Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48900-48920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48363συμπαθητικός, ή, ό συ-μπα-θη-τι-κός επίθ. 1. που προκαλεί συμπάθεια, θετικές εντυπώσεις: ~ός: γεράκος/κύριος/νέος/τόνος/τύπος. ~ή: εμφάνιση/μορφή/παρουσία/προσωπικότητα. ~ό: ζωάκι/παρουσιαστικό/πρόσωπο. Γλυκό και ~ό παιδί. ΣΥΝ. αξιαγάπητος, συμπαθής ΑΝΤ. αντιπαθητικός, αχώνευτος (1) 2. (με μετριαστική λειτουργία) που είναι ικανοποιητικός, χωρίς να προκαλεί ενθουσιασμό: ~ός: χώρος. ~ή: βραδιά/ιδέα/προσπάθεια/φωνή. ~ό: αποτέλεσμα/μαγαζάκι/περιβάλλον/τραγούδι. ~ στο πρόσωπο, όχι όμως όμορφος. Αρκετά ~ό εργάκι, αλλά όχι και τίποτα σπουδαίο. Πβ. ευχάριστος. ΑΝΤ. αδιάφορος (2), δυσάρεστος 3. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το συμπαθητικό νευρικό σύστημα· γενικότ. που οφείλεται στο ότι συμπάσχει το υγιές με το μη υγιές ομόλογο όργανο: ~ή: διέγερση/νεύρωση. ~ά: γάγγλια/νεύρα (: αυτόνομα νεύρα που επηρεάζουν το σώμα σε περίοδο στρες). Ασθενείς με διαταραγμένη ~ή δραστηριότητα.|| ~ή: οφθαλμία (: φλεγμονή του υγιούς ματιού ως επιπλοκή σε περιπτώσεις σοβαρού τραυματισμού του άλλου). Βλ. -παθητικός. ΑΝΤ. παρασυμπαθητικός ● Υποκ.: συμπαθητικούλης, συμπαθητικούλα (ο/η) ● επίρρ.: συμπαθητικά: κυρ. στη σημ. 2: Περάσαμε/φάγαμε ~ (= καλούτσικα). ● ΣΥΜΠΛ.: συμπαθητικό νευρικό σύστημα & συμπαθητικό (το): ΙΑΤΡ. τμήμα του νευροφυτικού συστήματος που ξεκινά από τις θωρακικές περιοχές της σπονδυλικής στήλης και λειτουργεί εξισορροπητικά ως προς το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα, ελέγχοντας τις ακούσιες λειτουργίες του οργανισμού (κυκλοφορία του αίματος, αναπνοή, πέψη): αριστερό/δεξί ~ ~. Βλ. αυτόνομο/φυτικό νευρικό σύστημα. ΑΝΤ. παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα [< γαλλ. système nerveux sympathique, le sympathique] , αόρατη/συμπαθητική μελάνη βλ. μελάνη, συμπαθητικές χορδές βλ. χορδή [< μτγν. συμπαθητικός 'αυτός που συμπάσχει', γαλλ. sympathique, αγγλ. sympathetic]
48364συμπάθιοσυ-μπά-θιο ουσ. (ουδ.): στη ● ΦΡ.: με το συμπάθιο (λαϊκό): μετά συγχωρήσεως: ~ ~ κιόλας, αλλά πώς τα κατάφερες έτσι; Έπιασα ένα ψάρι τόσο μεγάλο, ~ ~. Πβ. με το παρντόν. [< μεσν. συμπάθιο]
48365συμπαθώ[συμπαθῶ] συ-μπα-θώ ρ. (μτβ.) {συμπαθ-είς (λαϊκό) -άς ... | συμπάθ-ησα, -ήσει, -ιούνται, -ηθεί, -ώντας} 1. νιώθω συμπάθεια, μου αρέσει κάποιος ή κάτι: ~ τα ζώα/μια ομάδα/ένα συγκρότημα. Τη/τον ~ ιδιαίτερα/πραγματικά. Σε ~ησα αμέσως/από την πρώτη στιγμή. Είναι τόσο καλή! Πώς να μην τη ~ήσεις; Όταν τους γνωρίσεις, θα τους ~ήσεις πολύ. Κρίμα και σε είχα ~ήσει (: προς κάποιον που μας απογοήτευσε). Είναι απόμακρος και δεν ~ιέται εύκολα (: δεν γίνεται εύκολα συμπαθής).|| (αλληλοπαθητικό) Δεν ~ιούνται καθόλου μεταξύ τους. ΑΝΤ. αντιπαθώ, απεχθάνομαι 2. (λαϊκό) συγχωρώ: Να με ~άς, αλλά νομίζω ότι κάνεις λάθος. Συμπάθα με αν σε κούρασα. Να με ~άτε που παρεμβαίνω ... ΣΥΝ. με το συμπάθιο. [< 1: αρχ. συμπαθῶ]
48366συμπαθών[συμπαθῶν] συ-μπα-θών ουσ. (αρσ.) {συμπαθ-ούντος, -ούντα | -ούντες· (σπανιότ. θηλ.) συμπαθούσα}: (λόγ.) πρόσωπο που διάκειται ευμενώς προς τις ιδέες μιας πολιτικής κυρ. ομάδας, χωρίς να ανήκει σε αυτήν: στελέχη του κόμματος και ~ούντες. [< αρχ. συμπαθῶν, γαλλ. sympathisant]
48367συμπαιγνίασυ-μπαι-γνί-α ουσ. (θηλ.): δόλιο και κρυφό σχέδιο δύο ή περισσότερων ατόμων προς εξαπάτηση τρίτου: άθλια ~. Αποκαλύφθηκε η ~ σε βάρος των εργαζομένων. Πβ. δολοπλοκία, πλεκτάνη, σκευωρία. [< μτγν. συμπαιγνία]
48368συμπαίκτης, συμπαίκτριασυ-μπαί-κτης ουσ. (αρσ. + θηλ.) & συμπαίχτης, συμπαίχτρια: παίκτης που μετέχει από κοινού με ένα ή περισσότερα άτομα στην ίδια ομάδα: Ήταν παλιοί ~ες. Είναι καλύτερος σε σχέση με τους ~ες του. [< μτγν. συμπαίκτης, συμπαίκτρια]
48369σύμπανσύ-μπαν ουσ. (ουδ.) {σύμπ-αντος | -αντα} 1. ΑΣΤΡΟΝ. (συνήθ. με κεφαλ. Σ) το σύνολο της ύλης και της ενέργειας κατανεμημένα στον χώρο και τον χρόνο: αχανές ~. Η γέννηση (βλ. κοσμογονία)/δημιουργία/διαστολή/εξερεύνηση/ηλικία του ~αντος. Βλ. διάστημα, θεωρία της μεγάλης έκρηξης, πολυ~. 2. (εμφατ.) ολόκληρος ο αισθητός κόσμος, η πλάση, τα όντα, συμπεριλαμβανομένης ή όχι και της ανθρωπότητας: Αναστατώθηκε/χάλασε το ~ από τη φασαρία. Δεν είσαι το κέντρο του ~αντος! Πβ. κτίση. Βλ. μετα~. 3. (μτφ.) ο προσωπικός, κυρ. ηθικός και πνευματικός, κόσμος κάποιου, η σφαίρα των δραστηριοτήτων και των εμπειριών του και γενικότ. κάθε κλειστό σύστημα με αυτόνομη οργάνωση: το ποιητικό ~ του ... Το ~ της παιδικής ηλικίας/του σκηνοθέτη. Έχει δημιουργήσει το δικό του ~ (= πραγματικότητα).|| Το ~ των εικόνων/συναισθημάτων. Μαθηματικό ~. Πβ. πεδίο, περιοχή. ● ΣΥΜΠΛ.: παράλληλο Σύμπαν: ΦΥΣ. καθένα από τα Σύμπαντα που θεωρείται ότι συνυπάρχουν και διασταυρώνονται μέσα στο πολυσύμπαν. [< αγγλ. parallel universe] [< 1, 2: αρχ. σύμπαν < σύμπας ‘ολόκληρος’, γαλλ. univers, αγγλ. universe]
48370συμπαντικός, ή, ό συ-μπα-ντι-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με το Σύμπαν: ~ός: νόμος/χρόνος/χώρος. ~ή: γνώση/διάσταση/έλξη/ενέργεια/νομοτέλεια. ~ό: σύστημα/χάος. ~ές: δυνάμεις. Πβ. κοσμικός. Βλ. εξω~, μετα~.
48371συμπαράγονταςσυ-μπα-ρά-γο-ντας ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΧ. μη πρωτεϊνική χημική ένωση που είναι απαραίτητη για τη δράση ενός ενζύμου. Πβ. συνένζυμο. [< αγγλ. cofactor 1909, γαλλ. cofacteur, 20ός αι.]
48372συμπαραγωγήσυ-μπα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. παραγωγή έργου, κυρ. για τον κινηματογράφο, την τηλεόραση ή το θέατρο, από δύο ή περισσότερους φορείς· συνεκδ. το αντίστοιχο έργο: διεθνής/ελληνογερμανική/κινηματογραφική/τηλεοπτική ~. Έκθεση/παράσταση σε ~ με το Φεστιβάλ. Το κανάλι θα συμμετάσχει στη ~ με ... ευρώ.|| Η ταινία είναι ~ των ... 2. ΤΕΧΝΟΛ. ταυτόχρονη παραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας από την ίδια πηγή ενέργειας. [< 1: αγγλ. coproduction, γαλλ. ~, 1953 2: αγγλ. cogeneration, 1976, γαλλ. cogénération, 1988]
48373συμπαράγωγοσυ-μπα-ρά-γω-γο ουσ. (ουδ.): προϊόν που παράγεται ταυτόχρονα με το κυρίως παραγόμενο: Πβ. συμ-, υπο-προϊόν.|| (ως επίθ.) ~α είδη.
48374συμπαραγωγόςσυ-μπα-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο ή φορέας που συμμετέχει σε συμπαραγωγή: ~ του δίσκου/της εκπομπής/της σειράς/της ταινίας. [< αγγλ. coproducer, γαλλ. coproducteur]
48375συμπαραδήλωσησυ-μπα-ρα-δή-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. συνυποδήλωση.
48376συμπαράστασησυ-μπα-ρά-στα-ση ουσ. (θηλ.): ηθική ή/και υλική υποστήριξη σε κάποιον που αντιμετωπίζει δυσκολίες: διαρκής/ενεργητική/κοινωνική/πνευματική/ψυχική ~. Η ~ του κόσμου υπήρξε θερμή/συγκινητική. Ανακοίνωση/δηλώσεις/εκδήλωση/λόγια/μήνυμα/πορεία/συναυλία/ψήφισμα ~ης. Σε ένδειξη ~ης προς ... ~ στον αγώνα των απεργών/στις κινητοποιήσεις των φοιτητών. Έχεις την αμέριστη ~ή μας. Δεν βρήκα/δεν είχα ~ από κανέναν (πβ. βοήθεια). Εκφράζω την πλήρη ~ή μου στις οικογένειες των θυμάτων. Ευχαριστούμε για τη ~ή σας στο πένθος μας (: τυποποιημένη έκφραση σε έντυπο κείμενο εκ μέρους της οικογένειας του αποθανόντος). ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστική συμπαράσταση: ΝΟΜ. κατάσταση στην οποία τίθεται ενήλικο πρόσωπο με δικαστική απόφαση, οπότε στερείται τη δικαιοπρακτική του ικανότητα (στερητική) ή απαιτείται η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη (επικουρική). [< μεσν. συμπαράστασις]
48377συμπαραστάτηςσυ-μπα-ρα-στά-της ουσ. (αρσ.) {θηλ. συμπαραστάτρια}: υποστηρικτής, σύμμαχος: ακούραστος/άξιος/(ΝΟΜ.) δικαστικός/πολύτιμος ~. Στάθηκε/υπήρξε ~ στον αγώνα/στο έργο τους. Στην προσπάθειά της θα με βρει/έχει ~η. Πβ. βοηθός, παραστάτης. Βλ. -στάτης. ● ΣΥΜΠΛ.: Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αιρετό πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας που δέχεται και εξετάζει καταγγελίες των δημοτών και των επιχειρήσεων για κακοδιοίκηση των υπηρεσιών του Δήμου στον οποίο υπάγονται., Συμπαραστάτης του Πολίτη και της Επιχείρησης: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αιρετό πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας που δέχεται και εξετάζει καταγγελίες των πολιτών και των επιχειρήσεων για κακοδιοίκηση των υπηρεσιών της Περιφέρειας στην οποία υπάγονται. [< αρχ. συμπαραστάτης]
48378συμπαραστέκομαισυ-μπα-ρα-στέ-κο-μαι ρ. (μτβ.) {συμπαραστά-θηκα, -θώ, συμπαραστεκ-όμενος}: προσφέρω ηθική ή/και υλική συμπαράσταση: ~ έμπρακτα/νοερά/ολόψυχα στον αγώνα σας. ~ονται (= τάσσονται αλληλέγγυοι) στην απεργία των ... Τη δύσκολη ώρα τής ~θηκα (= της στάθηκα). Οι φίλοι έσπευσαν να του ~θούν (= τον συνδράμουν). Οι φίλαθλοι συρρέουν στο στάδιο, για να ~θούν στην ομάδα τους (: να την εμψυχώσουν). Πβ. παραστέκομαι, (υπο)στηρίζω. ΣΥΝ. συμπαρίσταμαι
48379συμπαρασύρωσυ-μπα-ρα-σύ-ρω ρ. (μτβ.) {συμπαρέσυρ-ε, συμπαρασύρ-ει, -θηκε, -οντας} & (προφ.) συμπαρασέρνω: παρασύρω μαζί μου κάποιον ή κάτι: Το επιφανειακό ρεύμα ~ει και το υποθαλάσσιο.|| (κυρ. μτφ.) Η άνοδος (της τιμής) του πετρελαίου ~ει και τον πληθωρισμό. [< μτγν. συμπαρασύρω ‘παρεμβάλλω’]
48380συμπαράταξησυ-μπα-ρά-τα-ξη ουσ. (θηλ.): επίτευξη συνεργασίας κυρ. μεταξύ ομάδων για έναν κοινό σκοπό και συνεκδ. η συμμαχία που προκύπτει: αγωνιστική/δημοκρατική/λαϊκή ~. Συσπείρωση και ~ δυνάμεων σε επίκαιρα προβλήματα. Καλούμε τους πολίτες σε κοινωνική ~.|| Μια πλατιά ~ επιδιώκει να δώσει όραμα στην πόλη. Οι πολιτικές εξελίξεις ευνοούν ευρύτερες ~άξεις. Πβ. σύμπραξη, συνασπισμός. [< μτγν. συμπαράταξις]
48381συμπαρατάσσομαισυ-μπα-ρα-τάσ-σο-μαι ρ. (αμτβ.) {συμπαρατά-χθηκα, συμπαρατασσ-όμενος, συμπαρατα-γμένος | σπάν. στην ενεργ. φωνή συμπαρατάσσω} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. συμμαχώ με άλλον εναντίον τρίτου, έχοντας κοινό στόχο: ~ στο πλευρό των εργαζομένων. ~εται με τον εχθρό (πβ. προσχωρώ)/την κυβέρνηση. Αντιπολίτευση και αυτοδιοίκηση ~ονται απέναντι/ενάντια στη ... Οι κοινωνικές δυνάμεις ~ονται και συστρατεύονται στον αγώνα/στη μάχη κατά .../στην προσπάθεια για ... Πβ. συμπράττω, συνασπίζομαι, συνεργάζομαι. ΑΝΤ. αντιπαρατάσσομαι, εναντιώνομαι.|| (μτβ.) Ένα σχέδιο που ~ει όλες τις πλευρές (πβ. συσπειρώνω). 2. τάσσομαι υπέρ: ~ ανεπιφύλακτα μαζί σας (πβ. συντάσσομαι, συμφωνώ). Πρόταση με την οποία ~ονται πολλές χώρες (πβ. ασπάζομαι, ενστερνίζομαι, συμμερίζομαι). [< αρχ. συμπαρατάσσομαι ‘μάχομαι μαζί στην ίδια γραμμή’]
48382συμπαρίσταμαισυ-μπα-ρί-στα-μαι ρ. (αμτβ.) {συμπαρίστα-ται, -νται} (λόγ.): συμπαραστέκομαι. [< αρχ. συμπαρίσταμαι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.