| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48403 | συμπεριφορά | συ-μπε-ρι-φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. ο τρόπος με τον οποίο ενεργεί, αντιδρά κάποιος απέναντι κυρ. σε πρόσωπα ή καταστάσεις: ακατανόητη/ακραία/αλλόκοτη/ανεπίτρεπτη/απάνθρωπη/απαράδεκτη/απολίτιστη/αστεία/αυθαίρετη/αχαρακτήριστη/άψογη/βάρβαρη/δόλια/επαναστατική/ευπρεπής/κακή/κόσμια/ντροπιαστική/παράξενη/περίεργη/προσβλητική/σωστή/υποδειγματική/ύποπτη/φιλική ~. Κανόνες/οδηγός καλής ~άς (πβ. σαβουάρ βιβρ). Έχει αλλάξει η ~ της/του απέναντί μου. Τι ~ είναι αυτή (βλ. αγένεια, απρέπεια); ΣΥΝ. διαγωγή, τρόπος, φέρσιμο.|| (ΨΥΧΟΛ.) Βίαιη/εγκληματική/εθιστική/επιθετική/παραβατική/παρορμητική/ψυχαναγκαστική ~. Αρνητικές/ατομικές/θετικές/ομαδικές ~ές. Η ~ των γονέων/των ενηλίκων/των εφήβων. Ανεπιθύμητες/επιθυμητές/χαρακτηριστικές (π.χ. του αυτιστικού παιδιού) ~ές. Διαταραχή/θεραπεία της ~άς. Προβλήματα ~άς (= προβληματική ~). Η θεωρία/η ψυχολογία της ~άς (= συμπεριφορισμός).|| Αγοραστική/αναγνωστική/αναπαραγωγική/ανθρώπινη/επιχειρηματική (μιας εταιρείας)/κινητική/κοινωνική/οργανωσιακή/σεξουαλική/στρατηγική ~. Η ~ των οδηγών (= οδηγική ~)/των καταναλωτών (= καταναλωτική ~). Αξιολόγηση/διαμόρφωση/διαφοροποίηση/έλεγχος/έρευνα της ~άς. Πβ. αντιμετώπιση, στάση.|| Η ~ των ζώων (πριν από σεισμό). 2. (μτφ.) (για κατασκευή, μηχανισμό, όργανο, υλικό) τρόπος αντίδρασης ή λειτουργίας ως προς τις εξωτερικές συνθήκες: ενεργειακή/στατική ~ κτιρίου. Οδική ~ (οχήματος).|| ~ του ήχου (βλ. ακουστική). ● ΣΥΜΠΛ.: διεκδικητική συμπεριφορά: ΨΥΧΟΛ. η ικανότητα ενός ατόμου να εκφράζει τις επιθυμίες, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του με θάρρος και ειλικρίνεια, χωρίς όμως να θίγει τα δικαιώματα και τις ανάγκες των άλλων: εκπαίδευση στη ~ ~., ανάρμοστη συμπεριφορά βλ. ανάρμοστος, αντικοινωνική συμπεριφορά βλ. αντικοινωνικός, αποκλίνουσα/παρεκκλίνουσα συμπεριφορά βλ. αποκλίνων [< μτγν. συμπεριφορά ‘σχέση, επαφή, συγκατάβαση’, γαλλ. comportement, αγγλ. behavior] | |
| 48404 | συμπεριφορισμός | συ-μπε-ρι-φο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΨΥΧΟΛ. θεωρία και μέθοδος της ψυχολογίας που μελετά τη συμπεριφορά ως σύνολο εξωτερικών αντιδράσεων σε ερεθίσματα, χωρίς αναφορά στις ψυχικές λειτουργίες. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. μπιχεβιορισμός [< αμερικ. behaviorism, 1913] | |
| 48405 | συμπεριφοριστής | συ-μπε-ρι-φο-ρι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. συμπεριφορίστρια}: ψυχολόγος που ακολουθεί τη θεωρία του συμπεριφορισμού. [< αμερικ. behaviorist, 1913] | |
| 48406 | συμπεριφοριστικός & συμπεριφορικός | , ή, ό συ-μπε-ρι-φο-ρι-στι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. που σχετίζεται με τον συμπεριφορισμό ή τη συμπεριφορά: ~ή: ανάλυση/θεωρία/ψυχοθεραπεία/ψυχολογία. ~ό: μοντέλο/πρότυπο. || Συμπεριφορική οικονομική. [< αμερικ. behavioristic, 1914, behavio(u)ral, 1927] | |
| 48407 | συμπεφωνημένος | βλ. συμφωνώ | |
| 48408 | συμπηγνύω | συ-μπη-γνύ-ω ρ. (μτβ.) {συνέπη-ξα} (λόγ.): ιδρύω, συγκροτώ: ~ξαν εταιρεία/(αρραγές/κοινό) μέτωπο (= συμπαρατάχθηκαν, συνασπίστηκαν)/οργάνωση/συμμαχία (= συμμάχησαν)/σωματείο. Πβ. συνιστώ. [< αρχ. συμπηγνύω, συμπήγνυμι] | |
| 48409 | σύμπηκτα | σύ-μπη-κτα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. σύμπηκτο}: ΟΙΚΟΛ. προϊόντα από συμπιεσμένο υλικό, κυλινδρικού συνήθ. σχήματος: ~ βιομάζας (πβ. συσσωματώματα)/μηδικής (βλ. ζωοτροφή)/ξύλου (= πέλετ).|| (σπάν. ως επίθ.) Σε ~η μορφή. [< αρχ. σύμπηκτος ‘κατασκευασμένος, συγκροτημένος’, αγγλ. pellets] | |
| 48410 | σύμπηξη | σύ-μπη-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ίδρυση, συγκρότηση: ~ (πολιτικού) μετώπου/συμμαχίας. Βλ. σύσταση. [< μτγν. σύμπηξις ‘σύνδεση, συναρμογή’] | |
| 48411 | συμπιέζω | συ-μπι-έ-ζω ρ. (μτβ.) {συμπίε-σα, συμπιέ-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, συμπιέζ-οντας} 1. μειώνω τον όγκο κυρ. με άσκηση πίεσης: ~ απορρίμματα/πλαστικά μπουκάλια. Ο αέρας ~εται. Οι τεκτονικές πλάκες ~ονται. ~σμένο: χαρτί (= πεπιεσμένο)/χώμα (= πατικωμένο, συμπαγές). ΑΝΤ. διογκώνω.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~σμένα: αρχεία/δεδομένα. Βίντεο/εικόνα/ήχος σε ~σμένη μορφή. ΣΥΝ. ζιπάρω. ΑΝΤ. αποσυμπιέζω. 2. (μτφ.) περιορίζω: ~ονται οι αρμοδιότητες/οι δαπάνες/τα εισοδήματα/τα κέρδη/οι μισθοί/οι πωλήσεις/οι τιμές/τα χρονικά περιθώρια. Πβ. ελαττώνω, περικόπτω, περιστέλλω, συρρικνώνω. [< αρχ. συμπιέζω ‘συνθλίβω’, αγγλ. compress] | |
| 48412 | συμπίεση | συ-μπί-ε-ση ουσ. (θηλ.) 1. μείωση του όγκου σώματος, υλικού η οποία επιτυγχάνεται κυρ. με άσκηση πίεσης: θερμή/ψυχρή ~. (ΙΑΤΡ.) Θωρακικές ~έσεις (βλ. καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση). ~ αερίου/ατμών/εδαφών/πλακών. Με τη ~ αυξάνει η πυκνότητα του μείγματος. ΑΝΤ. διόγκωση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Απωλεστική ~. ~ αρχείων/βίντεο/εικόνας/ήχου. Πρόγραμμα ~ης. ΑΝΤ. απο~. || ~ εδάφους. Βλ. κύλινδρος. 2. (μτφ.) ελάττωση, περιορισμός: ~ των δαπανών/επιτοκίων/του κόστους/των μισθών/τιμών. Πβ. μείωση, περικοπή, περιστολή, συρρίκνωση. [< αρχ. συμπίεσις ‘συνθλιψη’, αγγλ. compression] | |
| 48413 | συμπιέσιμος | , η, ο συ-μπι-έ-σι-μος επίθ. (λόγ.): συμπιεστός. | |
| 48414 | συμπιεστής | συ-μπι-ε-στής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός συμπίεσης συνήθ. ρευστών: μηχανικός/περιστροφικός/φυγοκεντρικός/ψυκτικός ~ (βλ. κλιματιστικό). ~ αέρα (ΑΝΤ. απο~)/ροής. Βλ. στροβιλο~, υπερ~.|| ~ απορριμμάτων. [< γαλλ. compresseur, αγγλ. compressοr] | |
| 48415 | συμπιεστικός | , ή, ό συ-μπι-ε-στι-κός επίθ.: που προκαλεί συμπίεση: ~ή: δύναμη/τάση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: περικαρδίτιδα. ~ό: κάταγμα (της σπονδυλικής στήλης).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: αλγόριθμος. [< γαλλ. compressif] | |
| 48416 | συμπιεστός | , ή, ό συ-μπι-ε-στός επίθ. (επιστ.): που μπορεί να συμπιεστεί: ~ός: αέρας. ~ή: ροή. ΣΥΝ. συμπιέσιμος [< γαλλ. compressible] | |
| 48417 | συμπιεστότητα | συ-μπι-ε-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. η ιδιότητα των σωμάτων να μειώνεται ο όγκος τους υπό την επίδραση μηχανικής πίεσης. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. compressibilité] | |
| 48418 | συμπίλημα | συ-μπί-λη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.) 1. σύνολο από ετερόκλιτα στοιχεία: Η θεωρία του είναι ένα ~ ιδεών και τάσεων. Πβ. αμάλγαμα, αχταρμάς, μωσαϊκό, σύμφυρμα, συνονθύλευμα. 2. (ειδικότ.) κείμενο που προκύπτει από συνένωση αποσπασμάτων διαφορετικής προέλευσης: ~ άρθρων/ιστοριών. Βλ. συρραφή. [< μεσν. συμπίλημα] | |
| 48419 | συμπίληση | συ-μπί-λη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συνένωση ετερόκλιτων στοιχείων. [< μτγν. συμπίλησις 'συμπίεση, σύνθλιψη'] | |
| 48420 | συμπίπτω | συ-μπί-πτω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συνέπε-σε, συμπέ-σει, συμπίπτ-οντας} (λόγ.): (μτφ.) συμφωνώ, ταυτίζομαι: ~ουμε με τον συγγραφέα σε πολλά σημεία (πβ. ομογνωμώ, ομοφωνώ). ~ουμε απολύτως. Τα γούστα/ενδιαφέροντά/συμφέροντά μας ~ουν. Οι απόψεις μας δεν ~ουν (ΑΝΤ. αποκλίνουν, διαφέρουν, διίστανται).|| (προφ.) Συμπέσαμε χρονικά (: για τυχαία συνάντηση). ● συμπίπτει 1. συμβαίνει ταυτόχρονα: Τα γενέθλιά μου φέτος ~ουν με τη γιορτή μου. Η επίσκεψή του ~σε με τις εξετάσεις μου. 2. εφαρμόζει, εφάπτεται: Ευθείες/κορυφές που ~ουν. Οι βάσεις των τριγώνων ~ουν. 3. (+ να) συμβαίνει, τυχαίνει: ~ καμιά φορά να ταξιδεύουμε μαζί. [< αρχ. συμπίπτω] | |
| 48421 | σύμπλεγμα | σύ-μπλεγ-μα ουσ. (ουδ.) {συμπλέγμ-ατα} 1. (επιστ.) σύνολο από στοιχεία που συνδέονται, συνδυάζονται μεταξύ τους ή και αλληλεξαρτώνται: αρχιτεκτονικό/βιομηχανικό/δασικό/κτιριακό/ορεινό (πβ. οροσειρά)/φυσικό ~. ~ αστέρων (πβ. αστερισμός)/βράχων/κατοικιών. Το Αιγαίο αποτελεί νησιωτικό ~/~ από νησιά (: που βρίσκονται το ένα κοντά στο άλλο· πβ. συστάδα).|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.-ΑΡΧΑΙΟΛ., ζωγραφική ή γλυπτική παράσταση με συμπλεκόμενα πρόσωπα, ζώα ή φυτά) Ανάγλυφο/μαρμάρινο/πήλινο/χάλκινο ~. ~ Έρωτα και Ψυχής. Πβ. σύνταγμα.|| (ΓΡΑΜΜ., ακολουθία φθόγγων που συμπροφέρονται ή αρθρώνονται σχεδόν ταυτόχρονα) Συμφωνικά ~ατα (π.χ. μπ, ντ, τσ).|| (ΧΗΜ.) ~ βιταμινών (π.χ. B και C)/πρωτεϊνών.|| (ΓΛΩΣΣ.) Λεξικά ~ατα (= συνάψεις). || (ΤΥΠΟΓΡ., παράσταση κεφαλαίων γραμμάτων, πλεγμένων σε μονόγραμμα) Η γραμματοσειρά χαρακτηρίζεται από ~ατα και βραχυγραφίες. Πβ. συνδυασμός. 2. ΨΥΧΑΝ. σύνολο απωθημένων επιθυμιών ή εμπειριών που λειτουργούν στο υποσυνείδητο και επηρεάζουν αρνητικά τη συμπεριφορά κάποιου: κοινωνικά/ψυχολογικά ~ατα. Έχει/κουβαλάει διάφορα ~ατα (: είναι κομπλεξικός). Πβ. κόμπλεξ. ● ΣΥΜΠΛ.: σύμπλεγμα/κόμπλεξ/αίσθημα ανωτερότητας/κατωτερότητας (/μειονεξίας): ΨΥΧΟΛ. η αίσθηση ενός ανθρώπου ότι είναι ανώτερος ή κατώτερος σε σχέση με τους άλλους: Πάσχει από ~ ανωτερότητας για την καταγωγή της. Έχει ξεπεράσει το ~ κατωτερότητας απέναντι στον πατέρα του. [< γερμ. Superioritätskomplex, γαλλ. sentiment de superiorité/d'infériorité, αγγλ. superiority complex, περ. 1924, inferiority complex, 1922] , οιδιπόδειο σύμπλεγμα/σύνδρομο βλ. οιδιπόδειος, σύμπλεγμα/σύνδρομο της Ηλέκτρας βλ. Ηλέκτρα [< 1: μτγν. σύμπλεγμα, αγγλ. cluster 2: γερμ. Komplex] | |
| 48422 | συμπλεγματικός | , ή, ό συ-μπλεγ-μα-τι-κός επίθ.: ΨΥΧΑΝ. που διακατέχεται ή χαρακτηρίζεται από συμπλέγματα: ~ή: αντίδραση/στάση/συμπεριφορά (= συμπλεγματισμός)/ψυχολογία. ~ό: άτομο/σύνδρομο. Πβ. κομπλεξικός. ΣΥΝ. πλεγματικός (2) ● επίρρ.: συμπλεγματικά |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ