Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49020-49040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48483συμπτωματολογίασυ-μπτω-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. το σύνολο των συμπτωμάτων μιας ασθένειας: άτυπη/βαριά/έντονη/καταθλιπτική/κλινική/νευρολογική ~. ~ της άπνοιας/γρίπης. Βλ. -λογία. [< γαλλ. symptomatologie, αγγλ. symptomatology]
48484συμπτωματολογικός, ή, ό συ-μπτω-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη συμπτωματολογία: ~ή: εικόνα.|| ~ή: αντιμετώπιση. ΣΥΝ. συμπτωματικός. ● επίρρ.: συμπτωματολογικά [< γαλλ. symptomatologique, αγγλ. symptomatological]
48485σύμπτωσησύ-μπτω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ταυτόχρονη και, φαινομενικά τουλάχιστον, τυχαία εκδήλωση γεγονότων, φαινομένων: απίστευτη/ατυχής (πβ. συγκυρία)/ιστορική/μοιραία/τραγική/χρονική ~. Κι εσύ εδώ; Κοίτα/τι/τρελή/τρομερή ~! Πρόκειται για ~. Δεν αποτελεί ~ το γεγονός ότι ... Οι όποιες ομοιότητες είναι/οφείλονται σε απλή ~. Για δες κάτι ~ώσεις! (Πολύ) περίεργες ~ώσεις συμβαίνουν τελευταία. Είναι πολλές οι ~ώσεις, για να είναι ατύχημα. Δεν πιστεύω στις ~ώσεις. Μια σειρά ~ώσεων τους έφερε στον τόπο του εγκλήματος. Πβ. τύχη. 2. (μτφ.) συμφωνία, ταύτιση: Διαπιστώθηκε (απόλυτη) ~ απόψεων μεταξύ τους (= σύγκλιση. ΑΝΤ. διάσταση). ~ (ΝΟΜ.) βουλήσεων/ιδιοτήτων στο ίδιο πρόσωπο/συμφερόντων (ΑΝΤ. σύγκρουση). Υπάρχουν σημεία ~ης (: κοινά) μεταξύ των δύο λαών. Βλ. -πτωση. ΣΥΝ. ταυτότητα (4) ● ΣΥΜΠΛ.: διαβολική/σατανική σύμπτωση: για γεγονός εντελώς απροσδόκητο και συχνά δυσάρεστο: Κατά ~ ~ η κληρωτίδα τούς έφερε και πάλι αντιμέτωπους. ● ΦΡ.: από/κατά σύμπτωση & (λόγ.) εκ συμπτώσεως: κατά τύχη, συμπτωματικά, χωρίς αρχική πρόθεση ή κατάλληλη προετοιμασία: Έγινε ηθοποιός ~ ~. Η φωτιά από καθαρή ~ έγινε αμέσως αντιληπτή. [< 1: αρχ. σύμπτωσις, γαλλ. coïncidence, γερμ. Zufall]
48486συμπύκνωμασυ-μπύ-κνω-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): προϊόν που προκύπτει από συμπύκνωση: κορεσμένο/υγρό ~. ~ (χυμού) φρούτων.
48487συμπυκνωμένος, η, ο συ-μπυ-κνω-μέ-νος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που έχει συμπυκνωθεί: ~ος: χυμός. ~ο: γάλα (πβ. εβαπορέ).|| (μτφ.) ~ος: λόγος (: μεστός). [< αγγλ. condensed, γαλλ. condensé, concentré]
39737ΣΥΜΠΥΚΝΩΝΩ

, ή, ό πε-ρι-ε-κτι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που συμπυκνώνει πολλά νοήματα, χωρίς περιττά στοιχεία: ~ός: λόγος (πβ. κρουστός)/ορισμός. ~ή: εισαγωγή/περιγραφή. Λακωνικό κείμενο, ~ό σε πληροφορίες. Πβ. μεστός. ΣΥΝ. πυκνός (3) 2. που έχει στη σύστασή του ένα στοιχείο σε μεγάλη ποσότητα: Τα λαχανικά είναι ~ά σε βιταμίνες, μέταλλα και φυτικές ίνες. Πβ. πλήρης. ΣΥΝ. πλούσιος (2) ● Ουσ.: περιεκτικά (τα): ΓΡΑΜΜ. ονόματα που δηλώνουν τόπο όπου υπάρχει σε μεγάλη ποσότητα αυτό που δηλώνει το θέμα (π.χ. αμπελώνας, ελαιώνας, περιστερώνας, στρατώνας). Βλ. περιληπτικό όνομα/ουσιαστικό. ● επίρρ.: περιεκτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. περιεκτικός]

48488συμπυκνώνωσυ-μπυ-κνώ-νω ρ. (μτβ.) {συμπύκνω-σα, -θηκε, -μένος, συμπυκνών-οντας} 1. καθιστώ κάτι πυκνότερο, περιορίζοντας τον όγκο του: Βράζουμε μέχρι να ~θεί η σάλτσα. ΑΝΤ. αραιώνω.|| (ΦΥΣ. για αέριο, το υγροποιώ ή το στερεοποιώ με ψύξη ή συμπίεση:) Οι υδρατμοί ~ονται σε υδροσταγονίδια. 2. (μτφ.) εκφράζω πιο περιεκτικά και περιληπτικά νόημα, γεγονότα: ~σα τις σκέψεις μου σε μία φράση (πβ. συγκεφαλαιώνω, συνοψίζω). Ο σκηνοθέτης ~ει τη δράση μέσα σε ενενήντα λεπτά (πβ. περιορίζω). [< 1: αρχ. συμπυκνῶ, γαλλ. condenser]
48489συμπύκνωσησυ-μπύ-κνω-ση ουσ. (θηλ.) 1. αύξηση της πυκνότητας: ~ γάλακτος/διαλύματος/χυμού. ΑΝΤ. αραίωμα, αραίωση.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ εδαφών/μάζας/σκυροδέματος.|| (μτφ.) ~ νοημάτων (: με παράλειψη λεπτομερειών)/του λόγου/χρόνου. Πβ. πύκνωση, σύμπτυξη. 2. ΦΥΣ. πέρασμα από την αέρια στην υγρή ή στερεή κατάσταση με ψύξη ή συμπίεση: ~ οξυγόνου/υγρασίας/υδρατμών (πβ. υγροποίηση). Σημείο ~ης. 3. ΧΗΜ. συνένωση μορίων κατά την οποία αποβάλλονται απλούστερα μόρια (π.χ. νερού) και παράγονται πιο σύνθετα και βαριά στοιχεία. Βλ. πολυ~. [< γαλλ. condensation]
48490συμπυκνωτήςσυ-μπυ-κνω-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που επιτυγχάνει με ψύξη τη συμπύκνωση αερίων και ατμών και τη μετατροπή τους σε υγρή μορφή: ~ οξυγόνου. [< γαλλ. condenseur]
48491συμπύρηνος, η, ο συ-μπύ-ρη-νος επίθ.: ΒΟΤ. (για καρπό) που ο πυρήνας του είναι ενωμένος με τη σάρκα: ~α: ροδάκινα.|| ~ες ποικιλίες (φρούτων).
48492σύμφασησύμ-φα-ση ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. ταυτόχρονη εμφάνιση κομητών. [< αρχ. σύμφασις]
48493συμφασικός, ή, ό συμ-φα-σι-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡ. (για ηλεκτρικό ρεύμα) της ίδιας φάσης με κάποιο άλλο. Βλ. μονο-, τρι-φασικός.
48494συμφέρεισυμ-φέ-ρει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. κ. αόρ. συνέφερε, απρόσ.} & (λαϊκό) συφέρει: εξυπηρετεί, ωφελεί, συνήθ. οικονομικά: Σε ~ (: είναι συμφέρον, επικερδές) να το αγοράσεις. Δεν σε ~ (= είναι ασύμφορο, ανώφελο). Τα παρουσιάζει όπως τον ~ (πβ. βολεύει, διευκολύνει). Πβ. χρησιμεύει. [< αρχ. συμφέρει]
48495συμφέρον

συμ-φέ-ρον ουσ. (ουδ.) {συμφέρ-οντος | -οντα, -όντων} & (σπάν.-λαϊκό) συφέρο: όφελος, κέρδος και ειδικότ. δικαίωμα: αμοιβαία/εμπορικά/επιχειρηματικά/ζωτικά/ιδιωτικά/κομματικά/οικονομικά/πολιτικά/υλικά/ωμά ~οντα. Ανάπτυξη με γνώμονα το (μακροπρόθεσμο) ~ του λαού/του τόπου/της χώρας. Τα κακώς/καλώς εννοούμενα ~οντα. Διεκδίκηση/προάσπιση/υπεράσπιση ~όντων. Η κυβέρνηση οφείλει να διασφαλίζει/(εξ)υπηρετεί/προστατεύει τα εθνικά ~οντα. Το κόμμα εκπροσωπεί τα ~οντα των εργαζομένων/των πολιτών. Διακυβεύονται/παίζονται μεγάλα ~οντα. Αυτό είναι ενάντια στα ~οντά μου. Βάζουν το ατομικό/προσωπικό τους ~ πάνω από το γενικό/κοινό/κοινωνικό/συλλογικό ~. Η συγκεκριμένη λύση δεν είναι προς το ~ μας (: δεν μας συμφέρει). Τι ~ έχει να πει ψέματα; ΣΥΝ. ωφέλεια.|| (αρνητ. συνυποδ.) Άνθρωπος του ~οντος (= συμφεροντολόγος). Για λόγους ~οντος. Γάμος από ~ (: όχι από έρωτα). Κοιτάει (μόνο) το ~ του (= την πάρτη του). Βλ. μικρο~. ● Ουσ.: συμφέροντα (τα): (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπα ή φορείς που χρησιμοποιούν τη δύναμη και την επιρροή τους, συχνά παράνομα, για να πετύχουν τις οικονομικές, πολιτικές ή άλλες επιδιώξεις τους: ντόπια και ξένα ~. Κρύβονται μεγάλα ~ πίσω από τη συμφωνία. (προφ.) Τον έφαγαν τα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσιο συμφέρον: το συμφέρον που σχετίζεται με την προάσπιση βασικών αγαθών (παιδεία, υγεία, ασφάλεια, εθνική άμυνα) και την ικανοποίηση των στόχων της κοινωνίας, σε αντιδιαστολή με το ιδιωτικό συμφέρον: Τα περιβαλλοντικά θέματα ανήκουν στη σφαίρα του ~ου ~οντος. Βλ. κοινωνική δικαιοσύνη. [< γαλλ. L' intérêt public] , έννομο συμφέρον: ΝΟΜ. που πηγάζει και προστατεύεται από τον νόμο: άμεσο/έμμεσο ~ ~. Η αιτούσα έχει ~ ~ συνέχισης της δίκης., σύγκρουση συμφερόντων/συγκρουόμενα συμφέροντα: συμφέροντα που βρίσκονται σε σχέση αντιπαράθεσης και ανταγωνισμού: (Δεν) υπάρχουν συγκρουόμενα ~. Πολιτική σύγκρουσης ~. [< γαλλ. conflit d'intérêts] , διαπλεκόμενα (συμφέροντα) βλ. διαπλέκω, οργανωμένα συμφέροντα βλ. οργανωμένος ● ΦΡ.: ... συμφέροντος/συμφερόντων: ΟΙΚΟΝ. (κυρ. για επιχείρηση, οργανισμό) που εξυπηρετεί το συμφέρον κάποιου: εταιρεία ~όντων του ομίλου ...|| (όρ. της Ευρωπαϊκής Ένωσης) Υπηρεσίες Γενικού Οικονομικού ~οντος (: που αφορούν οικονομικές κυρ. δραστηριότητες κοινής ωφέλειας, όπως μεταφορές, ταχυδρομεία, τηλεπικοινωνίες)., τα καλά και συμφέροντα (αρνητ. συνυποδ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος παρουσιάζει το προσωπικό του συμφέρον ως σωστό, ωφέλιμο, δίκαιο: Δέχεται μόνο ό,τι τον βολεύει· ~ ~., ίδιον όφελος/συμφέρον βλ. ίδιος1 [< αρχ. συμφέρον]

48496συμφεροντολογίασυμ-φε-ρο-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): η νοοτροπία και συμπεριφορά του συμφεροντολόγου: πολιτική ~. Πβ. ιδιοτέλεια. Βλ. -λογία. ΑΝΤ. ανιδιοτέλεια
48497συμφεροντολογικός, ή, ό συμ-φε-ρο-ντο-λο-γι-κός επίθ.: που τον χαρακτηρίζει η συμφεροντολογία: ~ός: υπολογισμός. ~ή: αντίληψη/λογική/νοοτροπία/σκέψη/στάση/συμπεριφορά/σχέση. ~ό: κίνητρο/κριτήριο/πνεύμα. Πβ. ιδιοτελής. ● επίρρ.: συμφεροντολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
48498συμφεροντολόγοςσυμ-φε-ρο-ντο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {θηλ. (λαϊκό) συμφεροντολόγα}: πρόσωπο που σκέφτεται και ενεργεί με βασικό κριτήριο το προσωπικό του συμφέρον. Πβ. ωφελιμιστής. Βλ. -λόγος, καιροσκόπος. ΣΥΝ. υπολογιστής, υπολογίστρια
48499συμφερτικός, ή, ό συμ-φερ-τι-κός επίθ. & συφερτικός (λαϊκό): συμφέρων, επωφελής. ΑΝΤ. ασύμφορος ● επίρρ.: συμφερτικά
48500συμφέρων, ουσα, ον συμ-φέ-ρων επίθ. {συμφέρ-οντος, -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων}: που εξασφαλίζει οικονομικό κυρ. κέρδος: ~ουσα: αγορά/επένδυση/επιλογή/κίνηση/λύση/προσφορά/πρόταση/σύμβαση/συμφωνία/συνεργασία. ~οντες: όροι (= ευνοϊκοί). Πβ. επωφελής, σύμφορος, ωφέλιμος. Βλ. λυσιτελής. ΑΝΤ. ασύμφορος ● ΦΡ.: σε συμφέρουσα τιμή βλ. τιμή [< αρχ. συμφέρων]
48501συμφιλιώνωσυμ-φι-λι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {συμφιλίω-σα, συμφιλιώ-θηκα, -μένος, συμφιλιών-οντας} 1. επεμβαίνω και αποκαθιστώ τις διαταραγμένες σχέσεις μεταξύ ατόμων ή ομάδων: Προσπάθησε να τους ~σει (= να τους τα ξαναφτιάξει). ~θηκαν μεταξύ τους (= τα βρήκαν). Οι λαοί πρέπει να ζούνε ~μένοι (πβ. μονοιασμένος). Πβ. αδελφώνω, συνδιαλλάσσω, φιλιώνω. 2. (μτφ.) συμβιβάζω αντίθετες μεταξύ τους ιδέες, καταστάσεις: Με την τέχνη της πέτυχε να ~σει τις αντιμαχόμενες τάσεις. Στην ταινία ζωή και θάνατος ~ονται. Πβ. εναρμονίζω. ● Παθ.: συμφιλιώνομαι: (μτφ.) αποδέχομαι κάτι συνήθ. δυσάρεστο, εξοικειώνομαι μαζί του: Είναι ~μένη (= συμβιβασμένη) με τη μοίρα της. ● ΦΡ.: συμφιλιώνομαι με την ιδέα βλ. ιδέα [< μεσν. συμφιλιώ, συμφιλιώνομαι, 14ος αι.]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.