Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48840-48860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48303συμβολήσυμ-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. συνεισφορά σε ένα κοινό έργο, έναν ευρύτερο σκοπό: καθοριστική/καίρια/μικρή/σημαντική ~. Ερευνητική/κοινωνική/οικονομική (πβ. εισφορά)/πολιτιστική/χρηματοδοτική ~. Η ~ (= προσφορά) της ελληνικής γλώσσας στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Το παρόν κείμενο είναι η ταπεινή μου ~ σε ένα μείζον θέμα.|| (ως τίτλος άρθρου, μελέτης:) ~ στη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών. 2. σημείο συνάντησης: Το ατύχημα έγινε στη ~ των οδών ... Πβ. διασταύρωση.|| (ΓΕΩΜΟΡΦ.) ~ ποταμών/ρευμάτων.|| (ΦΥΣ.) ~ των κυμάτων/του φωτός. [< αρχ. συμβολή ‘συνάντηση, συμπλοκή, συμφωνία’, γαλλ. contribution]
48304συμβολίζωσυμ-βο-λί-ζω ρ. (μτβ.) {συμβόλι-σα, συμβολί-σει, -στηκε, -στεί, συμβολίζ-οντας, -όμενος} 1. αναπαριστώ, εκφράζω, υλοποιώ αφηρημένη συνήθ. έννοια με ένα σύμβολο: ~ουμε µε χ την τυχαία µεταβλητή/τη συνάρτηση με f(x). Η ελπίδα ~εται (= εικονίζεται, παριστάνεται) με το πράσινο χρώμα. 2. {κυρ. στο γ' πρόσ.} αποτελώ σύμβολο: Το κόκκινο ~ει το πάθος (πβ. υποδηλώνω). Ο πρόεδρος ~ει την εθνική ενότητα (πβ. εκπροσωπώ). [< γαλλ. symboliser, αγγλ. symbolize]
48305συμβολικός, ή, ό συμ-βο-λι-κός επίθ. 1. που χρησιμοποιεί σύμβολα, αποτελείται από αυτά ή συνιστά σύμβολο: ~ός: αριθμός/μύθος/τίτλος/χώρος. ~ή: αναπαράσταση (του κόσμου)/γλώσσα/γραφή (βλ. συμβολισμός)/διάσταση (του χορού)/λειτουργία (βλ. συμβολοποίηση)/σημασία (ΑΝΤ. κυριολεκτικός)/σκέψη (: που πραγματοποιείται με εικόνες και αναλογίες)/χρήση. ~ό: αντικείμενο/επίπεδο/πλαίσιο/ποίημα. Πβ. αλληγορ-, εμβληματ-, μεταφορ-ικός. 2. (για κάτι) που έχει ενδεικτική αξία: ~ός: αποκλεισμός (δρόμου, χώρου)/χαρακτήρας (της εκδήλωσης). ~ή: αμοιβή/απεργία (βλ. εικονικός)/κατάληψη/παρουσία/συνδρομή/χειρονομία. ~ό: αντάλλαγμα/δώρο/ποσό/τίμημα. Βλ. χρηστικός. 3. ΜΑΘ. που απεικονίζεται με μαθηματικά σύμβολα: ~ός: υπολογισμός. ~ή: ανάλυση/σταθερά. ~ό: διάγραμμα. ● Ουσ.: συμβολική (η) 1. σύστημα συμβόλων που αφορά συγκεκριμένο τομέα, εποχή, λαό και η αντίστοιχη μελέτη του: ~ των αριθμών/των ονείρων/των χρωμάτων. Βλ. σημειωτική. 2. ΘΕΟΛ. μάθημα που εξετάζει τις χριστιανικές Εκκλησίες και Ομολογίες βάσει των θεολογικών τους παραδόσεων και των συμβολικών τους βιβλίων: η ~ των Ευαγγελίων. [< γερμ. Symbolik] ● επίρρ.: συμβολικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συμβολική γλώσσα: ΠΛΗΡΟΦ. γλώσσα προγραμματισμού η οποία αποτελείται από μνημονικούς κωδικούς που αντιστοιχούν σε εντολές της γλώσσας μηχανής. Βλ. κωδικοποίηση, συμβολομεταφραστής. [< αγγλ. assembly language, 1959] , συμβολική λογική βλ. λογική [< μτγν. συμβολικός, γαλλ. symbolique, αγγλ. symbolic(al)]
48306συμβολικότητασυμ-βο-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συμβολικού: κοινωνική/ποιητική ~. Η ~ του οίνου (στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας)/των παραμυθιών/μιας πράξης (πβ. συμβολισμός). Βλ. -ότητα. [< γαλλ. symbolisation, αγγλ. symbolization]
48307συμβολισμόςσυμ-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. αναπαράσταση, έκφραση κυρ. εννοιών με τη χρήση συμβόλων· συνεκδ. σύμβολο ή συμβολική σημασία: αριθμητικός/αρνητικός/βαθύτερος/επιστημονικός/θετικός/θρησκευτικός/ισχυρός ~. (ΜΑΘ.) Δεκαδικός/διανυσματικός/μαθηματικός ~. Ο ~ στη μυθολογία.|| Ανάλυση/ερμηνεία των ~ών του κειμένου. Χριστιανικοί ~οί. Βλ. αλληγορία.|| Ο ~ της ελιάς/του χορού/των χρωμάτων. Βλ. συμβολική. 2. ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. λογοτεχνικό ρεύμα του 19ου αιώνα με επίδραση στη ζωγραφική και τη μουσική που αναπτύχθηκε ως αντίδραση στον νατουραλισμό και τον παρνασσισμό, σύμφωνα με το οποίο οι ιδέες παριστάνονται και εκφράζονται όχι κατά τρόπο άμεσο και ρητό, αλλά εμμέσως, μέσω συμβόλων: ο ~ στην ποίηση. Το αισθητικό ιδεώδες του ~ού.|| Ζωγράφος/τεχνοτροπία του ~ού. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. symbolisme, αγγλ. symbolism]
48308συμβολιστήςσυμ-βο-λι-στής ουσ. (αρσ.): (για λογοτέχνη, καλλιτέχνη) που ακολουθεί το ρεύμα του συμβολισμού: οι Γάλλοι ~ές.|| (ως επίθ.) ~ ποιητής. [< γαλλ. symboliste, αγγλ. symbolist]
48309συμβολιστικός, ή, ό συμ-βο-λι-στι-κός επίθ.: ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τον συμβολισμό: ~ός: λόγος. ~ή: γλώσσα/λογοτεχνία/περίοδος/ποίηση. ~ό: έργο/κίνημα. ~ά: στοιχεία. Βλ. συμβολικός. ● επίρρ.: συμβολιστικά [< γαλλ. symboliste, αγγλ. symbolistic(al)]
48310σύμβολοσύμ-βο-λο ουσ. (ουδ.) {συμβόλ-ου | -ων} 1. κάθε υλικό στοιχείο, όπως αντικείμενο, παράσταση ή ήχος, που αντιπροσωπεύει κατ' αναλογία, λόγω μορφής ή φύσης, μια αφηρημένη έννοια, συνήθ. μια ιδέα: διαχρονικό/ζωντανό/θρησκευτικό/μυστικό/παγκόσμιο/πανανθρώπινο/πανάρχαιο/πανελλήνιο/πολιτικό ~. Η σημαία, το ιερό ~ της χώρας. Ερωτικά/μαγικά (: πεντάλφα, φίδι)/ολυμπιακά (: ολυμπιακή σημαία/φλόγα) ~α. ~ (της) αγάπης (: καρδιά)/γονιμότητας/δημοκρατίας/ειρήνης (: περιστέρι)/ελευθερίας/ελπίδας/ενότητας/ζωής/θυσίας/νίκης/πολιτισμού/τύχης. Σταυρός, ~ της Ορθοδοξίας/του Χριστιανισμού. Μνημείο-~ μιας πόλης (πβ. έμβλημα). Η δύναμη/ερμηνεία/χρήση (των) ~ων. Το ~ του άστρου στην ποίηση (πβ. συμβολισμός).|| (για πρόσ., κυρ. ο εκφραστής ενός ιδανικού) Η ενασχόλησή του με την πολιτική τον ανέδειξε σε εθνικό ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Αθλητής-~/άνθρωπος-~/γυναίκα-~ στον αγώνα κατά του ρατσισμού. 2. γραπτό σημείο ή γραφική παράσταση που αντιστοιχεί κατά σύμβαση και όχι αιτιακά ή αναλογικά σε μια έννοια ή σε μια λειτουργία: αριθμητικά (π.χ. 1, 8, +, %)/αστρονομικά/λογικά/μαθηματικά (π.χ. π, ∞)/μουσικά (βλ. κλειδί, νότα) ~α. Χημικό ~ (π.χ. Hg για τον υδράργυρο). Το ~ του ευρώ (€). Το ~ @ στο ίντερνετ. Πβ. παπάκι. ~α γραφής (= γράμματα). Πίνακας ~ων. (ΠΛΗΡΟΦ.) Εισαγωγή ~ου σε κείμενο (βλ. χαρακτήρας). ● ΣΥΜΠΛ.: Σύμβολο της Πίστεως βλ. πίστη, σύμβολο του σεξ βλ. σεξ [< 1: αρχ. σύμβολον, γαλλ. symbole, αγγλ. symbol]
48311συμβολομεταφραστήςσυμ-βο-λο-με-τα-φρα-στής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα που μετρατρέπει αυτόματα μια γλώσσα προγραμματισμού σε γλώσσα μηχανής. Βλ. ψευδοεντολή. [< αγγλ. assembler, 1959]
48312συμβολομετρίασυμ-βο-λο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μέθοδος μέτρησης (κυρ. αποστάσεων, μήκους κυμάτων) υψηλής ακρίβειας η οποία στηρίζεται στο φαινόμενο της συμβολής του φωτός. Βλ. -μετρία. [< αγγλ. interferometry, 1911, γαλλ. interférométrie, 1938]
48313συμβολομετρικός, ή, ό συμ-βο-λο-με-τρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη συμβολομετρία: ~ή: διάταξη. ~ό: τηλεσκόπιο. ~ές: μετρήσεις/τεχνικές. [< αγγλ. interferometric, 1932, γαλλ. interférométrique, 1938]
48314συμβολόμετροσυμ-βο-λό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μετρήσεων ακριβείας (απόστασης, μήκους κύματος) που χρησιμοποιείται στη συμβολομετρία: οπτικό ~. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. interféromètre, 1901, αγγλ. interferometer]
48315συμβολοποίησησυμ-βο-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): παρουσίαση με σύμβολα, συμβολική αναπαράσταση: ~ του κόσμου/της πραγματικότητας. Βλ. -ποίηση, συμβολικότητα. [< γαλλ. symbolisation, αγγλ. symbolization]
48316συμβολοποιώ[συμβολοποιῶ] συμ-βο-λο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {-εί ..., -ώντας | συμβολοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: αναπαριστώ με τη χρήση συμβόλων, μετατρέπω κάτι σε σύμβολο: Η ταινία ~εί τον συντηρητισμό των κλειστών κοινωνιών. Βλ. συμβολίζω.|| Στο κείμενο ~ούνται τα πρόσωπα και οι καταστάσεις. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. symboliser, αγγλ. symbolize]
48317συμβολοσειράσυμ-βο-λο-σει-ρά ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. ακολουθία χαρακτήρων που χρησιμοποιούνται σε πρόγραμμα ως ενιαία μονάδα. Βλ. αλφαριθμητικό. ● ΣΥΜΠΛ.: κενή συμβολοσειρά: με μηδενικό αριθμό χαρακτήρων. [< αγγλ. string, 1956]
48318συμβουλάτοραςσυμ-βου-λά-το-ρας ουσ. (αρσ.) (ειρων.) : σύμβουλος: επαγγελματίες/κακοί/νομικοί/οικονομικοί/τηλεοπτικοί ~ες. Βλ. -άτορας. [< μεσν. συμβουλάτωρ, συμβουλάτορας, 14ος αι.]
48319συμβουλευτικήσυμ-βου-λευ-τι-κή ουσ. (θηλ.): παροχή επιστημονικής καθοδήγησης και στήριξης για τη λήψη απόφασης ή την αντιμετώπιση συγκεκριμένης κατάστασης, ειδικού προβλήματος: ατομική/θεραπευτική/ιατρική/ομαδική ~. ~ γονιών/ζεύγους/παιδιών/φοιτητών. ~ σταδιοδρομίας. Ινστιτούτο ~ής. Βλ. τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: γενετική συμβουλευτική βλ. γενετικός [< αγγλ. counseling, 1927]
48320συμβουλευτικός, ή, ό συμ-βου-λευ-τι-κός επίθ.: που στοχεύει στην παροχή συμβουλών: ~ός: οδηγός (εργασίας)/οίκος/οργανισμός/ρόλος/σταθμός (υποστήριξης πολιτών)/φορέας. ~ή: γνώμη/επιτροπή/θέση/συνέλευση/ψήφος (: που δεν υπολογίζεται στο αποτέλεσμα της ψηφοφορίας). ~ό: έγγραφο/έργο/σώμα.|| (αρχ. ΡΗΤΟΡ.) ~ός: λόγος (που είχε ως στόχο την προτροπή του λαού για τη λήψη απόφασης). Βλ. δικανικός, επιδεικτικός.|| ~ός: τόνος. ~ή: ιδιότητα. ~ό: ύφος. ~ές: προτάσεις. Βλ. καθοδηγητικός. ● επίρρ.: συμβουλευτικά ● ΣΥΜΠΛ.: συμβουλευτική ψυχολογία βλ. ψυχολογία [< αρχ. συμβουλευτικός, γαλλ. consultatif]
48321συμβουλεύωσυμ-βου-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {συμβούλε-ψα (σπάν.-λόγ.) συνεβούλευσα, συμβουλεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -οντας, -όμενος}: καθοδηγώ, δίνω συμβουλή: Μας ~ει για/σχετικά με οποιοδήποτε πρόβλημα. ~ει σε θέματα υγείας. Οι γεροντότεροι ~ουν τους νεότερους (πβ. δασκαλεύω, νουθετώ, ορμηνεύω). Δεν με ~ψε σωστά. Τι με ~ετε να κάνω (πβ. προτείνω, συνιστώ, υποδεικνύω); Θα σε συμβούλευα να προσέχεις. ~ψε τους ασθενείς να αθλούνται/τους μαθητές να μελετούν (πβ. παροτρύνω, προτρέπω). ● Παθ.: συμβουλεύομαι 1. ζητώ τη συμβουλή κάποιου: ~τείτε τον γιατρό σας/δικηγόρο. 2. αναζητώ πληροφορίες από κάτι, έντυπο ή άλλη πηγή: ~ συχνά εγκυκλοπαίδειες και λεξικά. ~τηκα την ατζέντα μου/τις σημειώσεις μου/τον χάρτη. Έχει ~τεί (: λάβει υπόψη του) διαφορετικές μεταφράσεις. [< αρχ. συμβουλεύω, γαλλ. consulter]
48322συμβουλήσυμ-βου-λή ουσ. (θηλ.): γνώμη που δίνει ή παίρνει κάποιος σχετικά με τον τρόπο δράσης, συμπεριφοράς: επαγγελματική/επενδυτική/ιατρική/κακή/καλή/κορυφαία/μητρική/νομική/πατρική (πβ. διδαχή, νουθεσία)/πολύτιμη/σοφή/φιλική/χρήσιμη ~. Τεχνικές ~ές. Χρήσιμες ~ές και οδηγίες. Δέχομαι/ζητώ ~ές (πβ. συστάσεις). Ακουλούθησα τη ~ του γιατρού μου. Άκου τη ~ μου (πβ. παραίνεση, προτροπή, υπόδειξη). [< αρχ. συμβουλή ‘παραινετική γνώμη’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.