Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48880-48900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48343συμμετρίασυμ-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. ασυμμετρία 1. αρμονία που προκύπτει από την ισορροπημένη διάταξη των στοιχείων ενός συνόλου: ~ του προσώπου/σώματος (ΑΝΤ. δυσαναλογία). ~ κινήσεων (πβ. ρυθμός). Η ~ στην τέχνη/στη φύση. Το μνημείο διακρίνει απόλυτη/τέλεια ~. Τα κεφάλαια του βιβλίου παρουσιάζουν ~. Πβ. αναλογία, ισορροπία, κανονικότητα. Βλ. -μετρία. ΑΝΤ. δυσαρμονία 2. (επιστ.) η ιδιότητα αντικειμένου ή συστήματος να χωρίζεται σε δύο μέρη που παρουσιάζουν δομική αντιστοιχία ή αναλογία: (ΓΕΩΜ.) Αξονική ~ ή ~ ως προς άξονα (: όταν ένα σχήμα μπορεί να χωριστεί με μία κάθετη γραμμή σε δύο τμήματα, έτσι ώστε το ένα να είναι πιστό αντίγραφο του άλλου). Κεντρική ~ ή ~ ως προς σημείο Ο (: όταν τα ευθύγραμμα τμήματα που ενώνουν τα σημεία ενός σχήματος και του συμμετρικού του έχουν το σημείο Ο ως μέσο). Περιστροφική ~ (: όταν το σώμα ή το σχήμα ταυτίζεται με την εικόνα του, μετά την εφαρμογή του μετασχηματισμού στροφής κατά μία συγκεκριμένη γωνία.) Άξονας/κέντρο ~ας.|| (ΒΙΟΛ.) Αμφίπλευρη ~ (: κατά την οποία το σώμα των ζώων είναι οργανωμένο έτσι ώστε οι ανατομικοί τους σχηματισμοί, μέλη και όργανα, να μπορούν να διαιρεθούν με μία μόνο τομή σε δύο ίδια μέρη). Ακτινωτή ~ (: δομή στα ζώα σύμφωνα με την οποία κάθε τομή από το στόμα και κατά μήκος του σώματός τους παρουσιάζει πανομοιότυπα τμήματα. Βλ. εχινόδερμα, κοιλεντερωτά, μεταμέρεια).|| (ΦΥΣ.) Διακριτές (π.χ. ανακλάσεις)/συνεχείς (π.χ. μετατοπίσεις στον χρόνο ή στον χώρο) ~ες. Βλ. υπερ~. [< αρχ. συμμετρία, γαλλ. symétrie, αγγλ. symmetry]
48344συμμετρικός, ή, ό συμ-με-τρι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από συμμετρία: ~ός: κήπος/σχεδιασμός. ~ή: ανάπτυξη (πβ. ισόρροπος)/διάταξη/κίνηση (πβ. πλαστικός). ~ό: αντικείμενο/σχήμα. ~ά: χαρακτηριστικά προσώπου. Πβ. αρμονικός, σύμμετρος. Βλ. κανονικός.|| (ΜΑΘ.) ~ός: αλγόριθμος/πίνακας. ~ή: απεικόνιση ή συνάρτηση (: που παραμένει αμετάβλητη για κάθε αντιμετάθεση μεταβλητών)/σχέση (: που επαληθεύεται τόσο για το ζεύγος στοιχείων α, β, όσο και για το ζεύγος β, α· πβ. σχέση ισοδυναμίας). ~ό: στοιχείο. (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ή: επικοινωνία/πρόσβαση. ~ή: (ΣΤΑΤΙΣΤ.) κατανομή/(ΦΥΣ.) τάση. Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. ασύμμετρος (1) ● επίρρ.: συμμετρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συμμετρική κρυπτογραφία βλ. κρυπτογραφία [< μτγν. συμμετρικός, γαλλ. symétrique, αγγλ. symmetric(al)]
48345συμμετρικότητασυμ-με-τρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συμμετρικού: η ~ του προσώπου. Βλ. -ότητα. [< πβ. αγγλ. symmetricality]
48346σύμμετρος, η, ο σύμ-με-τρος επίθ. 1. (λόγ.) του οποίου τα μέρη έχουν συμμετρία, σωστή αναλογία μεταξύ τους: ~η: ανάπτυξη (πβ. ισόρροπος)/αντιμετώπιση/άσκηση/ενασχόληση/ευθύνη/κατανομή (πβ. αναλογικός).|| ~η: διάταξη. Πβ. συμμετρικός. ΑΝΤ. ασύμμετρος (2) 2. ΜΑΘ. για μεγέθη που έχουν ένα κοινό μέτρο σύγκρισης: ~οι: αριθμοί (: που μπορούν να γραφτούν ως κλάσματα με ακέραιους όρους). ~α: ευθύγραμμα τμήματα. ● επίρρ.: σύμμετρα & (λόγ.) συμμέτρως [< αρχ. σύμμετρος]
48347συμμιγής, ής, ές συμ-μι-γής επίθ. {συμμιγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που προκύπτει από ανάμειξη ετερόκλιτων στοιχείων: ~ής: σύνθεση (αλουμινίου/πολυεστέρα). ~είς: πληθυσμοί. Πβ. ανάμεικτος.|| (ΜΑΘ.) ~ής αριθμός (: που αποτελείται από τμήματα σε διαφορετικές μονάδες μέτρησης, τα οποία εκφράζουν το ίδιο φυσικό μέγεθος· π.χ. ένα έτος, έξι μήνες και τρεις ημέρες). ΑΝΤ. αμιγής [< αρχ. συμμιγής, γαλλ. complexe]
48348σύμμικτα & σύμμεικτασύμ-μι-κτα ουσ. (ουδ.) (τα): ΦΙΛΟΛ. (συνήθ. ως τίτλος βιβλίου) συλλογή έργων με κοινό θέμα: λαογραφικά ~. ~ κριτικά. Πβ. ανάλεκτα, ανθολογία, συναγωγή.
48349σύμμικτος & σύμμεικτος, η, ο σύμ-μι-κτος επίθ. (λόγ.): που προκύπτει από σύμμειξη ή οφείλεται σε αυτή: (ΟΙΚΟΔ.) ~η: δράση (υλικών)/κατασκευή/πλάκα. ~οι: φορείς (π.χ. στην τοιχοποιία). ~ες: δοκοί. ~α: κτίρια (: από χάλυβα και σκυρόδεμα)/(δομικά) στοιχεία.|| ~ο: ύφασμα (π.χ. από λινό και βαμβάκι)/ψωμί (π.χ. από σιτάρι και καλαμπόκι). Πβ. ανάμεικτος.|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ος: κώδικας/τόμος (: με ποικίλο περιεχόμενο). Πβ. μικτός. [< αρχ. σύμμ(ε)ικτος]
48350συμμορίασυμ-μο-ρί-α ουσ. (θηλ.) {συμμορ-ιών}: ομάδα κακοποιών που δρα οργανωμένα και παράνομα: άγρια/αδίστακτη/αντίπαλη/εγκληματική/ένοπλη ~. ~ αλλοδαπών/ανηλίκων/εμπόρων ναρκωτικών/ληστών/τοκογλύφων. Μέλος της ~ας. Πόλεμος/συμπλοκές ~ών. (ΝΟΜ.) Συμμετοχή σε ~. Επικίνδυνη ~ δρα στην/λυμαίνεται την περιοχή. Εξαρθρώθηκε/συνελήφθη ~. Πβ. κύκλωμα, σπείρα.|| (οικ.) Παιδική ~ (: ομάδα ζωηρών παιδιών). ● ΣΥΜΠΛ.: σύσταση και συμμορία: ΝΟΜ. συνεργασία μεταξύ τριών ή περισσοτέρων προσώπων με σκοπό τη διάπραξη αξιόποινων πράξεων: δίωξη για ~ ~. [< αρχ. συμμορία ‘ομάδα, όμιλος’, γαλλ. bande]
48351συμμορίτης, συμμορίτισσασυμ-μο-ρί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): μέλος συμμορίας· (παλαιότ.) χαρακτηρισμός που απέδιδε η κυβερνητική παράταξη στους αντάρτες κατά τον Εμφύλιο (1946-1949). [< μτγν. συμμορίτης]
48352συμμορίτικος, η, ο συμ-μο-ρί-τι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τη συμμορία ή τον συμμορίτη. Βλ. -ίτικος.
48353συμμοριτισμόςσυμ-μο-ρι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): η δράση των συμμοριτών: καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του ~ού. Βλ. -ισμός.
48354συμμοριτοπόλεμοςσυμ-μο-ρι-το-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.): συμπλοκές μεταξύ συμμοριών· (παλαιότ.) ο Εμφύλιος (1946-1949) σύμφωνα με την κυβερνητική παράταξη. Πβ. ανταρτοπόλεμος.
48355συμμορφώνωσυμ-μορ-φώ-νω ρ. (μτβ.) {συμμόρφω-σα, συμμορφώ-σει, -θηκα, -θεί, συμμορφ-ούμενος, -ωμένος, συμμορφών-οντας} 1. {συνήθ. μεσοπαθ.} (+ με/προς/σε) εναρμονίζω, προσαρμόζω: Καλούνται τα κράτη-μέλη να ~σουν τη νομοθεσία τους προς τις κοινοτικές οδηγίες. Η υπηρεσία οφείλει/υποχρεούται να ~θεί με την απόφαση του δικαστηρίου. Η εταιρεία ~θηκε στην τήρηση των διεθνών προτύπων. Οι διαδηλωτές αποχώρησαν ~ούμενοι προς τις υποδείξεις των Αρχών. Ο εξοπλισμός είναι ~ωμένος με τις προδιαγραφές ασφαλείας. ΣΥΝ. ευθυγραμμίζω (2) 2. συνετίζω, πειθαρχώ: Οι ποινές υπάρχουν, για να ~ουν τους παραβάτες. Θα τον ~σω (= στρώσω, φτιάξω) εγώ! Αν δεν ~θεί, θα φύγει από την ομάδα. (Για) συμμορφώσου (= βάλε μυαλό) όσο είναι καιρός! ΣΥΝ. σωφρονίζω, φρονηματίζω 3. (μτφ.-προφ.) διορθώνω την εμφάνιση ή το περιεχόμενο, ευπρεπίζω: ~σαν (= συγύρισαν, τακτοποίησαν) το παλιό σπίτι. Πήγε κομμωτήριο, έκανε μανικιούρ, ~θηκε (= σουλουπώθηκε). Δεν προλαβαίνω να ~σω το κείμενο (πβ. συμμαζεύω). [< μτγν. συμμορφῶ ‘δίνω την ίδια μορφή, ταυτίζομαι’, γαλλ. se conformer]
48356συμμόρφωσησυμ-μόρ-φω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (+ με/προς/σε) προσαρμογή σε συγκεκριμένους κανόνες, πρότυπα: απαρέγκλιτη/εκούσια/κανονιστική/νομική/πλημμελής/πλήρης/πολλαπλή/υποχρεωτική ~. ~ των προϊόντων με τον κανονισμό (πβ. εναρμόνιση, ευθυγράμμιση). ~ της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις. ~ του ασθενή στην ενδεδειγμένη θεραπεία/στις υποδείξεις του γιατρού (πβ. πειθάρχηση, υπακοή). Πίνακας/φύλλο ~ης. 2. συνέτιση, σωφρονισμός: ~ του παιδιού με νουθεσία και συμβουλή. Πβ. φρονηματισμός. ● ΦΡ.: προς γνώση και συμμόρφωση βλ. γνώση [< μτγν. συμμόρφωσις ‘ενότητα μορφής’, γαλλ. conformité, αγγλ. conformity]
48357συμπαγής, ής, ές συ-μπα-γής επίθ. {συμπαγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· συμπαγέστ-ερος, -ατος} 1. που έχει πολύ πυκνή σύσταση, δεν παρουσιάζει κενά: ~ής: βράχος/όγκος. ~ής: γραμμή/δομή/επιφάνεια/κατασκευή/μάζα/σφαίρα/υφή. ~ές: μείγμα/πέτρωμα/σώμα/υλικό.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: όργανα. || ~ής: (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) δίσκος (= κόμπακτ ντισκ, σιντί)/σχεδιασμός. ~ές: πρόγραμμα. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από ισχυρούς δεσμούς και ενότητα: ~ής: πληθυσμός. ~ής: ομάδα/οργάνωση. ~ές: κίνημα/κόμμα. Πβ. αδιάσπαστος, αρραγής. Βλ. στέρεος. ● επίρρ.: συμπαγώς [-ῶς] (λόγ.) [< αρχ. συμπαγής]
48358συμπαγοποίησησυ-μπα-γο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται συμπαγές και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: Η ~ αποτελεί μέρος της μηχανικής κατεργασίας των απορριμμάτων (βλ. διαλογή). Πβ. στερεοποίηση. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. compaction, 1926, γαλλ. consolidation]
48359συμπάθειασυ-μπά-θει-α ουσ. (θηλ.) 1. θετικό συναίσθημα αποδοχής και αρέσκειας απέναντι σε κάποιον ή κάτι· ειδικότ. η ερωτική ή φιλική διάθεση προς κάποιον και συνεκδ. όποιος ή ό,τι αποτελεί τον αποδέκτη αυτών των συναισθημάτων: ~ προς τον πλησίον. Τρέφει μεγάλη ~ για τον ελληνικό πολιτισμό/προς τη χώρα μας. Έχει πολλές ~ες στα λαϊκά στρώματα (: είναι δημοφιλής). Βλέπει με ~ τα εργατικά αιτήματα (πβ. ευμένεια, εύνοια). Κέρδισε τη ~ του κόσμου (πβ. υποστήριξη). Είχα πάντα ~ στην παραδοσιακή μουσική (ΣΥΝ. προτίμηση). Πέρα από προσωπικές ~ες υπάρχει και η αντικειμενική αλήθεια.|| Απλή ~ (πβ. φιλία), τίποτα παραπάνω. Δεν κρύβει τη ~ά της για σένα (πβ. αδυναμία). Μεταξύ τους υπάρχει αμοιβαία ~ και εκτίμηση. Πβ. αγάπη, εγκαρδιότητα, έλξη, ενδιαφέρον. ΑΝΤ. απέχθεια, αποστροφή, απώθηση.|| Είναι η ~ά μου (: τον συμπαθώ πολύ). Το χωριό του πατέρα ήταν ανέκαθεν η ~ά της. ΑΝΤ. αντιπάθεια 2. συμμετοχή στον ψυχικό πόνο του άλλου: αισθήματα/εκδήλωση/λόγια ~ας. Η αιματηρή έκρηξη προκάλεσε κύμα ~ας σ' όλο τον πλανήτη. Δείχνει ~ για όσους βρίσκονται σε ανάγκη. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εξέφρασε τα συλλυπητήρια και τη ~ά του στους συγγενείς των θυμάτων. Βλ. ενσυναίσθηση, α-, εμ-πάθεια. ΣΥΝ. οίκτος, συμπόνια [< αρχ. συμπάθεια ‘συναισθηματική συμμετοχή’, γαλλ. sympathie, αγγλ. sympathy]
48360συμπαθεκτομήσυ-μπα-θε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση τμήματος του συμπαθητικού νευρικού συστήματος: θωρακική/οσφυϊκή ~. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. sympathectomie, 1900, αγγλ. sympathectomy]
48361συμπαθήςσυ-μπα-θής επίθ. {συμπαθέστ-ερος, -ατος}: συμπαθητικός: ~ής: άνθρωπος/τύπος. ~ής: φυσιογνωμία. Μου είναι (αρκετά/εξαιρετικά/ιδιαίτερα) ~. Τη βρίσκω πολύ ~ή (πβ. αξιαγάπητος). Δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα ~ στους συναδέλφους του (πβ. αγαπητός). Βλ. -παθής. ΑΝΤ. αντιπαθής [< αρχ. συμπαθής ‘που προκαλεί συμπόνια’, γαλλ. sympathique]
48362συμπαθητικομιμητικός, ή, ό συ-μπα-θη-τι-κο-μι-μη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που διεγείρει ή μιμείται τη λειτουργία του συμπαθητικού νευρικού συστήματος: ~ός: παράγοντας. ~ή: αμίνη/δράση/ουσία. ~ά: φάρμακα. Βλ. αδρενεργικός. [< αγγλ. sympathomimetic, 1910]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.