| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48532 | συμψηφίζω | συμ-ψη-φί-ζω ρ. (μτβ.) {συμψήφι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, συμψηφιζ-όμενος, -οντας} 1. συνυπολογίζω μεγέθη, κυρ. ποσά, ώστε να τα αντισταθμίσω (συνήθ. για απόσβεση αμοιβαίων χρεών, με αφαίρεση των μεν από τα δε): (ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ.) ~ έσοδα και έξοδα/κέρδη και ζημίες (πβ. αποσβένω). Η γονική άδεια δεν ~εται με την (: δεν συμπεριλαμβάνεται στην) κανονική. Μη ~όμενοι φόροι. ~όμενα: ποσά. || (ΝΟΜ.) Η ποινή ~στηκε με την πρότερη κράτησή του (πβ. συγχωνεύω).|| Οι βαθμολογίες από τα προφορικά και τα γραπτά ~ονται (: βγαίνει ο μέσος όρος). 2. (μτφ.) (συνήθ. για παρανομίες) διαγράφω, παραγράφω αμοιβαία: Οι ευθύνες θυτών και θυμάτων/τα σκάνδαλα δεν ~ονται. [< μτγν. συμψηφίζω 'συναριθμώ', γαλλ. compenser] | |
| 48533 | συμψηφισμός | συμ-ψη-φι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. συνυπολογισμός ομοειδών μεγεθών, κυρ. ποσών με στόχο την αντιστάθμισή τους (συνήθ. για απόσβεση χρέους): (ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ.) ~ απαιτήσεων (/δικαιωμάτων) και υποχρεώσεων/εσόδων και εξόδων/κερδών και ζημιών/οφειλών/φόρων. Γραφείο ~ού (: για τη διευκόλυνση των συναλλαγών μεταξύ τραπεζών). Πβ. κλίρινγκ.|| (ΝΟΜ.) ~ ποινής (πβ. συγχώνευση).|| ~ βαθμολογίας (: όταν λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος). 2. (μτφ.) αμοιβαία διαγραφή, παραγραφή παρανομιών: μετάθεση ευθυνών και ~. Βλ. -ισμός. [< μεσν. συμψηφισμός, γαλλ. compensation] | |
| 48534 | συμψηφιστικός | , ή, ό συμ-ψη-φι-στι-κός επίθ.: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. που συντελεί στον συμψηφισμό ή σχετίζεται με αυτόν: ~ός: διακανονισμός/λογαριασμός. ~ή: εγγραφή/εξόφληση (οφειλής)/τακτοποίηση (λογαριασμών). ~ό: γραφείο (= γραφείο συμψηφισμού)/ποσό/σύνολο/υπόλοιπο. ● επίρρ.: συμψηφιστικά [< γαλλ. compensant, compensatoire] | |
| 48535 | συν | πρόθ. (λόγ.) 1. επιπλέον, επιπρόσθετα: Κοστίζει εκατό ευρώ ~ ΦΠΑ (= περιλαμβανομένου του ...)/τις κρατήσεις (= μαζί με ...). Με έχει κουράσει το θέμα, ~ το (γεγονός) ότι ... ΑΝΤ. πλην (2) 2. ΜΑΘ. το σύμβολο της πρόσθεσης (+), πρόσημο θετικών αριθμών: Ένα ~ τρία ίσον τέσσερα. Η θερμοκρασία είναι ~ 25 βαθμοί Κελσίου. Συμβόλαιο για τρία ~ δύο χρόνια. ΑΝΤ. μείον (1), πλην (1) ● Ουσ.: συν (τα) {σπάν. στον εν.}: πλεονεκτήματα, θετικά στοιχεία: τα ~ του εστιατορίου/του ξενοδοχείου. Στα ~ η καθαριότητα/η ποιότητα κατασκευής. (Κάτι) καταγράφεται στα ~ (κάποιου· πβ. προτέρημα). Θα εξετάσω τα ~ και τα πλην της πρότασης και θα σου απαντήσω. Πβ. αβαντάζ.|| Το νέο μου σπίτι έχει το ~ ότι είναι κοντά στη στάση του μετρό. ΣΥΝ. ατού (1) ΑΝΤ. μείον (2) ● ΣΥΜΠΛ.: συν-πλην (σύμβ. ±): Το περιθώριο στατιστικού λάθους/ποσοστό απόκλισης είναι ~ ~ ... %. ● ΦΡ.: μεταξύ (των) άλλων βλ. άλλος, συν Αθηνά και χείρα κίνει βλ. χειρ, συν γυναιξί και τέκνοις βλ. γυνή, συν Θεώ βλ. θεός, συν τω χρόνω βλ. χρόνος [< 1: αρχ. σύν 2: γαλλ. plus] | |
| 49010 | συν τοις άλλοις | βλ. άλλος | |
| 48536 | συν- & συ- & συμ- & συγ- & συλ- & συρ- & συσ- | η λόγιας προέλευσης πρόθεση ως πρόθημα για δήλωση 1. της έννοιας του μαζί, από κοινού, ταυτόχρονα: συν-ιδιοκτήτης. Συ-γ-κάτοικος.|| Συν-ύπαρξη. Σύ-ζευξη (ΑΝΤ. διά-). Σύ-μ-πραξη. Συ-λ-λειτουργία.|| Συν-υπογράφω (βλ. προσ-). Συ-μ-μετέχω. Συ-γ-κλίνω (ΑΝΤ. απο-). Συν-αγωνίζομαι (βλ. αντ-). Συ-σ-σωματώνω (βλ. εν-). Συ-ρ-ρέω.|| Συν-ήχηση. Συ-γ-χορδία. 2. επίτασης: συ-μ-πίεση. Συν-τριβή. 3. ομοιότητας, εγγύτητας: συ-μ-μετρικός. Συν-ομήλικος. | |
| 48537 | συναγελάζομαι | συ-να-γε-λά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): συναναστρέφομαι με άτομα τα οποία συνήθ. δεν έχουν ποιότητα χαρακτήρα ή θεωρούνται κατώτερα: ~εται με περιθωριακούς. ΣΥΝ. συγχρωτίζομαι, συμφύρομαι [< αρχ. συναγελάζομαι ‘ζω ομαδικά ή σε κοπάδι’] | |
| 48538 | συναγελασμός | συ-να-γε-λα-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συναγελάζομαι: ~ με κακοποιά/ύποπτα στοιχεία. Το κόμμα δεν ενθαρρύνει τον ~ό με πολιτικούς αντιπάλους. Πβ. συναναστροφή. ΣΥΝ. συγχρωτισμός [< μτγν. συναγελασμός] | |
| 48539 | συναγερμός | συ-να-γερ-μός ουσ. (αρσ.) 1. γενική κινητοποίηση και ετοιμότητα προσώπων και υπηρεσιών για την αντιμετώπιση κρίσιμης ή επείγουσας κατάστασης· το σχετικό ηχητικό ή φωτεινό σήμα: Παγκόσμιος ~ για τρομοκρατικό χτύπημα. ~ στην αγορά για ακατάλληλα τρόφιμα (πβ. καμπανάκι). Η στάθμη του ποταμού ανέβηκε πάνω από το όριο ~ού. Η περιοχή βρίσκεται σε κατάσταση ~ού λόγω του αυξημένου κινδύνου πυρκαγιάς. ~ σε Αστυνομία/Πυροσβεστική/Στρατό. Πβ. επιφυλακή.|| Ο ~ ειδοποίησε τους επιβάτες να εγκαταλείψουν το πλοίο. ΣΥΝ. σειρήνα.|| (μτφ.) Απεργιακός ~ σε όλη τη χώρα. Βλ. ξεσηκωμός. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονικός μηχανισμός ασφαλείας, κυρ. χώρου ή οχήματος, που ειδοποιεί με ειδικό ήχο σε περιπτώσεις παραβίασης: ασύρματος/προσωπικός ~. ~ αυτοκινήτου/καταστήματος/μηχανής/σπιτιού. ~ με (τηλε)χειριστήριο. (Απ)ενεργοποίηση/πίνακας/σύνδεση/σύστημα ~ού. Άναψε/ήχησε/χτύπησε ο ~. Βλ. ιμομπιλάιζερ. 3. ΒΙΟΛ. (για ζωντανούς οργανισμούς) μορφή αντίδρασης και επικοινωνίας σε περιπτώσεις εξωτερικής απειλής (με οπτικά ή ηχητικά σήματα, χημικές εκκρίσεις). ● ΣΥΜΠΛ.: κόκκινος συναγερμός βλ. κόκκινος ● ΦΡ.: σημαίνω (τον) συναγερμό βλ. σημαίνει [< μτγν. συναγερμός ‘συγκέντρωση’, γαλλ. alarme] | |
| 48540 | συναγρίδα | συ-να-γρί-δα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. μεσογειακό κυρ. ψάρι της οικογένειας των Σπαριδών (επιστ. ονομ. Dentex dentex) με καστανόχρωμη ράχη, ασημόλευκη κοιλιά και γαλάζιες κηλίδες στα πλευρά, φημισμένο για το εκλεκτό του κρέας: (ΜΑΓΕΙΡ.) Φιλέτο ~ας. Φρέσκια/ψητή ~. ~ αλά σπετσιώτα. Βλ. πατόψαρο. [< μεσν. συναγρίδα] | |
| 48541 | συνάγω | συ-νά-γω ρ. (μτβ.) {συν-ήγαγα, συνάγ-εται, συν-αχθεί, συνάγ-οντας, -όμενος} (λόγ.): οδηγούμαι σε μια τελική κρίση μέσα από ανάλυση δεδομένων και παρατηρήσεων: Η ομάδα μελετητών ~ήγαγε το συμπέρασμα ότι ... Η Επιτροπή ~ει ότι ... Πβ. καταλήγω. ΣΥΝ. συμπεραίνω ● Παθ.: συνάγεται: προκύπτει, εξάγεται: Από τα παραπάνω ~ ότι ... ~ τεκμήριο (πβ. τεκμαίρεται). Από στατιστικά στοιχεία μπορεί ~αχθεί ότι ... Πβ. επάγεται. [< αρχ. συνάγω] | |
| 48542 | συναγωγή | συ-να-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) συγκέντρωση αντικειμένων της ίδιας κατηγορίας: ελεύθερη/εξαναγκασμένη/φυσική ~. ~ δικαστικών τεκμηρίων/ιστοριών/μελετών (πβ. ανάλεκτα, συλλογή, σύμμικτα). ΑΝΤ. διασκορπισμός 2. ΘΡΗΣΚ. τόπος συνάντησης και κοινής προσευχής των Εβραίων: αρχαία/ιερά/ιουδαϊκή/κεντρική/τοπική ~. Βλ. παρα~. ΣΥΝ. χάβρα (2) 3. (λόγ.) εξαγωγή συμπερασμάτων μέσα από δεδομένες κρίσεις και παρατηρήσεις: αναλυτική/(λογικο)μαθηματική ~. Πβ. συνεπαγωγή. [< 1, 3: αρχ. συναγωγή 2: μτγν. ~, γαλλ.-αγγλ. synagogue] | |
| 48543 | συναγωνίζομαι | συ-να-γω-νί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {συναγωνιζ-όμενος, συναγωνί-στηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί} 1. αγωνίζομαι παράλληλα με άλλον ή άλλους, με στόχο να τους ξεπεράσω και να διακριθώ σε κάποιον τομέα: ~ονται (μεταξύ τους) για τη νίκη/για την πρώτη θέση. ~ονται ποιος θα βάλει τα περισσότερα γκολ. Κανείς δεν μπορεί να τον ~στεί (= είναι ασυναγώνιστος). (ειρων.) ~ονταν στη χαζομάρα. Οι ~όμενοι στο παιχνίδι ... Πβ. ανταγωνίζομαι, παραβγαίνω. 2. έχω τις ίδιες δυνατότητες με κάποιον σε κάτι, είμαι ισάξιός του: Τα ελληνικά κρασιά ~ονται επάξια τα ξένα. Μνημεία που ~ονται (= είναι εφάμιλλα) σε ομορφιά το ένα το άλλο. 3. (σπάν.) αγωνίζομαι για έναν κοινό στόχο με άλλον ή άλλους. [< αρχ. συναγωνίζομαι ‘πολεμώ μαζί ή ως σύμμαχος’, γαλλ. combattre, concourir] | |
| 48544 | συναγωνίσιμος | , η, ο συ-να-γω-νί-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί κάποιος να τον συναγωνιστεί: ~ος: αντίπαλος.|| ~ο: προϊόν. ~ες: τιμές. | |
| 48545 | συναγωνισμός | συ-να-γω-νι-σμός ουσ. (αρσ.): προσπάθεια, αγώνας για διάκριση ή επικράτηση σε συγκεκριμένο τομέα όπου αγωνίζονται ή προσπαθούν και άλλοι: ελεύθερος/έντονος/σκληρός/υγιής ~. ~ αθλητών/(συν)υποψηφίων. Επίπεδο/πεδίο/πνεύμα/συνθήκες ~ού. Στο φετινό πρωτάθλημα ο ~ είναι πολύ μεγάλος. Πβ. άμιλλα, ανταγωνισμός. Βλ. -ισμός. ● ΦΡ.: εκτός συναγωνισμού βλ. εκτός [< μεσν. συναγωνισμός 'βοήθεια', γαλλ. concurrence] | |
| 48546 | συναγωνιστής, συναγωνίστρια | συ-να-γω-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. αυτός που παίρνει μέρος σε πολεμικό, πολιτικό ή γενικότ. ιδεολογικό αγώνα από κοινού με άλλον ή άλλους. Πβ. συμμαχητής, σύντροφος. Βλ. συνοδοιπόρος. ΑΝΤ. αντίπαλος 2. (σπάν.) αυτός που συναγωνίζεται, παραβγαίνει με κάποιον. Πβ. ανταγωνιστής. [< αρχ. συναγωνιστής ‘σύμμαχος στον αγώνα, συνεργάτης’] | |
| 48547 | συναγωνιστικός | , ή, ό συ-να-γω-νι-στι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στον συναγωνισμό ή στον συναγωνιστή: ~ό: κλίμα. Απευθύνω ~ό χαιρετισμό (: σε πολιτικούς λόγους). 2. ΒΙΟΧ. (για χημική ουσία) που μπορεί να συνδυαστεί με έναν υποδοχέα σε κύτταρο και να προκαλέσει ορισμένη αντίδραση ή δραστηριότητα: ~ός: αναστολέας/μυς. ~ή: δράση. Βλ. ανταγωνιστικός. [< μεσν. συναγωνιστικός ΄που βοηθά μαζί με άλλους΄, 2: αγγλ. agonist, 1955, γαλλ. agoniste] | |
| 48548 | συναγωνιστικότητα | συ-να-γω-νι-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συναγωνιστικού: ~ επιχειρήσεων/προϊόντων (πβ. ανταγωνιστικότητα). Τα ομαδικά αθλήματα καλλιεργούν τη ~ (πβ. άμιλλα).|| (σπανιότ.) Πολιτική αλληλεγγύης και ~ας (πβ. συμπόρευση). Βλ. -ότητα. | |
| 48549 | συνάδει | [συνᾴδει] συ-νά-δει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ., συνήθ. σε αρνητ. πρόταση): αρμόζει, ταιριάζει, συμφωνεί: (Κάτι) δεν ~ με το αξίωμα/το επίπεδο/τη θέση/την ιδιότητα/τη μόρφωση/το όνομα/τον χαρακτήρα (κάποιου). Οι νόμοι πρέπει να ~ουν με το Σύνταγμα/το διεθνές δίκαιο. ΑΝΤ. απάδει [< αρχ. συνᾴδω ‘τραγουδώ μαζί, είμαι σύμφωνος’] | |
| 48550 | συναδελφικός | , ή, ό συ-να-δελ-φι-κός επίθ. & (προφ.) συναδερφικός: που αναφέρεται ή αρμόζει σε συναδέλφους: ~ός: ανταγωνισμός. ~ή: αλληλεγγύη/βοήθεια/συμπεριφορά/συνεργασία. ~ές: σχέσεις. (ειρων.) ~ά: μαχαιρώματα. Από ~ό ενδιαφέρον. Σε ~ή ατμόσφαιρα/~ό κλίμα. Με ~ό πνεύμα. (στο τέλος επιστολής ή μηνύματος:) Με ~ή εκτίμηση/~ούς χαιρετισμούς. ΑΝΤ. αντισυναδελφικός ● επίρρ.: συναδελφικά [< γαλλ. confraternel] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ