| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48392 | συμπεραίνω | συ-μπε-ραί-νω ρ. (μτβ.) {συμπέρ-ανα (λογιότ. συνεπέρανα), συμπεράν-ει, συμπεραίν-οντας}: καταλήγω σε ορισμένο συμπέρασμα: Από πού ~εις ότι ...; Να ~άνω από το ύφος σου ότι δεν συμφωνείς; Εσύ απ' όλα αυτά τι ~εις (= τι συμπέρασμα βγάζεις, τι αποφαίνεσαι, τι καταλαβαίνεις); Δεν ξέρω τι να ~άνω. Έχεις στοιχεία ή ~εις αυθαίρετα; Πβ. συνάγω, τεκμαίρομαι. Βλ. εικάζω, κρίνω, υποθέτω. ● Παθ.: συμπεραίνεται: προκύπτει, συνάγεται: Από τα στοιχεία της έρευνας ~ ότι το ποσοστό της ανεργίας είναι µεγάλο. [< αρχ. συμπεραίνω] | |
| 48393 | συμπέρασμα | συ-μπέ-ρα-σμα ουσ. (ουδ.) {συμπεράσμ-ατα} 1. κρίση που προκύπτει από την επεξεργασία δεδομένων: αβίαστο/άμεσο/αρχικό/βασικό/γενικό/γρήγορο/έμμεσο/ενδιάμεσο/εύλογο/καίριο/λανθασμένο/λογικό/οριστικό/πρόωρο/πρωτότυπο/σταθερό/σωστό/τελικό/χρήσιμο ~. Έφτασα/κατέληξα/οδηγήθηκα στο εξής ~ ... Όλα κατατείνουν/οδηγούν στο ~ ότι … Από τα στοιχεία απορρέει/εξάγεται/προκύπτει το ~ ότι ... (= συμπεραίνεται). Ποιο είναι το ~ τελικά; Τόσες συζητήσεις και στο τέλος δεν βγάλαμε/δεν βγήκε κανένα ~.|| (στη Λογική:) Προκείμενες και ~ ενός συλλογισμού. Πβ. εξαγόμενο. 2. (ειδικότ.) πόρισμα έρευνας, μελέτης, εργασιών· καταληκτικό τμήμα λόγου που συνοψίζει τα προλεχθέντα: Τα ~ατα του συνεδρίου. (εμφατ.) καταληκτήριο/καταληκτικό ~. || Στο ~ της ομιλίας της υπογραμμίζει ότι ... Θα κλείσουμε με το ~. Πβ. επιμύθιο. Βλ. κατακλείδα. [< αρχ. συμπέρασμα] | |
| 48394 | συμπερασματικός | , ή, ό συ-μπε-ρα-σμα-τι-κός επίθ. 1. που περιέχει συμπέρασμα: ~ός: κανόνας/λόγος/συλλογισμός. ~ή: αξιολόγηση/διαπίστωση/λογική/σκέψη. ~ό: κεφάλαιο. ~ές: κρίσεις/παρατηρήσεις. 2. ΓΡΑΜΜ. που δηλώνει συμπέρασμα: ~οί: σύνδεσμοι (π.χ. άρα, επομένως, ώστε). Δευτερεύουσες επιρρηματικές ~ές προτάσεις (βλ. αιτιολογικός, τελικός). ΣΥΝ. αποτελεσματικός (2) ● επίρρ.: συμπερασματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~, επισημαίνω/θα λέγαμε ότι ... ΣΥΝ. ανακεφαλαιωτικά, εν κατακλείδι [< μτγν. συμπερασματικός] | |
| 48395 | συμπερασματολογία | συ-μπε-ρα-σμα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: στατιστική συμπερασματολογία: ΣΤΑΤΙΣΤ. μέθοδος εξαγωγής συμπερασμάτων για κάποιον πληθυσμό από τυχαίο δείγμα του. [< αγγλ. statistical inference] | |
| 48396 | συμπερασμός | συ-μπε-ρα-σμός ουσ. (αρσ.) (κυρ. στη Λογική): συμπέρασμα ή εικασία, υπόθεση: ασαφής/επαγωγικός/λογικός ~.|| Υπολογίζεται κατά ~ό ότι ... [< μτγν. συμπερασμός] | |
| 48397 | συμπεριέχει | συ-μπε-ρι-έ-χει ρ. (μτβ.): συμπεριλαμβάνει. | |
| 48398 | συμπεριλαμβάνω | συ-μπε-ρι-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {συμπερι-έλαβα, συμπεριλήφ-θηκε (λόγ.) συμπεριελήφθ-η (μτχ. συμπεριληφθ-είς, -είσα, -έν), -θεί, συμπεριλαμβαν-όμενος, συμπεριλαμβάν-οντας}: περιλαμβάνω κάποιον, κάτι σε ένα σύνολο: ~ει: διάφορα στοιχεία. Η ιστορία τον ~ει μεταξύ των μεγάλων εφευρετών (πβ. καταγράφω, κατατάσσω). Δεν με ~έλαβαν (= έβαλαν) στους υποψηφίους. ~εται στη λίστα με τα καλύτερα ξενοδοχεία του κόσμου. Το άρθρο ~εται (= εμπεριέχεται) στον πρώτο τόμο των Πρακτικών. Στην τιμή ~εται και το πρωινό (πβ. συνυπολογίζω). Η διάταξη δεν θα ~θεί στο νομοσχέδιο. Πβ. συγκαταλέγω, συμπεριέχει. ΑΝΤ. εξαιρώ (1) ● ΦΡ.: συμπεριλαμβανομένου , -ης, -ου (λόγ.): (+ γεν.) μαζί με: Θα κοστίσει διακόσια ευρώ, ~ (= συνυπολογίζοντας) του ΦΠΑ. Το άρθρο δεν θα ξεπερνά τις δέκα σελίδες, των υποσημειώσεων ~ων. Πβ. περιλαμβανομένου. [< μτγν. συμπεριλαμβάνω] | |
| 48399 | συμπεριληπτικός | , ή, ό συ-μπε-ρι-λη-πτι-κός επίθ.: που συμπεριλαμβάνει, εμπεριέχει· κυρ. ως παιδαγ. όρος: ισότιμη συμμετοχή στην εκπαιδευτική διαδικασία όλων των μαθητών και η αντιμετώπισή τους με τον ίδιο τρόπο από τον εκπαιδευτικό, χωρίς διακρίσεις: ~ός: εθελοντισμός (: άτομα με και χωρίς αναπηρία)/ηγέτης (: υλοποιεί τους στόχους που θέτει ολόκληρη η σχολική κοινότητα)/λόγος. ~ή: εκπαίδευση. ~ό: σχολείο. ~ές: δράσεις/πρακτικές. ● ΣΥΜΠΛ.: συμπεριληπτική γλώσσα: που είναι ουδέτερη ως προς το φύλο και σέβεται τις γλωσσικές ιδιαιτερότητες συγκεκριμένων κοινωνικών, εθνοτικών, φυλετικών ή άλλων ομάδων οι οποίες συχνά απαξιώνονται. [< μτγν. συμπεριληπτικός, αγγλ. inclusive, γαλλ. inclusif] | |
| 48400 | συμπεριληπτικότητα | συ-μπε-ρι-λη-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συμπεριληπτικού, απουσία διακρίσεων: η ~ της γλώσσας/της διαπολιτισμικότητας. [< αγγλ. inclusiveness] | |
| 48401 | συμπερίληψη | συ-μπε-ρί-λη-ψη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συμπεριλαμβάνω: ~ αναφοράς σε άρθρο.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Απάντηση με ~ (: που παραθέτει μέσα σε πλαίσιο το κείμενο στο οποίο αναφέρεται). || Εκπαιδευτική ~. [< μεσν. συμπερίληψις, αγγλ. inclusion] | |
| 48402 | συμπεριφέρομαι | συ-μπε-ρι-φέ-ρο-μαι ρ. (αμτβ.) {συμπεριφέρ-θηκα, -όμενος}: εκδηλώνω ορισμένη συμπεριφορά: ~εται ανόητα/απρεπώς/καλά/παράλογα (πβ. ενεργώ)/περίεργα. Να ~εσαι με σεβασμό στους μεγαλυτέρους. Δεν ~εσαι σωστά. Μου ~θηκε άσχημα. Γιατί ~εσαι έτσι; ~εται σαν παιδί (: ανώριμα). Πβ. φέρομαι. ● συμπεριφέρεται (μτφ.): (για υλικό, μηχανή) έχει συγκεκριμένη αντίδραση υπό ορισμένες συνθήκες: Το αυτοκίνητο ~ άψογα στις στροφές. Το στρόντιο-90 ~ όπως το ασβέστιο. Πβ. αντιδρά, λειτουργεί. [< πβ. αρχ. συμπεριφέρομαι ‘περιστρέφομαι μαζί, προσαρμόζομαι’, γαλλ. se comporter, se conduire] | |
| 48403 | συμπεριφορά | συ-μπε-ρι-φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. ο τρόπος με τον οποίο ενεργεί, αντιδρά κάποιος απέναντι κυρ. σε πρόσωπα ή καταστάσεις: ακατανόητη/ακραία/αλλόκοτη/ανεπίτρεπτη/απάνθρωπη/απαράδεκτη/απολίτιστη/αστεία/αυθαίρετη/αχαρακτήριστη/άψογη/βάρβαρη/δόλια/επαναστατική/ευπρεπής/κακή/κόσμια/ντροπιαστική/παράξενη/περίεργη/προσβλητική/σωστή/υποδειγματική/ύποπτη/φιλική ~. Κανόνες/οδηγός καλής ~άς (πβ. σαβουάρ βιβρ). Έχει αλλάξει η ~ της/του απέναντί μου. Τι ~ είναι αυτή (βλ. αγένεια, απρέπεια); ΣΥΝ. διαγωγή, τρόπος, φέρσιμο.|| (ΨΥΧΟΛ.) Βίαιη/εγκληματική/εθιστική/επιθετική/παραβατική/παρορμητική/ψυχαναγκαστική ~. Αρνητικές/ατομικές/θετικές/ομαδικές ~ές. Η ~ των γονέων/των ενηλίκων/των εφήβων. Ανεπιθύμητες/επιθυμητές/χαρακτηριστικές (π.χ. του αυτιστικού παιδιού) ~ές. Διαταραχή/θεραπεία της ~άς. Προβλήματα ~άς (= προβληματική ~). Η θεωρία/η ψυχολογία της ~άς (= συμπεριφορισμός).|| Αγοραστική/αναγνωστική/αναπαραγωγική/ανθρώπινη/επιχειρηματική (μιας εταιρείας)/κινητική/κοινωνική/οργανωσιακή/σεξουαλική/στρατηγική ~. Η ~ των οδηγών (= οδηγική ~)/των καταναλωτών (= καταναλωτική ~). Αξιολόγηση/διαμόρφωση/διαφοροποίηση/έλεγχος/έρευνα της ~άς. Πβ. αντιμετώπιση, στάση.|| Η ~ των ζώων (πριν από σεισμό). 2. (μτφ.) (για κατασκευή, μηχανισμό, όργανο, υλικό) τρόπος αντίδρασης ή λειτουργίας ως προς τις εξωτερικές συνθήκες: ενεργειακή/στατική ~ κτιρίου. Οδική ~ (οχήματος).|| ~ του ήχου (βλ. ακουστική). ● ΣΥΜΠΛ.: διεκδικητική συμπεριφορά: ΨΥΧΟΛ. η ικανότητα ενός ατόμου να εκφράζει τις επιθυμίες, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του με θάρρος και ειλικρίνεια, χωρίς όμως να θίγει τα δικαιώματα και τις ανάγκες των άλλων: εκπαίδευση στη ~ ~., ανάρμοστη συμπεριφορά βλ. ανάρμοστος, αντικοινωνική συμπεριφορά βλ. αντικοινωνικός, αποκλίνουσα/παρεκκλίνουσα συμπεριφορά βλ. αποκλίνων [< μτγν. συμπεριφορά ‘σχέση, επαφή, συγκατάβαση’, γαλλ. comportement, αγγλ. behavior] | |
| 48404 | συμπεριφορισμός | συ-μπε-ρι-φο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΨΥΧΟΛ. θεωρία και μέθοδος της ψυχολογίας που μελετά τη συμπεριφορά ως σύνολο εξωτερικών αντιδράσεων σε ερεθίσματα, χωρίς αναφορά στις ψυχικές λειτουργίες. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. μπιχεβιορισμός [< αμερικ. behaviorism, 1913] | |
| 48405 | συμπεριφοριστής | συ-μπε-ρι-φο-ρι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. συμπεριφορίστρια}: ψυχολόγος που ακολουθεί τη θεωρία του συμπεριφορισμού. [< αμερικ. behaviorist, 1913] | |
| 48406 | συμπεριφοριστικός & συμπεριφορικός | , ή, ό συ-μπε-ρι-φο-ρι-στι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. που σχετίζεται με τον συμπεριφορισμό ή τη συμπεριφορά: ~ή: ανάλυση/θεωρία/ψυχοθεραπεία/ψυχολογία. ~ό: μοντέλο/πρότυπο. || Συμπεριφορική οικονομική. [< αμερικ. behavioristic, 1914, behavio(u)ral, 1927] | |
| 48407 | συμπεφωνημένος | βλ. συμφωνώ | |
| 48408 | συμπηγνύω | συ-μπη-γνύ-ω ρ. (μτβ.) {συνέπη-ξα} (λόγ.): ιδρύω, συγκροτώ: ~ξαν εταιρεία/(αρραγές/κοινό) μέτωπο (= συμπαρατάχθηκαν, συνασπίστηκαν)/οργάνωση/συμμαχία (= συμμάχησαν)/σωματείο. Πβ. συνιστώ. [< αρχ. συμπηγνύω, συμπήγνυμι] | |
| 48409 | σύμπηκτα | σύ-μπη-κτα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. σύμπηκτο}: ΟΙΚΟΛ. προϊόντα από συμπιεσμένο υλικό, κυλινδρικού συνήθ. σχήματος: ~ βιομάζας (πβ. συσσωματώματα)/μηδικής (βλ. ζωοτροφή)/ξύλου (= πέλετ).|| (σπάν. ως επίθ.) Σε ~η μορφή. [< αρχ. σύμπηκτος ‘κατασκευασμένος, συγκροτημένος’, αγγλ. pellets] | |
| 48410 | σύμπηξη | σύ-μπη-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ίδρυση, συγκρότηση: ~ (πολιτικού) μετώπου/συμμαχίας. Βλ. σύσταση. [< μτγν. σύμπηξις ‘σύνδεση, συναρμογή’] | |
| 48411 | συμπιέζω | συ-μπι-έ-ζω ρ. (μτβ.) {συμπίε-σα, συμπιέ-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, συμπιέζ-οντας} 1. μειώνω τον όγκο κυρ. με άσκηση πίεσης: ~ απορρίμματα/πλαστικά μπουκάλια. Ο αέρας ~εται. Οι τεκτονικές πλάκες ~ονται. ~σμένο: χαρτί (= πεπιεσμένο)/χώμα (= πατικωμένο, συμπαγές). ΑΝΤ. διογκώνω.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~σμένα: αρχεία/δεδομένα. Βίντεο/εικόνα/ήχος σε ~σμένη μορφή. ΣΥΝ. ζιπάρω. ΑΝΤ. αποσυμπιέζω. 2. (μτφ.) περιορίζω: ~ονται οι αρμοδιότητες/οι δαπάνες/τα εισοδήματα/τα κέρδη/οι μισθοί/οι πωλήσεις/οι τιμές/τα χρονικά περιθώρια. Πβ. ελαττώνω, περικόπτω, περιστέλλω, συρρικνώνω. [< αρχ. συμπιέζω ‘συνθλίβω’, αγγλ. compress] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ