| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3948 | ανθός | [ἀνθός] αν-θός ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) αθός 1. (συχνά λογοτ.) άνθος, λουλούδι ή συνεκδ. το σύνολο των ανθέων ενός φυτού: το άρωμα του ~ού της λεμονιάς. Γεμιστοί ~οί κολοκυθιών (= κολοκυθοανθοί).|| Ο ~ της ροδακινιάς. 2. (μτφ.) το καλύτερο μέρος ευρύτερου συνόλου: ο ~ του (ευρωπαϊκού) κινηματογράφου/της κοινωνίας/της νεολαίας. ΣΥΝ. αθέρας (1), άνθος (2), αφρόκρεμα, αφρός (5), ελίτ 3. ανθοφορία: Ο παγετός έκαψε τις πορτοκαλιές πάνω στον ~ό τους. ΣΥΝ. άνθιση (2) ΑΝΤ. μαρασμός (3) ● ΦΡ.: (πάνω) στο άνθος/στην ακμή/στον ανθό της ηλικίας/της νιότης (κάποιου) βλ. άνθος [< μεσν. ανθός] | |
| 3949 | άνθος | [ἄνθος ] άν-θος ουσ. (ουδ.) {άνθ-ους | άνθη, ανθ-έων} 1. (επίσ.) χαρακτηριστικό τμήμα του φυτού που περιλαμβάνει τα αναπαραγωγικά όργανα και τα προστατευτικά μέρη (πέταλα) και κατ' επέκτ. το ίδιο το φυτό, το λουλούδι: Άνθη αμυγδαλιάς/κερασιάς/λεμονιάς. Μέλι/σπόροι ~έων.|| ~ του αγρού (: αγριολούλουδο). 2. (μτφ.) το πιο καλό, ακμαίο μέρος πράγματος, συνόλου ή περιόδου: Το ~ της ελληνικής ποίησης/της νεολαίας (= ο ανθός). Πβ. ανφάν γκατέ, αφρόκρεμα, αφρός, ελίτ.|| Βρίσκεται στο ~ της πνευματικής του δημιουργίας. Πβ. ακμή, άνθιση. ΑΝΤ. μαρασμός, παρακμή. 3. λεπτό στρώμα που σχηματίζεται στην επιφάνεια υγρού ή σπανιότ. μετάλλου: το ~ του γάλακτος (βλ. ανθόγαλα, καϊμάκι)/του κρασιού (βλ. μύκητας). ~ θείου/σιδήρου/χαλκού (βλ. άλατα, σκουριά). ● Υποκ.: ανθάκι (το) βλ. σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: δρεπτά άνθη βλ. δρεπτός ● ΦΡ.: (πάνω) στο άνθος/στην ακμή/στον ανθό της ηλικίας/της νιότης (κάποιου): την περίοδο ή στην ακμή της νεότητας: Βρίσκεται/είναι/πέθανε ~ ~ του. [< γαλλ. à la fleur de l' âge /de la jeunesse] , άνθη/άνθος του κακού: εκδηλώσεις, συνέπειες νοσηρής κατάστασης. [< γαλλ. les fleurs du mal] [< 1: αρχ. ἄνθος 2,3: γαλλ. fleur] | |
| 3950 | ανθόσπαρτος | , η, ο [ἀνθόσπαρτος] αν-θό-σπαρ-τος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) ευχάριστος, ευτυχισμένος: Η ζωή τους δεν ήταν ~η (= στρωμένη/σπαρμένη με ροδοπέταλα). 2. γεμάτος, σπαρμένος με άνθη: ~οι: κάμποι. ~α: λιβάδια. ● ΦΡ.: (εύχομαι) βίο(ν) ανθόσπαρτο(ν) (λόγ.): ευχή σε νιόπαντρο ζευγάρι για ευτυχισμένη ζωή. [< γαλλ. semé de fleurs] | |
| 3951 | ανθοστεφανωμένος | , η, ο [ἀνθοστεφανωμένος] αν-θο-στε-φα-νω-μέ-νος επίθ. (λογοτ.): που φέρει στεφάνι με λουλούδια. Βλ. δαφνοστεφανωμένος. | |
| 3952 | ανθοστήλη | [ἀνθοστήλη] αν-θο-στή-λη ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): κατασκευή με λουλούδια, σε σχήμα στήλης, που προορίζεται κυρ. για γάμο· παλαιότ. διακοσμητικό έπιπλο που στήριζε συνθέσεις από άνθη, ανθοδοχεία, γλάστρες. | |
| 3953 | ανθοστολίζω | [ἀνθοστολίζω] αν-θο-στο-λί-ζω ρ. (μτβ.) {(σπάν.) ανθοστόλι-σε, (σπάν.) -σει, -στηκε, -στεί, συνήθ. στη μτχ. -σμένος}: στολίζω κάτι (σπανιότ. κάποιον) με άνθη: ~σμένη: αίθουσα. Παρέλαση ~σμένων αρμάτων. (ΣΥΝ. ανθοστόλιστος).|| (μτφ.) ~σμένα: τοπία (: γεμάτα άνθη). | |
| 3954 | ανθοστολισμός | [ἀνθοστολισμός] αν-θο-στο-λι-σμός ουσ. (αρσ.) & ανθοστόλισμα (το) (επίσ.): διακόσμηση χώρου με άνθη: ~ εκκλησίας. ~οί εκδηλώσεων/δεξιώσεων. ΣΥΝ. ανθοδιακόσμηση | |
| 3955 | ανθοστόλιστος | , η, ο [ἀνθοστόλιστος] αν-θο-στό-λι-στος επίθ. (επίσ.): που είναι στολισμένος με άνθη: ~ος: επιτάφιος/κήπος. ~η: εκκλησία. ~ο: τραπέζι. ~ες: αυλές. ΣΥΝ. ανθοστολισμένος. | |
| 3956 | ανθοσύνθεση | [ἀνθοσύνθεση] αν-θο-σύν-θε-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): συνδυασμός λουλουδιών και διακοσμητικών στοιχείων σε ενιαίο σύνολο (προορίζεται κυρ. για στολισμούς): γαμήλιες ~έσεις. Βλ. ανθοδέσμη, ικεμπάνα, μπουκέτο. | |
| 3957 | ανθοταξία | [ἀνθοταξία] αν-θο-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ταξιανθία. [< αγγλ. anthotaxy] | |
| 3958 | ανθότυρο | [ἀνθότυρο] αν-θό-τυ-ρο ουσ. (ουδ.) & ανθότυρος & (λαϊκό) αθότυρος (ο): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μαλακό ανάλατο λευκό τυρί χωρίς τρύπες. Βλ. μυζήθρα. [< μεσν. ανθότυρον, ανθότυρος] | |
| 3959 | ανθούριο | [ἀνθούριο] αν-θού-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {ανθουρί-ου}: ΒΟΤ. ποώδες, τροπικό, διακοσμητικό φυτό εσωτερικού χώρου (οικογ. Araceae) με μεγάλα φύλλα και καρδιόσχημα, κόκκινα συνήθ. άνθη που μοιάζουν με κρίνα. [< νεολατ. anthurium] | |
| 3960 | ανθούσα | [ἀνθοῦσα] αν-θού-σα επίθ. {θηλ.} (λόγ.): που αναπτύσσεται, που ακμάζει: ~: βιομηχανία/οικονομία. ~ες: επιχειρήσεις. Πβ. ακμαίος, ανθηρός, θαλερός. [< αρχ. μτχ. ἀνθοῦσα] | |
| 3961 | ανθοφορεί | [ἀνθοφορεῖ] αν-θο-φο-ρεί ρ. (αμτβ.) (επίσ.): ανθίζει: Η ελιά ~ το Μάιο. Πβ. λουλουδίζει. [< μτγν. ἀνθοφορῶ] | |
| 3962 | ανθοφορία | [ἀνθοφορία] αν-θο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): άνθιση των φυτών και η αντίστοιχη περίοδος: ανοιξιάτικη/διαδοχική/πρώιμη/συνεχής/χειμερινή ~. ~ και καρποφορία. Εποχή ~ας. Πβ. λουλούδιασμα. Βλ. -φορία. ΑΝΤ. ανθόρροια [< μτγν. ἀνθοφορία] | |
| 3963 | ανθοφόρος | , α/ος, ο [ἀνθοφόρος] αν-θο-φό-ρος επίθ. (επιστ.) 1. που φέρει ή παράγει λουλούδια: ~ος: βλαστός/θάμνος. ~ο: στέλεχος. ~οι: μίσχοι. ~α: φυτά. Βλ. καρπο-, οπωρο-φόρος. 2. (σπάν.-μτφ.) παραγωγικός, γόνιμος: ~ος: τομέας (της οικονομίας). 3. (σπάν.) που είναι διακοσμημένος με παράσταση ανθέων: ~ο: αγγείο. Βλ. ανθοστόλιστος. [< αρχ. ἀνθοφόρος, γαλλ. florifère] | |
| 3964 | ανθόφυτα | [ἀνθόφυτα] αν-θό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. φυτά που φέρουν άνθη: εποχιακά/ετήσια/πολυετή ~. Πβ. σπερματόφυτα, φανερόγαμα. | |
| 3965 | άνθρακας | [ἄνθρακας] άν-θρα-κας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ος} 1. ΧΗΜ. αμέταλλο στοιχείο (σύμβ. C, Ζ 6), ευρέως διαδεδομένο στη φύση, το οποίο υπάρχει σε αλλοτροπική μορφή ως διαμάντι και γραφίτης και έχει την ικανότητα να σχηματίζει μεγάλη ποικιλία οργανικών ενώσεων· κάρβουνο: οργανικός ~ (: που προέρχεται από ζώο ή φυτό, βλ. γλυκίδια, λιπίδια, υδατάνθρακες). Λευκός ~ (: το νερό ως πηγή ενέργειας). Κρυσταλλικός ~. Χημεία του ~α (= η οργανική). Ομάδα του ~α. Ο κύκλος του ~α. Άτομο/ισότοπο/μόριο ~α. Κοιτάσματα ορυκτών ~άκων.|| Όταν ένα κομμάτι ~α καίγεται, απομένει η στάχτη. || υπ(ερ)οξείδιο του ~. Βλ. γαι~, λιθ~, ξυλ~, οπτ~, τετραχλωρ~, υδατ~, υδρογον~, φθορ~, χλωροφθορ~, φουλερένιο. 2. ΙΑΤΡ. μολυσματική ασθένεια, συνήθ. δερματική, που προκαλείται από το βακτηρίδιο του άνθρακα (επιστ. ονομασ. Bacillus anthracis) και μεταδίδεται στον άνθρωπο από τα ζώα· επικίνδυνο βιολογικό όπλο σε μορφή σπόρων βακίλου: γαστρεντερικός/δερματικός/πνευμονικός ~. Βλ. ψευδ~.|| Επίθεση/μόλυνση με ~α. 3. ΓΕΩΠ. ασθένεια που προκαλείται από μύκητες και προσβάλλει τα αγγειόσπερμα φυτά. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργός άνθρακας & ενεργοποιημένος άνθρακας: ΧΗΜ. είδος άνθρακα σε μορφή σκόνης ή κόκκων με ποικίλες εφαρμογές, συνήθ. για καθαρισμό υδάτων ή ως αντίδοτο σε ορισμένες δηλητηριάσεις: φίλτρα ~ού ~α. [< αγγλ. activated carbon, 1921] , μονοξείδιο του άνθρακα: ΧΗΜ. άχρωμο, άοσμο και πολύ τοξικό αέριο (CO), που παράγεται από την ατελή καύση οποιουδήποτε υλικού το οποίο περιέχει άνθρακα (ιδ. βενζίνης, κάρβουνου, φυσικού αερίου, πετρελαίου, πλαστικού)., φυτικός άνθρακας: ΧΗΜ. χρωστική ουσία που παράγεται από την καύση ξύλων και διάφορων καρπών. Βλ. ζωικός άνθρακας., διοξείδιο του άνθρακα βλ. διοξείδιο, ζωικός άνθρακας βλ. ζωικός1, τόνος ισοδύναμου άνθρακα (ΤΙΑ) βλ. τόνος2 ● ΦΡ.: άνθρακες/(άνθρακας) ο θησαυρός (μτφ.): για διάψευση (μεγάλων) ελπίδων. Πβ. μάπα το καρπούζι., χρονολόγηση με άνθρακα-14: χημική ανάλυση για τον προσδιορισμό της ηλικίας οργανικών υλικών ή αρχαίων αντικειμένων, που βασίζεται στην περιεκτικότητά τους στο ραδιενεργό ισότοπο του άνθρακα. Βλ. ραδιοχρονολόγηση. [< αγγλ. carbon dating/date, 1951] [< 1: μεσν. άνθρακας < αρχ. ἄνθραξ, γαλλ. carbone, αγγλ. carbon 2,3: γαλλ. charbon, αγγλ. anthrax] | |
| 3966 | ανθρακασβέστιο | [ἀνθρακασβέστιο] αν-θρα-κα-σβέ-στι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ένωση (σύμβ. CαC2) που παρασκευάζεται με θέρμανση άνθρακα και ασβεστίου· με υδρόλυσή της παράγεται το ακετυλένιο. Βλ. ανθρακικό ασβέστιο. [< γαλλ. carbure de calcium] | |
| 3967 | ανθρακένιο | [ἀνθρακένιο] αν-θρα-κέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. πολυκυκλικός αρωματικός υδρογονάνθρακας (C14H10) που χρησιμοποιείται στην παρασκευή χρωστικών και την ανίχνευση ακτινοβολίας. [< γαλλ. anthracène, αγγλ. anthracene] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ