Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49040-49060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48512σύμφρασησύμ-φρα-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. σύμπλοκο. [< μτγν. σύμφρασις 'συμφραζόμενα']
48513συμφραστικός, ή, ό συμ-φρα-στι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που περιέχει συμφράσεις ή σχετίζεται με αυτές: ~ός: πίνακας (λέξεων). Βλ. συγκειμενικός. [< αγγλ/ contextual]
48514συμφύεταισυμ-φύ-ε-ται ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} 1. (για φυτά) φυτρώνει, αναπτύσσεται σε στενή σχέση με κάτι άλλο: Το ενδοσπέρµιο ~ µε το περικάρπιο.|| (μτφ.) Η ζωή ~ με τον θάνατο (= είναι αλληλένδετα). 2. ΑΝΑΤ. (για ιστούς, οστά) συνενώνεται: Ο έσω μηνίσκος ~ με τον έσω πλάγιο σύνδεσμο. [< αρχ. συμφύομαι]
48515συμφυής, ής, ές συμ-φυ-ής επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) σύμφυτος: Η προάσπιση των πολιτικών δικαιωμάτων είναι ~ με τη δημοκρατία.|| ~ές: γνώρισμα/χαρακτηριστικό. Πβ. εγγενής, έμφυτος. 2. ΒΟΤ. που φυτρώνει μαζί με κάτι άλλο: ~είς: βλαστοί. Βλ. -φυής. [< αρχ. συμφυής]
48516σύμφυρμασύμ-φυρ-μα ουσ. (ουδ.): τυχαία συνένωση ετερόκλιτων στοιχείων: ~ επιρροών/ιδεών/λαών/πολιτισμών (πβ. αμάλγαμα, ανακάτεμα, κράμα, συμφυρμός, συνονθύλευμα). Αξεδιάλυτο ~ ιστοριών και μύθων (πβ. αχταρμάς, μωσαϊκό, συμπίλημα).
48517συμφυρμόςσυμ-φυρ-μός ουσ. (αρσ.) 1. ανάμειξη ετερόκλιτων στοιχείων συνήθ. με τυχαίο τρόπο: Στο έργο του έχει γίνει ~ διαφόρων θρησκευτικών και μαγικών αντιλήψεων. Πβ. αμάλγαμα, σύμφυρμα, συνονθύλευμα. Βλ. πάντρεμα. ΣΥΝ. ανακάτεμα (2), σύμφυρση (1) 2. ΓΡΑΜΜ. σχηματισμός λέξης με τυχαία συνένωση τμήματος δύο ή περισσοτέρων λέξεων: Η λέξη "διάτανος" προέκυψε από τον ~ό των λέξεων "διάβολος" και "σατανάς". [< 1: μτγν. συμφυρμός 2: γαλλ. contamination, 1906]
48518σύμφυρσησύμ-φυρ-ση ουσ. (θηλ.) 1. συμφυρμός: ~ µυθικών και λογοτεχνικών μοτίβων. Πβ. σύμφυρμα. 2. ΓΡΑΜΜ. σχήμα λόγου που αφορά τη γραμματική συμφωνία λέξεων ή φράσεων και συνίσταται στην ανάμειξη δύο συντάξεων: π.χ. Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε (: Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύει και γελάει/Ο Απρίλης και ο Έρωτας χορεύουν και γελούνε). [< μτγν. σύμφυρσις ‘ανάμειξη, σύγχυση’]
48519συμφύρωσυμ-φύ-ρω ρ. (μτβ.) (λόγ.): αναμειγνύω, συνήθ. τυχαία ή ανοργάνωτα: Tο μυθιστόρημα ~ει το πραγματικό με το φανταστικό. Το θρησκευτικό δόγμα ~εται με την πολιτική ιδεολογία. Πβ. ανακατεύω. Βλ. διαπλέκω. ● Παθ.: συμφύρομαι: συναγελάζομαι: ~ονται με τον όχλο. Πβ. συναναστρέφομαι. ΣΥΝ. συγχρωτίζομαι [< αρχ. συμφύρω ‘ζυμώνω, ανακατεύω’]
48520σύμφυσησύμ-φυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) ανάμειξη και συνένωση σε ενιαίο σώμα: ~ κρυστάλλων/ορυκτών. Πβ. συσσωμάτωση.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ του κράτους με τα κόμματα. Βλ. αλληλεξάρτηση. 2. ΑΝΑΤ. άρθρωση οστών, ελάχιστα κινητή, στην περιοχή της λεκάνης: ηβική ~. Βλ. συνοστέωση. 3. ΙΑΤΡ. {συνηθέστ. στον πληθ.} μη φυσιολογική συγκόλληση τμημάτων οργάνων με ορογόνο υμένα ύστερα από φλεγμονή ή εγχείρηση: ~ύσεις ενδομητρίου. Δημιουργούνται μετεγχειρητικές ~ύσεις. [< 1: αρχ. σύμφυσις 2,3: γαλλ. symphyse, αγγλ. symphysis]
48521συμφυτικός, ή, ό συμ-φυ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται σε σύμφυση: ~ός: ειλεός. ~ή: θυλακίτιδα. [< αρχ. συμφυτικός 'επουλωμένος', γαλλ. symphysaire, αγγλ. symphytic, symphysial]
48522σύμφυτος, η, ο σύμ-φυ-τος επίθ. (λόγ.) ΣΥΝ. συμφυής 1. που είναι στενά συνδεδεμένος, που συνυπάρχει με κάτι άλλο: Η δικαιοσύνη είναι ~η με την έννοια της δημοκρατίας. Ο ιμπεριαλισμός είναι ~ με τους πολέμους. Πβ. αλληλένδετος, συνυφασμένος. 2. έμφυτος, εγγενής, ενδογενής: ~ο: στοιχείο. Ο φόβος είναι ~ στον άνθρωπο. Πβ. ενδιάθετος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ες: ανωμαλίες/νόσοι. Πβ. συγγενής. Βλ. -φυτος. ΑΝΤ. επίκτητος [< αρχ. σύμφυτος]
48523συμφωνηθείςβλ. συμφωνώ
48524συμφωνητικόσυμ-φω-νη-τι-κό ουσ. (ουδ.): έγγραφο στο οποίο αναγράφονται και κατοχυρώνονται νομικά οι όροι μιας συμφωνίας: ιδιωτικό ~. ~ δανείου/εξαγοράς/επαγγελματικής μίσθωσης/συνεργασίας/σύστασης εταιρείας. Βλ. συμβόλαιο. [< μεσν. συμφωνητικόν]
48525συμφωνίασυμ-φω-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. δέσμευση δύο ή περισσότερων μερών ή επίσημη σύμβαση μεταξύ κρατών, οργανισμών για ρύθμιση ζητήματος: άτυπη/γραπτή/διακρατική/διεθνής/εμπορική/επίσημη/ιδιωτική/ιστορική/καταρχήν/λευκή/μυστική/παρασκηνιακή/προγραμματική/προφορική/ρητή/στρατηγική ~. ~-πακέτο (: που δεν επιδέχεται τροποποίηση)/-πλαίσιο. ~ ειρήνης (= ειρηνευτική ~)/(ελεύθερου) εμπορίου/κατάπαυσης του πυρός (: ανακωχή)/στρατηγικής σημασίας. Κατόπιν ~ας. Το κείμενο/οι όροι της ~ας (πβ. σύμφωνο, συνθήκη). Στο πλαίσιο της ~ας. ~ εργοδοτών και εργαζομένων. ~ μεταξύ κυβέρνησης και συνδικάτων. Αθέτηση/ακύρωση/ανακοίνωση/κατάργηση/σύναψη/συνομολόγηση/τήρηση/υλοποίηση ~ας. Αναθεωρώ/ανανεώνω/επικυρώνω/επιτυγχάνω/εφαρμόζω/κλείνω/παραβιάζω/σπάω/χαλάω μια ~. Ήρθαμε/καταλήξαμε/προχωρήσαμε/φθάσαμε σε ~ (πβ. συνεννόηση). Επήλθε ~. Κάναμε ~ να .../μια ~. Βρίσκονται πολύ κοντά σε ~. Οδεύουμε προς ~ για ... Η ~ ισχύει. Αυτό δεν είναι στη ~ μας.|| Υπογραφή ~ας. Βλ. συμφωνητικό. 2. συναίνεση, συγκατάθεση: αμοιβαία/κοινή ~ (: κοινή συναινέσει). Με (τη) ~ όλης της οικογένειας (πβ. αποδοχή, σύμφωνη γνώμη). Εξασφαλίσαμε τη ~ όλων των μελών του συμβουλίου. Πβ. έγκριση, συγκατάνευση. 3. (για απόψεις, στοιχεία, ενέργειες) ομοιότητα, ταύτιση ή αντιστοιχία: απόλυτη/ολοκληρωτική/πλήρης ~ (πβ. ομοφωνία). ~ αντιλήψεων/χαρακτήρων. ΑΝΤ. αντι-, διχο-γνωμία, διαφωνία.|| ~ μεταξύ θεωρίας και πράξης/λόγων και έργων (πβ. συνέπεια). (ΛΟΓΙΣΤ.) ~ ταμείου.|| Σε ~ με το περιβάλλον. ~ χρωμάτων (πβ. αρμονία) Βλ. -φωνία. ΑΝΤ. ασυμφωνία 4. ΜΟΥΣ. ορχηστρική σύνθεση που δομείται πάνω στη φόρμα της σονάτας, εκτελείται από μεγάλο αριθμό μουσικών και συνήθ. αποτελείται από τέσσερα μέρη: ημιτελής/κλασική ~. ~ για έγχορδα/πνευστά. ~ σε ρε ελάσσονα/μείζονα. ~ δωματίου. Έγραψε/συνέθεσε πέντε ~ες. 5. ΜΟΥΣ. το εύηχο ακουστικό αποτέλεσμα της συνήχησης των φθόγγων μιας τρίφωνης συγχορδίας. Πβ. αρμονία. Βλ. διαφωνία. 6. ΓΛΩΣΣ. σχέση των όρων της πρότασης, όπου ένας καθορίζει κάποιον άλλον ως προς τον γραμματικό τύπο: ~ ρήματος - υποκειμένου (: σε πρόσωπο και αριθμό). ~ επιθέτου - ουσιαστικού (: σε γένος, αριθμό και πτώση).|| ~ χρόνων (: κύριας και δευτερεύουσας πρότασης). Πβ. ακολουθία των χρόνων. ● ΣΥΜΠΛ.: κάθετες συμφωνίες: ΟΙΚΟΝ. συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων παραγωγής και διανομής σχετικά με τις προϋποθέσεις προμήθειας, πώλησης ή μεταπώλησης αγαθών ή υπηρεσιών. [< αγγλ. vertical agreements] , συμφωνία σύνδεσης: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτου κράτους ή διεθνούς οργανισμού, με την οποία υιοθετούνται οι αρχές και οι στόχοι της πρώτης., συμφωνία συνεργασίας: ΝΟΜ. μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτου κράτους ή διεθνούς οργανισμού για εμπορική και οικονομική σύμπραξη., μνημόνιο συνεργασίας/συμφωνίας/κατανόησης βλ. μνημόνιο, συμφωνία κυρίων βλ. κύριος ● ΦΡ.: με τη συμφωνία ότι/να: υπό τον όρο, με την προϋπόθεση: Θα συνεργαστούμε ~ ~ ότι θα μοιραζόμαστε τα κέρδη. [< αρχ. συμφωνία 4: γαλλ. symphonie, symphony]
48526συμφωνικός, ή, ό συμ-φω-νι-κός επίθ. 1. ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στη συμφωνία: ~ός: ήχος. ~ή: εισαγωγή/ενορχήστρωση/μουσική (: που εκτελείται από πολλά όργανα)/σουίτα. ~ό: έργο/κοντσέρτο/σύνολο. ~ά: όργανα. ~ή ορχήστρα (: με ξύλινα και χάλκινα πνευστά, κρουστά και έγχορδα όργανα· ΣΥΝ. φιλαρμονική). Βλ. -φωνικός. 2. ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με το σύμφωνο: ~ός: φθόγγος. ~ό: σύμπλεγμα. ● ΣΥΜΠΛ.: συμφωνικό ποίημα βλ. ποίημα [< 1: γαλλ. symphonique, αγγλ. symphonic 2: γαλλ. consonantique]
48527σύμφωνοσύμ-φω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώνου} 1. ΓΛΩΣΣ. φθόγγος που δημιουργείται από φραγμό ή στένεμα στη φωνητική οδό, έτσι ώστε η ροή του αέρα να εμποδίζεται ολικώς ή μερικώς· συνεκδ. το αντίστοιχο γράμμα του αλφαβήτου: (διάκριση ως προς τον τρόπο άρθρωσης:) άηχα (π, τ, κ, φ ...)/ηχηρά (μπ, ντ, γκ, γ ...)/κλειστά (π, τ, κ ...) (πβ. στιγμιαία)/παλλόμενα (ρ)/πλευρικά (λ) (πβ. υγρά)/ρινικά (μ, ν) (πβ. έρρινα)/τριβόμενα (β, χ, ζ ...) (πβ. διαρκή, εξακολουθητικά) ~α.|| (Διάκριση ως προς τον τόπο άρθρωσης:) Διχειλικά/μεσοδοντικά/ουρανικά/συριστικά/χειλοδοντικά/υπερωικά ~α. Τελικά ~α (ς, ν). 2. ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. επίσημη συμφωνία μεταξύ κρατών, διεθνών οργανισμών: άτυπο/διακρατικό/διεθνές/εμπορικό/ιδιωτικό (πβ. συμβόλαιο) ~. ~ ειρήνης (πβ. συνθήκη)/μη επιθέσεως/σταθερότητας (βλ. ΣΣΑ)/συνεργασίας/τιμής/φιλίας. Αναθεώρηση/εφαρμογή/παραβίαση/σύναψη ~ώνου.|| Σχέδιο/υπογραφή ~ώνου. Βλ. προ~, προικο~, συμφωνητικό. ● ΣΥΜΠΛ.: οικουμενικό σύμφωνο βλ. οικουμενικός, πάθη συμφώνων/φωνηέντων βλ. πάθος, σύμφωνο (ελεύθερης) συμβίωσης βλ. συμβίωση [< 1: μτγν. σύμφωνον 2: γαλλ. accord]
48528συμφωνόληκτος, η, ο συμ-φω-νό-λη-κτος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για όνομα ή ρήμα) που το θέμα του λήγει σε σύμφωνο (πεύκ-ο, τρέχ-ω). || (ως ουσ.) Τα ~α της γ' κλίσης. ΑΝΤ. φωνηεντόληκτος
48529σύμφωνοςσύμ-φω-νος επίθ. 1. (για πρόσ.) που συμφωνεί με κάποιον ή κάτι: Είμαι απόλυτα/καταρχήν ~ μαζί σου/με όσα λες. Η πρότασή σου με βρίσκει ~ο. (Με τον ...) μείναμε ~οι (= συμφωνήσαμε) ότι/να .../για ... Πβ. ομό-γνωμος, -φωνος. ΑΝΤ. αντίθετος (2), ασύμφωνος 2. (λόγ.) που παρουσιάζει συμφωνία, αντιστοιχία, συνέπεια ως προς κάποιον ή κάτι: Οι πράξεις σου δεν είναι ~ες (= δεν συμβαδίζουν) με τις αποφάσεις σου. Πβ. ανάλογος, συνεπής, ταιριαστός. ΑΝΤ. ανακόλουθος, ασυνεπής (2) 3. ΜΟΥΣ. (για φωνή ή ήχο) που συνηχεί αρμονικά με άλλον. Βλ. -φωνος. ΑΝΤ. διάφωνος ● ΦΡ.: από/εκ συμφώνου (επίσ.): κατόπιν συμφωνίας: Η απόφαση ελήφθη ~ ~ με τον πρόεδρο της επιτροπής., σύμφωνα με & (λόγ.) συμφώνως προς: βάσει, ανάλογα: ~ ~ την απόφαση/το άρθρο ... του νόμου/τις δηλώσεις του .../το δημοσίευμα/τη διάταξη/το δίκαιο/το έθιμο/την έρευνα/τους ισχυρισμούς (: όπως λέγεται, υποστηρίζεται)/τους κανόνες/την κατάθεση (του μάρτυρα)/τη νομοθεσία (: ό,τι ισχύει)/τις οδηγίες/τις πληροφορίες/τις προδιαγραφές/το πρότυπο/το υπόδειγμα. Ο φόρος υπολογίζεται ~ ~ την αξία του ακινήτου., σύμφωνοι (προφ.): (σε ερώτηση ή επιβεβαίωση) εντάξει, καλώς: -Θα πάμε αύριο, (είμαστε) ~; -~!, με (τη) σύμφωνη γνώμη βλ. γνώμη [< αρχ. σύμφωνος]
48530συμφωνώ[συμφωνῶ] συμ-φω-νώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συμφων-είς ..., -ώντας | συμφών-ησα, -είται, -ήθηκε (λόγ. συνεφωνήθη, μτχ. συμφωνη-θείς, -θείσα, -θέν), -ημένος (αρχαιοπρ.) συμ-πεφωνημένος} 1. συμμερίζομαι την άποψη κάποιου, αποδέχομαι κάτι από κοινού: ~ απόλυτα/πέρα για πέρα/στα περισσότερα μαζί σου. ~ με την απόφασή/τους όρους/την πρότασή σας (πβ. ασπάζομαι, εγκρίνω, επιδοκιμάζω, προσυπογράφω). Δεν ~ καθόλου (= δεν είναι έτσι). Εάν ~είς κι εσύ (= δεν έχεις αντίρρηση) ... Όλοι ~ούμε στα βασικά/σε ένα πράγμα. -Λέω να πάμε μια βόλτα, ~είς (= τι λες); -~ (= εντάξει)! ~ούν ότι/πως ... (πβ. δέχομαι, παραδέχομαι). Είναι φυσικό να μη ~ούμε σε όλα. Πβ. ομο-γνωμώ, -φρονώ. ΑΝΤ. διαφωνώ 2. συνάπτω συμφωνία, δεσμεύομαι μαζί με άλλον σε κοινή δράση: ~ήσαμε άτυπα/επίσημα/μυστικά/προφορικά/ρητά. ~ήσαμε ότι/να ... (= μείναμε σύμφωνοι). Έχω ~ήσει με (= κλείσει) μηχανικό για την ανακαίνιση. Μένει να ~ήσουμε (= διευθετήσουμε, κανονίσουμε) την αμοιβή. Δεν ~ησαν (= δεν τα βρήκαν) στο οικονομικό. Τα ~ήσαμε (= συνεννοηθήκαμε). Εάν συνεχίσουν έτσι, δεν πρόκειται να ~ήσουν (= έρθουν, καταλήξουν σε συμφωνία) ποτέ. Τα κράτη-μέλη ~ησαν να .../για/σε ... (πβ. συγκατανεύω, συναινώ, συναποφασίζω). ~ήθηκε από όλους να ... Βλ. προ~.|| ~θείς/~ημένος: μισθός. ~θείσα/~ημένη: διάρκεια/λύση/τιμή/ώρα (παράδοσης εμπορεύματος· πβ. καθιερωμένος, ορισμένος). ~θέντες: όροι. Νωρίτερα από τον ~ημένο χρόνο. Είναι όλα ~ημένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. (προφ.) Τα έχουν ~ημένα μεταξύ τους (πβ. τα 'χουν μιλημένα).|| (ως ουσ.) Κατά τα ~θέντα (= τη συμφωνία). Παραβίασαν/δεν τήρησαν τα ~θέντα/~ημένα.συμφωνεί: βρίσκεται σε αντιστοιχία, αναλογία, είναι συνεπής ως προς κάποιον ή κάτι: Η νομοθεσία θα πρέπει να ~ (= ευθυγραμμίζεται, συνάδει) με τις αρχές του δικαίου/τα διεθνή πρότυπα. Τα λόγια σου δεν ~ούν (= δεν συμβαδίζουν, έρχονται σε αντίθεση) με τις πράξεις σου. Οι θεωρίες του δεν ~ούν με την (= δεν ανταποκρίνονται στην) πραγματικότητα. (ΓΡΑΜΜ.) Το επίθετο ~ με το ουσιαστικό σε γένος, αριθμό και πτώση.|| Οι απόψεις/τα γούστα μας δεν ~ούν (= δεν συμπίπτουν, ταιριάζουν, ταυτίζονται). ● ΦΡ.: συμφωνώ/εγκρίνω/επικροτώ και επαυξάνω βλ. επαυξάνω [< αρχ. συμφωνῶ 2: μτγν. ~]
48531συμφωνών, ούσα, ούν [συμφωνῶν] συμ-φω-νών επίθ./ουσ. (λόγ.): που συμφωνεί: ~ούντα: κόμματα.|| (συνήθ. ως ουσ.) Οι συνυπογράφοντες ~ούντες. ΑΝΤ. διαφωνών [< αρχ. συμφωνῶν]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.