| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48332 | σύμμαχος | , η/ος, ο σύμ-μα-χος επίθ. (λόγ.): που αποτελεί μαζί με άλλον μέλος συμμαχίας: ~η/ος: δύναμη/χώρα. ~α: κράτη. Πβ. συμμαχικός.|| ~ο: κόμμα. Βλ. -μαχος. ΑΝΤ. αντίπαλος, εχθρικός (1) [< αρχ. σύμμαχος] | |
| 48333 | σύμμαχος | σύμ-μα-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -άχου} 1. (για κράτος) μέλος συμμαχίας και κατ' επέκτ. φιλικά προσκείμενο σε άλλο: παραδοσιακός/πολιτικός/σταθερός/στρατιωτικός/φυσικός ~. Αμερικανοί/δυτικοί/ευρωπαίοι/παλιοί ~οι. Oι ~οι του Bορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ).|| Η χώρα αναζητά ~άχους/απέκτησε έναν ισχυρό ~ο/κερδίζει καινούργιους ~ους/ήρθε σε σύγκρουση με τους ~άχους της. ΑΝΤ. αντίπαλος, εχθρός (2) 2. (γενικότ.) βοηθός, υποστηρικτής, συμπαραστάτης: αξιόπιστος/δυνητικός/κυβερνητικός/μόνιμος/πιστός/στενός/(ΟΙΚΟΝ.) στρατηγικός ~ (βλ. εταίρος). Αναζητά ~άχους. Εγκατέλειψε/έχασε τους ~άχους του. Στο πρόσωπό του βρήκε έναν αναπάντεχο/ανέλπιστο/απρόσμενο ~ο. Στην προσπάθειά μου έχω τον κόσμο ~ο.|| (μτφ.) Ο Νόμος είναι ~ του πολίτη. Σωστή διατροφή, ο καλύτερος ~ της υγείας. Νίκη με ~ο την τύχη/τον χρόνο. Η φωτιά είχε ~ό της τον δυνατό αέρα. Πβ. φίλος. ● Σύμμαχοι (οι): ΙΣΤ. τα κράτη που πολέμησαν εναντίον της Γερμανίας στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο: η απόβαση/νίκη των ~άχων. Πολεμήσαμε στο πλευρό των ~άχων. Βλ. Άξονας. [< αρχ. σύμμαχος] | |
| 48334 | συμμαχώ | [συμμαχῶ] συμ-μα-χώ ρ. (αμτβ.) {συμμαχείς ..., -ώντας | συμμάχ-ησα} 1. {κυρ. στο γ' πρόσ.} (για κράτος) κάνω συμμαχία με άλλο κράτος: Οι δύο χώρες έχουν ~ήσει ενάντια στον κοινό εχθρό. Βλ. -μαχώ. 2. (γενικότ.) συνεργάζομαι με άλλον για την επιδίωξη κοινών στόχων: ~ούμε ενάντια στον φασισμό/για την προώθηση του νέου προϊόντος/στην προσπάθεια καταπολέμησης της αισχροκέρδειας. Τα δύο κόμματα ~ούν ενόψει των εκλογών. Πβ. συμπαρατάσσομαι, συμπράττω, συνασπίζομαι.|| (μτφ.) Τα στοιχεία της φύσης έχουν ~ήσει εναντίον του. [< αρχ. συμμαχῶ ‘μαχομαι μαζί’] | |
| 48335 | σύμμειξη & σύμμιξη | σύμ-μει-ξη ουσ. (θηλ.): ανάμειξη διαφορετικών υλικών ή στοιχείων: (ΧΗΜ.) ~ αλκοολών.|| ~ καλλιτεχνικών τάσεων. ~ του παλιού με το καινούργιο. ΣΥΝ. συνένωση [< αρχ. σύμμ(ε)ιξις] | |
| 48336 | συμμερίζομαι | συμ-με-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {συμμερίσ-τηκα, συμμεριζ-όμενος} 1. κατανοώ συνήθ. τη συναισθηματική κατάσταση άλλου προσώπου, διακατέχομαι από παρόμοια συναισθήματα: ~ την αισιοδοξία/την ανησυχία/τον ενθουσιασμό/την οργή/τον πόνο/τους φόβους/τη χαρά κάποιου. ~ την αγωνία σου, αλλά προσπάθησε να ηρεμήσεις. Πβ. καταλαβαίνω.|| ~ την απορία/τις επιφυλάξεις σας. Πβ. νιώθω. 2. (κατ' επέκτ.) συμφωνώ: ~ τις θέσεις/ιδέες/πεποιθήσεις/σκέψεις κάποιου. Δεν ~ απόλυτα την άποψή σας. Πβ. ασπάζομαι. Βλ. συμπλέω. [< μτγν. συμμερίζομαι ‘υποδιαιρούμαι’, γαλλ. partager] | |
| 48337 | συμμεταβολή | συμ-με-τα-βο-λή ουσ. (θηλ.) (επιστ.): παράλληλη μεταβολή μεγεθών, καταστάσεων: γραμμική ~. ~ της βάσης και του εμβαδού. ~ των μεταβλητών. | |
| 48338 | συμμετέχω | συμ-με-τέ-χω ρ. (αμτβ.) {(παρατ.) συμμετείχε, (λόγ.) γ’ πρόσ. αορ. συμμετέσχε, συμμετάσχει, συμμετέχ-ων, -ουσα, -ον, (λόγ.) συμμετασχόντες, (καταχρ.) συμμετάσχοντες, συμμετέχ-οντας} (+ σε) 1. μετέχω μαζί με άλλους, παίρνω μέρος σε κάτι: ~ στους αγώνες/στον διαγωνισμό/στον διάλογο/στις εξετάσεις/στα επεισόδια/στην επιτροπή/στο έργο/στα κοινά/στην ομάδα/στο παιχνίδι/στον πόλεμο/στο πρόγραμμα/στην προσπάθεια/στη στρατιωτική άσκηση/στη συζήτηση/στη σύσκεψη (ΑΝΤ. απέχω). Συμμετείχε στη διαδήλωση/στην πορεία. ~ στο συνέδριο με δύο ανακοινώσεις. Στην παράσταση/ταινία ~ουν διάσημοι ηθοποιοί. Στον δίσκο ~ει φιλικά ο τραγουδιστής ... (: κάνει φιλική συμμετοχή). Ενθαρρύνω τους μαθητές να ~ουν στο μάθημα. Όλα τα παιδιά ~είχαν (= ήταν παρόντα) στη γιορτή/στην εκδήλωση/στην εκδρομή (πβ. παρευρίσκομαι, παρίσταμαι. ΑΝΤ. απουσιάζω). Οι συμμετασχόντες στο συνέδριο.|| ~ στα έξοδα/στις ζημίες/στα κέρδη (: έχω μερίδιο, μοιράζομαι με άλλους). 2. συμμερίζομαι ένα συναίσθημα: ~ουμε στην αγωνία/στη λύπη/στο πένθος/στον πόνο/στη χαρά σας. ● Μτχ.: συμμετέχων , ουσα, ον: πρόσωπο που συμμετέχει: ~οντες: φορείς. ~ουσες: ομάδες (σε πρωτάθλημα). ~οντα: σχολεία (σε πρόγραμμα). Κατάλογος/λίστα/ονόματα ~όντων. Οι ~οντες ξεπέρασαν τους εκατό. [< αρχ. συμμετέχω] | |
| 48339 | συμμετοχή | συμ-με-το-χή ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συμμετέχω· συνεκδ. το συμμετέχον πρόσωπο ή έργο ή το ποσό που δίνει κάποιος για να συμμετάσχει σε κάτι: αθρόα/εθελοντική/μαζική/μεγάλη/μικρή ~. Διεθνείς/τηλεοπτικές ~ές. ~ σε αγώνα/αποστολή/διαμαρτυρία/έκθεση/επιτροπή/έργα/κινητοποιήσεις/ομάδα/πρόγραμμα/σεμινάριο/συνέδριο/τελετή. ~ στις πανελλαδικές (εξετάσεις). Αίτηση/δελτίο/δήλωση/δικαίωμα/έξοδα/κόστος/όροι/ποσοστό/προθεσμία/υποβολή ~ής. ~ στα έξοδα (= συνεισφορά). Πρόσκληση για ~ σε έρευνα. Ρεκόρ ~ών. Ακυρώνω/ρισκάρω τη ~ μου. Ακολούθησε συζήτηση με ~ του κοινού. Η προστασία του περιβάλλοντος είναι εφικτή μόνο με την ενεργό ~ όλων των πολιτών (πβ. συμβολή). Εξασφάλισε τη ~ της στους επόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες. Οριστικοποιήθηκε η ~ του στο ψηφοδέλτιο του κόμματος (πβ. υποψηφιότητα). (σε διαγωνισμό) Δηλώστε ~ τώρα στο νούμερο ... Πέτυχε τρία γκολ σε είκοσι ~ές.|| (ΝΟΜ.) Σύλληψη υπόπτου για ~ σε ληστεία/υπόθεση δολοφονίας. ΣΥΝ. εμπλοκή. Πβ. (συν)αυτουργία, συνέργεια.|| Επίσημη ελληνική ~ στο φεστιβάλ κινηματογράφου. Η επιτροπή επέλεξε τις τρεις καλύτερες ~ές. Ανακοινώθηκαν οι ~ές του τελικού.|| ~ τριάντα ευρώ. Αυξάνεται η ~ των ασφαλισμένων στα φάρμακα. ΑΝΤ. αποχή (1), μη ~. 2. συναισθηματική ταύτιση με κάποιον και εκδήλωση συμπαράστασης προς αυτόν: Ήταν συγκινητική η ~ του κόσμου στο δράμα του άτυχου νέου. Βλ. ενσυναίσθηση, συμπόνια. 3. ΟΙΚΟΝ. κατοχή μέρους από το κεφάλαιο επιχείρησης, οργανισμού και συνεκδ. το μέρος αυτό: Ολοκληρώθηκε η πώληση του συνόλου της ~ής της εταιρείας ... ● ΣΥΜΠΛ.: εταιρεία συμμετοχών βλ. εταιρεία & εταιρία ● ΦΡ.: συμμετοχή (στα κέρδη): ΟΙΚΟΝ. σύστημα πρόσθετης αμοιβής των εργαζομένων ανάλογα με τα κέρδη της επιχείρησης στην οποία εργάζονται., φιλική συμμετοχή: σύντομη συμμετοχή γνωστού συνήθ. προσώπου, κυρ. καλλιτέχνη, σε διοργάνωση, παραγωγή, με σκοπό την υποστήριξή της: έκτακτη ~ ~ ο ντράμερ ... Με τη ~ ~ της ηθοποιού .../του συνθέτη ... [< 1: μτγν. συμμετοχή, γαλλ. participation] | |
| 48340 | συμμετοχικός | , ή, ό συμ-με-το-χι-κός επίθ.: που περιλαμβάνει, προϋποθέτει συμμετοχή: (ΠΟΛΙΤ.) ~ός: θεσμός/σχεδιασμός. ~ή: δημοκρατία/διακυβέρνηση/έρευνα δράσης. ~ές: διαδικασίες.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: προϋπολογισμός/τίτλος. ~ό: δάνειο/κεφάλαιο.|| Τεχνοπάρκο με ~ά εκθέματα (: που μυούν σταδιακά τον επισκέπτη σε επιστημονικές έννοιες και ενθαρρύνουν την ενασχόλησή του με την τεχνολογία). ● επίρρ.: συμμετοχικά ● ΣΥΜΠΛ.: εταιρεία συμμετοχών βλ. εταιρεία & εταιρία [< αγγλ. participatory, γαλλ. participatif] | |
| 48341 | συμμετοχικότητα | συμ-με-το-χι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το χαρακτηριστικό της συμμετοχής, διάθεση για συμμετοχή: ~ των νέων/του πολίτη. ~ της τοπικής κοινωνίας σε θέματα περιβάλλοντος/στη λήψη αποφάσεων. Βλ. -ότητα. | |
| 48342 | συμμέτοχος | , ος/η, ο συμ-μέ-το-χος επίθ./ουσ. (λόγ.): που συμμετέχει μαζί με άλλον ή άλλους σε κάτι: ~ στις εξελίξεις/στα κέρδη/στον πόνο/στο πρόβλημα. Θέλουμε τους πολίτες ενεργούς/ουσιαστικούς ~ους στην πολιτική ζωή και όχι θεατές.|| Αυτουργοί ή ~οι σε έγκλημα (βλ. συνένοχος). ΑΝΤ. αμέτοχος ● Ουσ.: συμμέτοχοι (οι): ΟΙΚΟΝ. πρόσωπα ή ομάδες ενδιαφερομένων που επηρεάζονται από το σύνολο των δραστηριοτήτων οργανισμού, εταιρείας: βασικοί ~. ~ του έργου. [< αγγλ. stakeholders] [< μτγν. συμμέτοχος] | |
| 48343 | συμμετρία | συμ-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. ασυμμετρία 1. αρμονία που προκύπτει από την ισορροπημένη διάταξη των στοιχείων ενός συνόλου: ~ του προσώπου/σώματος (ΑΝΤ. δυσαναλογία). ~ κινήσεων (πβ. ρυθμός). Η ~ στην τέχνη/στη φύση. Το μνημείο διακρίνει απόλυτη/τέλεια ~. Τα κεφάλαια του βιβλίου παρουσιάζουν ~. Πβ. αναλογία, ισορροπία, κανονικότητα. Βλ. -μετρία. ΑΝΤ. δυσαρμονία 2. (επιστ.) η ιδιότητα αντικειμένου ή συστήματος να χωρίζεται σε δύο μέρη που παρουσιάζουν δομική αντιστοιχία ή αναλογία: (ΓΕΩΜ.) Αξονική ~ ή ~ ως προς άξονα (: όταν ένα σχήμα μπορεί να χωριστεί με μία κάθετη γραμμή σε δύο τμήματα, έτσι ώστε το ένα να είναι πιστό αντίγραφο του άλλου). Κεντρική ~ ή ~ ως προς σημείο Ο (: όταν τα ευθύγραμμα τμήματα που ενώνουν τα σημεία ενός σχήματος και του συμμετρικού του έχουν το σημείο Ο ως μέσο). Περιστροφική ~ (: όταν το σώμα ή το σχήμα ταυτίζεται με την εικόνα του, μετά την εφαρμογή του μετασχηματισμού στροφής κατά μία συγκεκριμένη γωνία.) Άξονας/κέντρο ~ας.|| (ΒΙΟΛ.) Αμφίπλευρη ~ (: κατά την οποία το σώμα των ζώων είναι οργανωμένο έτσι ώστε οι ανατομικοί τους σχηματισμοί, μέλη και όργανα, να μπορούν να διαιρεθούν με μία μόνο τομή σε δύο ίδια μέρη). Ακτινωτή ~ (: δομή στα ζώα σύμφωνα με την οποία κάθε τομή από το στόμα και κατά μήκος του σώματός τους παρουσιάζει πανομοιότυπα τμήματα. Βλ. εχινόδερμα, κοιλεντερωτά, μεταμέρεια).|| (ΦΥΣ.) Διακριτές (π.χ. ανακλάσεις)/συνεχείς (π.χ. μετατοπίσεις στον χρόνο ή στον χώρο) ~ες. Βλ. υπερ~. [< αρχ. συμμετρία, γαλλ. symétrie, αγγλ. symmetry] | |
| 48344 | συμμετρικός | , ή, ό συμ-με-τρι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από συμμετρία: ~ός: κήπος/σχεδιασμός. ~ή: ανάπτυξη (πβ. ισόρροπος)/διάταξη/κίνηση (πβ. πλαστικός). ~ό: αντικείμενο/σχήμα. ~ά: χαρακτηριστικά προσώπου. Πβ. αρμονικός, σύμμετρος. Βλ. κανονικός.|| (ΜΑΘ.) ~ός: αλγόριθμος/πίνακας. ~ή: απεικόνιση ή συνάρτηση (: που παραμένει αμετάβλητη για κάθε αντιμετάθεση μεταβλητών)/σχέση (: που επαληθεύεται τόσο για το ζεύγος στοιχείων α, β, όσο και για το ζεύγος β, α· πβ. σχέση ισοδυναμίας). ~ό: στοιχείο. (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ή: επικοινωνία/πρόσβαση. ~ή: (ΣΤΑΤΙΣΤ.) κατανομή/(ΦΥΣ.) τάση. Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. ασύμμετρος (1) ● επίρρ.: συμμετρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συμμετρική κρυπτογραφία βλ. κρυπτογραφία [< μτγν. συμμετρικός, γαλλ. symétrique, αγγλ. symmetric(al)] | |
| 48345 | συμμετρικότητα | συμ-με-τρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συμμετρικού: η ~ του προσώπου. Βλ. -ότητα. [< πβ. αγγλ. symmetricality] | |
| 48346 | σύμμετρος | , η, ο σύμ-με-τρος επίθ. 1. (λόγ.) του οποίου τα μέρη έχουν συμμετρία, σωστή αναλογία μεταξύ τους: ~η: ανάπτυξη (πβ. ισόρροπος)/αντιμετώπιση/άσκηση/ενασχόληση/ευθύνη/κατανομή (πβ. αναλογικός).|| ~η: διάταξη. Πβ. συμμετρικός. ΑΝΤ. ασύμμετρος (2) 2. ΜΑΘ. για μεγέθη που έχουν ένα κοινό μέτρο σύγκρισης: ~οι: αριθμοί (: που μπορούν να γραφτούν ως κλάσματα με ακέραιους όρους). ~α: ευθύγραμμα τμήματα. ● επίρρ.: σύμμετρα & (λόγ.) συμμέτρως [< αρχ. σύμμετρος] | |
| 48347 | συμμιγής | , ής, ές συμ-μι-γής επίθ. {συμμιγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που προκύπτει από ανάμειξη ετερόκλιτων στοιχείων: ~ής: σύνθεση (αλουμινίου/πολυεστέρα). ~είς: πληθυσμοί. Πβ. ανάμεικτος.|| (ΜΑΘ.) ~ής αριθμός (: που αποτελείται από τμήματα σε διαφορετικές μονάδες μέτρησης, τα οποία εκφράζουν το ίδιο φυσικό μέγεθος· π.χ. ένα έτος, έξι μήνες και τρεις ημέρες). ΑΝΤ. αμιγής [< αρχ. συμμιγής, γαλλ. complexe] | |
| 48348 | σύμμικτα & σύμμεικτα | σύμ-μι-κτα ουσ. (ουδ.) (τα): ΦΙΛΟΛ. (συνήθ. ως τίτλος βιβλίου) συλλογή έργων με κοινό θέμα: λαογραφικά ~. ~ κριτικά. Πβ. ανάλεκτα, ανθολογία, συναγωγή. | |
| 48349 | σύμμικτος & σύμμεικτος | , η, ο σύμ-μι-κτος επίθ. (λόγ.): που προκύπτει από σύμμειξη ή οφείλεται σε αυτή: (ΟΙΚΟΔ.) ~η: δράση (υλικών)/κατασκευή/πλάκα. ~οι: φορείς (π.χ. στην τοιχοποιία). ~ες: δοκοί. ~α: κτίρια (: από χάλυβα και σκυρόδεμα)/(δομικά) στοιχεία.|| ~ο: ύφασμα (π.χ. από λινό και βαμβάκι)/ψωμί (π.χ. από σιτάρι και καλαμπόκι). Πβ. ανάμεικτος.|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ος: κώδικας/τόμος (: με ποικίλο περιεχόμενο). Πβ. μικτός. [< αρχ. σύμμ(ε)ικτος] | |
| 48350 | συμμορία | συμ-μο-ρί-α ουσ. (θηλ.) {συμμορ-ιών}: ομάδα κακοποιών που δρα οργανωμένα και παράνομα: άγρια/αδίστακτη/αντίπαλη/εγκληματική/ένοπλη ~. ~ αλλοδαπών/ανηλίκων/εμπόρων ναρκωτικών/ληστών/τοκογλύφων. Μέλος της ~ας. Πόλεμος/συμπλοκές ~ών. (ΝΟΜ.) Συμμετοχή σε ~. Επικίνδυνη ~ δρα στην/λυμαίνεται την περιοχή. Εξαρθρώθηκε/συνελήφθη ~. Πβ. κύκλωμα, σπείρα.|| (οικ.) Παιδική ~ (: ομάδα ζωηρών παιδιών). ● ΣΥΜΠΛ.: σύσταση και συμμορία: ΝΟΜ. συνεργασία μεταξύ τριών ή περισσοτέρων προσώπων με σκοπό τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων: δίωξη για ~ ~. [< αρχ. συμμορία ‘ομάδα, όμιλος’, γαλλ. bande] | |
| 48351 | συμμορίτης, συμμορίτισσα | συμ-μο-ρί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): μέλος συμμορίας· (παλαιότ.) χαρακτηρισμός που απέδιδε η κυβερνητική παράταξη στους αντάρτες κατά τον Εμφύλιο (1946-1949). [< μτγν. συμμορίτης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ