| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48443 | συμπολεμώ | [συμπολεμῶ] συ-μπο-λε-μώ ρ. (αμτβ.) {συμπολεμ-άς, -ά ..., -ώντας | συμπολέμ-ησα}: μάχομαι από κοινού με άλλους, στο πλευρό τους: ~ήσαμε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (βλ. συνυπηρετώ). [< αρχ. συμπολεμῶ] | |
| 48444 | συμπολιτεία | συ-μπο-λι-τεί-α ουσ. (θηλ.): ομοσπονδία Πολιτειών, κρατών υπό ενιαία κεντρική διοίκηση με παράλληλη διατήρηση της αυτονομίας τους: αμερικανική ~. ~ δήμων.|| (ΙΣΤ., μεταξύ των αρχαίων πόλεων-κρατών:) Αιτωλική/Αχαϊκή ~. [< μτγν. συμπολιτεία, γαλλ. confédération, αγγλ. confederacy] | |
| 48445 | συμπολιτεύομαι | συ-μπο-λι-τεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {συμπολιτεύ-θηκα, -όμενος}: ανήκω στο κυβερνών κόμμα ή το υποστηρίζω: Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης θα πρέπει να ενημερώνουν αντί να ~ονται ή να αντιπολιτεύονται. Πβ. συμπαρατάσσομαι. [< μτγν. συμπολιτεύομαι ‘συμμετέχω σε δημόσια αξιώματα’] | |
| 48446 | συμπολιτευόμενος | , η, ο συ-μπο-λι-τευ-ό-με-νος επίθ.: που συμπολιτεύεται: ~ος: Τύπος. ~η: εφημερίδα. ~ο: κόμμα. ~οι: βουλευτές. Πβ. (φιλο)κυβερνητικός.|| (ως ουσ.) Συγκυβερνώντες και ~οι. ΑΝΤ. αντιπολιτευόμενος | |
| 48447 | συμπολίτευση | συ-μπο-λί-τευ-ση ουσ. (θηλ.): (περιληπτ.) οι βουλευτές της κυβερνητικής παράταξης ως σύνολο και γενικότ. μέλη συλλογικού οργάνου που ανήκουν στην πλειοψηφία: Οι δυνάμεις/κόμμα της ~ης.|| Πρόεδρος και γραμματέας του δημοτικού συμβουλίου εκλέγονται από τη ~. ΑΝΤ. αντιπολίτευση (1) [< μτγν. συμπολίτευσις 'η ιδιότητα του συμπολίτη'] | |
| 48448 | συμπολίτης, συμπολίτισσα | συ-μπο-λί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που κατοικεί ή κατάγεται από την ίδια πόλη ή χώρα με κάποιον άλλον ή άλλους. Πβ. συντοπίτης.|| (ως προσφών. σε λόγο) ~ες, ~ισσες! Αγαπητοί ~ες ... [< αρχ. συμπολίτης· πβ. γαλλ. concitoyen] | |
| 48449 | συμπολυμερές | συ-μπο-λυ-με-ρές ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. μακρομόριο που αποτελείται από δύο ή περισσότερους διαφορετικούς τύπους μονομερών. [< αγγλ. copolymer, 1936, γαλλ. copolymère, 1960] | |
| 48450 | συμπολυμερισμός | συ-μπο-λυ-με-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. πολυμερισμός διαφορετικών μονομερών με σχηματισμό συμπολυμερούς. [< αγγλ. copolymerization, 1936] | |
| 48451 | συμπονάω | βλ. συμπονώ | |
| 48452 | συμπονετικός | , ή, ό συ-μπο-νε-τι-κός επίθ.: που νιώθει ή φανερώνει συμπόνια: ~ός: άνθρωπος. ~ή: καρδιά/ψυχή. ~ό: βλέμμα/ύφος. Πβ. ελεήμων, σπλαχνικός, φιλεύσπλαχνος. ΑΝΤ. άκαρδος ● επίρρ.: συμπονετικά | |
| 48453 | συμπόνια | συ-μπό-νια ουσ. (θηλ.) & συμπόνεση: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συμπονώ, συμπάθεια: ανθρώπινη ~. ~ προς τους αναξιοπαθούντες. Δείχνω/νιώθω/προκαλώ τη ~. Δεν έχεις μέσα σου καθόλου ~; Δάκρυσε από ~. Πβ. ευσπλαχνία, λύπηση, οίκτος, πόνεση, πόνος. ΑΝΤ. αναισθησία (2), αναλγησία (1), απονιά [μεσν. συμπόνεσις] | |
| 48454 | συμπονώ | [συμπονῶ] συ-μπο-νώ ρ. (μτβ.) {συμπον-είς κ. -άς ..., -ώντας | συμπόν-εσα} & συμπονάω: συμμερίζομαι τον πόνο των άλλων: Τον ~ ειλικρινά. Νιώθω τη θλίψη σου και σε ~. Ικέτευε να τον λυπηθεί και να τον ~έσει. Πβ. (ευ)σπλαχνίζομαι, συμπάσχω. ΣΥΝ. πονώ (3) [< αρχ. συμπονῶ ‘κοπιάζω ή υποφέρω μαζί’] | |
| 48455 | συμπορεύομαι | συ-μπο-ρεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {συμπορεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί, -όμενος} 1. (μτφ.) έχω κοινή πορεία, τακτική, στόχο με κάποιον ή κάτι άλλο: Η ιατρική ~εται με την τεχνολογία για την εξεύρεση νέων θεραπειών. Πβ. εναρμονίζομαι, συμβαδίζω, συμπλέω, συνοδοιπορώ. Βλ. παρακολουθώ.|| Δεν ~ονται με τη λογική του βολέματος. Πβ. συμφωνώ, ταυτίζομαι. 2. (σπάν.) προχωρώ μαζί με κάποιον, ακολουθώ παράλληλη διαδρομή. [< 2: αρχ. συμπορεύομαι] | |
| 48456 | συμπόρευση | συ-μπό-ρευ-ση ουσ. (θηλ.): κοινή πορεία και δράση, σύμπλευση: αγωνιστική/δημιουργική/ειρηνική/ιδεολογική/πλήρης/πολιτική ~ (πβ. συμφωνία, ταύτιση). ~ με την Ευρώπη (πβ. εναρμόνιση, ευθυγράμμιση). ~ των πολιτικών δυνάμεων. Πβ. συναγωνιστικότητα, συνεργασία, συνοδοιπορία. [< μεσν. συμπόρευσις] | |
| 48457 | συμποσιακός | , ή, ό συ-μπο-σι-α-κός επίθ.: ΑΡΧ. που σχετίζεται με το συμπόσιο. [< μτγν. συμποσιακός] | |
| 48458 | συμποσίαρχος | συ-μπο-σί-αρ-χος ουσ. (αρσ.) & συμποσιάρχης: ΑΡΧ. υπεύθυνος για την οργάνωση και την επίβλεψη συμποσίου. Βλ. -αρχος. [< αρχ. συμποσίαρχος] | |
| 48459 | συμποσιαστής | συ-μπο-σι-α-στής ουσ. (αρσ.): ΑΡΧ. πρόσωπο που συμμετέχει σε συμπόσιο. [< μτγν. συμποσιαστής] | |
| 48460 | συμπόσιο | συ-μπό-σι-ο ουσ. (ουδ.) {συμποσ-ίου | -ων} 1. επίσημη συνάντηση επιστημόνων και ειδικών με ανακοινώσεις γύρω από συγκεκριμένη θεματική ενότητα: διεθνές/επιστημονικό/ετήσιο/φιλολογικό ~. ~ ποίησης. ~ για .../με θέμα το … Συμμετέχω σε ~. Παρακολουθώ ~. Πβ. συνέδριο, φόρουμ. Βλ. ημερίδα. 2. ΑΡΧ. συνεστίαση που περιελάμβανε οινοποσία, τραγούδι, χορό και πολύ συχνά φιλοσοφικές συζητήσεις. [< αρχ. συμπόσιον 1: αγγλ.-γαλλ. symposium] | |
| 48461 | συμποσούται | [συμποσοῦται] συ-μπο-σού-ται ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ.} (λόγ.): (+ σε) (για αριθμό, συνήθ. χρηματικό ποσό) ανέρχεται: Τα χρέη του ~ούνται σε χιλιάδες ευρώ. [< μτγν. συμποσῶ ‘λογαριάζω’] | |
| 48462 | συμπότης | συ-μπό-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που πίνει αλκοολούχα ποτά μαζί με άλλους. Βλ. -πότης. [< αρχ. συμπότης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ