| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48383 | συμπαρομαρτούντα | [συμπαρομαρτοῦντα] συ-μπα-ρο-μαρ-τού-ντα ουσ. (ουδ.) (τα) , (εσφαλμ.) συμπαραμαρτούντα (λόγ.): συνέπειες, επακόλουθα· γενικότ. οτιδήποτε λειτουργεί συνοδευτικά: τα γηρατειά και τα ~ τους. Πβ. παραφερνάλια, παρεπόμενα.|| Ο γάμος με όλα τα ~ μάς στοίχισε ... ευρώ. Πβ. παρελκόμενα.|| (ως επίθ.) ~α: νοσήματα. Η κρίση και όλα τα ~ προβλήματα. Πβ. συνοδός. [< πληθ. ουδ. της μτχ. ενεργ. ενεστ. του ρ. συμπαρομαρτῶ ‘συνοδεύω’, γαλλ. concomitant] | |
| 48384 | συμπαρουσιάζω | συ-μπα-ρου-σι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {συμπαρουσία-σε}: παρουσιάζω τηλεοπτικό ή άλλο πρόγραμμα μαζί με άλλον: ~ουν το δελτίο ειδήσεων/την εκπομπή. [< πβ. μεσν. συμπαρουσιάζω 'παρουσιάζομαι κοντά σε κάποιον', αγγλ. copresent, 1935, γαλλ. co-présenter] | |
| 48385 | συμπαρουσιαστής, συμπαρουσιάστρια | συ-μπα-ρου-σι-α-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που παρουσιάζει κάποιο πρόγραμμα ή εκδήλωση μαζί με άλλον: ~τρια του ... στην πρωινή εκπομπή. Ο ~ του σόου. [< γαλλ. co-présentateur, co-présentatrice] | |
| 48386 | σύμπας | , ασα, αν σύ-μπας επίθ. {σύμπ-αντος, -αντα | -άντων (θηλ. -ασών)} (λόγ.): ολόκληρος, όλος: ~ ο κόσμος/λαός. ~ασα η ανθρωπότητα/κοινωνία/χώρα. Την πρωτοβουλία στηρίζουν ~αντες οι πολιτικοί αρχηγοί (πβ. απαξάπαντες). [< αρχ. σύμπας] | |
| 48387 | συμπάσχω | συ-μπά-σχω ρ. (αμτβ.) {συνέπασχε, συμπάσχ-ων | μόνο στον ενεστ. κ. παρατ.}: συμμερίζομαι τη θλίψη, τον πόνο κάποιου: ~ ειλικρινά/νοερά/ολόψυχα μαζί σας. Όλη η γειτονιά ~ει με το δράμα της (: συμμετέχει σε αυτό· πβ. συναισθάνομαι). Οι θεατές ~ουν με τους ήρωες (: ταυτίζονται ψυχικά). [< αρχ. συμπάσχω] | |
| 48388 | συμπατριώτης, συμπατριώτισσα | συ-μπα-τρι-ώ-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει κοινή καταγωγή, τοπική ή εθνική, με κάποιον άλλο ή άλλους: οι ~ες μας στην Αυστραλία. Με τον ... είμαστε ~ες, από το ίδιο χωριό (πβ. συγχωριανός, συντοπίτης). ~ες, ~ισσες, μαζευτήκαμε σήμερα για να ... (: προσφώνηση στην αρχή λόγου, συνήθ. πολιτικού). ΣΥΝ. πατριώτης (2) [< μτγν. συμπατριώτης, πβ. γαλλ. compatriote] | |
| 48389 | συμπεθεριάζω & συμπεθερεύω | συ-μπε-θε-ριά-ζω ρ. (αμτβ.) {συμπεθέρ-ιασα κ. -εψα} (προφ.): γίνομαι συμπέθερος με κάποιον: ~ιάσαμε με τους γείτονες. Οι δυο οικογένειες πρόκειται να ~έψουν. Πβ. συγγενεύω. ● ΦΡ.: αν δεν ταιριάζαμε, δε(ν) θα συμπεθεριάζαμε βλ. ταιριάζω [< μεσν. συμπε(ν)θεριάζω, συμπεθερεύω] | |
| 48390 | συμπεθεριό | συ-μπε-θε-ριό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-οικ.) 1. (περιληπτ.) οι συμπέθεροι: Μαζεύτηκε το ~ στο σπίτι της νύφης. Βλ. πεθερικά. 2. η σχέση μεταξύ συμπεθέρων: Έγινε/έκαναν ~. Βλ. προξενιό, συνοικέσιο. [< μεσν. συμπε(ν)θέριον] | |
| 48391 | συμπέθερος, συμπεθέρα | συ-μπέ-θε-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -έρου}: ο πατέρας, η μητέρα του ενός από τους δύο συζύγους στη σχέση του με τους γονείς του άλλου. ● συμπέθεροι (οι) 1. οι γονείς των δύο συζύγων στη μεταξύ τους σχέση: Θα φάμε με τους ~έρους. Βλ. πεθερικά. 2. (γενικότ.) εξ αγχιστείας συγγενείς. [< μεσν. συμπέ(ν)θερος, συμπεθέρα] | |
| 48392 | συμπεραίνω | συ-μπε-ραί-νω ρ. (μτβ.) {συμπέρ-ανα (λογιότ. συνεπέρανα), συμπεράν-ει, συμπεραίν-οντας}: καταλήγω σε ορισμένο συμπέρασμα: Από πού ~εις ότι ...; Να ~άνω από το ύφος σου ότι δεν συμφωνείς; Εσύ απ' όλα αυτά τι ~εις (= τι συμπέρασμα βγάζεις, τι αποφαίνεσαι, τι καταλαβαίνεις); Δεν ξέρω τι να ~άνω. Έχεις στοιχεία ή ~εις αυθαίρετα; Πβ. συνάγω, τεκμαίρομαι. Βλ. εικάζω, κρίνω, υποθέτω. ● Παθ.: συμπεραίνεται: προκύπτει, συνάγεται: Από τα στοιχεία της έρευνας ~ ότι το ποσοστό της ανεργίας είναι µεγάλο. [< αρχ. συμπεραίνω] | |
| 48393 | συμπέρασμα | συ-μπέ-ρα-σμα ουσ. (ουδ.) {συμπεράσμ-ατα} 1. κρίση που προκύπτει από την επεξεργασία δεδομένων: αβίαστο/άμεσο/αρχικό/βασικό/γενικό/γρήγορο/έμμεσο/ενδιάμεσο/εύλογο/καίριο/λανθασμένο/λογικό/οριστικό/πρόωρο/πρωτότυπο/σταθερό/σωστό/τελικό/χρήσιμο ~. Έφτασα/κατέληξα/οδηγήθηκα στο εξής ~ ... Όλα κατατείνουν/οδηγούν στο ~ ότι … Από τα στοιχεία απορρέει/εξάγεται/προκύπτει το ~ ότι ... (= συμπεραίνεται). Ποιο είναι το ~ τελικά; Τόσες συζητήσεις και στο τέλος δεν βγάλαμε/δεν βγήκε κανένα ~.|| (στη Λογική:) Προκείμενες και ~ ενός συλλογισμού. Πβ. εξαγόμενο. 2. (ειδικότ.) πόρισμα έρευνας, μελέτης, εργασιών· καταληκτικό τμήμα λόγου που συνοψίζει τα προλεχθέντα: Τα ~ατα του συνεδρίου. (εμφατ.) καταληκτήριο/καταληκτικό ~. || Στο ~ της ομιλίας της υπογραμμίζει ότι ... Θα κλείσουμε με το ~. Πβ. επιμύθιο. Βλ. κατακλείδα. [< αρχ. συμπέρασμα] | |
| 48394 | συμπερασματικός | , ή, ό συ-μπε-ρα-σμα-τι-κός επίθ. 1. που περιέχει συμπέρασμα: ~ός: κανόνας/λόγος/συλλογισμός. ~ή: αξιολόγηση/διαπίστωση/λογική/σκέψη. ~ό: κεφάλαιο. ~ές: κρίσεις/παρατηρήσεις. 2. ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει συμπέρασμα: ~οί: σύνδεσμοι (π.χ. άρα, επομένως, ώστε). Δευτερεύουσες επιρρηματικές ~ές προτάσεις (βλ. αιτιολογικός, τελικός). ΣΥΝ. αποτελεσματικός (2) ● επίρρ.: συμπερασματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~, επισημαίνω/θα λέγαμε ότι ... ΣΥΝ. ανακεφαλαιωτικά, εν κατακλείδι [< μτγν. συμπερασματικός] | |
| 48395 | συμπερασματολογία | συ-μπε-ρα-σμα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: στατιστική συμπερασματολογία: ΣΤΑΤΙΣΤ. μέθοδος εξαγωγής συμπερασμάτων για κάποιον πληθυσμό από τυχαίο δείγμα του. [< αγγλ. statistical inference] | |
| 48396 | συμπερασμός | συ-μπε-ρα-σμός ουσ. (αρσ.) (κυρ. στη Λογική): συμπέρασμα ή εικασία, υπόθεση: ασαφής/επαγωγικός/λογικός ~.|| Υπολογίζεται κατά ~ό ότι ... [< μτγν. συμπερασμός] | |
| 48397 | συμπεριέχει | συ-μπε-ρι-έ-χει ρ. (μτβ.): συμπεριλαμβάνει. | |
| 48398 | συμπεριλαμβάνω | συ-μπε-ρι-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {συμπερι-έλαβα, συμπεριλήφ-θηκε (λόγ.) συμπεριελήφθ-η (μτχ. συμπεριληφθ-είς, -είσα, -έν), -θεί, συμπεριλαμβαν-όμενος, συμπεριλαμβάν-οντας}: περιλαμβάνω κάποιον, κάτι σε ένα σύνολο: ~ει: διάφορα στοιχεία. Η ιστορία τον ~ει μεταξύ των μεγάλων εφευρετών (πβ. καταγράφω, κατατάσσω). Δεν με ~έλαβαν (= έβαλαν) στους υποψηφίους. ~εται στη λίστα με τα καλύτερα ξενοδοχεία του κόσμου. Το άρθρο ~εται (= εμπεριέχεται) στον πρώτο τόμο των Πρακτικών. Στην τιμή ~εται και το πρωινό (πβ. συνυπολογίζω). Η διάταξη δεν θα ~θεί στο νομοσχέδιο. Πβ. συγκαταλέγω, συμπεριέχει. ΑΝΤ. εξαιρώ (1) ● ΦΡ.: συμπεριλαμβανομένου , -ης, -ου (λόγ.): (+ γεν.) μαζί με: Θα κοστίσει διακόσια ευρώ, ~ (= συνυπολογίζοντας) του ΦΠΑ. Το άρθρο δεν θα ξεπερνά τις δέκα σελίδες, των υποσημειώσεων ~ων. Πβ. περιλαμβανομένου. [< μτγν. συμπεριλαμβάνω] | |
| 48399 | συμπεριληπτικός | , ή, ό συ-μπε-ρι-λη-πτι-κός επίθ.: που συμπεριλαμβάνει, εμπεριέχει· κυρ. ως παιδαγ. όρος: ισότιμη συμμετοχή στην εκπαιδευτική διαδικασία όλων των μαθητών και η αντιμετώπισή τους με τον ίδιο τρόπο από τον εκπαιδευτικό, χωρίς διακρίσεις: ~ός: εθελοντισμός (: άτομα με και χωρίς αναπηρία)/ηγέτης (: υλοποιεί τους στόχους που θέτει ολόκληρη η σχολική κοινότητα)/λόγος. ~ή: εκπαίδευση. ~ό: σχολείο. ~ές: δράσεις/πρακτικές. ● ΣΥΜΠΛ.: συμπεριληπτική γλώσσα: που είναι ουδέτερη ως προς το φύλο και σέβεται τις γλωσσικές ιδιαιτερότητες συγκεκριμένων κοινωνικών, εθνοτικών, φυλετικών ή άλλων ομάδων οι οποίες συχνά απαξιώνονται. [< μτγν. συμπεριληπτικός, αγγλ. inclusive, γαλλ. inclusif] | |
| 48400 | συμπεριληπτικότητα | συ-μπε-ρι-λη-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συμπεριληπτικού, απουσία διακρίσεων: η ~ της γλώσσας/της διαπολιτισμικότητας. [< αγγλ. inclusiveness] | |
| 48401 | συμπερίληψη | συ-μπε-ρί-λη-ψη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συμπεριλαμβάνω: ~ αναφοράς σε άρθρο.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Απάντηση με ~ (: που παραθέτει μέσα σε πλαίσιο το κείμενο στο οποίο αναφέρεται). || Εκπαιδευτική ~. [< μεσν. συμπερίληψις, αγγλ. inclusion] | |
| 48402 | συμπεριφέρομαι | συ-μπε-ρι-φέ-ρο-μαι ρ. (αμτβ.) {συμπεριφέρ-θηκα, -όμενος}: εκδηλώνω ορισμένη συμπεριφορά: ~εται ανόητα/απρεπώς/καλά/παράλογα (πβ. ενεργώ)/περίεργα. Να ~εσαι με σεβασμό στους μεγαλυτέρους. Δεν ~εσαι σωστά. Μου ~θηκε άσχημα. Γιατί ~εσαι έτσι; ~εται σαν παιδί (: ανώριμα). Πβ. φέρομαι. ● συμπεριφέρεται (μτφ.): (για υλικό, μηχανή) έχει συγκεκριμένη αντίδραση υπό ορισμένες συνθήκες: Το αυτοκίνητο ~ άψογα στις στροφές. Το στρόντιο-90 ~ όπως το ασβέστιο. Πβ. αντιδρά, λειτουργεί. [< πβ. αρχ. συμπεριφέρομαι ‘περιστρέφομαι μαζί, προσαρμόζομαι’, γαλλ. se comporter, se conduire] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ