| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48463 | συμποτικός | , ή, ό συ-μπο-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε συμπότες: ~ή: μουσική. ~ά: τραγούδια (πβ. της τάβλας). [< αρχ. συμποτικός] | |
| 48464 | συμπράγκαλα | συ-μπρά-γκα-λα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): αποσκευές ή άλλα μικροπράγματα: Μάζεψε όλα του τα ~ και έφυγε. Βλ. τζάντζαλα. | |
| 48465 | σύμπραξη | σύ-μπρα-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συνεργασία ατόμων ή φορέων σε ένα έργο: αναπτυξιακή/διακρατική/εκλογική/εμπορική/καλλιτεχνική/κυβερνητική/οικονομική ~. ~ καινοτομίας/για την ειρήνη. ~ γραφείων/δημόσιου και ιδιωτικού τομέα/(πολιτικών) δυνάμεων/επιχειρήσεων/σχολείων. Πβ. συμμαχία, συμπαράταξη, συνασπισμός. [< μτγν. σύμπραξις 'βοήθεια, συνδρομή', αγγλ. partnership, γαλλ. partenariat, 1984] | |
| 48466 | συμπράττω | συ-μπράτ-τω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συνέπρα-ξα, συμπρά-ξει, συμπράττ-οντας} (λόγ.): συνεργάζομαι για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, έργου: Πολλοί παράγοντες ~ουν (= συμβάλλουν, συντελούν) στην επιτυχία του εγχειρήματος. Αρνούμαι να ~ξω σε αυτό το έγκλημα (πβ. συνεργώ). Δύο όμιλοι θα ~ξουν στην κατασκευή της γέφυρας. Τα μεγαλύτερα ονόματα ~ουν επί σκηνής (πβ. συμμετέχω). [< αρχ. συμπράσσω] | |
| 48467 | συμπροεδρεύω | συ-μπρο-ε-δρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {συμπροήδρευσα}: προεδρεύω μαζί με κάποιον άλλο: ~ σε συζήτηση/συνάντηση/συνέδριο. | |
| 48468 | συμπροεδρία | συ-μπρο-ε-δρί-α ουσ. (θηλ.): από κοινού προεδρία. [< αγγλ. co-presidency, γαλλ. coprésidence, 1966] | |
| 48469 | συμπρόεδρος | συ-μπρό-ε-δρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συμπροέδρ-ου | -ων, -ους}: καθένας από αυτούς που συμπροεδρεύουν. [< αρχ. συμπρόεδρος ‘από κοινού πρόεδρος’, αγγλ. copresident, cochair, 1967, cochairperson, 1972, γαλλ. coprésident, 1965] | |
| 48470 | συμπροϊόν | συ-μπρο-ϊ-όν ουσ. (ουδ.): προϊόν που παράγεται μαζί με άλλο κατά την ίδια διαδικασία. Πβ. συμπαράγωγο. Βλ. παρα~, υπο-προϊόν. [< αγγλ. coproduct, 1942] | |
| 48471 | συμπροσευχή | συ-μπρο-σευ-χή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συμπροσεύχομαι: διαθρησκειακή/οικουμενική ~. ~ Ορθοδόξων, Καθολικών, Προτεσταντών. | |
| 48472 | συμπροσεύχομαι | συ-μπρο-σεύ-χο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συμπροσευχ-ήθηκε, -ηθεί}: προσεύχομαι μαζί με άλλον ή άλλους: ~εται μαζί με ετερόδοξους και αλλόθρησκους. Οι αρχιερείς ~ήθηκαν με τον Μητροπολίτη ... [< μτγν. συμπροσεύχομαι] | |
| 48473 | συμπροφέρω | συ-μπρο-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {συμπρόφερ-α | συμπροφέρ-εται, κυρ. μεσοπαθ.}: ΓΡΑΜΜ. εκφωνώ μαζί δύο ή περισσότερους φθόγγους: Φωνήεντα που ~ονται. Πβ. συνεκφέρω. ΣΥΝ. συνεκφωνώ [< μτγν. συμπροφέρω] | |
| 48474 | συμπροφορά | συ-μπρο-φο-ρά ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. προφορά δύο ή περισσότερων διαδοχικών φθόγγων χωρίς μεσολάβηση παύσης: ~ του αι- με το ακόλουθο φωνήεν. Πβ. συνεκφορά. ΣΥΝ. συνεκφώνηση | |
| 48475 | συμπρωταγωνιστής, συμπρωταγωνίστρια | συ-μπρω-τα-γω-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ηθοποιός που πρωταγωνιστεί από κοινού με άλλον σε θεατρικό, κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό έργο. [< αγγλ. co-star, 1888] | |
| 48476 | συμπρωταγωνιστώ | [συμπρωταγωνιστῶ] συ-μπρω-τα-γω-νι-στώ ρ. (αμτβ.) {συμπρωταγωνιστ-είς ..., -ώντας | συμπρωταγωνίστ-ησα}: παίζω πρωταγωνιστικό ρόλο μαζί με άλλον ηθοποιό, είμαι συμπρωταγωνιστής. [< αγγλ. co-star, 1896] | |
| 48477 | συμπρωτεύουσα | συ-μπρω-τεύ-ου-σα ουσ. (θηλ.): η Θεσσαλονίκη ως δεύτερη σε μέγεθος και σημασία πόλη μετά την πρωτεύουσα (Αθήνα). | |
| 48478 | σύμπτυξη | σύ-μπτυ-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ενοποίηση: ~ εταιρειών (= συγχώνευση)/κεφαλαίων (ενός βιβλίου)/μαθημάτων/ομάδων/σχολικών μονάδων/(πανεπιστημιακών) τμημάτων. Πβ. συνένωση. 2. μείωση, ελάττωση, περιορισμός της έκτασης ή της διάρκειας: ~ εγγράφου/εικόνας/λίστας. Τεχνικές ~ης κειμένων (πβ. περίληψη, πύκνωση). ΑΝΤ. ανάπτυξη, επέκταση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ πνευμόνων. ΑΝΤ. έκπτυξη.|| ~ του χρόνου (π.χ. εξέτασης). ΣΥΝ. συντόμευση. ΑΝΤ. παράταση. 3. ΣΤΡΑΤ. οπισθοχώρηση, υποχώρηση: αμυντική ~ του μετώπου. Διαταγή ~ης. [< μτγν. σύμπτυξις 'πτυχή, περίπτυξη'] | |
| 48479 | συμπτύσσω | συ-μπτύσ-σω ρ. (μτβ.) {συνέπτυ-ξα, συμπτύ-ξει, -χθηκε, -χθεί, συμπτύσσ-οντας, συνεπτυγμένος} (λόγ.) 1. περιορίζω την έκταση· ειδικότ. ενοποιώ, συγχωνεύω ή συντομεύω: ~ (= διπλώνω, μαζεύω) τα πόδια μου. ΑΝΤ. απλώνω, εκτείνω.|| ~ άρθρο/ορισμό/τις σκέψεις μου (πβ. συμπυκνώνω). Η διδασκαλία της δεν μπορεί να ~χθεί σε λίγες γραμμές. ~χθείτε (: ελάτε πιο κοντά ο ένας στον άλλον), για να σας βγάλω φωτογραφία.|| Τα τμήματα θα ~χθούν λόγω έλλειψης μαθητών.|| Θα προσπαθήσω να ~ξω τα ραντεβού μου σε μία ημέρα. Η παράσταση ~χθηκε κατά είκοσι λεπτά. ΑΝΤ. παρατείνω. 2. ΣΤΡΑΤ. {συνηθέστ. μεσοπαθ.} μετακινώ στρατιωτικές δυνάμεις σε αμυντικές θέσεις: Ο στρατός έλαβε διαταγή να ~χθεί (: να αναδιπλωθεί, οπισθοχωρήσει, υποχωρήσει). ΑΝΤ. αναπτύσσω (5) ● βλ. συνεπτυγμένος [< αρχ. συμπτύσσω, γαλλ. replier] | |
| 48480 | σύμπτωμα | σύ-μπτω-μα ουσ. (ουδ.) {συμπτώμ-ατος | -ατα} 1. ΙΑΤΡ. ένδειξη παθολογικής κατάστασης: ανησυχητικό/κύριο/προέχον (: αυτό που γίνεται περισσότερο αισθητό στον ασθενή)/σύνηθες/ψυχοσωματικό ~. Ανεπιθύμητα/αντικειμενικά/βασανιστικά/ενοχλητικά/ήπια/καρδιακά/καταθλιπτικά/κλινικά/κοινά/σοβαρά/στερητικά (π.χ. ευερεθιστότητα, κούραση, αϋπνίες, υπερένταση, πονοκέφαλος)/συνοδά (= δευτερογενή)/σωματικά/τυπικά/υποκειμενικά/ψυχικά ~ατα. Τα ~ατα της ασθένειας/γρίπης. Πβ. σημείο. 2. (μτφ.) δείγμα αρνητικής κατάστασης: Παρατηρήθηκαν ~ατα απειθαρχίας στην ομάδα. Η κοινωνία παρουσιάζει ~ατα κατάρρευσης/παρακμής. Πβ. σημάδι. ● ΣΥΜΠΛ.: συμπτώματα απόσυρσης βλ. απόσυρση [< 1: μτγν. σύμπτωμα, γαλλ. symptôme, αγγλ. symptom] | |
| 48481 | συμπτωματικός | , ή, ό συ-μπτω-μα-τι-κός επίθ. 1. τυχαίος, που γίνεται από σύμπτωση: ~ή: συνάντηση. ~ό: γεγονός. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα ή καταστάσεις είναι ~ή. 2. ΙΑΤΡ. που αποτελεί σύμπτωμα, που εμφανίζει συμπτώματα ή τα αντιμετωπίζει: ~ή: λοίμωξη/νόσος (: που είναι αποτέλεσμα άλλης νόσου). Βλ. ιδιοπαθής.|| ~ό: σύνδρομο. ΑΝΤ. α~.|| ~ή: αγωγή/ανακούφιση/αντιμετώπιση (= συμπτωματολογική)/θεραπεία. ΑΝΤ. ριζικός. ● επίρρ.: συμπτωματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: κατά σύμπτωση: Το ανακάλυψα εντελώς ~. ΣΥΝ. τυχαία [< 1: μτγν. συμπτωματικός 2: γαλλ. symptomatique, αγγλ. symptomatic] | |
| 48482 | συμπτωματικότητα | συ-μπτω-μα-τι-κό-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συμπτωματικού, του τυχαίου: η ~ της ύπαρξης. Πβ. τυχαιότητα. [συμ< γερμ. Zufälligkeit] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ