. Πβ. συνύπαρξη.|| Μακροχρόνια/προγαμιαία ~. Ελεύθερες ~ώσεις. Η αρμονική ~ του ζεύγους. ~ ανθρώπων και ζώων. Διάλυση των έγγαμων ~ώσεων (βλ. διαζύγιο). Πβ. συγκατοίκηση. 2. ΒΙΟΛ. συνύπαρξη οργανισμών από διαφορετικά είδη σε αμοιβαία επωφελή σχέση. Βλ. παρασιτισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: σύμφωνο (ελεύθερης) συμβίωσης: ΝΟΜ. συμβολαιογραφική συμφωνία που επισημοποιεί τη σχέση ζεύγους, ανεξάρτητα από το φύλο τους, ρυθμίζει τους όρους της εκτός γάμου συμβίωσης και λύεται κοινή συναινέσει, με μονομερή δήλωση ή αυτοδικαίως με τη σύναψη γάμου. Βλ. θρησκευτικός/πολιτικός γάμος, μονογονεϊκή οικογένεια. [< αγγλ. cohabitation agreement] [< 1: μτγν. συμβίωσις 2: γαλλ. symbiose, γερμ. Symbiose, αγγλ. symbiosis] | |
| 48295 | συμβιωτικός | , ή, ό συμ-βι-ω-τι-κός επίθ. & (σπάν.) συμβιοτικός (κυρ. επιστ.): που σχετίζεται με τη συμβίωση: ~ή: κοινότητα/ομάδα/(ΨΥΧΟΛ.) φάση (του βρέφους· βλ. αυτιστικός).|| (ΒΙΟΛ.) ~ός: κύκλος (ανθρώπων-ζώων). ~ή: ανάπτυξη/θεωρία/πέψη/σχέση (ριζών με μύκητες). ~οί: οργανισμοί. ~ά: βακτήρια. ● Ουσ.: συμβιωτικά (τα): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. συνδυασμός προβιοτικών και πρεβιοτικών που ενισχύουν την επιβίωση αλλά και την εγκατάσταση των μικροβιακών προσθέτων της τροφής στον πεπτικό σωλήνα. Βλ. λειτουργικά τρόφιμα. ● επίρρ.: συμβιωτικά [< μτγν. συμβιωτικός ‘αυτός που ζει μαζί’, γαλλ. symbiotique, αγγλ. symbiotic] | |
| 48296 | συμβολαιακός | , ή, ό συμ-βο-λαι-α-κός επίθ. {κυρ. στο θηλ.}: (κυρ. για πώληση αγροτικών προϊόντων) που ρυθμίζεται μέσω συμβολαίου: ~ή: γεωργία (: ο παραγωγός εξασφαλίζει μέσω σύμβασης τη μελλοντική διάθεση της παραγωγής του στον αγοραστή, χωρίς μεσάζοντες)/καλλιέργεια (κριθαριού)/κτηνοτροφία. ● επίρρ.: συμβολαιακά | |
| 48297 | συμβόλαιο | συμ-βό-λαι-ο ουσ. (ουδ.) {συμβολαί-ου}: ΝΟΜ. γραπτή συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων φυσικών ή νομικών προσώπων, με την οποία οι συμβαλλόμενοι δεσμεύονται απέναντι στους όρους της και ειδικότ. σύμβαση εργασίας· συνεκδ. το σχετικό επίσημο έγγραφο: αποκλειστικό/ασφαλιστήριο/διετές/δισκογραφικό/επαγγελματικό/μεταβιβαστικό/μισθωτήριο/προγαμιαίο/προθεσμιακό/συνταξιοδοτικό/τηλεοπτικό/(μτφ.) χρυσό ~. ~ γονικής παροχής/πώλησης (κατοικίας)/συνεργασίας/συντήρησης (εξοπλισμού)/τεχνικής υποστήριξης. Αθέτηση/αναπροσαρμογή/αξία/διακοπή/εξαγορά/επέκταση/καταγγελία/λύση/όροι/παραβίαση του ~ου.|| ~ διάρκειας ενός έτους/ύψους ... ευρώ. Έκλεισε/έχει συνάψει ~ με την εταιρεία ... Ακύρωσε/ανανέωσε/έσπασε το ~ό του. Ο παίκτης δεσμεύεται με ~/θα τιμήσει το ~ό του (ενν. με την ομάδα). Το ~ό της με τον (τηλεοπτικό) σταθμό λήγει το καλοκαίρι. (μτφ.) Κανείς δεν κάνει ~ με την επιτυχία (: δεν είναι δεδομένη).|| Αντίγραφο ~ου. Η αξία του ακινήτου αναγράφεται στο ~. Το όνομα του παίκτη θα ανακοινωθεί, μόλις πέσουν οι υπογραφές στα ~α. (συνήθ. για συμβολαιογράφο) Ανέλαβε τη σύνταξη του οριστικού ~ου. Πβ. συμφωνητικό. Βλ. προσύμφωνο. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικό συμβόλαιο: συμφωνία, πραγματική ή υποθετική, μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας, βάσει της οποίας καθένα από αυτά παραχωρεί τα φυσικά του δικαιώματα, με αντάλλαγμα έννομα δικαιώματα στο πλαίσιο οργανωμένου κράτους. [< αγγλ. social contract, 1660, γαλλ. contrat social] , λευκό συμβόλαιο: (κυρ. για αθλητή) που δεν αναγράφεται η αμοιβή του ή εμφανίζεται ότι δεν εισπράττει χρήματα: πρακτική ~ών ~ων (: για φοροαποφυγή και των δύο συμβαλλομένων). Έρχομαι στην ομάδα και με ~ ~ (: χωρίς αποδοχές)., συμβόλαιο τιμής: προφορική δέσμευση για εκπλήρωση υπόσχεσης, τήρηση συμφωνίας: (σε προεκλογικό λόγο) Το πρόγραμμά μας είναι ~ ~ με τον λαό., κλειστό συμβόλαιο βλ. κλειστός, συμβόλαιο θανάτου βλ. θάνατος ● ΦΡ.: ο λόγος κάποιου είναι συμβόλαιο/νόμος & (σπάν.) σπαθί (προφ.-μτφ.): για πρόσωπο που τηρεί τις υποσχέσεις του, που είναι άξιο εμπιστοσύνης., στα συμβόλαια (προφ.): στη φάση των τελικών διαπραγματεύσεων πριν ή μέχρι και την οριστική υπογραφή ενός συμβολαίου: Βρήκαμε σπίτι για αγορά και τώρα είμαστε ~ ~. [< αρχ. συμβόλαιον, γαλλ. contrat, αγγλ. contract] | |
| 48298 | συμβολαιογραφείο | [συμβολαιογραφεῖο] συμ-βο-λαι-ο-γρα-φεί-ο ουσ. (ουδ.): ο επαγγελματικός χώρος του συμβολαιογράφου. [< γερμ. Notariat] | |
| 48299 | συμβολαιογραφία | συμ-βο-λαι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): το επάγγελμα του συμβολαιογράφου και συνεκδ. η χρονική περίοδος άσκησής του. Βλ. -γραφία. [< γερμ. Notariat] | |
| 48300 | συμβολαιογραφικός | , ή, ό συμ-βο-λαι-ο-γρα-φι-κός επίθ. 1. που αφορά τον συμβολαιογράφο ή τη συμβολαιογραφία: ~ός: κώδικας/σύλλογος/τύπος. ~ό: αρχείο/γραφείο (= συμβολαιογραφείο)/δίκαιο. 2. που γίνεται με συμβολαιογράφο: ~ή: ακυρότητα/επικύρωση/πράξη/σύμβαση/συναίνεση. ~ό: έγγραφο (πβ. νοταριακός)/πληρεξούσιο/προσύμφωνο.|| ~ή: αποδοχή κληρονομίας/δήλωση. ● Ουσ.: συμβολαιογραφικά (τα) (ενν. έξοδα): η χρηματική αμοιβή του συμβολαιογράφου για τη σύνταξη συμβολαίου. [< γερμ. notariell] | |
| 48301 | συμβολαιογράφος | συμ-βο-λαι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): δημόσιος λειτουργός που συντάσσει, επικυρώνει και φυλάσσει δημόσια έγγραφα (συμβόλαια, διαθήκες, συμβάσεις) ή εκτελεί δικαστικές πράξεις (πλειστηριασμούς), φροντίζοντας για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος και ασφάλειας και της δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Πβ. νοτάριος. Βλ. -γράφος. [< μτγν. συμβολαιογράφος] | |
| 48302 | συμβολαιοποίηση | συμ-βο-λαι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. υπογραφή συμβολαίου και γενικότ. ανάληψη νομικής δέσμευσης για την υλοποίηση διαδικασίας ή συνήθ. έργου. Βλ. συμβασιοποίηση, -ποίηση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ