Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48880-48900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48352συμμορίτικος, η, ο συμ-μο-ρί-τι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τη συμμορία ή τον συμμορίτη. Βλ. -ίτικος.
48353συμμοριτισμόςσυμ-μο-ρι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): η δράση των συμμοριτών: καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του ~ού. Βλ. -ισμός.
48354συμμοριτοπόλεμοςσυμ-μο-ρι-το-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.): συμπλοκές μεταξύ συμμοριών· (παλαιότ.) ο Εμφύλιος (1946-1949) σύμφωνα με την κυβερνητική παράταξη. Πβ. ανταρτοπόλεμος.
48355συμμορφώνωσυμ-μορ-φώ-νω ρ. (μτβ.) {συμμόρφω-σα, συμμορφώ-σει, -θηκα, -θεί, συμμορφ-ούμενος, -ωμένος, συμμορφών-οντας} 1. {συνήθ. μεσοπαθ.} (+ με/προς/σε) εναρμονίζω, προσαρμόζω: Καλούνται τα κράτη-μέλη να ~σουν τη νομοθεσία τους προς τις κοινοτικές οδηγίες. Η υπηρεσία οφείλει/υποχρεούται να ~θεί με την απόφαση του δικαστηρίου. Η εταιρεία ~θηκε στην τήρηση των διεθνών προτύπων. Οι διαδηλωτές αποχώρησαν ~ούμενοι προς τις υποδείξεις των Αρχών. Ο εξοπλισμός είναι ~ωμένος με τις προδιαγραφές ασφαλείας. ΣΥΝ. ευθυγραμμίζω (2) 2. συνετίζω, πειθαρχώ: Οι ποινές υπάρχουν, για να ~ουν τους παραβάτες. Θα τον ~σω (= στρώσω, φτιάξω) εγώ! Αν δεν ~θεί, θα φύγει από την ομάδα. (Για) συμμορφώσου (= βάλε μυαλό) όσο είναι καιρός! ΣΥΝ. σωφρονίζω, φρονηματίζω 3. (μτφ.-προφ.) διορθώνω την εμφάνιση ή το περιεχόμενο, ευπρεπίζω: ~σαν (= συγύρισαν, τακτοποίησαν) το παλιό σπίτι. Πήγε κομμωτήριο, έκανε μανικιούρ, ~θηκε (= σουλουπώθηκε). Δεν προλαβαίνω να ~σω το κείμενο (πβ. συμμαζεύω). [< μτγν. συμμορφῶ ‘δίνω την ίδια μορφή, ταυτίζομαι’, γαλλ. se conformer]
48356συμμόρφωσησυμ-μόρ-φω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (+ με/προς/σε) προσαρμογή σε συγκεκριμένους κανόνες, πρότυπα: απαρέγκλιτη/εκούσια/κανονιστική/νομική/πλημμελής/πλήρης/πολλαπλή/υποχρεωτική ~. ~ των προϊόντων με τον κανονισμό (πβ. εναρμόνιση, ευθυγράμμιση). ~ της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις. ~ του ασθενή στην ενδεδειγμένη θεραπεία/στις υποδείξεις του γιατρού (πβ. πειθάρχηση, υπακοή). Πίνακας/φύλλο ~ης. 2. συνέτιση, σωφρονισμός: ~ του παιδιού με νουθεσία και συμβουλή. Πβ. φρονηματισμός. ● ΦΡ.: προς γνώση και συμμόρφωση βλ. γνώση [< μτγν. συμμόρφωσις ‘ενότητα μορφής’, γαλλ. conformité, αγγλ. conformity]
48357συμπαγής, ής, ές συ-μπα-γής επίθ. {συμπαγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· συμπαγέστ-ερος, -ατος} 1. που έχει πολύ πυκνή σύσταση, δεν παρουσιάζει κενά: ~ής: βράχος/όγκος. ~ής: γραμμή/δομή/επιφάνεια/κατασκευή/μάζα/σφαίρα/υφή. ~ές: μείγμα/πέτρωμα/σώμα/υλικό.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: όργανα. || ~ής: (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) δίσκος (= κόμπακτ ντισκ, σιντί)/σχεδιασμός. ~ές: πρόγραμμα. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από ισχυρούς δεσμούς και ενότητα: ~ής: πληθυσμός. ~ής: ομάδα/οργάνωση. ~ές: κίνημα/κόμμα. Πβ. αδιάσπαστος, αρραγής. Βλ. στέρεος. ● επίρρ.: συμπαγώς [-ῶς] (λόγ.) [< αρχ. συμπαγής]
48358συμπαγοποίησησυ-μπα-γο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται συμπαγές και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: Η ~ αποτελεί μέρος της μηχανικής κατεργασίας των απορριμμάτων (βλ. διαλογή). Πβ. στερεοποίηση. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. compaction, 1926, γαλλ. consolidation]
48359συμπάθειασυ-μπά-θει-α ουσ. (θηλ.) 1. θετικό συναίσθημα αποδοχής και αρέσκειας απέναντι σε κάποιον ή κάτι· ειδικότ. η ερωτική ή φιλική διάθεση προς κάποιον και συνεκδ. όποιος ή ό,τι αποτελεί τον αποδέκτη αυτών των συναισθημάτων: ~ προς τον πλησίον. Τρέφει μεγάλη ~ για τον ελληνικό πολιτισμό/προς τη χώρα μας. Έχει πολλές ~ες στα λαϊκά στρώματα (: είναι δημοφιλής). Βλέπει με ~ τα εργατικά αιτήματα (πβ. ευμένεια, εύνοια). Κέρδισε τη ~ του κόσμου (πβ. υποστήριξη). Είχα πάντα ~ στην παραδοσιακή μουσική (ΣΥΝ. προτίμηση). Πέρα από προσωπικές ~ες υπάρχει και η αντικειμενική αλήθεια.|| Απλή ~ (πβ. φιλία), τίποτα παραπάνω. Δεν κρύβει τη ~ά της για σένα (πβ. αδυναμία). Μεταξύ τους υπάρχει αμοιβαία ~ και εκτίμηση. Πβ. αγάπη, εγκαρδιότητα, έλξη, ενδιαφέρον. ΑΝΤ. απέχθεια, αποστροφή, απώθηση.|| Είναι η ~ά μου (: τον συμπαθώ πολύ). Το χωριό του πατέρα ήταν ανέκαθεν η ~ά της. ΑΝΤ. αντιπάθεια 2. συμμετοχή στον ψυχικό πόνο του άλλου: αισθήματα/εκδήλωση/λόγια ~ας. Η αιματηρή έκρηξη προκάλεσε κύμα ~ας σ' όλο τον πλανήτη. Δείχνει ~ για όσους βρίσκονται σε ανάγκη. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εξέφρασε τα συλλυπητήρια και τη ~ά του στους συγγενείς των θυμάτων. Βλ. ενσυναίσθηση, α-, εμ-πάθεια. ΣΥΝ. οίκτος, συμπόνια [< αρχ. συμπάθεια ‘συναισθηματική συμμετοχή’, γαλλ. sympathie, αγγλ. sympathy]
48360συμπαθεκτομήσυ-μπα-θε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση τμήματος του συμπαθητικού νευρικού συστήματος: θωρακική/οσφυϊκή ~. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. sympathectomie, 1900, αγγλ. sympathectomy]
48361συμπαθήςσυ-μπα-θής επίθ. {συμπαθέστ-ερος, -ατος}: συμπαθητικός: ~ής: άνθρωπος/τύπος. ~ής: φυσιογνωμία. Μου είναι (αρκετά/εξαιρετικά/ιδιαίτερα) ~. Τη βρίσκω πολύ ~ή (πβ. αξιαγάπητος). Δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα ~ στους συναδέλφους του (πβ. αγαπητός). Βλ. -παθής. ΑΝΤ. αντιπαθής [< αρχ. συμπαθής ‘που προκαλεί συμπόνια’, γαλλ. sympathique]
48362συμπαθητικομιμητικός, ή, ό συ-μπα-θη-τι-κο-μι-μη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που διεγείρει ή μιμείται τη λειτουργία του συμπαθητικού νευρικού συστήματος: ~ός: παράγοντας. ~ή: αμίνη/δράση/ουσία. ~ά: φάρμακα. Βλ. αδρενεργικός. [< αγγλ. sympathomimetic, 1910]
48363συμπαθητικός, ή, ό συ-μπα-θη-τι-κός επίθ. 1. που προκαλεί συμπάθεια, θετικές εντυπώσεις: ~ός: γεράκος/κύριος/νέος/τόνος/τύπος. ~ή: εμφάνιση/μορφή/παρουσία/προσωπικότητα. ~ό: ζωάκι/παρουσιαστικό/πρόσωπο. Γλυκό και ~ό παιδί. ΣΥΝ. αξιαγάπητος, συμπαθής ΑΝΤ. αντιπαθητικός, αχώνευτος (1) 2. (με μετριαστική λειτουργία) που είναι ικανοποιητικός, χωρίς να προκαλεί ενθουσιασμό: ~ός: χώρος. ~ή: βραδιά/ιδέα/προσπάθεια/φωνή. ~ό: αποτέλεσμα/μαγαζάκι/περιβάλλον/τραγούδι. ~ στο πρόσωπο, όχι όμως όμορφος. Αρκετά ~ό εργάκι, αλλά όχι και τίποτα σπουδαίο. Πβ. ευχάριστος. ΑΝΤ. αδιάφορος (2), δυσάρεστος 3. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το συμπαθητικό νευρικό σύστημα· γενικότ. που οφείλεται στο ότι συμπάσχει το υγιές με το μη υγιές ομόλογο όργανο: ~ή: διέγερση/νεύρωση. ~ά: γάγγλια/νεύρα (: αυτόνομα νεύρα που επηρεάζουν το σώμα σε περίοδο στρες). Ασθενείς με διαταραγμένη ~ή δραστηριότητα.|| ~ή: οφθαλμία (: φλεγμονή του υγιούς ματιού ως επιπλοκή σε περιπτώσεις σοβαρού τραυματισμού του άλλου). Βλ. -παθητικός. ΑΝΤ. παρασυμπαθητικός ● Υποκ.: συμπαθητικούλης, συμπαθητικούλα (ο/η) ● επίρρ.: συμπαθητικά: κυρ. στη σημ. 2: Περάσαμε/φάγαμε ~ (= καλούτσικα). ● ΣΥΜΠΛ.: συμπαθητικό νευρικό σύστημα & συμπαθητικό (το): ΙΑΤΡ. τμήμα του νευροφυτικού συστήματος που ξεκινά από τις θωρακικές περιοχές της σπονδυλικής στήλης και λειτουργεί εξισορροπητικά ως προς το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα, ελέγχοντας τις ακούσιες λειτουργίες του οργανισμού (κυκλοφορία του αίματος, αναπνοή, πέψη): αριστερό/δεξί ~ ~. Βλ. αυτόνομο/φυτικό νευρικό σύστημα. ΑΝΤ. παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα [< γαλλ. système nerveux sympathique, le sympathique] , αόρατη/συμπαθητική μελάνη βλ. μελάνη, συμπαθητικές χορδές βλ. χορδή [< μτγν. συμπαθητικός 'αυτός που συμπάσχει', γαλλ. sympathique, αγγλ. sympathetic]
48364συμπάθιοσυ-μπά-θιο ουσ. (ουδ.): στη ● ΦΡ.: με το συμπάθιο (λαϊκό): μετά συγχωρήσεως: ~ ~ κιόλας, αλλά πώς τα κατάφερες έτσι; Έπιασα ένα ψάρι τόσο μεγάλο, ~ ~. Πβ. με το παρντόν. [< μεσν. συμπάθιο]
48365συμπαθώ[συμπαθῶ] συ-μπα-θώ ρ. (μτβ.) {συμπαθ-είς (λαϊκό) -άς ... | συμπάθ-ησα, -ήσει, -ιούνται, -ηθεί, -ώντας} 1. νιώθω συμπάθεια, μου αρέσει κάποιος ή κάτι: ~ τα ζώα/μια ομάδα/ένα συγκρότημα. Τη/τον ~ ιδιαίτερα/πραγματικά. Σε ~ησα αμέσως/από την πρώτη στιγμή. Είναι τόσο καλή! Πώς να μην τη ~ήσεις; Όταν τους γνωρίσεις, θα τους ~ήσεις πολύ. Κρίμα και σε είχα ~ήσει (: προς κάποιον που μας απογοήτευσε). Είναι απόμακρος και δεν ~ιέται εύκολα (: δεν γίνεται εύκολα συμπαθής).|| (αλληλοπαθητικό) Δεν ~ιούνται καθόλου μεταξύ τους. ΑΝΤ. αντιπαθώ, απεχθάνομαι 2. (λαϊκό) συγχωρώ: Να με ~άς, αλλά νομίζω ότι κάνεις λάθος. Συμπάθα με αν σε κούρασα. Να με ~άτε που παρεμβαίνω ... ΣΥΝ. με το συμπάθιο. [< 1: αρχ. συμπαθῶ]
48366συμπαθών[συμπαθῶν] συ-μπα-θών ουσ. (αρσ.) {συμπαθ-ούντος, -ούντα | -ούντες· (σπανιότ. θηλ.) συμπαθούσα}: (λόγ.) πρόσωπο που διάκειται ευμενώς προς τις ιδέες μιας πολιτικής κυρ. ομάδας, χωρίς να ανήκει σε αυτήν: στελέχη του κόμματος και ~ούντες. [< αρχ. συμπαθῶν, γαλλ. sympathisant]
48367συμπαιγνίασυ-μπαι-γνί-α ουσ. (θηλ.): δόλιο και κρυφό σχέδιο δύο ή περισσότερων ατόμων προς εξαπάτηση τρίτου: άθλια ~. Αποκαλύφθηκε η ~ σε βάρος των εργαζομένων. Πβ. δολοπλοκία, πλεκτάνη, σκευωρία. [< μτγν. συμπαιγνία]
48368συμπαίκτης, συμπαίκτριασυ-μπαί-κτης ουσ. (αρσ. + θηλ.) & συμπαίχτης, συμπαίχτρια: παίκτης που μετέχει από κοινού με ένα ή περισσότερα άτομα στην ίδια ομάδα: Ήταν παλιοί ~ες. Είναι καλύτερος σε σχέση με τους ~ες του. [< μτγν. συμπαίκτης, συμπαίκτρια]
48369σύμπανσύ-μπαν ουσ. (ουδ.) {σύμπ-αντος | -αντα} 1. ΑΣΤΡΟΝ. (συνήθ. με κεφαλ. Σ) το σύνολο της ύλης και της ενέργειας κατανεμημένα στον χώρο και τον χρόνο: αχανές ~. Η γέννηση (βλ. κοσμογονία)/δημιουργία/διαστολή/εξερεύνηση/ηλικία του ~αντος. Βλ. διάστημα, θεωρία της μεγάλης έκρηξης, πολυ~. 2. (εμφατ.) ολόκληρος ο αισθητός κόσμος, η πλάση, τα όντα, συμπεριλαμβανομένης ή όχι και της ανθρωπότητας: Αναστατώθηκε/χάλασε το ~ από τη φασαρία. Δεν είσαι το κέντρο του ~αντος! Πβ. κτίση. Βλ. μετα~. 3. (μτφ.) ο προσωπικός, κυρ. ηθικός και πνευματικός, κόσμος κάποιου, η σφαίρα των δραστηριοτήτων και των εμπειριών του και γενικότ. κάθε κλειστό σύστημα με αυτόνομη οργάνωση: το ποιητικό ~ του ... Το ~ της παιδικής ηλικίας/του σκηνοθέτη. Έχει δημιουργήσει το δικό του ~ (= πραγματικότητα).|| Το ~ των εικόνων/συναισθημάτων. Μαθηματικό ~. Πβ. πεδίο, περιοχή. ● ΣΥΜΠΛ.: παράλληλο Σύμπαν: ΦΥΣ. καθένα από τα Σύμπαντα που θεωρείται ότι συνυπάρχουν και διασταυρώνονται μέσα στο πολυσύμπαν. [< αγγλ. parallel universe] [< 1, 2: αρχ. σύμπαν < σύμπας ‘ολόκληρος’, γαλλ. univers, αγγλ. universe]
48370συμπαντικός, ή, ό συ-μπα-ντι-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με το Σύμπαν: ~ός: νόμος/χρόνος/χώρος. ~ή: γνώση/διάσταση/έλξη/ενέργεια/νομοτέλεια. ~ό: σύστημα/χάος. ~ές: δυνάμεις. Πβ. κοσμικός. Βλ. εξω~, μετα~.
48371συμπαράγονταςσυ-μπα-ρά-γο-ντας ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΧ. μη πρωτεϊνική χημική ένωση που είναι απαραίτητη για τη δράση ενός ενζύμου. Πβ. συνένζυμο. [< αγγλ. cofactor 1909, γαλλ. cofacteur, 20ός αι.]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.