Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49000-49020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48472συμπροσεύχομαισυ-μπρο-σεύ-χο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συμπροσευχ-ήθηκε, -ηθεί}: προσεύχομαι μαζί με άλλον ή άλλους: ~εται μαζί με ετερόδοξους και αλλόθρησκους. Οι αρχιερείς ~ήθηκαν με τον Μητροπολίτη ... [< μτγν. συμπροσεύχομαι]
48473συμπροφέρωσυ-μπρο-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {συμπρόφερ-α | συμπροφέρ-εται, κυρ. μεσοπαθ.}: ΓΡΑΜΜ. εκφωνώ μαζί δύο ή περισσότερους φθόγγους: Φωνήεντα που ~ονται. Πβ. συνεκφέρω. ΣΥΝ. συνεκφωνώ [< μτγν. συμπροφέρω]
48474συμπροφοράσυ-μπρο-φο-ρά ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. προφορά δύο ή περισσότερων διαδοχικών φθόγγων χωρίς μεσολάβηση παύσης: ~ του αι- με το ακόλουθο φωνήεν. Πβ. συνεκφορά. ΣΥΝ. συνεκφώνηση
48475συμπρωταγωνιστής, συμπρωταγωνίστριασυ-μπρω-τα-γω-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ηθοποιός που πρωταγωνιστεί από κοινού με άλλον σε θεατρικό, κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό έργο. [< αγγλ. co-star, 1888]
48476συμπρωταγωνιστώ[συμπρωταγωνιστῶ] συ-μπρω-τα-γω-νι-στώ ρ. (αμτβ.) {συμπρωταγωνιστ-είς ..., -ώντας | συμπρωταγωνίστ-ησα}: παίζω πρωταγωνιστικό ρόλο μαζί με άλλον ηθοποιό, είμαι συμπρωταγωνιστής. [< αγγλ. co-star, 1896]
48477συμπρωτεύουσασυ-μπρω-τεύ-ου-σα ουσ. (θηλ.): η Θεσσαλονίκη ως δεύτερη σε μέγεθος και σημασία πόλη μετά την πρωτεύουσα (Αθήνα).
48478σύμπτυξησύ-μπτυ-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ενοποίηση: ~ εταιρειών (= συγχώνευση)/κεφαλαίων (ενός βιβλίου)/μαθημάτων/ομάδων/σχολικών μονάδων/(πανεπιστημιακών) τμημάτων. Πβ. συνένωση. 2. μείωση, ελάττωση, περιορισμός της έκτασης ή της διάρκειας: ~ εγγράφου/εικόνας/λίστας. Τεχνικές ~ης κειμένων (πβ. περίληψη, πύκνωση). ΑΝΤ. ανάπτυξη, επέκταση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ πνευμόνων. ΑΝΤ. έκπτυξη.|| ~ του χρόνου (π.χ. εξέτασης). ΣΥΝ. συντόμευση. ΑΝΤ. παράταση. 3. ΣΤΡΑΤ. οπισθοχώρηση, υποχώρηση: αμυντική ~ του μετώπου. Διαταγή ~ης. [< μτγν. σύμπτυξις 'πτυχή, περίπτυξη']
48479συμπτύσσωσυ-μπτύσ-σω ρ. (μτβ.) {συνέπτυ-ξα, συμπτύ-ξει, -χθηκε, -χθεί, συμπτύσσ-οντας, συνεπτυγμένος} (λόγ.) 1. περιορίζω την έκταση· ειδικότ. ενοποιώ, συγχωνεύω ή συντομεύω: ~ (= διπλώνω, μαζεύω) τα πόδια μου. ΑΝΤ. απλώνω, εκτείνω.|| ~ άρθρο/ορισμό/τις σκέψεις μου (πβ. συμπυκνώνω). Η διδασκαλία της δεν μπορεί να ~χθεί σε λίγες γραμμές. ~χθείτε (: ελάτε πιο κοντά ο ένας στον άλλον), για να σας βγάλω φωτογραφία.|| Τα τμήματα θα ~χθούν λόγω έλλειψης μαθητών.|| Θα προσπαθήσω να ~ξω τα ραντεβού μου σε μία ημέρα. Η παράσταση ~χθηκε κατά είκοσι λεπτά. ΑΝΤ. παρατείνω. 2. ΣΤΡΑΤ. {συνηθέστ. μεσοπαθ.} μετακινώ στρατιωτικές δυνάμεις σε αμυντικές θέσεις: Ο στρατός έλαβε διαταγή να ~χθεί (: να αναδιπλωθεί, οπισθοχωρήσει, υποχωρήσει). ΑΝΤ. αναπτύσσω (5) ● βλ. συνεπτυγμένος [< αρχ. συμπτύσσω, γαλλ. replier]
48480σύμπτωμα

σύ-μπτω-μα ουσ. (ουδ.) {συμπτώμ-ατος | -ατα} 1. ΙΑΤΡ. ένδειξη παθολογικής κατάστασης: ανησυχητικό/κύριο/προέχον (: αυτό που γίνεται περισσότερο αισθητό στον ασθενή)/σύνηθες/ψυχοσωματικό ~. Ανεπιθύμητα/αντικειμενικά/βασανιστικά/ενοχλητικά/ήπια/καρδιακά/καταθλιπτικά/κλινικά/κοινά/σοβαρά/στερητικά (π.χ. ευερεθιστότητα, κούραση, αϋπνίες, υπερένταση, πονοκέφαλος)/συνοδά (= δευτερογενή)/σωματικά/τυπικά/υποκειμενικά/ψυχικά ~ατα. Τα ~ατα της ασθένειας/γρίπης. Πβ. σημείο. 2. (μτφ.) δείγμα αρνητικής κατάστασης: Παρατηρήθηκαν ~ατα απειθαρχίας στην ομάδα. Η κοινωνία παρουσιάζει ~ατα κατάρρευσης/παρακμής. Πβ. σημάδι. ● ΣΥΜΠΛ.: συμπτώματα απόσυρσης βλ. απόσυρση [< 1: μτγν. σύμπτωμα, γαλλ. symptôme, αγγλ. symptom]

48481συμπτωματικός, ή, ό συ-μπτω-μα-τι-κός επίθ. 1. τυχαίος, που γίνεται από σύμπτωση: ~ή: συνάντηση. ~ό: γεγονός. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα ή καταστάσεις είναι ~ή. 2. ΙΑΤΡ. που αποτελεί σύμπτωμα, που εμφανίζει συμπτώματα ή τα αντιμετωπίζει: ~ή: λοίμωξη/νόσος (: που είναι αποτέλεσμα άλλης νόσου). Βλ. ιδιοπαθής.|| ~ό: σύνδρομο. ΑΝΤ. α~.|| ~ή: αγωγή/ανακούφιση/αντιμετώπιση (= συμπτωματολογική)/θεραπεία. ΑΝΤ. ριζικός. ● επίρρ.: συμπτωματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: κατά σύμπτωση: Το ανακάλυψα εντελώς ~. ΣΥΝ. τυχαία [< 1: μτγν. συμπτωματικός 2: γαλλ. symptomatique, αγγλ. symptomatic]
48482συμπτωματικότητασυ-μπτω-μα-τι-κό-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συμπτωματικού, του τυχαίου: η ~ της ύπαρξης. Πβ. τυχαιότητα. [συμ< γερμ. Zufälligkeit]
48483συμπτωματολογίασυ-μπτω-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. το σύνολο των συμπτωμάτων μιας ασθένειας: άτυπη/βαριά/έντονη/καταθλιπτική/κλινική/νευρολογική ~. ~ της άπνοιας/γρίπης. Βλ. -λογία. [< γαλλ. symptomatologie, αγγλ. symptomatology]
48484συμπτωματολογικός, ή, ό συ-μπτω-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη συμπτωματολογία: ~ή: εικόνα.|| ~ή: αντιμετώπιση. ΣΥΝ. συμπτωματικός. ● επίρρ.: συμπτωματολογικά [< γαλλ. symptomatologique, αγγλ. symptomatological]
48485σύμπτωσησύ-μπτω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ταυτόχρονη και, φαινομενικά τουλάχιστον, τυχαία εκδήλωση γεγονότων, φαινομένων: απίστευτη/ατυχής (πβ. συγκυρία)/ιστορική/μοιραία/τραγική/χρονική ~. Κι εσύ εδώ; Κοίτα/τι/τρελή/τρομερή ~! Πρόκειται για ~. Δεν αποτελεί ~ το γεγονός ότι ... Οι όποιες ομοιότητες είναι/οφείλονται σε απλή ~. Για δες κάτι ~ώσεις! (Πολύ) περίεργες ~ώσεις συμβαίνουν τελευταία. Είναι πολλές οι ~ώσεις, για να είναι ατύχημα. Δεν πιστεύω στις ~ώσεις. Μια σειρά ~ώσεων τους έφερε στον τόπο του εγκλήματος. Πβ. τύχη. 2. (μτφ.) συμφωνία, ταύτιση: Διαπιστώθηκε (απόλυτη) ~ απόψεων μεταξύ τους (= σύγκλιση. ΑΝΤ. διάσταση). ~ (ΝΟΜ.) βουλήσεων/ιδιοτήτων στο ίδιο πρόσωπο/συμφερόντων (ΑΝΤ. σύγκρουση). Υπάρχουν σημεία ~ης (: κοινά) μεταξύ των δύο λαών. Βλ. -πτωση. ΣΥΝ. ταυτότητα (4) ● ΣΥΜΠΛ.: διαβολική/σατανική σύμπτωση: για γεγονός εντελώς απροσδόκητο και συχνά δυσάρεστο: Κατά ~ ~ η κληρωτίδα τούς έφερε και πάλι αντιμέτωπους. ● ΦΡ.: από/κατά σύμπτωση & (λόγ.) εκ συμπτώσεως: κατά τύχη, συμπτωματικά, χωρίς αρχική πρόθεση ή κατάλληλη προετοιμασία: Έγινε ηθοποιός ~ ~. Η φωτιά από καθαρή ~ έγινε αμέσως αντιληπτή. [< 1: αρχ. σύμπτωσις, γαλλ. coïncidence, γερμ. Zufall]
48486συμπύκνωμασυ-μπύ-κνω-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): προϊόν που προκύπτει από συμπύκνωση: κορεσμένο/υγρό ~. ~ (χυμού) φρούτων.
48487συμπυκνωμένος, η, ο συ-μπυ-κνω-μέ-νος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που έχει συμπυκνωθεί: ~ος: χυμός. ~ο: γάλα (πβ. εβαπορέ).|| (μτφ.) ~ος: λόγος (: μεστός). [< αγγλ. condensed, γαλλ. condensé, concentré]
39737ΣΥΜΠΥΚΝΩΝΩ

, ή, ό πε-ρι-ε-κτι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που συμπυκνώνει πολλά νοήματα, χωρίς περιττά στοιχεία: ~ός: λόγος (πβ. κρουστός)/ορισμός. ~ή: εισαγωγή/περιγραφή. Λακωνικό κείμενο, ~ό σε πληροφορίες. Πβ. μεστός. ΣΥΝ. πυκνός (3) 2. που έχει στη σύστασή του ένα στοιχείο σε μεγάλη ποσότητα: Τα λαχανικά είναι ~ά σε βιταμίνες, μέταλλα και φυτικές ίνες. Πβ. πλήρης. ΣΥΝ. πλούσιος (2) ● Ουσ.: περιεκτικά (τα): ΓΡΑΜΜ. ονόματα που δηλώνουν τόπο όπου υπάρχει σε μεγάλη ποσότητα αυτό που δηλώνει το θέμα (π.χ. αμπελώνας, ελαιώνας, περιστερώνας, στρατώνας). Βλ. περιληπτικό όνομα/ουσιαστικό. ● επίρρ.: περιεκτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. περιεκτικός]

48488συμπυκνώνωσυ-μπυ-κνώ-νω ρ. (μτβ.) {συμπύκνω-σα, -θηκε, -μένος, συμπυκνών-οντας} 1. καθιστώ κάτι πυκνότερο, περιορίζοντας τον όγκο του: Βράζουμε μέχρι να ~θεί η σάλτσα. ΑΝΤ. αραιώνω.|| (ΦΥΣ. για αέριο, το υγροποιώ ή το στερεοποιώ με ψύξη ή συμπίεση:) Οι υδρατμοί ~ονται σε υδροσταγονίδια. 2. (μτφ.) εκφράζω πιο περιεκτικά και περιληπτικά νόημα, γεγονότα: ~σα τις σκέψεις μου σε μία φράση (πβ. συγκεφαλαιώνω, συνοψίζω). Ο σκηνοθέτης ~ει τη δράση μέσα σε ενενήντα λεπτά (πβ. περιορίζω). [< 1: αρχ. συμπυκνῶ, γαλλ. condenser]
48489συμπύκνωσησυ-μπύ-κνω-ση ουσ. (θηλ.) 1. αύξηση της πυκνότητας: ~ γάλακτος/διαλύματος/χυμού. ΑΝΤ. αραίωμα, αραίωση.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ εδαφών/μάζας/σκυροδέματος.|| (μτφ.) ~ νοημάτων (: με παράλειψη λεπτομερειών)/του λόγου/χρόνου. Πβ. πύκνωση, σύμπτυξη. 2. ΦΥΣ. πέρασμα από την αέρια στην υγρή ή στερεή κατάσταση με ψύξη ή συμπίεση: ~ οξυγόνου/υγρασίας/υδρατμών (πβ. υγροποίηση). Σημείο ~ης. 3. ΧΗΜ. συνένωση μορίων κατά την οποία αποβάλλονται απλούστερα μόρια (π.χ. νερού) και παράγονται πιο σύνθετα και βαριά στοιχεία. Βλ. πολυ~. [< γαλλ. condensation]
48490συμπυκνωτήςσυ-μπυ-κνω-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που επιτυγχάνει με ψύξη τη συμπύκνωση αερίων και ατμών και τη μετατροπή τους σε υγρή μορφή: ~ οξυγόνου. [< γαλλ. condenseur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.