Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [48940-48960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48412συμπίεσησυ-μπί-ε-ση ουσ. (θηλ.) 1. μείωση του όγκου σώματος, υλικού η οποία επιτυγχάνεται κυρ. με άσκηση πίεσης: θερμή/ψυχρή ~. (ΙΑΤΡ.) Θωρακικές ~έσεις (βλ. καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση). ~ αερίου/ατμών/εδαφών/πλακών. Με τη ~ αυξάνει η πυκνότητα του μείγματος. ΑΝΤ. διόγκωση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Απωλεστική ~. ~ αρχείων/βίντεο/εικόνας/ήχου. Πρόγραμμα ~ης. ΑΝΤ. απο~. || ~ εδάφους. Βλ. κύλινδρος. 2. (μτφ.) ελάττωση, περιορισμός: ~ των δαπανών/επιτοκίων/του κόστους/των μισθών/τιμών. Πβ. μείωση, περικοπή, περιστολή, συρρίκνωση. [< αρχ. συμπίεσις ‘συνθλιψη’, αγγλ. compression]
48413συμπιέσιμος, η, ο συ-μπι-έ-σι-μος επίθ. (λόγ.): συμπιεστός.
48414συμπιεστήςσυ-μπι-ε-στής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός συμπίεσης συνήθ. ρευστών: μηχανικός/περιστροφικός/φυγοκεντρικός/ψυκτικός ~ (βλ. κλιματιστικό). ~ αέρα (ΑΝΤ. απο~)/ροής. Βλ. στροβιλο~, υπερ~.|| ~ απορριμμάτων. [< γαλλ. compresseur, αγγλ. compressοr]
48415συμπιεστικός, ή, ό συ-μπι-ε-στι-κός επίθ.: που προκαλεί συμπίεση: ~ή: δύναμη/τάση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: περικαρδίτιδα. ~ό: κάταγμα (της σπονδυλικής στήλης).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: αλγόριθμος. [< γαλλ. compressif]
48416συμπιεστός, ή, ό συ-μπι-ε-στός επίθ. (επιστ.): που μπορεί να συμπιεστεί: ~ός: αέρας. ~ή: ροή. ΣΥΝ. συμπιέσιμος [< γαλλ. compressible]
48417συμπιεστότητασυ-μπι-ε-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. η ιδιότητα των σωμάτων να μειώνεται ο όγκος τους υπό την επίδραση μηχανικής πίεσης. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. compressibilité]
48418συμπίλημασυ-μπί-λη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.) 1. σύνολο από ετερόκλιτα στοιχεία: Η θεωρία του είναι ένα ~ ιδεών και τάσεων. Πβ. αμάλγαμα, αχταρμάς, μωσαϊκό, σύμφυρμα, συνονθύλευμα. 2. (ειδικότ.) κείμενο που προκύπτει από συνένωση αποσπασμάτων διαφορετικής προέλευσης: ~ άρθρων/ιστοριών. Βλ. συρραφή. [< μεσν. συμπίλημα]
48419συμπίλησησυ-μπί-λη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συνένωση ετερόκλιτων στοιχείων. [< μτγν. συμπίλησις 'συμπίεση, σύνθλιψη']
48420συμπίπτωσυ-μπί-πτω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συνέπε-σε, συμπέ-σει, συμπίπτ-οντας} (λόγ.): (μτφ.) συμφωνώ, ταυτίζομαι: ~ουμε με τον συγγραφέα σε πολλά σημεία (πβ. ομογνωμώ, ομοφωνώ). ~ουμε απολύτως. Τα γούστα/ενδιαφέροντά/συμφέροντά μας ~ουν. Οι απόψεις μας δεν ~ουν (ΑΝΤ. αποκλίνουν, διαφέρουν, διίστανται).|| (προφ.) Συμπέσαμε χρονικά (: για τυχαία συνάντηση).συμπίπτει 1. συμβαίνει ταυτόχρονα: Τα γενέθλιά μου φέτος ~ουν με τη γιορτή μου. Η επίσκεψή του ~σε με τις εξετάσεις μου. 2. εφαρμόζει, εφάπτεται: Ευθείες/κορυφές που ~ουν. Οι βάσεις των τριγώνων ~ουν. 3. (+ να) συμβαίνει, τυχαίνει: ~ καμιά φορά να ταξιδεύουμε μαζί. [< αρχ. συμπίπτω]
48421σύμπλεγμασύ-μπλεγ-μα ουσ. (ουδ.) {συμπλέγμ-ατα} 1. (επιστ.) σύνολο από στοιχεία που συνδέονται, συνδυάζονται μεταξύ τους ή και αλληλεξαρτώνται: αρχιτεκτονικό/βιομηχανικό/δασικό/κτιριακό/ορεινό (πβ. οροσειρά)/φυσικό ~. ~ αστέρων (πβ. αστερισμός)/βράχων/κατοικιών. Το Αιγαίο αποτελεί νησιωτικό ~/~ από νησιά (: που βρίσκονται το ένα κοντά στο άλλο· πβ. συστάδα).|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.-ΑΡΧΑΙΟΛ., ζωγραφική ή γλυπτική παράσταση με συμπλεκόμενα πρόσωπα, ζώα ή φυτά) Ανάγλυφο/μαρμάρινο/πήλινο/χάλκινο ~. ~ Έρωτα και Ψυχής. Πβ. σύνταγμα.|| (ΓΡΑΜΜ., ακολουθία φθόγγων που συμπροφέρονται ή αρθρώνονται σχεδόν ταυτόχρονα) Συμφωνικά ~ατα (π.χ. μπ, ντ, τσ).|| (ΧΗΜ.) ~ βιταμινών (π.χ. B και C)/πρωτεϊνών.|| (ΓΛΩΣΣ.) Λεξικά ~ατα (= συνάψεις). || (ΤΥΠΟΓΡ., παράσταση κεφαλαίων γραμμάτων, πλεγμένων σε μονόγραμμα) Η γραμματοσειρά χαρακτηρίζεται από ~ατα και βραχυγραφίες. Πβ. συνδυασμός. 2. ΨΥΧΑΝ. σύνολο απωθημένων επιθυμιών ή εμπειριών που λειτουργούν στο υποσυνείδητο και επηρεάζουν αρνητικά τη συμπεριφορά κάποιου: κοινωνικά/ψυχολογικά ~ατα. Έχει/κουβαλάει διάφορα ~ατα (: είναι κομπλεξικός). Πβ. κόμπλεξ. ● ΣΥΜΠΛ.: σύμπλεγμα/κόμπλεξ/αίσθημα ανωτερότητας/κατωτερότητας (/μειονεξίας): ΨΥΧΟΛ. η αίσθηση ενός ανθρώπου ότι είναι ανώτερος ή κατώτερος σε σχέση με τους άλλους: Πάσχει από ~ ανωτερότητας για την καταγωγή της. Έχει ξεπεράσει το ~ κατωτερότητας απέναντι στον πατέρα του. [< γερμ. Superioritätskomplex, γαλλ. sentiment de superiorité/d'infériorité, αγγλ. superiority complex, περ. 1924, inferiority complex, 1922] , οιδιπόδειο σύμπλεγμα/σύνδρομο βλ. οιδιπόδειος, σύμπλεγμα/σύνδρομο της Ηλέκτρας βλ. Ηλέκτρα [< 1: μτγν. σύμπλεγμα, αγγλ. cluster 2: γερμ. Komplex]
48422συμπλεγματικός, ή, ό συ-μπλεγ-μα-τι-κός επίθ.: ΨΥΧΑΝ. που διακατέχεται ή χαρακτηρίζεται από συμπλέγματα: ~ή: αντίδραση/στάση/συμπεριφορά (= συμπλεγματισμός)/ψυχολογία. ~ό: άτομο/σύνδρομο. Πβ. κομπλεξικός. ΣΥΝ. πλεγματικός (2) ● επίρρ.: συμπλεγματικά
48423συμπλεγματισμόςσυ-μπλεγ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): συμπλεγματική συμπεριφορά. Πβ. κομπλεξισμός. Βλ. -ισμός.
48424συμπλέκτηςσυ-μπλέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. πεντάλ αυτοκινήτου ή μοχλός μηχανής που συνδέει ή αποσυνδέει τον κινητήρα με το σύστημα μετάδοσης κίνησης: συνεκτικός ~. Δίσκοι/σετ ~η. Αφήνω/πατώ τον ~η. Αλλάζω ταχύτητες με τον ~η. ΣΥΝ. αμπραγιάζ, ντεμπραγιάζ [< γαλλ. embrayage]
48425συμπλεκτικός, ή, ό συ-μπλε-κτι-κός επίθ.: που συνδέει στοιχεία μεταξύ τους. ● επίρρ.: συμπλεκτικά ● ΣΥΜΠΛ.: συμπλεκτικοί σύνδεσμοι: ΓΡΑΜΜ. που συνδέουν μεταξύ τους καταφατικά (και) ή αποφατικά (ούτε, μήτε, μηδέ) ομοειδείς όρους ή προτάσεις. [< μτγν. συμπλεκτικός]
48426συμπλέκωσυ-μπλέ-κω ρ. (μτβ.) {συνέπλε-ξα, συμπλέ-χθηκε, -γμένος (λογιότ.) συμπεπλεγμένος, συμπλέκ-οντας} (λόγ.): συνδέω, συνδυάζω στοιχεία, δημιουργώντας πολύ στενή σχέση μεταξύ τους: Τα αναρριχητικά ~ονται με τους κορμούς των δέντρων (πβ. πλέκομαι). Τα γρανάζια ~ονται ανά ζεύγη.|| (μτφ.) Ο συγγραφέας ~ει αφηγηματικά παρόν και παρελθόν. Στο έργο θρύλος και ιστορία ~ονται. Τα συμφέροντα των δύο κρατών ~ονται (= συναρτώνται, συνυφαίνονται) ποικιλοτρόπως. Πβ. διαπλέκω. ● Παθ.: συμπλέκομαι {λόγ. συνεπλάκ-η, -ησαν}: παλεύω, συγκρούομαι: Οι διαδηλωτές ~ησαν (= χτυπήθηκαν) με τα ΜΑΤ. Οι συμμορίες ~ησαν μεταξύ τους (= αρπάχτηκαν, έπαιξαν ξύλο, ήρθαν/πιάστηκαν στα χέρια, πλακώθηκαν, τσακώθηκαν) έξω από νυχτερινό κέντρο. [< αρχ. συμπλέκω]
48427σύμπλεξησύ-μπλε-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. μετάδοση της κίνησης με συμπλέκτη: ~ αξόνων. ~ ηλεκτροκινητήρα με κοχλία. ΑΝΤ. αποσύμπλεξη 2. (μτφ.-λόγ.) στενή σύνδεση: Η ~ του ρυθμού με τη μελωδία. Πβ. συνύφανση. [< 2: αρχ. σύμπλεξις ‘σύνδεση’ 1: γαλλ. embrayage]
48428σύμπλευσησύ-μπλευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): συμπόρευση, συνεργασία, ταύτιση: αγαστή/απόλυτη/πλήρης/πολιτική/στρατηγική ~. ~ των δύο κρατών (πβ. ομο-, συμ-φωνία). ~ συμφερόντων. ~ με την απόφαση του ευρωπαϊκού δικαστηρίου/με τις ελληνικές θέσεις (πβ. εναρμόνιση, ευθυγράμμιση, συμμόρφωση).
48429συμπλέωσυ-μπλέ-ω ρ. (αμτβ.) {συνέπλευ-σα, συμπλέ-οντας} 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) συμπορεύομαι, συμφωνώ, ταυτίζομαι: ~ουμε απολύτως (πβ. ομο-γνωμώ, -φρονώ). ~ουν με την πολιτική της κυβέρνησης (= έχουν ενιαία γραμμή). Οι δύο χώρες ~ουν στα θέματα του περιβάλλοντος. Πβ. συνοδοιπορώ. 2. {κυρ. στο γ΄ πρόσ.} (για πλοίο που) πλέει παράλληλα με κάποιο άλλο. [< αρχ. συμπλέω ‘θαλασσοπορώ’]
48430συμπληγάδεςσυ-μπλη-γά-δες ουσ. (θηλ.) (οι): μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: συμπληγάδες πέτρες & συμπληγάδες 1. (μτφ.) τεράστια εμπόδια: σύγχρονες ~. Οι ~ ~ της γραφειοκρατίας/της κρίσης/της παγκοσμιοποίησης. Περάσαμε από ~, για να ... Πβ. σκόπελος. Βλ. στενωπός. 2. ΜΥΘ. δύο κατακόρυφοι και απόκρημνοι βράχοι στα στενά του Βοσπόρου οι οποίοι ανοιγόκλειναν, με αποτέλεσμα να συνθλίβονται τα πλοία που επιχειρούσαν να τους διασχίσουν. [< αρχ. συμπληγάδες πέτραι]
48431συμπλήρωμασυ-μπλή-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {συμπληρώμ-ατα} 1. οτιδήποτε προστίθεται, προκειμένου να συμπληρώσει, να ολοκληρώσει κάτι: Η γυμναστική θεωρείται απαραίτητο ~ της δίαιτας. Το αρχαίο θέατρο ενισχύθηκε με νέους λίθους και ~ατα. Πβ. παραπλήρωμα.|| ~ προγραμματισμού (: έγγραφο που περιγράφει αναλυτικά τη στρατηγική επιχειρησιακού προγράμματος). 2. ΤΥΠΟΓΡ. παράρτημα σε έντυπο ή αυτοτελής έκδοση που περιέχει προσθήκες και επισημάνσεις (κυρ. παραλείψεων, σφαλμάτων) στο κυρίως έργο: ~ διακήρυξης/λεξικού/νομοθεσίας. Ετήσιο ~ εγκυκλοπαίδειας. 3. ΙΑΤΡ. σειρά πρωτεϊνικών ενζύμων του ορού που συνδέονται με το σύμπλεγμα αντιγόνου-αντισώματος και προκαλούν κυτταρόλυση και καταστροφή των μικροβίων ή συμμετέχουν σε ανοσολογικές και βιολογικές δράσεις. 4. (προφ.) συμπλήρωση: Το ψυγείο (του αυτοκινήτου) θέλει ~ με αντιψυκτικό. Βλ. γέμισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: συμπλήρωμα διατροφής/διατροφικό(/διαιτητικό) συμπλήρωμα & συμπλήρωμα διαίτης {συνηθέστ. στον πληθ.}: συμπυκνωμένη, μη φαρμακευτική, πηγή ενός ή περισσοτέρων θρεπτικών συστατικών (π.χ. βιταμινών, αμινοξέων), κυρ. με στόχο τη συμπλήρωση ή τον εμπλουτισμό της συνήθους διατροφής: ισορροπημένο/πολυβιταμινούχο/φυσικό ~ ~. ~ ~ σε δισκία/υγρή μορφή/σκόνη. Ειδικό ~ ~ για μείωση της τριχόπτωσης. ~ατα ~ για αθλητές (βλ. μπόντι-μπίλντινγκ)/ζώα/νεογνά/την τρίτη ηλικία/χορτοφάγους. ~ατα αλάτων/πρωτεϊνών. Βλ. υπερτροφή. [< αγγλ. dietary/nutritional/food supplement] , συμπλήρωμα του ρήματος: ΓΡΑΜΜ. συντακτικό στοιχείο, εκτός του υποκειμένου, που απαιτείται για τη σύνταξη του ρήματος, αντικείμενο, κατηγορούμενο, εξαρτημένες προτάσεις και επιρρηματικοί προσδιορισμοί. [< γαλλ. complément du verbe] , Συμπλήρωμα/Παράρτημα Διπλώματος: έγγραφο που χορηγείται μαζί με το πτυχίο, στο οποίο περιγράφονται λεπτομερώς η φύση, το επίπεδο, το περιεχόμενο και το καθεστώς των σπουδών που ολοκληρώθηκαν επιτυχώς από το άτομο του οποίου το όνομα αναγράφεται στο πρωτότυπο του τίτλου και με το οποίο επιδιώκεται η διευκόλυνση της αναγνώρισης και σύγκρισης των ακαδημαϊκών και επαγγελματικών του προσόντων εκτός των συνόρων της χώρας προέλευσης. Βλ. κινητικότητα. [< αγγλ. Diploma Supplement (DS), 2006] [< αρχ. συμπλήρωμα ‘πληρότητα, ξεχείλισμα’, γαλλ. complément, supplément]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.