Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49060-49080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48523συμφωνηθείςβλ. συμφωνώ
48524συμφωνητικόσυμ-φω-νη-τι-κό ουσ. (ουδ.): έγγραφο στο οποίο αναγράφονται και κατοχυρώνονται νομικά οι όροι μιας συμφωνίας: ιδιωτικό ~. ~ δανείου/εξαγοράς/επαγγελματικής μίσθωσης/συνεργασίας/σύστασης εταιρείας. Βλ. συμβόλαιο. [< μεσν. συμφωνητικόν]
48525συμφωνίασυμ-φω-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. δέσμευση δύο ή περισσότερων μερών ή επίσημη σύμβαση μεταξύ κρατών, οργανισμών για ρύθμιση ζητήματος: άτυπη/γραπτή/διακρατική/διεθνής/εμπορική/επίσημη/ιδιωτική/ιστορική/καταρχήν/λευκή/μυστική/παρασκηνιακή/προγραμματική/προφορική/ρητή/στρατηγική ~. ~-πακέτο (: που δεν επιδέχεται τροποποίηση)/-πλαίσιο. ~ ειρήνης (= ειρηνευτική ~)/(ελεύθερου) εμπορίου/κατάπαυσης του πυρός (: ανακωχή)/στρατηγικής σημασίας. Κατόπιν ~ας. Το κείμενο/οι όροι της ~ας (πβ. σύμφωνο, συνθήκη). Στο πλαίσιο της ~ας. ~ εργοδοτών και εργαζομένων. ~ μεταξύ κυβέρνησης και συνδικάτων. Αθέτηση/ακύρωση/ανακοίνωση/κατάργηση/σύναψη/συνομολόγηση/τήρηση/υλοποίηση ~ας. Αναθεωρώ/ανανεώνω/επικυρώνω/επιτυγχάνω/εφαρμόζω/κλείνω/παραβιάζω/σπάω/χαλάω μια ~. Ήρθαμε/καταλήξαμε/προχωρήσαμε/φθάσαμε σε ~ (πβ. συνεννόηση). Επήλθε ~. Κάναμε ~ να .../μια ~. Βρίσκονται πολύ κοντά σε ~. Οδεύουμε προς ~ για ... Η ~ ισχύει. Αυτό δεν είναι στη ~ μας.|| Υπογραφή ~ας. Βλ. συμφωνητικό. 2. συναίνεση, συγκατάθεση: αμοιβαία/κοινή ~ (: κοινή συναινέσει). Με (τη) ~ όλης της οικογένειας (πβ. αποδοχή, σύμφωνη γνώμη). Εξασφαλίσαμε τη ~ όλων των μελών του συμβουλίου. Πβ. έγκριση, συγκατάνευση. 3. (για απόψεις, στοιχεία, ενέργειες) ομοιότητα, ταύτιση ή αντιστοιχία: απόλυτη/ολοκληρωτική/πλήρης ~ (πβ. ομοφωνία). ~ αντιλήψεων/χαρακτήρων. ΑΝΤ. αντι-, διχο-γνωμία, διαφωνία.|| ~ μεταξύ θεωρίας και πράξης/λόγων και έργων (πβ. συνέπεια). (ΛΟΓΙΣΤ.) ~ ταμείου.|| Σε ~ με το περιβάλλον. ~ χρωμάτων (πβ. αρμονία) Βλ. -φωνία. ΑΝΤ. ασυμφωνία 4. ΜΟΥΣ. ορχηστρική σύνθεση που δομείται πάνω στη φόρμα της σονάτας, εκτελείται από μεγάλο αριθμό μουσικών και συνήθ. αποτελείται από τέσσερα μέρη: ημιτελής/κλασική ~. ~ για έγχορδα/πνευστά. ~ σε ρε ελάσσονα/μείζονα. ~ δωματίου. Έγραψε/συνέθεσε πέντε ~ες. 5. ΜΟΥΣ. το εύηχο ακουστικό αποτέλεσμα της συνήχησης των φθόγγων μιας τρίφωνης συγχορδίας. Πβ. αρμονία. Βλ. διαφωνία. 6. ΓΛΩΣΣ. σχέση των όρων της πρότασης, όπου ένας καθορίζει κάποιον άλλον ως προς τον γραμματικό τύπο: ~ ρήματος - υποκειμένου (: σε πρόσωπο και αριθμό). ~ επιθέτου - ουσιαστικού (: σε γένος, αριθμό και πτώση).|| ~ χρόνων (: κύριας και δευτερεύουσας πρότασης). Πβ. ακολουθία των χρόνων. ● ΣΥΜΠΛ.: κάθετες συμφωνίες: ΟΙΚΟΝ. συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων παραγωγής και διανομής σχετικά με τις προϋποθέσεις προμήθειας, πώλησης ή μεταπώλησης αγαθών ή υπηρεσιών. [< αγγλ. vertical agreements] , συμφωνία σύνδεσης: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτου κράτους ή διεθνούς οργανισμού, με την οποία υιοθετούνται οι αρχές και οι στόχοι της πρώτης., συμφωνία συνεργασίας: ΝΟΜ. μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτου κράτους ή διεθνούς οργανισμού για εμπορική και οικονομική σύμπραξη., μνημόνιο συνεργασίας/συμφωνίας/κατανόησης βλ. μνημόνιο, συμφωνία κυρίων βλ. κύριος ● ΦΡ.: με τη συμφωνία ότι/να: υπό τον όρο, με την προϋπόθεση: Θα συνεργαστούμε ~ ~ ότι θα μοιραζόμαστε τα κέρδη. [< αρχ. συμφωνία 4: γαλλ. symphonie, symphony]
48526συμφωνικός, ή, ό συμ-φω-νι-κός επίθ. 1. ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στη συμφωνία: ~ός: ήχος. ~ή: εισαγωγή/ενορχήστρωση/μουσική (: που εκτελείται από πολλά όργανα)/σουίτα. ~ό: έργο/κοντσέρτο/σύνολο. ~ά: όργανα. ~ή ορχήστρα (: με ξύλινα και χάλκινα πνευστά, κρουστά και έγχορδα όργανα· ΣΥΝ. φιλαρμονική). Βλ. -φωνικός. 2. ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με το σύμφωνο: ~ός: φθόγγος. ~ό: σύμπλεγμα. ● ΣΥΜΠΛ.: συμφωνικό ποίημα βλ. ποίημα [< 1: γαλλ. symphonique, αγγλ. symphonic 2: γαλλ. consonantique]
48527σύμφωνοσύμ-φω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώνου} 1. ΓΛΩΣΣ. φθόγγος που δημιουργείται από φραγμό ή στένεμα στη φωνητική οδό, έτσι ώστε η ροή του αέρα να εμποδίζεται ολικώς ή μερικώς· συνεκδ. το αντίστοιχο γράμμα του αλφαβήτου: (διάκριση ως προς τον τρόπο άρθρωσης:) άηχα (π, τ, κ, φ ...)/ηχηρά (μπ, ντ, γκ, γ ...)/κλειστά (π, τ, κ ...) (πβ. στιγμιαία)/παλλόμενα (ρ)/πλευρικά (λ) (πβ. υγρά)/ρινικά (μ, ν) (πβ. έρρινα)/τριβόμενα (β, χ, ζ ...) (πβ. διαρκή, εξακολουθητικά) ~α.|| (Διάκριση ως προς τον τόπο άρθρωσης:) Διχειλικά/μεσοδοντικά/ουρανικά/συριστικά/χειλοδοντικά/υπερωικά ~α. Τελικά ~α (ς, ν). 2. ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. επίσημη συμφωνία μεταξύ κρατών, διεθνών οργανισμών: άτυπο/διακρατικό/διεθνές/εμπορικό/ιδιωτικό (πβ. συμβόλαιο) ~. ~ ειρήνης (πβ. συνθήκη)/μη επιθέσεως/σταθερότητας (βλ. ΣΣΑ)/συνεργασίας/τιμής/φιλίας. Αναθεώρηση/εφαρμογή/παραβίαση/σύναψη ~ώνου.|| Σχέδιο/υπογραφή ~ώνου. Βλ. προ~, προικο~, συμφωνητικό. ● ΣΥΜΠΛ.: οικουμενικό σύμφωνο βλ. οικουμενικός, πάθη συμφώνων/φωνηέντων βλ. πάθος, σύμφωνο (ελεύθερης) συμβίωσης βλ. συμβίωση [< 1: μτγν. σύμφωνον 2: γαλλ. accord]
48528συμφωνόληκτος, η, ο συμ-φω-νό-λη-κτος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για όνομα ή ρήμα) που το θέμα του λήγει σε σύμφωνο (πεύκ-ο, τρέχ-ω). || (ως ουσ.) Τα ~α της γ' κλίσης. ΑΝΤ. φωνηεντόληκτος
48529σύμφωνοςσύμ-φω-νος επίθ. 1. (για πρόσ.) που συμφωνεί με κάποιον ή κάτι: Είμαι απόλυτα/καταρχήν ~ μαζί σου/με όσα λες. Η πρότασή σου με βρίσκει ~ο. (Με τον ...) μείναμε ~οι (= συμφωνήσαμε) ότι/να .../για ... Πβ. ομό-γνωμος, -φωνος. ΑΝΤ. αντίθετος (2), ασύμφωνος 2. (λόγ.) που παρουσιάζει συμφωνία, αντιστοιχία, συνέπεια ως προς κάποιον ή κάτι: Οι πράξεις σου δεν είναι ~ες (= δεν συμβαδίζουν) με τις αποφάσεις σου. Πβ. ανάλογος, συνεπής, ταιριαστός. ΑΝΤ. ανακόλουθος, ασυνεπής (2) 3. ΜΟΥΣ. (για φωνή ή ήχο) που συνηχεί αρμονικά με άλλον. Βλ. -φωνος. ΑΝΤ. διάφωνος ● ΦΡ.: από/εκ συμφώνου (επίσ.): κατόπιν συμφωνίας: Η απόφαση ελήφθη ~ ~ με τον πρόεδρο της επιτροπής., σύμφωνα με & (λόγ.) συμφώνως προς: βάσει, ανάλογα: ~ ~ την απόφαση/το άρθρο ... του νόμου/τις δηλώσεις του .../το δημοσίευμα/τη διάταξη/το δίκαιο/το έθιμο/την έρευνα/τους ισχυρισμούς (: όπως λέγεται, υποστηρίζεται)/τους κανόνες/την κατάθεση (του μάρτυρα)/τη νομοθεσία (: ό,τι ισχύει)/τις οδηγίες/τις πληροφορίες/τις προδιαγραφές/το πρότυπο/το υπόδειγμα. Ο φόρος υπολογίζεται ~ ~ την αξία του ακινήτου., σύμφωνοι (προφ.): (σε ερώτηση ή επιβεβαίωση) εντάξει, καλώς: -Θα πάμε αύριο, (είμαστε) ~; -~!, με (τη) σύμφωνη γνώμη βλ. γνώμη [< αρχ. σύμφωνος]
48530συμφωνώ[συμφωνῶ] συμ-φω-νώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συμφων-είς ..., -ώντας | συμφών-ησα, -είται, -ήθηκε (λόγ. συνεφωνήθη, μτχ. συμφωνη-θείς, -θείσα, -θέν), -ημένος (αρχαιοπρ.) συμ-πεφωνημένος} 1. συμμερίζομαι την άποψη κάποιου, αποδέχομαι κάτι από κοινού: ~ απόλυτα/πέρα για πέρα/στα περισσότερα μαζί σου. ~ με την απόφασή/τους όρους/την πρότασή σας (πβ. ασπάζομαι, εγκρίνω, επιδοκιμάζω, προσυπογράφω). Δεν ~ καθόλου (= δεν είναι έτσι). Εάν ~είς κι εσύ (= δεν έχεις αντίρρηση) ... Όλοι ~ούμε στα βασικά/σε ένα πράγμα. -Λέω να πάμε μια βόλτα, ~είς (= τι λες); -~ (= εντάξει)! ~ούν ότι/πως ... (πβ. δέχομαι, παραδέχομαι). Είναι φυσικό να μη ~ούμε σε όλα. Πβ. ομο-γνωμώ, -φρονώ. ΑΝΤ. διαφωνώ 2. συνάπτω συμφωνία, δεσμεύομαι μαζί με άλλον σε κοινή δράση: ~ήσαμε άτυπα/επίσημα/μυστικά/προφορικά/ρητά. ~ήσαμε ότι/να ... (= μείναμε σύμφωνοι). Έχω ~ήσει με (= κλείσει) μηχανικό για την ανακαίνιση. Μένει να ~ήσουμε (= διευθετήσουμε, κανονίσουμε) την αμοιβή. Δεν ~ησαν (= δεν τα βρήκαν) στο οικονομικό. Τα ~ήσαμε (= συνεννοηθήκαμε). Εάν συνεχίσουν έτσι, δεν πρόκειται να ~ήσουν (= έρθουν, καταλήξουν σε συμφωνία) ποτέ. Τα κράτη-μέλη ~ησαν να .../για/σε ... (πβ. συγκατανεύω, συναινώ, συναποφασίζω). ~ήθηκε από όλους να ... Βλ. προ~.|| ~θείς/~ημένος: μισθός. ~θείσα/~ημένη: διάρκεια/λύση/τιμή/ώρα (παράδοσης εμπορεύματος· πβ. καθιερωμένος, ορισμένος). ~θέντες: όροι. Νωρίτερα από τον ~ημένο χρόνο. Είναι όλα ~ημένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. (προφ.) Τα έχουν ~ημένα μεταξύ τους (πβ. τα 'χουν μιλημένα).|| (ως ουσ.) Κατά τα ~θέντα (= τη συμφωνία). Παραβίασαν/δεν τήρησαν τα ~θέντα/~ημένα.συμφωνεί: βρίσκεται σε αντιστοιχία, αναλογία, είναι συνεπής ως προς κάποιον ή κάτι: Η νομοθεσία θα πρέπει να ~ (= ευθυγραμμίζεται, συνάδει) με τις αρχές του δικαίου/τα διεθνή πρότυπα. Τα λόγια σου δεν ~ούν (= δεν συμβαδίζουν, έρχονται σε αντίθεση) με τις πράξεις σου. Οι θεωρίες του δεν ~ούν με την (= δεν ανταποκρίνονται στην) πραγματικότητα. (ΓΡΑΜΜ.) Το επίθετο ~ με το ουσιαστικό σε γένος, αριθμό και πτώση.|| Οι απόψεις/τα γούστα μας δεν ~ούν (= δεν συμπίπτουν, ταιριάζουν, ταυτίζονται). ● ΦΡ.: συμφωνώ/εγκρίνω/επικροτώ και επαυξάνω βλ. επαυξάνω [< αρχ. συμφωνῶ 2: μτγν. ~]
48531συμφωνών, ούσα, ούν [συμφωνῶν] συμ-φω-νών επίθ./ουσ. (λόγ.): που συμφωνεί: ~ούντα: κόμματα.|| (συνήθ. ως ουσ.) Οι συνυπογράφοντες ~ούντες. ΑΝΤ. διαφωνών [< αρχ. συμφωνῶν]
48532συμψηφίζωσυμ-ψη-φί-ζω ρ. (μτβ.) {συμψήφι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, συμψηφιζ-όμενος, -οντας} 1. συνυπολογίζω μεγέθη, κυρ. ποσά, ώστε να τα αντισταθμίσω (συνήθ. για απόσβεση αμοιβαίων χρεών, με αφαίρεση των μεν από τα δε): (ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ.) ~ έσοδα και έξοδα/κέρδη και ζημίες (πβ. αποσβένω). Η γονική άδεια δεν ~εται με την (: δεν συμπεριλαμβάνεται στην) κανονική. Μη ~όμενοι φόροι. ~όμενα: ποσά. || (ΝΟΜ.) Η ποινή ~στηκε με την πρότερη κράτησή του (πβ. συγχωνεύω).|| Οι βαθμολογίες από τα προφορικά και τα γραπτά ~ονται (: βγαίνει ο μέσος όρος). 2. (μτφ.) (συνήθ. για παρανομίες) διαγράφω, παραγράφω αμοιβαία: Οι ευθύνες θυτών και θυμάτων/τα σκάνδαλα δεν ~ονται. [< μτγν. συμψηφίζω 'συναριθμώ', γαλλ. compenser]
48533συμψηφισμόςσυμ-ψη-φι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. συνυπολογισμός ομοειδών μεγεθών, κυρ. ποσών με στόχο την αντιστάθμισή τους (συνήθ. για απόσβεση χρέους): (ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ.) ~ απαιτήσεων (/δικαιωμάτων) και υποχρεώσεων/εσόδων και εξόδων/κερδών και ζημιών/οφειλών/φόρων. Γραφείο ~ού (: για τη διευκόλυνση των συναλλαγών μεταξύ τραπεζών). Πβ. κλίρινγκ.|| (ΝΟΜ.) ~ ποινής (πβ. συγχώνευση).|| ~ βαθμολογίας (: όταν λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος). 2. (μτφ.) αμοιβαία διαγραφή, παραγραφή παρανομιών: μετάθεση ευθυνών και ~. Βλ. -ισμός. [< μεσν. συμψηφισμός, γαλλ. compensation]
48534συμψηφιστικός, ή, ό συμ-ψη-φι-στι-κός επίθ.: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. που συντελεί στον συμψηφισμό ή σχετίζεται με αυτόν: ~ός: διακανονισμός/λογαριασμός. ~ή: εγγραφή/εξόφληση (οφειλής)/τακτοποίηση (λογαριασμών). ~ό: γραφείο (= γραφείο συμψηφισμού)/ποσό/σύνολο/υπόλοιπο. ● επίρρ.: συμψηφιστικά [< γαλλ. compensant, compensatoire]
48535συνπρόθ. (λόγ.) 1. επιπλέον, επιπρόσθετα: Κοστίζει εκατό ευρώ ~ ΦΠΑ (= περιλαμβανομένου του ...)/τις κρατήσεις (= μαζί με ...). Με έχει κουράσει το θέμα, ~ το (γεγονός) ότι ... ΑΝΤ. πλην (2) 2. ΜΑΘ. το σύμβολο της πρόσθεσης (+), πρόσημο θετικών αριθμών: Ένα ~ τρία ίσον τέσσερα. Η θερμοκρασία είναι ~ 25 βαθμοί Κελσίου. Συμβόλαιο για τρία ~ δύο χρόνια. ΑΝΤ. μείον (1), πλην (1) ● Ουσ.: συν (τα) {σπάν. στον εν.}: πλεονεκτήματα, θετικά στοιχεία: τα ~ του εστιατορίου/του ξενοδοχείου. Στα ~ η καθαριότητα/η ποιότητα κατασκευής. (Κάτι) καταγράφεται στα ~ (κάποιου· πβ. προτέρημα). Θα εξετάσω τα ~ και τα πλην της πρότασης και θα σου απαντήσω. Πβ. αβαντάζ.|| Το νέο μου σπίτι έχει το ~ ότι είναι κοντά στη στάση του μετρό. ΣΥΝ. ατού (1) ΑΝΤ. μείον (2) ● ΣΥΜΠΛ.: συν-πλην (σύμβ. ±): Το περιθώριο στατιστικού λάθους/ποσοστό απόκλισης είναι ~ ~ ... %. ● ΦΡ.: μεταξύ (των) άλλων βλ. άλλος, συν Αθηνά και χείρα κίνει βλ. χειρ, συν γυναιξί και τέκνοις βλ. γυνή, συν Θεώ βλ. θεός, συν τω χρόνω βλ. χρόνος [< 1: αρχ. σύν 2: γαλλ. plus]
49010συν τοις άλλοιςβλ. άλλος
48536συν- & συ- & συμ- & συγ- & συλ- & συρ- & συσ-η λόγιας προέλευσης πρόθεση ως πρόθημα για δήλωση 1. της έννοιας του μαζί, από κοινού, ταυτόχρονα: συν-ιδιοκτήτης. Συ-γ-κάτοικος.|| Συν-ύπαρξη. Σύ-ζευξη (ΑΝΤ. διά-). Σύ-μ-πραξη. Συ-λ-λειτουργία.|| Συν-υπογράφω (βλ. προσ-). Συ-μ-μετέχω. Συ-γ-κλίνω (ΑΝΤ. απο-). Συν-αγωνίζομαι (βλ. αντ-). Συ-σ-σωματώνω (βλ. εν-). Συ-ρ-ρέω.|| Συν-ήχηση. Συ-γ-χορδία. 2. επίτασης: συ-μ-πίεση. Συν-τριβή. 3. ομοιότητας, εγγύτητας: συ-μ-μετρικός. Συν-ομήλικος.
48537συναγελάζομαισυ-να-γε-λά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): συναναστρέφομαι με άτομα τα οποία συνήθ. δεν έχουν ποιότητα χαρακτήρα ή θεωρούνται κατώτερα: ~εται με περιθωριακούς. ΣΥΝ. συγχρωτίζομαι, συμφύρομαι [< αρχ. συναγελάζομαι ‘ζω ομαδικά ή σε κοπάδι’]
48538συναγελασμόςσυ-να-γε-λα-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συναγελάζομαι: ~ με κακοποιά/ύποπτα στοιχεία. Το κόμμα δεν ενθαρρύνει τον ~ό με πολιτικούς αντιπάλους. Πβ. συναναστροφή. ΣΥΝ. συγχρωτισμός [< μτγν. συναγελασμός]
48539συναγερμόςσυ-να-γερ-μός ουσ. (αρσ.) 1. γενική κινητοποίηση και ετοιμότητα προσώπων και υπηρεσιών για την αντιμετώπιση κρίσιμης ή επείγουσας κατάστασης· το σχετικό ηχητικό ή φωτεινό σήμα: Παγκόσμιος ~ για τρομοκρατικό χτύπημα. ~ στην αγορά για ακατάλληλα τρόφιμα (πβ. καμπανάκι). Η στάθμη του ποταμού ανέβηκε πάνω από το όριο ~ού. Η περιοχή βρίσκεται σε κατάσταση ~ού λόγω του αυξημένου κινδύνου πυρκαγιάς. ~ σε Αστυνομία/Πυροσβεστική/Στρατό. Πβ. επιφυλακή.|| Ο ~ ειδοποίησε τους επιβάτες να εγκαταλείψουν το πλοίο. ΣΥΝ. σειρήνα.|| (μτφ.) Απεργιακός ~ σε όλη τη χώρα. Βλ. ξεσηκωμός. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονικός μηχανισμός ασφαλείας, κυρ. χώρου ή οχήματος, που ειδοποιεί με ειδικό ήχο σε περιπτώσεις παραβίασης: ασύρματος/προσωπικός ~. ~ αυτοκινήτου/καταστήματος/μηχανής/σπιτιού. ~ με (τηλε)χειριστήριο. (Απ)ενεργοποίηση/πίνακας/σύνδεση/σύστημα ~ού. Άναψε/ήχησε/χτύπησε ο ~. Βλ. ιμομπιλάιζερ. 3. ΒΙΟΛ. (για ζωντανούς οργανισμούς) μορφή αντίδρασης και επικοινωνίας σε περιπτώσεις εξωτερικής απειλής (με οπτικά ή ηχητικά σήματα, χημικές εκκρίσεις). ● ΣΥΜΠΛ.: κόκκινος συναγερμός βλ. κόκκινος ● ΦΡ.: σημαίνω (τον) συναγερμό βλ. σημαίνει [< μτγν. συναγερμός ‘συγκέντρωση’, γαλλ. alarme]
48540συναγρίδασυ-να-γρί-δα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. μεσογειακό κυρ. ψάρι της οικογένειας των Σπαριδών (επιστ. ονομ. Dentex dentex) με καστανόχρωμη ράχη, ασημόλευκη κοιλιά και γαλάζιες κηλίδες στα πλευρά, φημισμένο για το εκλεκτό του κρέας: (ΜΑΓΕΙΡ.) Φιλέτο ~ας. Φρέσκια/ψητή ~. ~ αλά σπετσιώτα. Βλ. πατόψαρο. [< μεσν. συναγρίδα]
48541συνάγωσυ-νά-γω ρ. (μτβ.) {συν-ήγαγα, συνάγ-εται, συν-αχθεί, συνάγ-οντας, -όμενος} (λόγ.): οδηγούμαι σε μια τελική κρίση μέσα από ανάλυση δεδομένων και παρατηρήσεων: Η ομάδα μελετητών ~ήγαγε το συμπέρασμα ότι ... Η Επιτροπή ~ει ότι ... Πβ. καταλήγω. ΣΥΝ. συμπεραίνω ● Παθ.: συνάγεται: προκύπτει, εξάγεται: Από τα παραπάνω ~ ότι ... ~ τεκμήριο (πβ. τεκμαίρεται). Από στατιστικά στοιχεία μπορεί ~αχθεί ότι ... Πβ. επάγεται. [< αρχ. συνάγω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.