| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48312 | συμβολομετρία | συμ-βο-λο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μέθοδος μέτρησης (κυρ. αποστάσεων, μήκους κυμάτων) υψηλής ακρίβειας η οποία στηρίζεται στο φαινόμενο της συμβολής του φωτός. Βλ. -μετρία. [< αγγλ. interferometry, 1911, γαλλ. interférométrie, 1938] | |
| 48313 | συμβολομετρικός | , ή, ό συμ-βο-λο-με-τρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη συμβολομετρία: ~ή: διάταξη. ~ό: τηλεσκόπιο. ~ές: μετρήσεις/τεχνικές. [< αγγλ. interferometric, 1932, γαλλ. interférométrique, 1938] | |
| 48314 | συμβολόμετρο | συμ-βο-λό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μετρήσεων ακριβείας (απόστασης, μήκους κύματος) που χρησιμοποιείται στη συμβολομετρία: οπτικό ~. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. interféromètre, 1901, αγγλ. interferometer] | |
| 48315 | συμβολοποίηση | συμ-βο-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): παρουσίαση με σύμβολα, συμβολική αναπαράσταση: ~ του κόσμου/της πραγματικότητας. Βλ. -ποίηση, συμβολικότητα. [< γαλλ. symbolisation, αγγλ. symbolization] | |
| 48316 | συμβολοποιώ | [συμβολοποιῶ] συμ-βο-λο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {-εί ..., -ώντας | συμβολοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: αναπαριστώ με τη χρήση συμβόλων, μετατρέπω κάτι σε σύμβολο: Η ταινία ~εί τον συντηρητισμό των κλειστών κοινωνιών. Βλ. συμβολίζω.|| Στο κείμενο ~ούνται τα πρόσωπα και οι καταστάσεις. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. symboliser, αγγλ. symbolize] | |
| 48317 | συμβολοσειρά | συμ-βο-λο-σει-ρά ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. ακολουθία χαρακτήρων που χρησιμοποιούνται σε πρόγραμμα ως ενιαία μονάδα. Βλ. αλφαριθμητικό. ● ΣΥΜΠΛ.: κενή συμβολοσειρά: με μηδενικό αριθμό χαρακτήρων. [< αγγλ. string, 1956] | |
| 48318 | συμβουλάτορας | συμ-βου-λά-το-ρας ουσ. (αρσ.) (ειρων.) : σύμβουλος: επαγγελματίες/κακοί/νομικοί/οικονομικοί/τηλεοπτικοί ~ες. Βλ. -άτορας. [< μεσν. συμβουλάτωρ, συμβουλάτορας, 14ος αι.] | |
| 48319 | συμβουλευτική | συμ-βου-λευ-τι-κή ουσ. (θηλ.): παροχή επιστημονικής καθοδήγησης και στήριξης για τη λήψη απόφασης ή την αντιμετώπιση συγκεκριμένης κατάστασης, ειδικού προβλήματος: ατομική/θεραπευτική/ιατρική/ομαδική ~. ~ γονιών/ζεύγους/παιδιών/φοιτητών. ~ σταδιοδρομίας. Ινστιτούτο ~ής. Βλ. τηλε~. ● ΣΥΜΠΛ.: γενετική συμβουλευτική βλ. γενετικός [< αγγλ. counseling, 1927] | |
| 48320 | συμβουλευτικός | , ή, ό συμ-βου-λευ-τι-κός επίθ.: που στοχεύει στην παροχή συμβουλών: ~ός: οδηγός (εργασίας)/οίκος/οργανισμός/ρόλος/σταθμός (υποστήριξης πολιτών)/φορέας. ~ή: γνώμη/επιτροπή/θέση/συνέλευση/ψήφος (: που δεν υπολογίζεται στο αποτέλεσμα της ψηφοφορίας). ~ό: έγγραφο/έργο/σώμα.|| (αρχ. ΡΗΤΟΡ.) ~ός: λόγος (που είχε ως στόχο την προτροπή του λαού για τη λήψη απόφασης). Βλ. δικανικός, επιδεικτικός.|| ~ός: τόνος. ~ή: ιδιότητα. ~ό: ύφος. ~ές: προτάσεις. Βλ. καθοδηγητικός. ● επίρρ.: συμβουλευτικά ● ΣΥΜΠΛ.: συμβουλευτική ψυχολογία βλ. ψυχολογία [< αρχ. συμβουλευτικός, γαλλ. consultatif] | |
| 48321 | συμβουλεύω | συμ-βου-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {συμβούλε-ψα (σπάν.-λόγ.) συνεβούλευσα, συμβουλεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -οντας, -όμενος}: καθοδηγώ, δίνω συμβουλή: Μας ~ει για/σχετικά με οποιοδήποτε πρόβλημα. ~ει σε θέματα υγείας. Οι γεροντότεροι ~ουν τους νεότερους (πβ. δασκαλεύω, νουθετώ, ορμηνεύω). Δεν με ~ψε σωστά. Τι με ~ετε να κάνω (πβ. προτείνω, συνιστώ, υποδεικνύω); Θα σε συμβούλευα να προσέχεις. ~ψε τους ασθενείς να αθλούνται/τους μαθητές να μελετούν (πβ. παροτρύνω, προτρέπω). ● Παθ.: συμβουλεύομαι 1. ζητώ τη συμβουλή κάποιου: ~τείτε τον γιατρό σας/δικηγόρο. 2. αναζητώ πληροφορίες από κάτι, έντυπο ή άλλη πηγή: ~ συχνά εγκυκλοπαίδειες και λεξικά. ~τηκα την ατζέντα μου/τις σημειώσεις μου/τον χάρτη. Έχει ~τεί (: λάβει υπόψη του) διαφορετικές μεταφράσεις. [< αρχ. συμβουλεύω, γαλλ. consulter] | |
| 48322 | συμβουλή | συμ-βου-λή ουσ. (θηλ.): γνώμη που δίνει ή παίρνει κάποιος σχετικά με τον τρόπο δράσης, συμπεριφοράς: επαγγελματική/επενδυτική/ιατρική/κακή/καλή/κορυφαία/μητρική/νομική/πατρική (πβ. διδαχή, νουθεσία)/πολύτιμη/σοφή/φιλική/χρήσιμη ~. Τεχνικές ~ές. Χρήσιμες ~ές και οδηγίες. Δέχομαι/ζητώ ~ές (πβ. συστάσεις). Ακουλούθησα τη ~ του γιατρού μου. Άκου τη ~ μου (πβ. παραίνεση, προτροπή, υπόδειξη). [< αρχ. συμβουλή ‘παραινετική γνώμη’] | |
| 48323 | συμβούλιο | συμ-βού-λι-ο ουσ. (ουδ.) {συμβουλί-ου | -ων} 1. εκλεγμένο ή διορισμένο όργανο με ορισμένη θητεία και συγκεκριμένες αρμοδιότητες: ακαδημαϊκό/γενικό/γνωμοδοτικό/διαμερισματικό/εκτελεστικό/επιστημονικό/εποπτικό/κοινοτικό/κυβερνητικό/πολεμικό/πολιτικό/πολυμελές/συντονιστικό/σχολικό/υπηρεσιακό ~. ~ επιμόρφωσης/εργαζομένων (βλ. συνδικάτο)/πιστοποίησης. Τοπικό ~ νεολαίας/νέων του δήμου ... (Δεκα)πενταμελή μαθητικά ~α. Ανώτατο Ναυτικό ~. ~ Απόδημου Ελληνισμού. Διεθνές ~ Μουσείων. Ελληνικό ~ για τους πρόσφυγες. Κεντρικό Αρχαιολογικό ~. ~ Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ (βλ. Ύπατη Αρμοστεία). ~ (του) Ιδρύματος. Πρόεδρος ~ου Διοίκησης. Οι αποφάσεις/η γραμματεία/η ίδρυση/τα μέλη/οι οδηγίες/το πόρισμα/ο πρόεδρος/σύγκληση/η σύσταση/το ψήφισμα ενός ~ου. Συμμετοχή σε ~. Το νοσοκομείο διοικείται από επταμελές διοικητικό ~. Το ~ συνεδριάζει μια φορά τον μήνα. Ανακοινώθηκε η νέα σύνθεση του ~ου. Βλ. μυστικο~. 2. συγκέντρωση για εξέταση ενός θέματος και λήψη σχετικών αποφάσεων: αίθουσα/πρακτικά ~ου. Αύριο έχουμε/θα κάνουμε ~ (του) Τμήματος. Έγινε ~ (= συνέλευση) των καθηγητών. Μετά από έκτακτο οικογενειακό ~, αποφασίσαμε ... Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συγκάλεσε το άτυπο ~ των πολιτικών αρχηγών. Πβ. συνέδριο, σύσκεψη. ● ΣΥΜΠΛ.: Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ακρ. ΑΣΕΠ): ανεξάρτητη Αρχή με αποκλειστικές αρμοδιότητες, μεταξύ των οποίων είναι η επιλογή του μόνιμου προσωπικού του Δημόσιου Τομέα, ο έλεγχος της κατάταξης υπαλλήλων σε διάφορες θέσεις, η επισήμανση παραβιάσεων αναφορικά με τις προσλήψεις συμβασιούχων, η διεξαγωγή γραπτού διαγωνισμού για τους εκπαιδευτικούς., Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Τεχνολογίας (ακρ. ΕΣΕΤ): το ανώτατο γνωμοδοτικό όργανο διαμόρφωσης και χάραξης της εθνικής πολιτικής για την έρευνα και την τεχνολογία., Εθνικό Συμβούλιο Νεολαίας (ακρ. ΕΣΥΝ): ανεξάρτητη μη κερδοσκοπική ομοσπονδία οργανώσεων νέων, κυρ. πολιτικών και κοινωνικών., Ευρωπαϊκό Συμβούλιο & (Ευρωπαϊκό) Συμβούλιο Κορυφής: το κύριο πολιτικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που συγκροτείται από τους πρωθυπουργούς ή τους αρχηγούς των κρατών-μελών της, τον πρόεδρό του και τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και καθορίζει τις γενικές κατευθυντήριες πολιτικές γραμμές και προτεραιότητές της: σύνοδος του ~ού ~ου. Το Εαρινό ~ Κορυφής. [< γαλλ. Conseil Européen, αγγλ. European Council & European Summit, 1976] , Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ακρ. ΠΣΕ): οικουμενική οργάνωση με σκοπό την προώθηση της χριστιανικής ενότητας., Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης/Συμβούλιο των Υπουργών: Αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης που απαρτίζεται από έναν αντιπρόσωπο υπουργικού επιπέδου από κάθε κράτος-μέλος, συνεδριάζοντας με διαφορετική σύνθεση ανάλογα με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, και η οποία ασκεί νομοθετική εξουσία από κοινού με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. [< αγγλ. Council of the European Union/Council of Ministers] , Συμβούλιο της Ευρώπης (ακρ. ΣτΕ): ανεξάρτητος διεθνής οργανισμός με έδρα το Στρασβούργο και κύριο ρόλο την ενίσχυση της δημοκρατίας, την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ανάπτυξη της εκπαίδευσης, της πολιτιστικής ταυτότητας και ποικιλομορφίας στα 47 κράτη-μέλη του. [< αγγλ. Council of Europe, γαλλ. Conseil de l' Europe, 1949] , Βορειοατλαντικό/Ατλαντικό Συμβούλιο βλ. βορειοατλαντικός, δημοτικό συμβούλιο βλ. δημοτικός, δικαστικό συμβούλιο βλ. δικαστικός, Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) βλ. ραδιοτηλεόραση, ιατρικό συμβούλιο βλ. ιατρικός, Νομικό Συμβούλιο του Κράτους βλ. νομικός, Πειθαρχικό Συμβούλιο βλ. πειθαρχικός, Πρόεδρος της Κυβέρνησης/Κυβερνήσεως/του Υπουργικού Συμβουλίου βλ. πρόεδρος, Πρυτανικό Συμβούλιο βλ. πρυτανικός, Συμβούλιο Ασφαλείας βλ. ασφάλεια, Συμβούλιο της Επικρατείας βλ. επικράτεια, υπηρεσιακό συμβούλιο βλ. υπηρεσιακός, υπουργικό συμβούλιο βλ. υπουργικός [< μτγν. συμβούλιον ‘σύσκεψη, συνεδρίαση’, γαλλ. conseil, αγγλ. council] | |
| 48324 | σύμβουλος | σύμ-βου-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συμβούλ-ου | -ων, -ους} 1. πρόσωπο που γνωμοδοτεί επί πληρωμή στο αντικείμενο ειδίκευσής του ή γενικότ. που συμβουλεύει κάποιον: ακαδημαϊκός (: που απευθύνεται σε φοιτητές)/ανεξάρτητος/ασφαλιστικός (= ασφαλιστής)/ειδικός/εκπαιδευτικός/έμπειρος/εντεταλμένος/εξωτερικός/επαγγελματικός/επιστημονικός/καλλιτεχνικός/οικονομικός/τεχνικός ~. ~ ακινήτων (πβ. κτηματομεσίτης)/έκδοσης/επαγγελματικού προσανατολισμού (βλ. ΣΕΠ)/επενδύσεων (= επενδυτικός ~)/επιχειρήσεων/καριέρας/οργάνωσης και διοίκησης/σπουδών/σταδιοδρομίας/στρατηγικής/σχολικής ζωής (2020)/τεχνικής υποστήριξης/ψυχικής υγείας. Θέση/υπηρεσίες ~ου. Θεσμικός ~ της Πολιτείας σε θέματα μάνατζμεντ. Διετέλεσε ~ του προέδρου/του πρωθυπουργού/του Υπουργείου Οικονομικών. Πηγαίνουν σε ~ο γάμου (: για παντρεμένο ζευγάρι που αντιμετωπίζει προβλήματα στη σχέση του).|| ~ πρεσβείας Α'/Β' (: βαθμός της υπαλληλικής ιεραρχίας στο διπλωματικό σώμα, ανώτερος από τον ακόλουθο και τον γραμματέα και κατώτερος από τον πληρεξούσιο υπουργό και τον πρέσβη).|| Στάθηκε φίλη και ~ός μου στα δύσκολα. Βλ. μέντορας. 2. μέλος συμβουλίου, συνήθ. οργανισμού ή υπηρεσίας: Δημοτικός/(παλαιότ.)Νομαρχιακός/Περιφερειακός ~.|| ~ Επικρατείας. Βλ. μυστικο~. 3. εγχειρίδιο με πρακτικές συμβουλές και χρήσιμες πληροφορίες σε συγκεκριμένο θέμα: ~ υγείας. ΣΥΝ. οδηγός (3) ● ΣΥΜΠΛ.: σχολικός/σχολική σύμβουλος (παλαιότ.)/σύμβουλος εκπαίδευσης: εκπαιδευτικός υπεύθυνος για την επιστημονική, παιδαγωγική στήριξη και τη συμβουλευτική καθοδήγηση των εκπαιδευτικών του κλάδου του στα σχολεία της περιφέρειάς του: ~ ~ πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης/φιλολόγων. Βλ. επιθεωρητής., διευθύνων σύμβουλος βλ. διευθύνων, μορφωτικός ακόλουθος/σύμβουλος βλ. ακόλουθος, νομικός σύμβουλος βλ. νομικός, σύμβουλος επικοινωνίας βλ. επικοινωνία ● ΦΡ.: είναι κακός σύμβουλος (μτφ.): για οτιδήποτε θολώνει την κρίση κάποιου: Ο πανικός ~ ~. Η άγνοια και ο φανατισμός ~ ~οί ~οι. [< αρχ. σύμβουλος, γαλλ. conseiller] | |
| 48325 | συμμάζεμα | συμ-μά-ζε-μα ουσ. (ουδ.) 1. μάζεμα σκόρπιων πραγμάτων, τακτοποίηση ακατάστατου χώρου: ~ των ρούχων. ~ του γραφείου/του δωματίου/της κουζίνας. Το σπίτι θέλει ~. Πβ. συγύρισμα. 2. (μτφ.) περιορισμός, οργάνωση: άμεσο/γενικό ~. ~ των δαπανών/του δημόσιου χρέους/των εξόδων/της οικονομίας.|| ~ του κειμένου (: διορθώσεις, περικοπές). Τα αρχεία χρειάζονται ~. Πβ. νοικοκύρεμα. 3. (προφ.) περιποίηση, βελτίωση της εμφάνισης: Ένα μικρό ~ το θέλεις. Βλ. λίφτινγκ, ρεκτιφιέ.[< πβ. συμμάζωμα ‘σύναξη’, 17ος αι.] | |
| 48326 | συμμαζεμός | συμ-μα-ζε-μός ουσ. (αρσ.): στη ● ΦΡ.: δεν έχει συμμαζεμό (προφ.): δεν συμμαζεύεται: Αυτό το σπίτι όλο το συμμαζεύω και συμμαζεμό δεν έχει. | |
| 48327 | συμμαζεύω | συμ-μα-ζεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συμμάζ-εψα, -έψω, -εύτηκε, -ευτεί, -εύοντας} 1. μαζεύω στο ίδιο μέρος σκόρπια πράγματα, βάζω κάτι στη θέση του, το τακτοποιώ: ~ το δωμάτιο/το κρεβάτι/τα μαλλιά μου (= στερεώνω, συγκρατώ)/τα ρούχα μου/το σπίτι/τα χαρτιά από το γραφείο. ΣΥΝ. συγυρίζω.|| (για πρόσ.) ~έψου λιγάκι (: φρόντισε την εμφάνισή σου), έτσι θα βγεις έξω;|| (μτφ.) Η εταιρεία προσπαθεί να ~έψει την κατάσταση/τα οικονομικά της/τα πράγματα. Πβ. οργανώνω. ΣΥΝ. νοικοκυρεύω (2) 2. (προφ.) περιορίζω συνήθ. την έκταση, το εύρος: ~εψα κάπως το κείμενο, αλλά θέλει δουλειά ακόμη (: το συντόμευσα και επεξεργάστηκα το ύφος του· πβ. συμμορφώνω, χτενίζω). Το έλλειμμα του προϋπολογισμού ~εύτηκε στο ...%.|| Η ομάδα έμεινε πίσω στο σκορ και πρέπει να ~έψει τη διαφορά. 3. {συνήθ. μεσοπαθ.} (μτφ.) συγκρατώ τον εαυτό μου ή κάποιον άλλον από ανάρμοστες συμπεριφορές: ~εψε τη γλώσσα σου! Για ~έψου λίγο, γιατί πολλή φόρα πήρες (: προς κάποιον που έχει αποθρασυνθεί). Κοίτα να ~ευτείς και ν' αφήσεις τα ταξίδια. Με τον γάμο ηρέμησε και ~εύτηκε (: διορθώθηκε, έστρωσε, συμμορφώθηκε). 4. (σπάν.) παίρνω κάποιον υπό την προστασία μου: Την είχε ~έψει από τον δρόμο. ΣΥΝ. μαζεύω (10), περιμαζεύω (2) ● Μτχ.: συμμαζεμένος , η, ο: τακτοποιημένος· περιορισμένος· συγκρατημένος: όμορφο, ~ο σπίτι. ΑΝΤ. ανοικοκύρευτος, ασυμμάζευτος.|| Μικρή, ~μένη αγορά.|| Σεμνό, ~μένο και ντροπαλό παιδί. Πβ. ευπρεπής, συνεσταλμένος. ● ΦΡ.: και δεν συμμαζεύεται (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.-προφ.): μετά από παράθεση προσώπων, πραγμάτων ή καταστάσεων: Έξω από το σπίτι είχε μαζευτεί κόσμος, δημοσιογράφοι, περιπολικά ~ ~. Πβ. και ούτω καθεξής, και πάει λέγοντας., μαζεύω/συμμαζεύω τα αμάζευτα/τα ασυμμάζευτα βλ. μαζεύω [< 17ος αι.] | |
| 48328 | συμμαθητής, συμμαθήτρια | συμ-μα-θη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): μαθητής που φοιτά στην ίδια τάξη και κυρ. στο ίδιο τμήμα με κάποιον άλλον: πρώην ~. Συνάντηση παλιών ~ών. Με τη Μαρία ήμασταν ~τριες στο σχολείο. [< αρχ. συμμαθητής, μεσν. συμμαθήτρια] | |
| 48329 | συμμαχητής | συμ-μα-χη-τής ουσ. (αρσ.) & (θηλ.) συμμαχήτρια: συμπολεμιστής, συναγωνιστής: ~ές στο μέτωπο.|| (μτφ.) ~ές και συνυποψήφιοι. ~ές στον αγώνα της επιβίωσης. Βλ. σύντροφος. [συμμαχήτρια, 15ος αι.] | |
| 48330 | συμμαχία | συμ-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) {συμμαχι-ών} 1. ΝΟΜ. συμφωνία μεταξύ κρατών για την προάσπιση κοινών συμφερόντων και ανάληψη από κοινού δράσης, κυρ. πολεμικής, εναντίον εχθρού· συνεκδ. τα ίδια τα κράτη που την αποτελούν: αμυντική/επιθετική/μυστική/οικονομική/στρατιωτική ~. Συνθήκη ~ας. Διαλύω/ιδρύω/συνάπτω ~.|| Κατά τη σύνοδο η ~ αποφάσισε ...|| Οι όροι/η υπογραφή της ~ας. Βλ. σύμφωνο, συνθήκη. 2. (γενικότ.) συνεργασία μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών για συντονισμό της δράσης τους και τήρηση κοινής στάσης εναντίον αντιπάλου: διεθνής/εκλογική/εμπορική/ετερόκλιτη/ευρωπαϊκή/παγκόσμια/περιβαλλοντική/πολιτική ~. Επιχειρηματικές ~ες. ~ες κομμάτων (= κομματικές ~ες). Κοινωνική ~ κατά της ακρίβειας/υπέρ των μεταρρυθμίσεων. Αναζήτηση/ανάπτυξη ~ών. Έκαναν ~ (= συμμάχησαν) εναντίον μου. Οι δύο εταιρείες προχώρησαν σε στρατηγική ~. Δεν αποκλείουν κυβερνητική ~ με ... ΣΥΝ. μπλοκ, συμπαράταξη, σύμπραξη, συνασπισμός. Πβ. κόμμα.|| (ειδικότ. σε ονλάιν παιχνίδια, ομάδα παικτών) Κανόνες/προφίλ ~ας. Κατάταξη ~ών. Κάνω αίτηση να μπω σε μια ~. Βλ. λυκο~, -μαχία. ● ΣΥΜΠΛ.: Βορειοατλαντική/Ατλαντική Συμμαχία βλ. βορειοατλαντικός [< 1: αρχ. συμμαχία 2: γαλλ. alliance] | |
| 48331 | συμμαχικός | , ή, ό συμ-μα-χι-κός επίθ.: που ανήκει στους συμμάχους, γίνεται, επιτυγχάνεται από αυτούς ή τους αφορά: ~ός: στόλος/στρατός. ~ό: επιτελείο/στρατηγείο/στρατόπεδο/ταμείο. Οι ~ές Αρχές/δυνάμεις.|| ~ός: αγώνας/αποκλεισμός/πόλεμος. ~ή: απόβαση/βοήθεια/διοίκηση/επέμβαση/νίκη.|| ~ές: υποχρεώσεις. Πβ. δια~. ● επίρρ.: συμμαχικά ● ΣΥΜΠΛ.: κυβέρνηση συνασπισμού/συνεργασίας βλ. κυβέρνηση [< αρχ. συμμαχικός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ