| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48491 | συμπύρηνος | , η, ο συ-μπύ-ρη-νος επίθ.: ΒΟΤ. (για καρπό) που ο πυρήνας του είναι ενωμένος με τη σάρκα: ~α: ροδάκινα.|| ~ες ποικιλίες (φρούτων). | |
| 48492 | σύμφαση | σύμ-φα-ση ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. ταυτόχρονη εμφάνιση κομητών. [< αρχ. σύμφασις] | |
| 48493 | συμφασικός | , ή, ό συμ-φα-σι-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡ. (για ηλεκτρικό ρεύμα) της ίδιας φάσης με κάποιο άλλο. Βλ. μονο-, τρι-φασικός. | |
| 48494 | συμφέρει | συμ-φέ-ρει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. κ. αόρ. συνέφερε, απρόσ.} & (λαϊκό) συφέρει: εξυπηρετεί, ωφελεί, συνήθ. οικονομικά: Σε ~ (: είναι συμφέρον, επικερδές) να το αγοράσεις. Δεν σε ~ (= είναι ασύμφορο, ανώφελο). Τα παρουσιάζει όπως τον ~ (πβ. βολεύει, διευκολύνει). Πβ. χρησιμεύει. [< αρχ. συμφέρει] | |
| 48495 | συμφέρον | συμ-φέ-ρον ουσ. (ουδ.) {συμφέρ-οντος | -οντα, -όντων} & (σπάν.-λαϊκό) συφέρο: όφελος, κέρδος και ειδικότ. δικαίωμα: αμοιβαία/εμπορικά/επιχειρηματικά/ζωτικά/ιδιωτικά/κομματικά/οικονομικά/πολιτικά/υλικά/ωμά ~οντα. Ανάπτυξη με γνώμονα το (μακροπρόθεσμο) ~ του λαού/του τόπου/της χώρας. Τα κακώς/καλώς εννοούμενα ~οντα. Διεκδίκηση/προάσπιση/υπεράσπιση ~όντων. Η κυβέρνηση οφείλει να διασφαλίζει/(εξ)υπηρετεί/προστατεύει τα εθνικά ~οντα. Το κόμμα εκπροσωπεί τα ~οντα των εργαζομένων/των πολιτών. Διακυβεύονται/παίζονται μεγάλα ~οντα. Αυτό είναι ενάντια στα ~οντά μου. Βάζουν το ατομικό/προσωπικό τους ~ πάνω από το γενικό/κοινό/κοινωνικό/συλλογικό ~. Η συγκεκριμένη λύση δεν είναι προς το ~ μας (: δεν μας συμφέρει). Τι ~ έχει να πει ψέματα; ΣΥΝ. ωφέλεια.|| (αρνητ. συνυποδ.) Άνθρωπος του ~οντος (= συμφεροντολόγος). Για λόγους ~οντος. Γάμος από ~ (: όχι από έρωτα). Κοιτάει (μόνο) το ~ του (= την πάρτη του). Βλ. μικρο~. ● Ουσ.: συμφέροντα (τα): (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπα ή φορείς που χρησιμοποιούν τη δύναμη και την επιρροή τους, συχνά παράνομα, για να πετύχουν τις οικονομικές, πολιτικές ή άλλες επιδιώξεις τους: ντόπια και ξένα ~. Κρύβονται μεγάλα ~ πίσω από τη συμφωνία. (προφ.) Τον έφαγαν τα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσιο συμφέρον: το συμφέρον που σχετίζεται με την προάσπιση βασικών αγαθών (παιδεία, υγεία, ασφάλεια, εθνική άμυνα) και την ικανοποίηση των στόχων της κοινωνίας, σε αντιδιαστολή με το ιδιωτικό συμφέρον: Τα περιβαλλοντικά θέματα ανήκουν στη σφαίρα του ~ου ~οντος. Βλ. κοινωνική δικαιοσύνη. [< γαλλ. L' intérêt public] , έννομο συμφέρον: ΝΟΜ. που πηγάζει και προστατεύεται από τον νόμο: άμεσο/έμμεσο ~ ~. Η αιτούσα έχει ~ ~ συνέχισης της δίκης., σύγκρουση συμφερόντων/συγκρουόμενα συμφέροντα: συμφέροντα που βρίσκονται σε σχέση αντιπαράθεσης και ανταγωνισμού: (Δεν) υπάρχουν συγκρουόμενα ~. Πολιτική σύγκρουσης ~. [< γαλλ. conflit d'intérêts] , διαπλεκόμενα (συμφέροντα) βλ. διαπλέκω, οργανωμένα συμφέροντα βλ. οργανωμένος ● ΦΡ.: ... συμφέροντος/συμφερόντων: ΟΙΚΟΝ. (κυρ. για επιχείρηση, οργανισμό) που εξυπηρετεί το συμφέρον κάποιου: εταιρεία ~όντων του ομίλου ...|| (όρ. της Ευρωπαϊκής Ένωσης) Υπηρεσίες Γενικού Οικονομικού ~οντος (: που αφορούν οικονομικές κυρ. δραστηριότητες κοινής ωφέλειας, όπως μεταφορές, ταχυδρομεία, τηλεπικοινωνίες)., τα καλά και συμφέροντα (αρνητ. συνυποδ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος παρουσιάζει το προσωπικό του συμφέρον ως σωστό, ωφέλιμο, δίκαιο: Δέχεται μόνο ό,τι τον βολεύει· ~ ~., ίδιον όφελος/συμφέρον βλ. ίδιος1 [< αρχ. συμφέρον] | |
| 48496 | συμφεροντολογία | συμ-φε-ρο-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): η νοοτροπία και συμπεριφορά του συμφεροντολόγου: πολιτική ~. Πβ. ιδιοτέλεια. Βλ. -λογία. ΑΝΤ. ανιδιοτέλεια | |
| 48497 | συμφεροντολογικός | , ή, ό συμ-φε-ρο-ντο-λο-γι-κός επίθ.: που τον χαρακτηρίζει η συμφεροντολογία: ~ός: υπολογισμός. ~ή: αντίληψη/λογική/νοοτροπία/σκέψη/στάση/συμπεριφορά/σχέση. ~ό: κίνητρο/κριτήριο/πνεύμα. Πβ. ιδιοτελής. ● επίρρ.: συμφεροντολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 48498 | συμφεροντολόγος | συμ-φε-ρο-ντο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {θηλ. (λαϊκό) συμφεροντολόγα}: πρόσωπο που σκέφτεται και ενεργεί με βασικό κριτήριο το προσωπικό του συμφέρον. Πβ. ωφελιμιστής. Βλ. -λόγος, καιροσκόπος. ΣΥΝ. υπολογιστής, υπολογίστρια | |
| 48499 | συμφερτικός | , ή, ό συμ-φερ-τι-κός επίθ. & συφερτικός (λαϊκό): συμφέρων, επωφελής. ΑΝΤ. ασύμφορος ● επίρρ.: συμφερτικά | |
| 48500 | συμφέρων | , ουσα, ον συμ-φέ-ρων επίθ. {συμφέρ-οντος, -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων}: που εξασφαλίζει οικονομικό κυρ. κέρδος: ~ουσα: αγορά/επένδυση/επιλογή/κίνηση/λύση/προσφορά/πρόταση/σύμβαση/συμφωνία/συνεργασία. ~οντες: όροι (= ευνοϊκοί). Πβ. επωφελής, σύμφορος, ωφέλιμος. Βλ. λυσιτελής. ΑΝΤ. ασύμφορος ● ΦΡ.: σε συμφέρουσα τιμή βλ. τιμή [< αρχ. συμφέρων] | |
| 48501 | συμφιλιώνω | συμ-φι-λι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {συμφιλίω-σα, συμφιλιώ-θηκα, -μένος, συμφιλιών-οντας} 1. επεμβαίνω και αποκαθιστώ τις διαταραγμένες σχέσεις μεταξύ ατόμων ή ομάδων: Προσπάθησε να τους ~σει (= να τους τα ξαναφτιάξει). ~θηκαν μεταξύ τους (= τα βρήκαν). Οι λαοί πρέπει να ζούνε ~μένοι (πβ. μονοιασμένος). Πβ. αδελφώνω, συνδιαλλάσσω, φιλιώνω. 2. (μτφ.) συμβιβάζω αντίθετες μεταξύ τους ιδέες, καταστάσεις: Με την τέχνη της πέτυχε να ~σει τις αντιμαχόμενες τάσεις. Στην ταινία ζωή και θάνατος ~ονται. Πβ. εναρμονίζω. ● Παθ.: συμφιλιώνομαι: (μτφ.) αποδέχομαι κάτι συνήθ. δυσάρεστο, εξοικειώνομαι μαζί του: Είναι ~μένη (= συμβιβασμένη) με τη μοίρα της. ● ΦΡ.: συμφιλιώνομαι με την ιδέα βλ. ιδέα [< μεσν. συμφιλιώ, συμφιλιώνομαι, 14ος αι.] | |
| 48502 | συμφιλίωση | συμ-φι-λί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. αποκατάσταση των διαταραγμένων σχέσεων μεταξύ ατόμων ή ομάδων: εθνική/πανανθρώπινη/πολιτική ~. Πβ. μόνοιασμα, συνδιαλλαγή, φίλιωμα.|| (μτφ.) ~ οικονομικής ανάπτυξης και οικολογίας. Πβ. εναρμόνιση, συμβιβασμός. ΑΝΤ. διχασμός 2. (μτφ.) εξοικείωση με δυσάρεστες κυρ. καταστάσεις: Σταδιακή ~ με την ιδέα της αναπηρίας/με την πραγματικότητα. Πβ. αποδοχή. | |
| 48503 | συμφιλιωτής | συμ-φι-λι-ω-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που επιδιώκει ενεργά τη συμφιλίωση ανάμεσα σε δύο πλευρές: ~ των αντιπάλων. ~ ανάμεσα στους πολίτες και τη διοίκηση. Ο ρόλος του ~ή. | |
| 48504 | συμφιλιωτικός | , ή, ό συμ-φι-λι-ω-τι-κός επίθ.: που οδηγεί στη συμφιλίωση: ~ός: ρόλος/τόνος (της φωνής)/χαρακτήρας. ~ή: διαδικασία/διάθεση/δράση/δύναμη/ενέργεια/λύση/παρέμβαση/πρόταση/στάση. ~ό: μήνυμα/ύφος.|| ~ές: πολιτικές/προσπάθειες/πρωτοβουλίες. ● επίρρ.: συμφιλιωτικά | |
| 48505 | συμφοιτητής, συμφοιτήτρια | συμ-φοι-τη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): φοιτητής που σπουδάζει μαζί με άλλον ή άλλους στην ίδια σχολή την ίδια χρονική περίοδο: Είναι πρώην ~ μου. Ήμασταν παλιοί ~ές. Βλ. συσπουδαστής. [< αρχ. συμφοιτητής ‘συμμαθητής’, γαλλ. condisciple] | |
| 48506 | συμφορά | συμ-φο-ρά ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) συφορά: αναπάντεχο συνήθ. γεγονός με πολύ δυσάρεστες επιπτώσεις· συνεκδ. η αιτία που το προκαλεί: Μας βρήκε/πάθαμε μεγάλη ~. Νέα ~ έπληξε/χτύπησε την πόλη. Συμπληρώθηκαν πενήντα χρόνια από την εθνική ~. Πρωτοφανής κακοκαιρία, πραγματική ~ για τους αγρότες. Πβ. δράμα, τραγωδία.|| Η ταινία ήταν αργή, μελό, σκέτη ~! ΣΥΝ. δυστυχία (2), κακό (1), κατάρα (2), νίλα (1), πλήγμα (1) ● ΦΡ.: (αχ) συμφορά (μου)! (λαϊκό): ως επιφών. για κακό που μου συνέβη: ~ ~! Δεν το πήρα χαμπάρι. ~ ~! Τι θα κάνω τώρα; ΣΥΝ. αλίμονο, της συμφοράς (ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι ανάξιος ή κάτι είναι κακής ποιότητας: γαμπρός/φαγητό ~ ~. ΣΥΝ. της κακιάς ώρας [< αρχ. συμφορά] | |
| 48507 | συμφόρηση | συμ-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. αποσυμφόρηση 1. μποτιλιάρισμα αυτοκινήτων και γενικότ. ασφυκτική συγκέντρωση ανθρώπων ή πραγμάτων σε έναν χώρο, η οποία εμποδίζει την ομαλή κυκλοφορία: ~ λόγω της βροχής/των οδικών έργων.|| Δημιουργήθηκε ~ στο νησί/στις μονάδες εντατικής θεραπείας. Πβ. αδιαχώρητο, πήξιμο, στρίμωγμα, συνωστισμός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Έλεγχος ~ης δικτύου. 2. ΙΑΤΡ. απότομη συσσώρευση μεγάλης ποσότητας αίματος σε όργανο ή ιστό: αγγειακή/πνευμονική ~. Εγκεφαλική ~ (= αποπληξία· πβ. αιμορραγία). Βλ. υπεραιμία, φράξιμο.|| (κατ' επέκτ.) Ρινική ~ (= μπούκωμα). ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλοφοριακή συμφόρηση βλ. κυκλοφοριακός [< μτγν. συμφόρησις 'συγκέντρωση, συνάθροιση' 2: γαλλ. congestion] | |
| 48508 | συμφορητικός | , ή, ό συμ-φο-ρη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί συμφόρηση ή σχετίζεται με αυτή: ~ή: διόγκωση (μήτρας, φλεβών)/καρδιακή ανεπάρκεια. [< μεσν. συμφορητικός 'που συνενώνει΄, γαλλ. congestif] | |
| 48509 | σύμφορος | , η, ο σύμ-φο-ρος επίθ. (λόγ.): που συμφέρει, κυρ. οικονομικά: ~η: λύση (= κατάλληλη, πρόσφορη).|| Δεν είναι ~ο να ... (= δεν συμφέρει). Πβ. επωφελής, συμφέρων. ΑΝΤ. ασύμφορος [< αρχ. σύμφορος] | |
| 48510 | συμφορουμίτης, συμφορουμίτισσα | συμ-φο-ρου-μί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} & (σπάν.) συμφορουμίστας (ο) (αργκό): ΔΙΑΔΙΚΤ. μέλος με άλλον ή άλλους στο ίδιο φόρουμ: Απόψεις/γνώμες ~ών.|| (κυρ. ως προσφών.) Αγαπητοί/φίλοι ~ες! Βλ. μπλόγκερ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ