Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [48960-48980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48423συμπλεγματισμόςσυ-μπλεγ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): συμπλεγματική συμπεριφορά. Πβ. κομπλεξισμός. Βλ. -ισμός.
48424συμπλέκτηςσυ-μπλέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. πεντάλ αυτοκινήτου ή μοχλός μηχανής που συνδέει ή αποσυνδέει τον κινητήρα με το σύστημα μετάδοσης κίνησης: συνεκτικός ~. Δίσκοι/σετ ~η. Αφήνω/πατώ τον ~η. Αλλάζω ταχύτητες με τον ~η. ΣΥΝ. αμπραγιάζ, ντεμπραγιάζ [< γαλλ. embrayage]
48425συμπλεκτικός, ή, ό συ-μπλε-κτι-κός επίθ.: που συνδέει στοιχεία μεταξύ τους. ● επίρρ.: συμπλεκτικά ● ΣΥΜΠΛ.: συμπλεκτικοί σύνδεσμοι: ΓΡΑΜΜ. που συνδέουν μεταξύ τους καταφατικά (και) ή αποφατικά (ούτε, μήτε, μηδέ) ομοειδείς όρους ή προτάσεις. [< μτγν. συμπλεκτικός]
48426συμπλέκωσυ-μπλέ-κω ρ. (μτβ.) {συνέπλε-ξα, συμπλέ-χθηκε, -γμένος (λογιότ.) συμπεπλεγμένος, συμπλέκ-οντας} (λόγ.): συνδέω, συνδυάζω στοιχεία, δημιουργώντας πολύ στενή σχέση μεταξύ τους: Τα αναρριχητικά ~ονται με τους κορμούς των δέντρων (πβ. πλέκομαι). Τα γρανάζια ~ονται ανά ζεύγη.|| (μτφ.) Ο συγγραφέας ~ει αφηγηματικά παρόν και παρελθόν. Στο έργο θρύλος και ιστορία ~ονται. Τα συμφέροντα των δύο κρατών ~ονται (= συναρτώνται, συνυφαίνονται) ποικιλοτρόπως. Πβ. διαπλέκω. ● Παθ.: συμπλέκομαι {λόγ. συνεπλάκ-η, -ησαν}: παλεύω, συγκρούομαι: Οι διαδηλωτές ~ησαν (= χτυπήθηκαν) με τα ΜΑΤ. Οι συμμορίες ~ησαν μεταξύ τους (= αρπάχτηκαν, έπαιξαν ξύλο, ήρθαν/πιάστηκαν στα χέρια, πλακώθηκαν, τσακώθηκαν) έξω από νυχτερινό κέντρο. [< αρχ. συμπλέκω]
48427σύμπλεξησύ-μπλε-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. μετάδοση της κίνησης με συμπλέκτη: ~ αξόνων. ~ ηλεκτροκινητήρα με κοχλία. ΑΝΤ. αποσύμπλεξη 2. (μτφ.-λόγ.) στενή σύνδεση: Η ~ του ρυθμού με τη μελωδία. Πβ. συνύφανση. [< 2: αρχ. σύμπλεξις ‘σύνδεση’ 1: γαλλ. embrayage]
48428σύμπλευσησύ-μπλευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): συμπόρευση, συνεργασία, ταύτιση: αγαστή/απόλυτη/πλήρης/πολιτική/στρατηγική ~. ~ των δύο κρατών (πβ. ομο-, συμ-φωνία). ~ συμφερόντων. ~ με την απόφαση του ευρωπαϊκού δικαστηρίου/με τις ελληνικές θέσεις (πβ. εναρμόνιση, ευθυγράμμιση, συμμόρφωση).
48429συμπλέωσυ-μπλέ-ω ρ. (αμτβ.) {συνέπλευ-σα, συμπλέ-οντας} 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) συμπορεύομαι, συμφωνώ, ταυτίζομαι: ~ουμε απολύτως (πβ. ομο-γνωμώ, -φρονώ). ~ουν με την πολιτική της κυβέρνησης (= έχουν ενιαία γραμμή). Οι δύο χώρες ~ουν στα θέματα του περιβάλλοντος. Πβ. συνοδοιπορώ. 2. {κυρ. στο γ΄ πρόσ.} (για πλοίο που) πλέει παράλληλα με κάποιο άλλο. [< αρχ. συμπλέω ‘θαλασσοπορώ’]
48430συμπληγάδεςσυ-μπλη-γά-δες ουσ. (θηλ.) (οι): μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: συμπληγάδες πέτρες & συμπληγάδες 1. (μτφ.) τεράστια εμπόδια: σύγχρονες ~. Οι ~ ~ της γραφειοκρατίας/της κρίσης/της παγκοσμιοποίησης. Περάσαμε από ~, για να ... Πβ. σκόπελος. Βλ. στενωπός. 2. ΜΥΘ. δύο κατακόρυφοι και απόκρημνοι βράχοι στα στενά του Βοσπόρου οι οποίοι ανοιγόκλειναν, με αποτέλεσμα να συνθλίβονται τα πλοία που επιχειρούσαν να τους διασχίσουν. [< αρχ. συμπληγάδες πέτραι]
48431συμπλήρωμασυ-μπλή-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {συμπληρώμ-ατα} 1. οτιδήποτε προστίθεται, προκειμένου να συμπληρώσει, να ολοκληρώσει κάτι: Η γυμναστική θεωρείται απαραίτητο ~ της δίαιτας. Το αρχαίο θέατρο ενισχύθηκε με νέους λίθους και ~ατα. Πβ. παραπλήρωμα.|| ~ προγραμματισμού (: έγγραφο που περιγράφει αναλυτικά τη στρατηγική επιχειρησιακού προγράμματος). 2. ΤΥΠΟΓΡ. παράρτημα σε έντυπο ή αυτοτελής έκδοση που περιέχει προσθήκες και επισημάνσεις (κυρ. παραλείψεων, σφαλμάτων) στο κυρίως έργο: ~ διακήρυξης/λεξικού/νομοθεσίας. Ετήσιο ~ εγκυκλοπαίδειας. 3. ΙΑΤΡ. σειρά πρωτεϊνικών ενζύμων του ορού που συνδέονται με το σύμπλεγμα αντιγόνου-αντισώματος και προκαλούν κυτταρόλυση και καταστροφή των μικροβίων ή συμμετέχουν σε ανοσολογικές και βιολογικές δράσεις. 4. (προφ.) συμπλήρωση: Το ψυγείο (του αυτοκινήτου) θέλει ~ με αντιψυκτικό. Βλ. γέμισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: συμπλήρωμα διατροφής/διατροφικό(/διαιτητικό) συμπλήρωμα & συμπλήρωμα διαίτης {συνηθέστ. στον πληθ.}: συμπυκνωμένη, μη φαρμακευτική, πηγή ενός ή περισσοτέρων θρεπτικών συστατικών (π.χ. βιταμινών, αμινοξέων), κυρ. με στόχο τη συμπλήρωση ή τον εμπλουτισμό της συνήθους διατροφής: ισορροπημένο/πολυβιταμινούχο/φυσικό ~ ~. ~ ~ σε δισκία/υγρή μορφή/σκόνη. Ειδικό ~ ~ για μείωση της τριχόπτωσης. ~ατα ~ για αθλητές (βλ. μπόντι-μπίλντινγκ)/ζώα/νεογνά/την τρίτη ηλικία/χορτοφάγους. ~ατα αλάτων/πρωτεϊνών. Βλ. υπερτροφή. [< αγγλ. dietary/nutritional/food supplement] , συμπλήρωμα του ρήματος: ΓΡΑΜΜ. συντακτικό στοιχείο, εκτός του υποκειμένου, που απαιτείται για τη σύνταξη του ρήματος, αντικείμενο, κατηγορούμενο, εξαρτημένες προτάσεις και επιρρηματικοί προσδιορισμοί. [< γαλλ. complément du verbe] , Συμπλήρωμα/Παράρτημα Διπλώματος: έγγραφο που χορηγείται μαζί με το πτυχίο, στο οποίο περιγράφονται λεπτομερώς η φύση, το επίπεδο, το περιεχόμενο και το καθεστώς των σπουδών που ολοκληρώθηκαν επιτυχώς από το άτομο του οποίου το όνομα αναγράφεται στο πρωτότυπο του τίτλου και με το οποίο επιδιώκεται η διευκόλυνση της αναγνώρισης και σύγκρισης των ακαδημαϊκών και επαγγελματικών του προσόντων εκτός των συνόρων της χώρας προέλευσης. Βλ. κινητικότητα. [< αγγλ. Diploma Supplement (DS), 2006] [< αρχ. συμπλήρωμα ‘πληρότητα, ξεχείλισμα’, γαλλ. complément, supplément]
48432συμπληρωματικός, ή, ό συ-μπλη-ρω-μα-τι-κός επίθ.: που συμπληρώνει κάτι που λείπει ή προσθέτει κάτι παραπάνω: ~ός: εξοπλισμός/κανονισμός/πίνακας (επιτυχόντων)/προϋπολογισμός/φόρος (μισθωμάτων). ~ή: αγωγή/ανακοίνωση/απάντηση/βιβλιογραφία/δήλωση/δίωξη/έκθεση/εκπαίδευση/ενίσχυση/κατανομή/σύμβαση/σχέση/χορήγηση (φαρμάκου)/χρηματοδότηση. ~ό: εισόδημα/κείμενο/πρόγραμμα/σχέδιο/υλικό (μαθήματος)/υπόμνημα. ~οί: όροι. ~ές: οδηγίες/παροχές (μητρότητας)/πιστώσεις/προτάσεις. ~ά: δικαιολογητικά/έντυπα/έργα/μαθήματα/μέτρα/στοιχεία. (ΝΟΜ.) Έδωσε ~ή κατάθεση. Ζητήθηκαν ~ές διευκρινίσεις/πληροφορίες (πβ. έξτρα, επιπλέον, επιπρόσθετος). Το άρθρο ... περιλαμβάνει ~ές διατάξεις. Υπογράμμισε τον ~ό ρόλο της ιδιωτικής συμμετοχής. Πβ. δευτερεύων, βοηθητ-, επικουρ-, παραπληρωματ-ικός. ΑΝΤ. βασικός, θεμελιώδης, κεντρικός, κύριος, πρωταρχικός. ● επίρρ.: συμπληρωματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συμπληρωματικές βάσεις: ΒΙΟΧ. οι βάσεις του DNA και του RNA, μεταξύ των οποίων μπορεί να δημιουργηθούν δεσμοί υδρογόνου. Βλ. αδενίνη, γουανίνη, θυμίνη, κυτοσίνη, ουρακίλη., συμπληρωματικές γωνίες: ΓΕΩΜ. δύο οξείες γωνίες το άθροισμα των οποίων είναι ίσο με 90°. Βλ. παραπληρωματικές γωνίες., συμπληρωματική ιατρική: (κυρ. για εναλλακτικές μορφές θεραπείας) θεραπευτική που μπορεί να συμπληρώσει τη συμβατική ιατρική. [< αγγλ. complementary medicine, 1982] , συμπληρωματικά χρώματα βλ. χρώμα [< μτγν. συμπληρωματικός, γαλλ. complémentaire, supplémentaire, αγγλ. complementary]
48433συμπληρωματικότητασυ-μπλη-ρω-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα ή κατάσταση του συμπληρωματικού: ~ δράσεων. Συνεργασία και ~ ~ μεταξύ της κεντρικής εξουσίας και της τοπικής αυτοδιοίκησης.|| (ΦΥΣ.) Aρχή της ~ας. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. complementarité, 1907, αγγλ. complementarity, 1911]
48434συμπληρώνωσυ-μπλη-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {συμπλήρω-σα, συμπληρώ-σω, -θηκε, -θεί, συμπληρών-οντας, συμπληρω-μένος} 1. καθιστώ κάτι πλήρες, προσθέτοντας τα απαραίτητα μέρη, στοιχεία, καλύπτω κενό χώρο ή θέση· κατ' επέκτ. ολοκληρώνω: Για να ~σω το ποσό, χρειάζομαι ακόμα χίλια ευρώ. ~θηκε το καρέ των ημιτελικών. Κυκλοφορεί η δεύτερη ~μένη και εμπλουτισμένη έκδοση. ~στε τις απαντήσεις/το έντυπο (εγγραφής)/το ερωτηματολόγιο/τα κενά των προτάσεων με τις κατάλληλες λέξεις/το πεδίο/το σταυρόλεξο/τα στοιχεία σας/τη φόρμα (συμμετοχής). Η αίτηση θα ~θεί και θα υποβληθεί ηλεκτρονικά.|| (στον προφορικό λόγο) Θα ήθελα να ~σω (= να πω επίσης) κάτι .../ότι .../πως ... "Είναι δύσκολη απόφαση, αλλά δεν φοβάμαι" ~σε χαρακτηριστικά.|| Οι υπόλοιπες θέσεις ~θηκαν με κλήρωση.|| ~σε τις σπουδές της στο εξωτερικό. Με την έρευνά του ~σε το έργο του δασκάλου του. Το μωρό ήρθε να ~σει την ευτυχία τους. Η ασφαλτόστρωση θα ~θεί εντός του έτους.|| Είναι πολύ ταιριαστό ζευγάρι: ο ένας ~ει τον άλλο. 2. φτάνω σε ορισμένο σημείο, όριο, χρονικό ή άλλο: Το φεστιβάλ ~ει (= κλείνει) αισίως/σήμερα/φέτος δέκα χρόνια ζωής/συνεχούς παρουσίας. Δικαιούνται υποτροφία όσοι δεν έχουν ~σει το εικοστό τέταρτο έτος της ηλικίας τους. Δεν ~ πλήρες ωράριο στο σχολείο. ~σε τις τριάντα συμμετοχές με την Εθνική (πβ. μετράει)/χίλιες ώρες πτήσης. ~θηκε (= πέρασε) ένας χρόνος από τον καταστροφικό σεισμό. [< αρχ. συμπληρῶ ‘γεμίζω εντελώς, ολοκληρώνω’, γαλλ. compléter]
48435συμπλήρωσησυ-μπλή-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. προσθήκη, συνήθ. με καταγραφή: ~ δεδομένων/λέξεων/στοιχείων. ~ δελτίου/δήλωσης/εντύπου/μηχανογραφικών/πεδίου. Αυτόματη/ηλεκτρονική ~ και υποβολή αίτησης. Διορθώσεις και ~ώσεις στην ελληνική βιβλιογραφία. ΣΥΝ. συμπλήρωμα (4) 2. ολοκλήρωση: ~ του έργου/του ποσού. Σύνταξη με τη ~ του ορίου ηλικίας. Εκδήλωση για τη ~ πενήντα χρόνων από τον θάνατο του ποιητή. ● ΣΥΜΠΛ.: ερωτήσεις συμπλήρωσης κενού βλ. ερώτηση [< 2: μτγν. συμπλήρωσις, γαλλ. complementation, 1914]
48436συμπλοιοκτησίασυ-μπλοι-ο-κτη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. καθεστώς από κοινού κατοχής και εκμετάλλευσης πλοίου.
48437συμπλοιοκτήτηςσυ-μπλοι-ο-κτή-της ουσ. (αρσ.) , συμπλοιοκτήτρια (η): πρόσωπο που κατέχει και εκμεταλλεύεται ένα πλοίο από κοινού με άλλους: ~ες αλιευτικού σκάφους.
48438συμπλοκήσυ-μπλο-κή ουσ. (θηλ.) 1. σύγκρουση που περιλαμβάνει σωματική βία: άγρια/αιματηρή/βίαιη/ένοπλη/φονική ~. Πολεμική ~ (= μάχη). ~ οπαδών με την αστυνομία. Ολονύκτιες ~ές μεταξύ ... Νεκρός σε ~. Η λογομαχία κατέληξε σε ~. Πβ. καβγάς. Βλ. μικρο~. 2. ΓΡΑΜΜ. σύνδεση (γλωσσικών) στοιχείων: αποφατική (π.χ. ούτε ... ούτε)/επιδοτική (π.χ. όχι μόνο ..., αλλά και)/καταφατική (π.χ. και ... και) ~ προτάσεων. [< αρχ. συμπλοκή]
48439σύμπλοκοσύ-μπλο-κο ουσ. (ουδ.) 1. ΓΛΩΣΣ. σταθερή σύναψη λέξεων που αποτελούν μία φράση· σύμπλοκος όρος: π.χ. παιδική χαρά, σκληρός δίσκος. Πβ. πολυλεκτικό σύνθετο, φρασεολογισμός. ΣΥΝ. ιδιωτισμός (2), λεξιλογικές/λεξικές συνάψεις, σύμφραση 2. ΧΗΜ. χημική ένωση δύο ή περισσότερων στοιχείων (ατόμων, μορίων, ριζών) που συνδέονται με ασθενείς ηλεκτροστατικούς δεσμούς, έχοντας ένα άτομο ως κεντρικό: ~ σιδήρου με αμινοξέα. Πρωτεϊνικό ~. ~ ενζύμων. [< 1: αγγλ. collocation, 1940, 2: γαλλ. complexe, αγγλ. complex]
48440σύμπλοκος, η, ο σύ-μπλο-κος επίθ.: που αποτελείται από δύο ή περισσότερα στοιχεία, σύνθετος: (ΧΗΜ.) ~ο: μείγμα. ~ες: ενώσεις (: ενός κεντρικού ατόμου μετάλλου με μη μεταλλικά στοιχεία). ~α: άλατα/ιόντα.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ος: όρος (= σύμπλοκο). ΑΝΤ. απλός (5) [< μτγν. σύμπλοκος 'περιπλεγμένος', γαλλ. complexe, αγγλ. complex]
48441σύμπνοιασύ-μπνοι-α ουσ. (θηλ.): ταύτιση απόψεων, συμφωνία: απόλυτη/εθνική/πλήρης ~. ~ μεταξύ των σωματείων/στο δημοτικό συμβούλιο. Πβ. ομο-θυμία, -φωνία, -ψυχία, ομόνοια. ΑΝΤ. διαφωνία, διχογνωμία, διχόνοια. ● ΦΡ.: σε αγαστή σύμπνοια & με αγαστή σύμπνοια: με (απόλυτη) αρμονία, συμφωνία: πολιτική σε ~ ~ με τις ευρωπαϊκές θέσεις. Εργαζόμαστε με ~ ~ και συντονισμό. Οι δύο χώρες βρίσκονται σε ~ ~ ως προς το ζήτημα. (ειρων.) Κυβέρνηση και αντιπολίτευση σε ~ ~. [< μτγν. σύμπνοια]
48442συμπολεμιστήςσυ-μπο-λε-μι-στής ουσ. (αρσ.): αυτός που έχει πολεμήσει μαζί με άλλον ή άλλους. Πβ. συμμαχητής, συναγωνιστής. [< μεσν. συμπολεμιστής]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.