Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4880-4900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3957ανθοταξία[ἀνθοταξία] αν-θο-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ταξιανθία. [< αγγλ. anthotaxy]
3958ανθότυρο[ἀνθότυρο] αν-θό-τυ-ρο ουσ. (ουδ.) & ανθότυρος & (λαϊκό) αθότυρος (ο): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μαλακό ανάλατο λευκό τυρί χωρίς τρύπες. Βλ. μυζήθρα. [< μεσν. ανθότυρον, ανθότυρος]
3959ανθούριο[ἀνθούριο] αν-θού-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {ανθουρί-ου}: ΒΟΤ. ποώδες, τροπικό, διακοσμητικό φυτό εσωτερικού χώρου (οικογ. Araceae) με μεγάλα φύλλα και καρδιόσχημα, κόκκινα συνήθ. άνθη που μοιάζουν με κρίνα. [< νεολατ. anthurium]
3960ανθούσα[ἀνθοῦσα] αν-θού-σα επίθ. {θηλ.} (λόγ.): που αναπτύσσεται, που ακμάζει: ~: βιομηχανία/οικονομία. ~ες: επιχειρήσεις. Πβ. ακμαίος, ανθηρός, θαλερός. [< αρχ. μτχ. ἀνθοῦσα]
3961ανθοφορεί[ἀνθοφορεῖ] αν-θο-φο-ρεί ρ. (αμτβ.) (επίσ.): ανθίζει: Η ελιά ~ το Μάιο. Πβ. λουλουδίζει. [< μτγν. ἀνθοφορῶ]
3962ανθοφορία[ἀνθοφορία] αν-θο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): άνθιση των φυτών και η αντίστοιχη περίοδος: ανοιξιάτικη/διαδοχική/πρώιμη/συνεχής/χειμερινή ~. ~ και καρποφορία. Εποχή ~ας. Πβ. λουλούδιασμα. Βλ. -φορία. ΑΝΤ. ανθόρροια [< μτγν. ἀνθοφορία]
3963ανθοφόρος, α/ος, ο [ἀνθοφόρος] αν-θο-φό-ρος επίθ. (επιστ.) 1. που φέρει ή παράγει λουλούδια: ~ος: βλαστός/θάμνος. ~ο: στέλεχος. ~οι: μίσχοι. ~α: φυτά. Βλ. καρπο-, οπωρο-φόρος. 2. (σπάν.-μτφ.) παραγωγικός, γόνιμος: ~ος: τομέας (της οικονομίας). 3. (σπάν.) που είναι διακοσμημένος με παράσταση ανθέων: ~ο: αγγείο. Βλ. ανθοστόλιστος. [< αρχ. ἀνθοφόρος, γαλλ. florifère]
3964ανθόφυτα[ἀνθόφυτα] αν-θό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. φυτά που φέρουν άνθη: εποχιακά/ετήσια/πολυετή ~. Πβ. σπερματόφυτα, φανερόγαμα.
3965άνθρακας[ἄνθρακας] άν-θρα-κας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ος} 1. ΧΗΜ. αμέταλλο στοιχείο (σύμβ. C, Ζ 6), ευρέως διαδεδομένο στη φύση, το οποίο υπάρχει σε αλλοτροπική μορφή ως διαμάντι και γραφίτης και έχει την ικανότητα να σχηματίζει μεγάλη ποικιλία οργανικών ενώσεων· κάρβουνο: οργανικός ~ (: που προέρχεται από ζώο ή φυτό, βλ. γλυκίδια, λιπίδια, υδατάνθρακες). Λευκός ~ (: το νερό ως πηγή ενέργειας). Κρυσταλλικός ~. Χημεία του ~α (= η οργανική). Ομάδα του ~α. Ο κύκλος του ~α. Άτομο/ισότοπο/μόριο ~α. Κοιτάσματα ορυκτών ~άκων.|| Όταν ένα κομμάτι ~α καίγεται, απομένει η στάχτη. || υπ(ερ)οξείδιο του ~. Βλ. γαι~, λιθ~, ξυλ~, οπτ~, τετραχλωρ~, υδατ~, υδρογον~, φθορ~, χλωροφθορ~, φουλερένιο. 2. ΙΑΤΡ. μολυσματική ασθένεια, συνήθ. δερματική, που προκαλείται από το βακτηρίδιο του άνθρακα (επιστ. ονομασ. Bacillus anthracis) και μεταδίδεται στον άνθρωπο από τα ζώα· επικίνδυνο βιολογικό όπλο σε μορφή σπόρων βακίλου: γαστρεντερικός/δερματικός/πνευμονικός ~. Βλ. ψευδ~.|| Επίθεση/μόλυνση με ~α. 3. ΓΕΩΠ. ασθένεια που προκαλείται από μύκητες και προσβάλλει τα αγγειόσπερμα φυτά. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργός άνθρακας & ενεργοποιημένος άνθρακας: ΧΗΜ. είδος άνθρακα σε μορφή σκόνης ή κόκκων με ποικίλες εφαρμογές, συνήθ. για καθαρισμό υδάτων ή ως αντίδοτο σε ορισμένες δηλητηριάσεις: φίλτρα ~ού ~α. [< αγγλ. activated carbon, 1921] , μονοξείδιο του άνθρακα: ΧΗΜ. άχρωμο, άοσμο και πολύ τοξικό αέριο (CO), που παράγεται από την ατελή καύση οποιουδήποτε υλικού το οποίο περιέχει άνθρακα (ιδ. βενζίνης, κάρβουνου, φυσικού αερίου, πετρελαίου, πλαστικού)., φυτικός άνθρακας: ΧΗΜ. χρωστική ουσία που παράγεται από την καύση ξύλων και διάφορων καρπών. Βλ. ζωικός άνθρακας., διοξείδιο του άνθρακα βλ. διοξείδιο, ζωικός άνθρακας βλ. ζωικός1, τόνος ισοδύναμου άνθρακα (ΤΙΑ) βλ. τόνος2 ● ΦΡ.: άνθρακες/(άνθρακας) ο θησαυρός (μτφ.): για διάψευση (μεγάλων) ελπίδων. Πβ. μάπα το καρπούζι., χρονολόγηση με άνθρακα-14: χημική ανάλυση για τον προσδιορισμό της ηλικίας οργανικών υλικών ή αρχαίων αντικειμένων, που βασίζεται στην περιεκτικότητά τους στο ραδιενεργό ισότοπο του άνθρακα. Βλ. ραδιοχρονολόγηση. [< αγγλ. carbon dating/date, 1951] [< 1: μεσν. άνθρακας < αρχ. ἄνθραξ, γαλλ. carbone, αγγλ. carbon 2,3: γαλλ. charbon, αγγλ. anthrax]
3966ανθρακασβέστιο[ἀνθρακασβέστιο] αν-θρα-κα-σβέ-στι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ένωση (σύμβ. CαC2) που παρασκευάζεται με θέρμανση άνθρακα και ασβεστίου· με υδρόλυσή της παράγεται το ακετυλένιο. Βλ. ανθρακικό ασβέστιο. [< γαλλ. carbure de calcium]
3967ανθρακένιο[ἀνθρακένιο] αν-θρα-κέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. πολυκυκλικός αρωματικός υδρογονάνθρακας (C14H10) που χρησιμοποιείται στην παρασκευή χρωστικών και την ανίχνευση ακτινοβολίας. [< γαλλ. anthracène, αγγλ. anthracene]
3968ανθράκευση[ἀνθράκευση] αν-θρά-κευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. παρασκευή ξυλανθράκων. 2. (παλαιότ.) εφοδιασμός ατμοκίνητων μηχανών (πλοίων, τρένων) με ορυκτό άνθρακα. [< γαλλ. charbonnage]
3969ανθρακί[ἀνθρακί] αν-θρα-κί επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει τη σκούρα γκρι απόχρωση του άνθρακα: ~ καλσόν/φούστα.|| (ως ουσ.) Γκρι/μεταλλικό/σκούρο ~ (ενν. χρώμα). Πβ. γραφίτης, μολυβί, ποντικί, σουρί. Βλ. ασημί, σταχτί.
3970ανθρακικός, ή, ό [ἀνθρακικός] αν-θρα-κι-κός επίθ. ΧΗΜ. 1. (κυρ. για χημική ένωση) που περιέχει άνθρακα: ~ός: άργυρος/μόλυβδος (βλ. στουπέτσι)/σίδηρος/χαλκός/ψευδάργυρος. ~ή: αμμωνία. ~ό: κάλιο/λίθιο/μαγγάνιο/μαγνήσιο/νάτριο. ~ά: άλατα.|| (ΓΕΩΛ.) ~οί: σχηματισμοί/σχιστόλιθοι (πβ. ασβεστόλιθος). ~ά: ιζήματα/ορυκτά/πετρώματα. Πβ. ανθρακούχος, ανθρακοφόρος. 2. που σχετίζεται με τον άνθρακα: ~ή: αλυσίδα/σκληρότητα. Βλ. λιθ~, πολυ~. ● Ουσ.: ανθρακικό (το): ενν. οξύ: μεταλλικό νερό/πορτοκαλάδα με/χωρίς ~. Βλ. αεριούχος. ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρακικό ασβέστιο: ΧΗΜ. ένωση αδιάλυτη στο νερό (σύμβ. CaCO3) που χρησιμοποιείται κυρ. στην οικοδομική και τη γλυπτική: άμορφο (: ασβεστόλιθος, δολομίτης, κρητίδα)/κρυσταλλικό (: αραγων-, ασβεστ-ίτης) ~ ~. Το ~ ~ αποτελεί κύριο συστατικό των κοραλλιών, των μαργαριταριών, των οστράκων, των κελύφων των αβγών και των σταλακτιτών και σταλαγμιτών. Βλ. θειικό ασβέστιο., ανθρακικό οξύ: αυτό που σχηματίζεται, όταν το διοξείδιο του άνθρακα διαλυθεί σε νερό (H2CO3)., ανθρακικό νάτριο βλ. νάτριο [< μεσν. ανθρακικός, γαλλ. carbonique]
3971ανθρακίτης[ἀνθρακίτης] αν-θρα-κί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. σκληρό, γυαλιστερό κάρβουνο εξαιρετικής ποιότητας. Βλ. γαι-, λιθ-άνθρακας, λιγνίτης, -ίτης2. [< μτγν. ἀνθρακῖτις (ἡ), αγγλ.-γαλλ. anthracite]
3972ανθρακο- & ανθρακό- & ανθρακ-α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται 1. ΧΗΜ. στον άνθρακα: ανθρακ-ασβέστιο/~ούχος. 2. (λόγ.) στο κάρβουνο: ανθρακο-φόρο. [< μτγν. ἀνθρακ(ο)-, διεθν. anthrac(o)-, γαλλ. carbon-]
3973ανθρακόνημα[ἀνθρακόνημα] αν-θρα-κό-νη-μα ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. υλικό υψηλής ποιότητας που παράγεται από πολυμερισμό ενώσεων του άνθρακα, χαρακτηρίζεται από μικρό βάρος και μεγάλη αντοχή και γι΄αυτόν τον λόγο χρησιμοποιείται στην αυτοκινητοβιομηχανία (κυρ. για την κατασκευή αγωνιστικών αυτοκινήτων ή πλαισίων)· ίνες άνθρακα. [< αγγλ. carbon fiber, 1960]
3974ανθρακόπισσα[ἀνθρακόπισσα] αν-θρα-κό-πισ-σα ουσ. (θηλ.): σκουρόχρωμο, σχεδόν μαύρο, υγρό, παραπροϊόν της ξηρής απόσταξης του άνθρακα: ακατέργαστη ~. Βερνίκια/κλάσματα/οξέα/παραγωγή ~ας. Βλ. ινδόλη, λιθ~. [< αγγλ. coal-tar]
3975ανθρακούχος, ος/α, ο [ἀνθρακοῦχος] αν-θρα-κού-χος επίθ. 1. (επιστ.) που περιέχει άνθρακα ή κοιτάσματά του: (ΧΗΜ.) ~ες: ενώσεις.|| (ΓΕΩΛ.) ~ος: σχιστόλιθος/χάλυβας. ~α: πετρώματα. Πβ. ανθρακικός, ανθρακοφόρος. 2. (επίσ.) που περιέχει ανθρακικό οξύ: ~ο: αναψυκτικό/(φυσικό) μεταλλικό νερό. ~α: ποτά. Πβ. αεριούχος. [< 1: γαλλ. carboné]
3976ανθρακοφόρος, ος/α, ο [ἀνθρακοφόρος] αν-θρα-κο-φό-ρος επίθ. (επιστ.): (για έδαφος, πέτρωμα) που περιέχει γαιάνθρακες: ~α: κοιτάσματα/στρώματα. Πβ. ανθρακ-ικός, -ούχος. Βλ. λιθ~, -φόρος. ● Ουσ.: ανθρακοφόρο (το): πλοίο που μεταφέρει γαιάνθρακες. Πβ. καρβουνιάρικο. [< μεσν. ανθρακοφόρος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.