| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48452 | συμπονετικός | , ή, ό συ-μπο-νε-τι-κός επίθ.: που νιώθει ή φανερώνει συμπόνια: ~ός: άνθρωπος. ~ή: καρδιά/ψυχή. ~ό: βλέμμα/ύφος. Πβ. ελεήμων, σπλαχνικός, φιλεύσπλαχνος. ΑΝΤ. άκαρδος ● επίρρ.: συμπονετικά | |
| 48453 | συμπόνια | συ-μπό-νια ουσ. (θηλ.) & συμπόνεση: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συμπονώ, συμπάθεια: ανθρώπινη ~. ~ προς τους αναξιοπαθούντες. Δείχνω/νιώθω/προκαλώ τη ~. Δεν έχεις μέσα σου καθόλου ~; Δάκρυσε από ~. Πβ. ευσπλαχνία, λύπηση, οίκτος, πόνεση, πόνος. ΑΝΤ. αναισθησία (2), αναλγησία (1), απονιά [μεσν. συμπόνεσις] | |
| 48454 | συμπονώ | [συμπονῶ] συ-μπο-νώ ρ. (μτβ.) {συμπον-είς κ. -άς ..., -ώντας | συμπόν-εσα} & συμπονάω: συμμερίζομαι τον πόνο των άλλων: Τον ~ ειλικρινά. Νιώθω τη θλίψη σου και σε ~. Ικέτευε να τον λυπηθεί και να τον ~έσει. Πβ. (ευ)σπλαχνίζομαι, συμπάσχω. ΣΥΝ. πονώ (3) [< αρχ. συμπονῶ ‘κοπιάζω ή υποφέρω μαζί’] | |
| 48455 | συμπορεύομαι | συ-μπο-ρεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {συμπορεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί, -όμενος} 1. (μτφ.) έχω κοινή πορεία, τακτική, στόχο με κάποιον ή κάτι άλλο: Η ιατρική ~εται με την τεχνολογία για την εξεύρεση νέων θεραπειών. Πβ. εναρμονίζομαι, συμβαδίζω, συμπλέω, συνοδοιπορώ. Βλ. παρακολουθώ.|| Δεν ~ονται με τη λογική του βολέματος. Πβ. συμφωνώ, ταυτίζομαι. 2. (σπάν.) προχωρώ μαζί με κάποιον, ακολουθώ παράλληλη διαδρομή. [< 2: αρχ. συμπορεύομαι] | |
| 48456 | συμπόρευση | συ-μπό-ρευ-ση ουσ. (θηλ.): κοινή πορεία και δράση, σύμπλευση: αγωνιστική/δημιουργική/ειρηνική/ιδεολογική/πλήρης/πολιτική ~ (πβ. συμφωνία, ταύτιση). ~ με την Ευρώπη (πβ. εναρμόνιση, ευθυγράμμιση). ~ των πολιτικών δυνάμεων. Πβ. συναγωνιστικότητα, συνεργασία, συνοδοιπορία. [< μεσν. συμπόρευσις] | |
| 48457 | συμποσιακός | , ή, ό συ-μπο-σι-α-κός επίθ.: ΑΡΧ. που σχετίζεται με το συμπόσιο. [< μτγν. συμποσιακός] | |
| 48458 | συμποσίαρχος | συ-μπο-σί-αρ-χος ουσ. (αρσ.) & συμποσιάρχης: ΑΡΧ. υπεύθυνος για την οργάνωση και την επίβλεψη συμποσίου. Βλ. -αρχος. [< αρχ. συμποσίαρχος] | |
| 48459 | συμποσιαστής | συ-μπο-σι-α-στής ουσ. (αρσ.): ΑΡΧ. πρόσωπο που συμμετέχει σε συμπόσιο. [< μτγν. συμποσιαστής] | |
| 48460 | συμπόσιο | συ-μπό-σι-ο ουσ. (ουδ.) {συμποσ-ίου | -ων} 1. επίσημη συνάντηση επιστημόνων και ειδικών με ανακοινώσεις γύρω από συγκεκριμένη θεματική ενότητα: διεθνές/επιστημονικό/ετήσιο/φιλολογικό ~. ~ ποίησης. ~ για .../με θέμα το … Συμμετέχω σε ~. Παρακολουθώ ~. Πβ. συνέδριο, φόρουμ. Βλ. ημερίδα. 2. ΑΡΧ. συνεστίαση που περιελάμβανε οινοποσία, τραγούδι, χορό και πολύ συχνά φιλοσοφικές συζητήσεις. [< αρχ. συμπόσιον 1: αγγλ.-γαλλ. symposium] | |
| 48461 | συμποσούται | [συμποσοῦται] συ-μπο-σού-ται ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ.} (λόγ.): (+ σε) (για αριθμό, συνήθ. χρηματικό ποσό) ανέρχεται: Τα χρέη του ~ούνται σε χιλιάδες ευρώ. [< μτγν. συμποσῶ ‘λογαριάζω’] | |
| 48462 | συμπότης | συ-μπό-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που πίνει αλκοολούχα ποτά μαζί με άλλους. Βλ. -πότης. [< αρχ. συμπότης] | |
| 48463 | συμποτικός | , ή, ό συ-μπο-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε συμπότες: ~ή: μουσική. ~ά: τραγούδια (πβ. της τάβλας). [< αρχ. συμποτικός] | |
| 48464 | συμπράγκαλα | συ-μπρά-γκα-λα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): αποσκευές ή άλλα μικροπράγματα: Μάζεψε όλα του τα ~ και έφυγε. Βλ. τζάντζαλα. | |
| 48465 | σύμπραξη | σύ-μπρα-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συνεργασία ατόμων ή φορέων σε ένα έργο: αναπτυξιακή/διακρατική/εκλογική/εμπορική/καλλιτεχνική/κυβερνητική/οικονομική ~. ~ καινοτομίας/για την ειρήνη. ~ γραφείων/δημόσιου και ιδιωτικού τομέα/(πολιτικών) δυνάμεων/επιχειρήσεων/σχολείων. Πβ. συμμαχία, συμπαράταξη, συνασπισμός. [< μτγν. σύμπραξις 'βοήθεια, συνδρομή', αγγλ. partnership, γαλλ. partenariat, 1984] | |
| 48466 | συμπράττω | συ-μπράτ-τω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συνέπρα-ξα, συμπρά-ξει, συμπράττ-οντας} (λόγ.): συνεργάζομαι για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, έργου: Πολλοί παράγοντες ~ουν (= συμβάλλουν, συντελούν) στην επιτυχία του εγχειρήματος. Αρνούμαι να ~ξω σε αυτό το έγκλημα (πβ. συνεργώ). Δύο όμιλοι θα ~ξουν στην κατασκευή της γέφυρας. Τα μεγαλύτερα ονόματα ~ουν επί σκηνής (πβ. συμμετέχω). [< αρχ. συμπράσσω] | |
| 48467 | συμπροεδρεύω | συ-μπρο-ε-δρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {συμπροήδρευσα}: προεδρεύω μαζί με κάποιον άλλο: ~ σε συζήτηση/συνάντηση/συνέδριο. | |
| 48468 | συμπροεδρία | συ-μπρο-ε-δρί-α ουσ. (θηλ.): από κοινού προεδρία. [< αγγλ. co-presidency, γαλλ. coprésidence, 1966] | |
| 48469 | συμπρόεδρος | συ-μπρό-ε-δρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συμπροέδρ-ου | -ων, -ους}: καθένας από αυτούς που συμπροεδρεύουν. [< αρχ. συμπρόεδρος ‘από κοινού πρόεδρος’, αγγλ. copresident, cochair, 1967, cochairperson, 1972, γαλλ. coprésident, 1965] | |
| 48470 | συμπροϊόν | συ-μπρο-ϊ-όν ουσ. (ουδ.): προϊόν που παράγεται μαζί με άλλο κατά την ίδια διαδικασία. Πβ. συμπαράγωγο. Βλ. παρα~, υπο-προϊόν. [< αγγλ. coproduct, 1942] | |
| 48471 | συμπροσευχή | συ-μπρο-σευ-χή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συμπροσεύχομαι: διαθρησκειακή/οικουμενική ~. ~ Ορθοδόξων, Καθολικών, Προτεσταντών. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ