| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48372 | συμπαραγωγή | συ-μπα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. παραγωγή έργου, κυρ. για τον κινηματογράφο, την τηλεόραση ή το θέατρο, από δύο ή περισσότερους φορείς· συνεκδ. το αντίστοιχο έργο: διεθνής/ελληνογερμανική/κινηματογραφική/τηλεοπτική ~. Έκθεση/παράσταση σε ~ με το Φεστιβάλ. Το κανάλι θα συμμετάσχει στη ~ με ... ευρώ.|| Η ταινία είναι ~ των ... 2. ΤΕΧΝΟΛ. ταυτόχρονη παραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας από την ίδια πηγή ενέργειας. [< 1: αγγλ. coproduction, γαλλ. ~, 1953 2: αγγλ. cogeneration, 1976, γαλλ. cogénération, 1988] | |
| 48373 | συμπαράγωγο | συ-μπα-ρά-γω-γο ουσ. (ουδ.): προϊόν που παράγεται ταυτόχρονα με το κυρίως παραγόμενο: Πβ. συμ-, υπο-προϊόν.|| (ως επίθ.) ~α είδη. | |
| 48374 | συμπαραγωγός | συ-μπα-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο ή φορέας που συμμετέχει σε συμπαραγωγή: ~ του δίσκου/της εκπομπής/της σειράς/της ταινίας. [< αγγλ. coproducer, γαλλ. coproducteur] | |
| 48375 | συμπαραδήλωση | συ-μπα-ρα-δή-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. συνυποδήλωση. | |
| 48376 | συμπαράσταση | συ-μπα-ρά-στα-ση ουσ. (θηλ.): ηθική ή/και υλική υποστήριξη σε κάποιον που αντιμετωπίζει δυσκολίες: διαρκής/ενεργητική/κοινωνική/πνευματική/ψυχική ~. Η ~ του κόσμου υπήρξε θερμή/συγκινητική. Ανακοίνωση/δηλώσεις/εκδήλωση/λόγια/μήνυμα/πορεία/συναυλία/ψήφισμα ~ης. Σε ένδειξη ~ης προς ... ~ στον αγώνα των απεργών/στις κινητοποιήσεις των φοιτητών. Έχεις την αμέριστη ~ή μας. Δεν βρήκα/δεν είχα ~ από κανέναν (πβ. βοήθεια). Εκφράζω την πλήρη ~ή μου στις οικογένειες των θυμάτων. Ευχαριστούμε για τη ~ή σας στο πένθος μας (: τυποποιημένη έκφραση σε έντυπο κείμενο εκ μέρους της οικογένειας του αποθανόντος). ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστική συμπαράσταση: ΝΟΜ. κατάσταση στην οποία τίθεται ενήλικο πρόσωπο με δικαστική απόφαση, οπότε στερείται τη δικαιοπρακτική του ικανότητα (στερητική) ή απαιτείται η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη (επικουρική). [< μεσν. συμπαράστασις] | |
| 48377 | συμπαραστάτης | συ-μπα-ρα-στά-της ουσ. (αρσ.) {θηλ. συμπαραστάτρια}: υποστηρικτής, σύμμαχος: ακούραστος/άξιος/(ΝΟΜ.) δικαστικός/πολύτιμος ~. Στάθηκε/υπήρξε ~ στον αγώνα/στο έργο τους. Στην προσπάθειά της θα με βρει/έχει ~η. Πβ. βοηθός, παραστάτης. Βλ. -στάτης. ● ΣΥΜΠΛ.: Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αιρετό πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας που δέχεται και εξετάζει καταγγελίες των δημοτών και των επιχειρήσεων για κακοδιοίκηση των υπηρεσιών του Δήμου στον οποίο υπάγονται., Συμπαραστάτης του Πολίτη και της Επιχείρησης: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αιρετό πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας που δέχεται και εξετάζει καταγγελίες των πολιτών και των επιχειρήσεων για κακοδιοίκηση των υπηρεσιών της Περιφέρειας στην οποία υπάγονται. [< αρχ. συμπαραστάτης] | |
| 48378 | συμπαραστέκομαι | συ-μπα-ρα-στέ-κο-μαι ρ. (μτβ.) {συμπαραστά-θηκα, -θώ, συμπαραστεκ-όμενος}: προσφέρω ηθική ή/και υλική συμπαράσταση: ~ έμπρακτα/νοερά/ολόψυχα στον αγώνα σας. ~ονται (= τάσσονται αλληλέγγυοι) στην απεργία των ... Τη δύσκολη ώρα τής ~θηκα (= της στάθηκα). Οι φίλοι έσπευσαν να του ~θούν (= τον συνδράμουν). Οι φίλαθλοι συρρέουν στο στάδιο, για να ~θούν στην ομάδα τους (: να την εμψυχώσουν). Πβ. παραστέκομαι, (υπο)στηρίζω. ΣΥΝ. συμπαρίσταμαι | |
| 48379 | συμπαρασύρω | συ-μπα-ρα-σύ-ρω ρ. (μτβ.) {συμπαρέσυρ-ε, συμπαρασύρ-ει, -θηκε, -οντας} & (προφ.) συμπαρασέρνω: παρασύρω μαζί μου κάποιον ή κάτι: Το επιφανειακό ρεύμα ~ει και το υποθαλάσσιο.|| (κυρ. μτφ.) Η άνοδος (της τιμής) του πετρελαίου ~ει και τον πληθωρισμό. [< μτγν. συμπαρασύρω ‘παρεμβάλλω’] | |
| 48380 | συμπαράταξη | συ-μπα-ρά-τα-ξη ουσ. (θηλ.): επίτευξη συνεργασίας κυρ. μεταξύ ομάδων για έναν κοινό σκοπό και συνεκδ. η συμμαχία που προκύπτει: αγωνιστική/δημοκρατική/λαϊκή ~. Συσπείρωση και ~ δυνάμεων σε επίκαιρα προβλήματα. Καλούμε τους πολίτες σε κοινωνική ~.|| Μια πλατιά ~ επιδιώκει να δώσει όραμα στην πόλη. Οι πολιτικές εξελίξεις ευνοούν ευρύτερες ~άξεις. Πβ. σύμπραξη, συνασπισμός. [< μτγν. συμπαράταξις] | |
| 48381 | συμπαρατάσσομαι | συ-μπα-ρα-τάσ-σο-μαι ρ. (αμτβ.) {συμπαρατά-χθηκα, συμπαρατασσ-όμενος, συμπαρατα-γμένος | σπάν. στην ενεργ. φωνή συμπαρατάσσω} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. συμμαχώ με άλλον εναντίον τρίτου, έχοντας κοινό στόχο: ~ στο πλευρό των εργαζομένων. ~εται με τον εχθρό (πβ. προσχωρώ)/την κυβέρνηση. Αντιπολίτευση και αυτοδιοίκηση ~ονται απέναντι/ενάντια στη ... Οι κοινωνικές δυνάμεις ~ονται και συστρατεύονται στον αγώνα/στη μάχη κατά .../στην προσπάθεια για ... Πβ. συμπράττω, συνασπίζομαι, συνεργάζομαι. ΑΝΤ. αντιπαρατάσσομαι, εναντιώνομαι.|| (μτβ.) Ένα σχέδιο που ~ει όλες τις πλευρές (πβ. συσπειρώνω). 2. τάσσομαι υπέρ: ~ ανεπιφύλακτα μαζί σας (πβ. συντάσσομαι, συμφωνώ). Πρόταση με την οποία ~ονται πολλές χώρες (πβ. ασπάζομαι, ενστερνίζομαι, συμμερίζομαι). [< αρχ. συμπαρατάσσομαι ‘μάχομαι μαζί στην ίδια γραμμή’] | |
| 48382 | συμπαρίσταμαι | συ-μπα-ρί-στα-μαι ρ. (αμτβ.) {συμπαρίστα-ται, -νται} (λόγ.): συμπαραστέκομαι. [< αρχ. συμπαρίσταμαι] | |
| 48383 | συμπαρομαρτούντα | [συμπαρομαρτοῦντα] συ-μπα-ρο-μαρ-τού-ντα ουσ. (ουδ.) (τα) , (εσφαλμ.) συμπαραμαρτούντα (λόγ.): συνέπειες, επακόλουθα· γενικότ. οτιδήποτε λειτουργεί συνοδευτικά: τα γηρατειά και τα ~ τους. Πβ. παραφερνάλια, παρεπόμενα.|| Ο γάμος με όλα τα ~ μάς στοίχισε ... ευρώ. Πβ. παρελκόμενα.|| (ως επίθ.) ~α: νοσήματα. Η κρίση και όλα τα ~ προβλήματα. Πβ. συνοδός. [< πληθ. ουδ. της μτχ. ενεργ. ενεστ. του ρ. συμπαρομαρτῶ ‘συνοδεύω’, γαλλ. concomitant] | |
| 48384 | συμπαρουσιάζω | συ-μπα-ρου-σι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {συμπαρουσία-σε}: παρουσιάζω τηλεοπτικό ή άλλο πρόγραμμα μαζί με άλλον: ~ουν το δελτίο ειδήσεων/την εκπομπή. [< πβ. μεσν. συμπαρουσιάζω 'παρουσιάζομαι κοντά σε κάποιον', αγγλ. copresent, 1935, γαλλ. co-présenter] | |
| 48385 | συμπαρουσιαστής, συμπαρουσιάστρια | συ-μπα-ρου-σι-α-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που παρουσιάζει κάποιο πρόγραμμα ή εκδήλωση μαζί με άλλον: ~τρια του ... στην πρωινή εκπομπή. Ο ~ του σόου. [< γαλλ. co-présentateur, co-présentatrice] | |
| 48386 | σύμπας | , ασα, αν σύ-μπας επίθ. {σύμπ-αντος, -αντα | -άντων (θηλ. -ασών)} (λόγ.): ολόκληρος, όλος: ~ ο κόσμος/λαός. ~ασα η ανθρωπότητα/κοινωνία/χώρα. Την πρωτοβουλία στηρίζουν ~αντες οι πολιτικοί αρχηγοί (πβ. απαξάπαντες). [< αρχ. σύμπας] | |
| 48387 | συμπάσχω | συ-μπά-σχω ρ. (αμτβ.) {συνέπασχε, συμπάσχ-ων | μόνο στον ενεστ. κ. παρατ.}: συμμερίζομαι τη θλίψη, τον πόνο κάποιου: ~ ειλικρινά/νοερά/ολόψυχα μαζί σας. Όλη η γειτονιά ~ει με το δράμα της (: συμμετέχει σε αυτό· πβ. συναισθάνομαι). Οι θεατές ~ουν με τους ήρωες (: ταυτίζονται ψυχικά). [< αρχ. συμπάσχω] | |
| 48388 | συμπατριώτης, συμπατριώτισσα | συ-μπα-τρι-ώ-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει κοινή καταγωγή, τοπική ή εθνική, με κάποιον άλλο ή άλλους: οι ~ες μας στην Αυστραλία. Με τον ... είμαστε ~ες, από το ίδιο χωριό (πβ. συγχωριανός, συντοπίτης). ~ες, ~ισσες, μαζευτήκαμε σήμερα για να ... (: προσφώνηση στην αρχή λόγου, συνήθ. πολιτικού). ΣΥΝ. πατριώτης (2) [< μτγν. συμπατριώτης, πβ. γαλλ. compatriote] | |
| 48389 | συμπεθεριάζω & συμπεθερεύω | συ-μπε-θε-ριά-ζω ρ. (αμτβ.) {συμπεθέρ-ιασα κ. -εψα} (προφ.): γίνομαι συμπέθερος με κάποιον: ~ιάσαμε με τους γείτονες. Οι δυο οικογένειες πρόκειται να ~έψουν. Πβ. συγγενεύω. ● ΦΡ.: αν δεν ταιριάζαμε, δε(ν) θα συμπεθεριάζαμε βλ. ταιριάζω [< μεσν. συμπε(ν)θεριάζω, συμπεθερεύω] | |
| 48390 | συμπεθεριό | συ-μπε-θε-ριό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-οικ.) 1. (περιληπτ.) οι συμπέθεροι: Μαζεύτηκε το ~ στο σπίτι της νύφης. Βλ. πεθερικά. 2. η σχέση μεταξύ συμπεθέρων: Έγινε/έκαναν ~. Βλ. προξενιό, συνοικέσιο. [< μεσν. συμπε(ν)θέριον] | |
| 48391 | συμπέθερος, συμπεθέρα | συ-μπέ-θε-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -έρου}: ο πατέρας, η μητέρα του ενός από τους δύο συζύγους στη σχέση του με τους γονείς του άλλου. ● συμπέθεροι (οι) 1. οι γονείς των δύο συζύγων στη μεταξύ τους σχέση: Θα φάμε με τους ~έρους. Βλ. πεθερικά. 2. (γενικότ.) εξ αγχιστείας συγγενείς. [< μεσν. συμπέ(ν)θερος, συμπεθέρα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ