| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48502 | συμφιλίωση | συμ-φι-λί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. αποκατάσταση των διαταραγμένων σχέσεων μεταξύ ατόμων ή ομάδων: εθνική/πανανθρώπινη/πολιτική ~. Πβ. μόνοιασμα, συνδιαλλαγή, φίλιωμα.|| (μτφ.) ~ οικονομικής ανάπτυξης και οικολογίας. Πβ. εναρμόνιση, συμβιβασμός. ΑΝΤ. διχασμός 2. (μτφ.) εξοικείωση με δυσάρεστες κυρ. καταστάσεις: Σταδιακή ~ με την ιδέα της αναπηρίας/με την πραγματικότητα. Πβ. αποδοχή. | |
| 48503 | συμφιλιωτής | συμ-φι-λι-ω-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που επιδιώκει ενεργά τη συμφιλίωση ανάμεσα σε δύο πλευρές: ~ των αντιπάλων. ~ ανάμεσα στους πολίτες και τη διοίκηση. Ο ρόλος του ~ή. | |
| 48504 | συμφιλιωτικός | , ή, ό συμ-φι-λι-ω-τι-κός επίθ.: που οδηγεί στη συμφιλίωση: ~ός: ρόλος/τόνος (της φωνής)/χαρακτήρας. ~ή: διαδικασία/διάθεση/δράση/δύναμη/ενέργεια/λύση/παρέμβαση/πρόταση/στάση. ~ό: μήνυμα/ύφος.|| ~ές: πολιτικές/προσπάθειες/πρωτοβουλίες. ● επίρρ.: συμφιλιωτικά | |
| 48505 | συμφοιτητής, συμφοιτήτρια | συμ-φοι-τη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): φοιτητής που σπουδάζει μαζί με άλλον ή άλλους στην ίδια σχολή την ίδια χρονική περίοδο: Είναι πρώην ~ μου. Ήμασταν παλιοί ~ές. Βλ. συσπουδαστής. [< αρχ. συμφοιτητής ‘συμμαθητής’, γαλλ. condisciple] | |
| 48506 | συμφορά | συμ-φο-ρά ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) συφορά: αναπάντεχο συνήθ. γεγονός με πολύ δυσάρεστες επιπτώσεις· συνεκδ. η αιτία που το προκαλεί: Μας βρήκε/πάθαμε μεγάλη ~. Νέα ~ έπληξε/χτύπησε την πόλη. Συμπληρώθηκαν πενήντα χρόνια από την εθνική ~. Πρωτοφανής κακοκαιρία, πραγματική ~ για τους αγρότες. Πβ. δράμα, τραγωδία.|| Η ταινία ήταν αργή, μελό, σκέτη ~! ΣΥΝ. δυστυχία (2), κακό (1), κατάρα (2), νίλα (1), πλήγμα (1) ● ΦΡ.: (αχ) συμφορά (μου)! (λαϊκό): ως επιφών. για κακό που μου συνέβη: ~ ~! Δεν το πήρα χαμπάρι. ~ ~! Τι θα κάνω τώρα; ΣΥΝ. αλίμονο, της συμφοράς (ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι ανάξιος ή κάτι είναι κακής ποιότητας: γαμπρός/φαγητό ~ ~. ΣΥΝ. της κακιάς ώρας [< αρχ. συμφορά] | |
| 48507 | συμφόρηση | συμ-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. αποσυμφόρηση 1. μποτιλιάρισμα αυτοκινήτων και γενικότ. ασφυκτική συγκέντρωση ανθρώπων ή πραγμάτων σε έναν χώρο, η οποία εμποδίζει την ομαλή κυκλοφορία: ~ λόγω της βροχής/των οδικών έργων.|| Δημιουργήθηκε ~ στο νησί/στις μονάδες εντατικής θεραπείας. Πβ. αδιαχώρητο, πήξιμο, στρίμωγμα, συνωστισμός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Έλεγχος ~ης δικτύου. 2. ΙΑΤΡ. απότομη συσσώρευση μεγάλης ποσότητας αίματος σε όργανο ή ιστό: αγγειακή/πνευμονική ~. Εγκεφαλική ~ (= αποπληξία· πβ. αιμορραγία). Βλ. υπεραιμία, φράξιμο.|| (κατ' επέκτ.) Ρινική ~ (= μπούκωμα). ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλοφοριακή συμφόρηση βλ. κυκλοφοριακός [< μτγν. συμφόρησις 'συγκέντρωση, συνάθροιση' 2: γαλλ. congestion] | |
| 48508 | συμφορητικός | , ή, ό συμ-φο-ρη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί συμφόρηση ή σχετίζεται με αυτή: ~ή: διόγκωση (μήτρας, φλεβών)/καρδιακή ανεπάρκεια. [< μεσν. συμφορητικός 'που συνενώνει΄, γαλλ. congestif] | |
| 48509 | σύμφορος | , η, ο σύμ-φο-ρος επίθ. (λόγ.): που συμφέρει, κυρ. οικονομικά: ~η: λύση (= κατάλληλη, πρόσφορη).|| Δεν είναι ~ο να ... (= δεν συμφέρει). Πβ. επωφελής, συμφέρων. ΑΝΤ. ασύμφορος [< αρχ. σύμφορος] | |
| 48510 | συμφορουμίτης, συμφορουμίτισσα | συμ-φο-ρου-μί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} & (σπάν.) συμφορουμίστας (ο) (αργκό): ΔΙΑΔΙΚΤ. μέλος με άλλον ή άλλους στο ίδιο φόρουμ: Απόψεις/γνώμες ~ών.|| (κυρ. ως προσφών.) Αγαπητοί/φίλοι ~ες! Βλ. μπλόγκερ. | |
| 48512 | σύμφραση | σύμ-φρα-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. σύμπλοκο. [< μτγν. σύμφρασις 'συμφραζόμενα'] | |
| 48513 | συμφραστικός | , ή, ό συμ-φρα-στι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που περιέχει συμφράσεις ή σχετίζεται με αυτές: ~ός: πίνακας (λέξεων). Βλ. συγκειμενικός. [< αγγλ/ contextual] | |
| 48514 | συμφύεται | συμ-φύ-ε-ται ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} 1. (για φυτά) φυτρώνει, αναπτύσσεται σε στενή σχέση με κάτι άλλο: Το ενδοσπέρµιο ~ µε το περικάρπιο.|| (μτφ.) Η ζωή ~ με τον θάνατο (= είναι αλληλένδετα). 2. ΑΝΑΤ. (για ιστούς, οστά) συνενώνεται: Ο έσω μηνίσκος ~ με τον έσω πλάγιο σύνδεσμο. [< αρχ. συμφύομαι] | |
| 48515 | συμφυής | , ής, ές συμ-φυ-ής επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) σύμφυτος: Η προάσπιση των πολιτικών δικαιωμάτων είναι ~ με τη δημοκρατία.|| ~ές: γνώρισμα/χαρακτηριστικό. Πβ. εγγενής, έμφυτος. 2. ΒΟΤ. που φυτρώνει μαζί με κάτι άλλο: ~είς: βλαστοί. Βλ. -φυής. [< αρχ. συμφυής] | |
| 48516 | σύμφυρμα | σύμ-φυρ-μα ουσ. (ουδ.): τυχαία συνένωση ετερόκλιτων στοιχείων: ~ επιρροών/ιδεών/λαών/πολιτισμών (πβ. αμάλγαμα, ανακάτεμα, κράμα, συμφυρμός, συνονθύλευμα). Αξεδιάλυτο ~ ιστοριών και μύθων (πβ. αχταρμάς, μωσαϊκό, συμπίλημα). | |
| 48517 | συμφυρμός | συμ-φυρ-μός ουσ. (αρσ.) 1. ανάμειξη ετερόκλιτων στοιχείων συνήθ. με τυχαίο τρόπο: Στο έργο του έχει γίνει ~ διαφόρων θρησκευτικών και μαγικών αντιλήψεων. Πβ. αμάλγαμα, σύμφυρμα, συνονθύλευμα. Βλ. πάντρεμα. ΣΥΝ. ανακάτεμα (2), σύμφυρση (1) 2. ΓΡΑΜΜ. σχηματισμός λέξης με τυχαία συνένωση τμήματος δύο ή περισσοτέρων λέξεων: Η λέξη "διάτανος" προέκυψε από τον ~ό των λέξεων "διάβολος" και "σατανάς". [< 1: μτγν. συμφυρμός 2: γαλλ. contamination, 1906] | |
| 48518 | σύμφυρση | σύμ-φυρ-ση ουσ. (θηλ.) 1. συμφυρμός: ~ µυθικών και λογοτεχνικών μοτίβων. Πβ. σύμφυρμα. 2. ΓΡΑΜΜ. σχήμα λόγου που αφορά τη γραμματική συμφωνία λέξεων ή φράσεων και συνίσταται στην ανάμειξη δύο συντάξεων: π.χ. Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε (: Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύει και γελάει/Ο Απρίλης και ο Έρωτας χορεύουν και γελούνε). [< μτγν. σύμφυρσις ‘ανάμειξη, σύγχυση’] | |
| 48519 | συμφύρω | συμ-φύ-ρω ρ. (μτβ.) (λόγ.): αναμειγνύω, συνήθ. τυχαία ή ανοργάνωτα: Tο μυθιστόρημα ~ει το πραγματικό με το φανταστικό. Το θρησκευτικό δόγμα ~εται με την πολιτική ιδεολογία. Πβ. ανακατεύω. Βλ. διαπλέκω. ● Παθ.: συμφύρομαι: συναγελάζομαι: ~ονται με τον όχλο. Πβ. συναναστρέφομαι. ΣΥΝ. συγχρωτίζομαι [< αρχ. συμφύρω ‘ζυμώνω, ανακατεύω’] | |
| 48520 | σύμφυση | σύμ-φυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) ανάμειξη και συνένωση σε ενιαίο σώμα: ~ κρυστάλλων/ορυκτών. Πβ. συσσωμάτωση.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ του κράτους με τα κόμματα. Βλ. αλληλεξάρτηση. 2. ΑΝΑΤ. άρθρωση οστών, ελάχιστα κινητή, στην περιοχή της λεκάνης: ηβική ~. Βλ. συνοστέωση. 3. ΙΑΤΡ. {συνηθέστ. στον πληθ.} μη φυσιολογική συγκόλληση τμημάτων οργάνων με ορογόνο υμένα ύστερα από φλεγμονή ή εγχείρηση: ~ύσεις ενδομητρίου. Δημιουργούνται μετεγχειρητικές ~ύσεις. [< 1: αρχ. σύμφυσις 2,3: γαλλ. symphyse, αγγλ. symphysis] | |
| 48521 | συμφυτικός | , ή, ό συμ-φυ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται σε σύμφυση: ~ός: ειλεός. ~ή: θυλακίτιδα. [< αρχ. συμφυτικός 'επουλωμένος', γαλλ. symphysaire, αγγλ. symphytic, symphysial] | |
| 48522 | σύμφυτος | , η, ο σύμ-φυ-τος επίθ. (λόγ.) ΣΥΝ. συμφυής 1. που είναι στενά συνδεδεμένος, που συνυπάρχει με κάτι άλλο: Η δικαιοσύνη είναι ~η με την έννοια της δημοκρατίας. Ο ιμπεριαλισμός είναι ~ με τους πολέμους. Πβ. αλληλένδετος, συνυφασμένος. 2. έμφυτος, εγγενής, ενδογενής: ~ο: στοιχείο. Ο φόβος είναι ~ στον άνθρωπο. Πβ. ενδιάθετος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ες: ανωμαλίες/νόσοι. Πβ. συγγενής. Βλ. -φυτος. ΑΝΤ. επίκτητος [< αρχ. σύμφυτος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ