| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48432 | συμπληρωματικός | , ή, ό συ-μπλη-ρω-μα-τι-κός επίθ.: που συμπληρώνει κάτι που λείπει ή προσθέτει κάτι παραπάνω: ~ός: εξοπλισμός/κανονισμός/πίνακας (επιτυχόντων)/προϋπολογισμός/φόρος (μισθωμάτων). ~ή: αγωγή/ανακοίνωση/απάντηση/βιβλιογραφία/δήλωση/δίωξη/έκθεση/εκπαίδευση/ενίσχυση/κατανομή/σύμβαση/σχέση/χορήγηση (φαρμάκου)/χρηματοδότηση. ~ό: εισόδημα/κείμενο/πρόγραμμα/σχέδιο/υλικό (μαθήματος)/υπόμνημα. ~οί: όροι. ~ές: οδηγίες/παροχές (μητρότητας)/πιστώσεις/προτάσεις. ~ά: δικαιολογητικά/έντυπα/έργα/μαθήματα/μέτρα/στοιχεία. (ΝΟΜ.) Έδωσε ~ή κατάθεση. Ζητήθηκαν ~ές διευκρινίσεις/πληροφορίες (πβ. έξτρα, επιπλέον, επιπρόσθετος). Το άρθρο ... περιλαμβάνει ~ές διατάξεις. Υπογράμμισε τον ~ό ρόλο της ιδιωτικής συμμετοχής. Πβ. δευτερεύων, βοηθητ-, επικουρ-, παραπληρωματ-ικός. ΑΝΤ. βασικός, θεμελιώδης, κεντρικός, κύριος, πρωταρχικός. ● επίρρ.: συμπληρωματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συμπληρωματικές βάσεις: ΒΙΟΧ. οι βάσεις του DNA και του RNA, μεταξύ των οποίων μπορεί να δημιουργηθούν δεσμοί υδρογόνου. Βλ. αδενίνη, γουανίνη, θυμίνη, κυτοσίνη, ουρακίλη., συμπληρωματικές γωνίες: ΓΕΩΜ. δύο οξείες γωνίες το άθροισμα των οποίων είναι ίσο με 90°. Βλ. παραπληρωματικές γωνίες., συμπληρωματική ιατρική: (κυρ. για εναλλακτικές μορφές θεραπείας) θεραπευτική που μπορεί να συμπληρώσει τη συμβατική ιατρική. [< αγγλ. complementary medicine, 1982] , συμπληρωματικά χρώματα βλ. χρώμα [< μτγν. συμπληρωματικός, γαλλ. complémentaire, supplémentaire, αγγλ. complementary] | |
| 48433 | συμπληρωματικότητα | συ-μπλη-ρω-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα ή κατάσταση του συμπληρωματικού: ~ δράσεων. Συνεργασία και ~ ~ μεταξύ της κεντρικής εξουσίας και της τοπικής αυτοδιοίκησης.|| (ΦΥΣ.) Aρχή της ~ας. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. complementarité, 1907, αγγλ. complementarity, 1911] | |
| 48434 | συμπληρώνω | συ-μπλη-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {συμπλήρω-σα, συμπληρώ-σω, -θηκε, -θεί, συμπληρών-οντας, συμπληρω-μένος} 1. καθιστώ κάτι πλήρες, προσθέτοντας τα απαραίτητα μέρη, στοιχεία, καλύπτω κενό χώρο ή θέση· κατ' επέκτ. ολοκληρώνω: Για να ~σω το ποσό, χρειάζομαι ακόμα χίλια ευρώ. ~θηκε το καρέ των ημιτελικών. Κυκλοφορεί η δεύτερη ~μένη και εμπλουτισμένη έκδοση. ~στε τις απαντήσεις/το έντυπο (εγγραφής)/το ερωτηματολόγιο/τα κενά των προτάσεων με τις κατάλληλες λέξεις/το πεδίο/το σταυρόλεξο/τα στοιχεία σας/τη φόρμα (συμμετοχής). Η αίτηση θα ~θεί και θα υποβληθεί ηλεκτρονικά.|| (στον προφορικό λόγο) Θα ήθελα να ~σω (= να πω επίσης) κάτι .../ότι .../πως ... "Είναι δύσκολη απόφαση, αλλά δεν φοβάμαι" ~σε χαρακτηριστικά.|| Οι υπόλοιπες θέσεις ~θηκαν με κλήρωση.|| ~σε τις σπουδές της στο εξωτερικό. Με την έρευνά του ~σε το έργο του δασκάλου του. Το μωρό ήρθε να ~σει την ευτυχία τους. Η ασφαλτόστρωση θα ~θεί εντός του έτους.|| Είναι πολύ ταιριαστό ζευγάρι: ο ένας ~ει τον άλλο. 2. φτάνω σε ορισμένο σημείο, όριο, χρονικό ή άλλο: Το φεστιβάλ ~ει (= κλείνει) αισίως/σήμερα/φέτος δέκα χρόνια ζωής/συνεχούς παρουσίας. Δικαιούνται υποτροφία όσοι δεν έχουν ~σει το εικοστό τέταρτο έτος της ηλικίας τους. Δεν ~ πλήρες ωράριο στο σχολείο. ~σε τις τριάντα συμμετοχές με την Εθνική (πβ. μετράει)/χίλιες ώρες πτήσης. ~θηκε (= πέρασε) ένας χρόνος από τον καταστροφικό σεισμό. [< αρχ. συμπληρῶ ‘γεμίζω εντελώς, ολοκληρώνω’, γαλλ. compléter] | |
| 48435 | συμπλήρωση | συ-μπλή-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. προσθήκη, συνήθ. με καταγραφή: ~ δεδομένων/λέξεων/στοιχείων. ~ δελτίου/δήλωσης/εντύπου/μηχανογραφικών/πεδίου. Αυτόματη/ηλεκτρονική ~ και υποβολή αίτησης. Διορθώσεις και ~ώσεις στην ελληνική βιβλιογραφία. ΣΥΝ. συμπλήρωμα (4) 2. ολοκλήρωση: ~ του έργου/του ποσού. Σύνταξη με τη ~ του ορίου ηλικίας. Εκδήλωση για τη ~ πενήντα χρόνων από τον θάνατο του ποιητή. ● ΣΥΜΠΛ.: ερωτήσεις συμπλήρωσης κενού βλ. ερώτηση [< 2: μτγν. συμπλήρωσις, γαλλ. complementation, 1914] | |
| 48436 | συμπλοιοκτησία | συ-μπλοι-ο-κτη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. καθεστώς από κοινού κατοχής και εκμετάλλευσης πλοίου. | |
| 48437 | συμπλοιοκτήτης | συ-μπλοι-ο-κτή-της ουσ. (αρσ.) , συμπλοιοκτήτρια (η): πρόσωπο που κατέχει και εκμεταλλεύεται ένα πλοίο από κοινού με άλλους: ~ες αλιευτικού σκάφους. | |
| 48438 | συμπλοκή | συ-μπλο-κή ουσ. (θηλ.) 1. σύγκρουση που περιλαμβάνει σωματική βία: άγρια/αιματηρή/βίαιη/ένοπλη/φονική ~. Πολεμική ~ (= μάχη). ~ οπαδών με την αστυνομία. Ολονύκτιες ~ές μεταξύ ... Νεκρός σε ~. Η λογομαχία κατέληξε σε ~. Πβ. καβγάς. Βλ. μικρο~. 2. ΓΡΑΜΜ. σύνδεση (γλωσσικών) στοιχείων: αποφατική (π.χ. ούτε ... ούτε)/επιδοτική (π.χ. όχι μόνο ..., αλλά και)/καταφατική (π.χ. και ... και) ~ προτάσεων. [< αρχ. συμπλοκή] | |
| 48439 | σύμπλοκο | σύ-μπλο-κο ουσ. (ουδ.) 1. ΓΛΩΣΣ. σταθερή σύναψη λέξεων που αποτελούν μία φράση· σύμπλοκος όρος: π.χ. παιδική χαρά, σκληρός δίσκος. Πβ. πολυλεκτικό σύνθετο, φρασεολογισμός. ΣΥΝ. ιδιωτισμός (2), λεξιλογικές/λεξικές συνάψεις, σύμφραση 2. ΧΗΜ. χημική ένωση δύο ή περισσότερων στοιχείων (ατόμων, μορίων, ριζών) που συνδέονται με ασθενείς ηλεκτροστατικούς δεσμούς, έχοντας ένα άτομο ως κεντρικό: ~ σιδήρου με αμινοξέα. Πρωτεϊνικό ~. ~ ενζύμων. [< 1: αγγλ. collocation, 1940, 2: γαλλ. complexe, αγγλ. complex] | |
| 48440 | σύμπλοκος | , η, ο σύ-μπλο-κος επίθ.: που αποτελείται από δύο ή περισσότερα στοιχεία, σύνθετος: (ΧΗΜ.) ~ο: μείγμα. ~ες: ενώσεις (: ενός κεντρικού ατόμου μετάλλου με μη μεταλλικά στοιχεία). ~α: άλατα/ιόντα.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ος: όρος (= σύμπλοκο). ΑΝΤ. απλός (5) [< μτγν. σύμπλοκος 'περιπλεγμένος', γαλλ. complexe, αγγλ. complex] | |
| 48441 | σύμπνοια | σύ-μπνοι-α ουσ. (θηλ.): ταύτιση απόψεων, συμφωνία: απόλυτη/εθνική/πλήρης ~. ~ μεταξύ των σωματείων/στο δημοτικό συμβούλιο. Πβ. ομο-θυμία, -φωνία, -ψυχία, ομόνοια. ΑΝΤ. διαφωνία, διχογνωμία, διχόνοια. ● ΦΡ.: σε αγαστή σύμπνοια & με αγαστή σύμπνοια: με (απόλυτη) αρμονία, συμφωνία: πολιτική σε ~ ~ με τις ευρωπαϊκές θέσεις. Εργαζόμαστε με ~ ~ και συντονισμό. Οι δύο χώρες βρίσκονται σε ~ ~ ως προς το ζήτημα. (ειρων.) Κυβέρνηση και αντιπολίτευση σε ~ ~. [< μτγν. σύμπνοια] | |
| 48442 | συμπολεμιστής | συ-μπο-λε-μι-στής ουσ. (αρσ.): αυτός που έχει πολεμήσει μαζί με άλλον ή άλλους. Πβ. συμμαχητής, συναγωνιστής. [< μεσν. συμπολεμιστής] | |
| 48443 | συμπολεμώ | [συμπολεμῶ] συ-μπο-λε-μώ ρ. (αμτβ.) {συμπολεμ-άς, -ά ..., -ώντας | συμπολέμ-ησα}: μάχομαι από κοινού με άλλους, στο πλευρό τους: ~ήσαμε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (βλ. συνυπηρετώ). [< αρχ. συμπολεμῶ] | |
| 48444 | συμπολιτεία | συ-μπο-λι-τεί-α ουσ. (θηλ.): ομοσπονδία Πολιτειών, κρατών υπό ενιαία κεντρική διοίκηση με παράλληλη διατήρηση της αυτονομίας τους: αμερικανική ~. ~ δήμων.|| (ΙΣΤ., μεταξύ των αρχαίων πόλεων-κρατών:) Αιτωλική/Αχαϊκή ~. [< μτγν. συμπολιτεία, γαλλ. confédération, αγγλ. confederacy] | |
| 48445 | συμπολιτεύομαι | συ-μπο-λι-τεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {συμπολιτεύ-θηκα, -όμενος}: ανήκω στο κυβερνών κόμμα ή το υποστηρίζω: Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης θα πρέπει να ενημερώνουν αντί να ~ονται ή να αντιπολιτεύονται. Πβ. συμπαρατάσσομαι. [< μτγν. συμπολιτεύομαι ‘συμμετέχω σε δημόσια αξιώματα’] | |
| 48446 | συμπολιτευόμενος | , η, ο συ-μπο-λι-τευ-ό-με-νος επίθ.: που συμπολιτεύεται: ~ος: Τύπος. ~η: εφημερίδα. ~ο: κόμμα. ~οι: βουλευτές. Πβ. (φιλο)κυβερνητικός.|| (ως ουσ.) Συγκυβερνώντες και ~οι. ΑΝΤ. αντιπολιτευόμενος | |
| 48447 | συμπολίτευση | συ-μπο-λί-τευ-ση ουσ. (θηλ.): (περιληπτ.) οι βουλευτές της κυβερνητικής παράταξης ως σύνολο και γενικότ. μέλη συλλογικού οργάνου που ανήκουν στην πλειοψηφία: Οι δυνάμεις/κόμμα της ~ης.|| Πρόεδρος και γραμματέας του δημοτικού συμβουλίου εκλέγονται από τη ~. ΑΝΤ. αντιπολίτευση (1) [< μτγν. συμπολίτευσις 'η ιδιότητα του συμπολίτη'] | |
| 48448 | συμπολίτης, συμπολίτισσα | συ-μπο-λί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που κατοικεί ή κατάγεται από την ίδια πόλη ή χώρα με κάποιον άλλον ή άλλους. Πβ. συντοπίτης.|| (ως προσφών. σε λόγο) ~ες, ~ισσες! Αγαπητοί ~ες ... [< αρχ. συμπολίτης· πβ. γαλλ. concitoyen] | |
| 48449 | συμπολυμερές | συ-μπο-λυ-με-ρές ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. μακρομόριο που αποτελείται από δύο ή περισσότερους διαφορετικούς τύπους μονομερών. [< αγγλ. copolymer, 1936, γαλλ. copolymère, 1960] | |
| 48450 | συμπολυμερισμός | συ-μπο-λυ-με-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. πολυμερισμός διαφορετικών μονομερών με σχηματισμό συμπολυμερούς. [< αγγλ. copolymerization, 1936] | |
| 48451 | συμπονάω | βλ. συμπονώ |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ