| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48542 | συναγωγή | συ-να-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) συγκέντρωση αντικειμένων της ίδιας κατηγορίας: ελεύθερη/εξαναγκασμένη/φυσική ~. ~ δικαστικών τεκμηρίων/ιστοριών/μελετών (πβ. ανάλεκτα, συλλογή, σύμμικτα). ΑΝΤ. διασκορπισμός 2. ΘΡΗΣΚ. τόπος συνάντησης και κοινής προσευχής των Εβραίων: αρχαία/ιερά/ιουδαϊκή/κεντρική/τοπική ~. Βλ. παρα~. ΣΥΝ. χάβρα (2) 3. (λόγ.) εξαγωγή συμπερασμάτων μέσα από δεδομένες κρίσεις και παρατηρήσεις: αναλυτική/(λογικο)μαθηματική ~. Πβ. συνεπαγωγή. [< 1, 3: αρχ. συναγωγή 2: μτγν. ~, γαλλ.-αγγλ. synagogue] | |
| 48543 | συναγωνίζομαι | συ-να-γω-νί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {συναγωνιζ-όμενος, συναγωνί-στηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί} 1. αγωνίζομαι παράλληλα με άλλον ή άλλους, με στόχο να τους ξεπεράσω και να διακριθώ σε κάποιον τομέα: ~ονται (μεταξύ τους) για τη νίκη/για την πρώτη θέση. ~ονται ποιος θα βάλει τα περισσότερα γκολ. Κανείς δεν μπορεί να τον ~στεί (= είναι ασυναγώνιστος). (ειρων.) ~ονταν στη χαζομάρα. Οι ~όμενοι στο παιχνίδι ... Πβ. ανταγωνίζομαι, παραβγαίνω. 2. έχω τις ίδιες δυνατότητες με κάποιον σε κάτι, είμαι ισάξιός του: Τα ελληνικά κρασιά ~ονται επάξια τα ξένα. Μνημεία που ~ονται (= είναι εφάμιλλα) σε ομορφιά το ένα το άλλο. 3. (σπάν.) αγωνίζομαι για έναν κοινό στόχο με άλλον ή άλλους. [< αρχ. συναγωνίζομαι ‘πολεμώ μαζί ή ως σύμμαχος’, γαλλ. combattre, concourir] | |
| 48544 | συναγωνίσιμος | , η, ο συ-να-γω-νί-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί κάποιος να τον συναγωνιστεί: ~ος: αντίπαλος.|| ~ο: προϊόν. ~ες: τιμές. | |
| 4246 | Συναγωνισμός | [ἀνταγωνισμός] α-ντα-γω-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. αγώνας επικράτησης μεταξύ ατόμων ή ομάδων με κοινούς στόχους· (κατ' επέκτ., ΟΙΚΟΝ.) προσπάθεια διάφορων παροχέων προϊόντων ή υπηρεσιών να επικρατήσουν έναντι των αντιπάλων τους στον χώρο της αγοράς: αδιάλλακτος/αμείλικτος/έντονος/εξοντωτικός/σκληρός/τρελός/υγιής (= θεμιτός) ~. Κοινωνικός/ταξικός ~. ~ ανάμεσα στους ... (πβ. άμιλλα, συναγωνισμός). Καθεστώς/κλίμα/πεδίο/συνθήκες ~ού. ~οί και αντιζηλίες. Αυξάνεται/ενισχύεται/εντείνεται/οξύνεται ο ~. Επικρατεί ~. Βρίσκεται σε ~ό με ... Πβ. αντιπαλότητα.|| (ΟΙΚΟΝ.) Αποτελεσματικός/οικονομικός/τραπεζικός ~. Ατελής/τέλειος ~. Εγχώριος/διεθνής ~. ~ μεταξύ των επιχειρήσεων/στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών. Ανάλυση/δίκαιο/κοινοτική πολιτική ~ού. Η Γενική Διεύθυνση ~ού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 2. ΒΙΟΛ. σύγκρουση οργανισμών για την εκμετάλλευση κοινών φυσικών πόρων που βρίσκονται σε περιορισμένη έκταση (π.χ. τροφή, χώροι αναπαραγωγής ή εγκατάστασης): ~ φυτών. 3. ΠΛΗΡΟΦ. ανεπιθύμητη κατάσταση που δημιουργείται, όταν δύο μονάδες ή συσκευές επιχειρούν να εκτελέσουν συγκεκριμένη εργασία την ίδια χρονική στιγμή. 4. ΒΙΟΧ. παρεμβολή μιας χημικής ουσίας στη φυσιολογική δράση μιας άλλης με παρόμοια δομή: ~ φαρμάκων (: πλήρης ή μερική εξουδετέρωση του ενός από το άλλο). Βλ. συνέργεια, -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερος ανταγωνισμός & ανοιχτός ανταγωνισμός: ΟΙΚΟΝ. κατά τον οποίο οι τιμές διαμορφώνονται βάσει των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης, χωρίς κρατικό παρεμβατισμό: διασφάλιση/το καθεστώς/οι κανόνες/προστασία του ~ου ~ού. ~ ~ στην αγορά ενέργειας. Ελεύθερη οικονομία και ~ ~. Λειτουργεί ο ~ ~., εξοπλιστικός ανταγωνισμός & ανταγωνισμός εξοπλισμών: συναγωνισμός μεταξύ κρατών στο πεδίο του πολεμικού εξοπλισμού: ~ ~ μεταξύ των υπερδυνάμεων. [< αγγλ. arms race] , Επιτροπή Ανταγωνισμού: ανεξάρτητη διοικητική Αρχή, αρμόδια για τον έλεγχο των μονοπωλίων και των ολιγοπωλίων καθώς και για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού: Πρόστιμο από την ~ ~ κατά της εταιρείας ... Οι ~ές ~ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης., μονοπωλιακός ανταγωνισμός: ΟΙΚΟΝ. παραγωγή ελαφρώς διαφοροποιημένων προϊόντων χωρίς μεγάλες διαφορές στις τιμές, με αποτέλεσμα την απουσία ανταγωνισμού, αντιπαλότητας μεταξύ των επιχειρήσεων. [< αγγλ. monopolistic competition, 1933] , αθέμιτος ανταγωνισμός βλ. αθέμιτος, διαειδικός ανταγωνισμός βλ. διαειδικός, ενδοειδικός ανταγωνισμός βλ. ενδοειδικός [< 1,2: μεσν. ανταγωνισμός, γαλλ. compétition, antagonisme 3: αγγλ. contention 4: αγγλ. antagonism] | |
| 48545 | συναγωνισμός | συ-να-γω-νι-σμός ουσ. (αρσ.): προσπάθεια, αγώνας για διάκριση ή επικράτηση σε συγκεκριμένο τομέα όπου αγωνίζονται ή προσπαθούν και άλλοι: ελεύθερος/έντονος/σκληρός/υγιής ~. ~ αθλητών/(συν)υποψηφίων. Επίπεδο/πεδίο/πνεύμα/συνθήκες ~ού. Στο φετινό πρωτάθλημα ο ~ είναι πολύ μεγάλος. Πβ. άμιλλα, ανταγωνισμός. Βλ. -ισμός. ● ΦΡ.: εκτός συναγωνισμού βλ. εκτός [< μεσν. συναγωνισμός 'βοήθεια', γαλλ. concurrence] | |
| 58825 | Συναγωνισμός | ||
| 48546 | συναγωνιστής, συναγωνίστρια | συ-να-γω-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. αυτός που παίρνει μέρος σε πολεμικό, πολιτικό ή γενικότ. ιδεολογικό αγώνα από κοινού με άλλον ή άλλους. Πβ. συμμαχητής, σύντροφος. Βλ. συνοδοιπόρος. ΑΝΤ. αντίπαλος 2. (σπάν.) αυτός που συναγωνίζεται, παραβγαίνει με κάποιον. Πβ. ανταγωνιστής. [< αρχ. συναγωνιστής ‘σύμμαχος στον αγώνα, συνεργάτης’] | |
| 48547 | συναγωνιστικός | , ή, ό συ-να-γω-νι-στι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στον συναγωνισμό ή στον συναγωνιστή: ~ό: κλίμα. Απευθύνω ~ό χαιρετισμό (: σε πολιτικούς λόγους). 2. ΒΙΟΧ. (για χημική ουσία) που μπορεί να συνδυαστεί με έναν υποδοχέα σε κύτταρο και να προκαλέσει ορισμένη αντίδραση ή δραστηριότητα: ~ός: αναστολέας/μυς. ~ή: δράση. Βλ. ανταγωνιστικός. [< μεσν. συναγωνιστικός ΄που βοηθά μαζί με άλλους΄, 2: αγγλ. agonist, 1955, γαλλ. agoniste] | |
| 48548 | συναγωνιστικότητα | συ-να-γω-νι-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συναγωνιστικού: ~ επιχειρήσεων/προϊόντων (πβ. ανταγωνιστικότητα). Τα ομαδικά αθλήματα καλλιεργούν τη ~ (πβ. άμιλλα).|| (σπανιότ.) Πολιτική αλληλεγγύης και ~ας (πβ. συμπόρευση). Βλ. -ότητα. | |
| 48549 | συνάδει | [συνᾴδει] συ-νά-δει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ., συνήθ. σε αρνητ. πρόταση): αρμόζει, ταιριάζει, συμφωνεί: (Κάτι) δεν ~ με το αξίωμα/το επίπεδο/τη θέση/την ιδιότητα/τη μόρφωση/το όνομα/τον χαρακτήρα (κάποιου). Οι νόμοι πρέπει να ~ουν με το Σύνταγμα/το διεθνές δίκαιο. ΑΝΤ. απάδει [< αρχ. συνᾴδω ‘τραγουδώ μαζί, είμαι σύμφωνος’] | |
| 48550 | συναδελφικός | , ή, ό συ-να-δελ-φι-κός επίθ. & (προφ.) συναδερφικός: που αναφέρεται ή αρμόζει σε συναδέλφους: ~ός: ανταγωνισμός. ~ή: αλληλεγγύη/βοήθεια/συμπεριφορά/συνεργασία. ~ές: σχέσεις. (ειρων.) ~ά: μαχαιρώματα. Από ~ό ενδιαφέρον. Σε ~ή ατμόσφαιρα/~ό κλίμα. Με ~ό πνεύμα. (στο τέλος επιστολής ή μηνύματος:) Με ~ή εκτίμηση/~ούς χαιρετισμούς. ΑΝΤ. αντισυναδελφικός ● επίρρ.: συναδελφικά [< γαλλ. confraternel] | |
| 48551 | συναδελφικότητα | συ-να-δελ-φι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): αλληλεγγύη που χαρακτηρίζει τις συναδελφικές σχέσεις: στοιχειώδης/κακώς (εν)νοούμενη ~. Κλίμα ~ας. Με πνεύμα ~ας. (Κάτι που) αναπτύσσει/ενδυναμώνει/προάγει/σπάει τη ~. Ενεργούν/(συν)εργάζονται με ~. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αντισυναδελφικότητα [< γαλλ. confraternité] | |
| 48552 | συνάδελφος | συ-νά-δελ-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -έλφου} & (προφ.) συναδέλφισσα (η) 1. πρόσωπο που εργάζεται στον ίδιο επαγγελματικό χώρο με άλλον ή άλλους ή που ασκεί το ίδιο επάγγελμα: αγαπητός/αξιότιμος/εκλεκτός/έμπειρος/καινούργιος ~. Αλληλεγγύη/συμπαράσταση στον απολυμένο ~ο. Αμοιβαία απόσπαση/μετάθεση με ~ο. Βλ. ομότεχνος, συνεργάτης. 2. οικεία προσφώνηση φοιτητών και στρατιωτών μεταξύ τους. [< πβ. αρχ. συνάδελφος ‘αυτός που έχει αδελφό’, μεσν. ~ ‘μέλος εταιρείας’, γαλλ. confrère] | |
| 48553 | συναδελφοσύνη | συ-να-δελ-φο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συναδέλφωση, αλληλεγγύη που διακρίνει τα μέλη μιας ομάδας: ~ των θρησκειών/λαών. Πβ. αδελφοσύνη.|| Η ενότητα και η ~ χαρακτηρίζουν την παράταξή/το συνδικάτο μας. Βλ. -οσύνη, συναδελφικότητα. | |
| 48554 | συναδελφώνομαι | συ-να-δελ-φώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {συναδελφώ-θηκε, -θεί, -μένος | σπάν. στην ενεργ. φωνή συναδελφώνω} (λόγ.): καλλιεργώ σχέση συναδέλφωσης, συμφιλιώνομαι: Οι αντίπαλοι/εχθροί ~θηκαν. Μόνο ~μένοι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας.|| (μτβ.) Ο αθλητισμός ~ει τους λαούς. Πβ. ενώνω. | |
| 48555 | συναδέλφωση | συ-να-δέλ-φω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δημιουργία και ενδυνάμωση στενών φιλικών δεσμών μεταξύ ατόμων ή/και ομάδων: παγκόσμια/πανανθρώπινη ~. ~ με τους αντιπάλους. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες συμβάλλουν στην ειρήνη και ~ των λαών. Ανάπτυξη πνεύματος συνεργασίας και ~ης μεταξύ των μελών του σωματείου/των εργαζομένων στην επιχείρηση. ΣΥΝ. αδέλφωμα (2), συναδελφοσύνη | |
| 48556 | συνάζω | συ-νά-ζω ρ. (μτβ.) {σύνα-ξε, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -γμένος}: (λαϊκό-λογοτ.) (για ανθρώπους και πράγματα) συναθροίζω, συγκεντρώνω: ~ξε τον λαό/τους πιστούς/τους προκρίτους/τους συντρόφους/τη φαμίλια. Οι κάτοικοι ~χθηκαν στην πλατεία. ~ξαν τις προμήθειες/τα χρήματα. Πβ. μαζεύω. ΑΝΤ. διασκορπίζω [< μεσν. συνάζω] | |
| 48557 | συναθλητής, συναθλήτρια | συ-να-θλη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): αθλητής που ανήκει στην ίδια αθλητική ομάδα ή που αγωνίζεται στο ίδιο άθλημα με άλλον ή άλλους: Είναι πρώην ~ές. Σέβομαι/συγχαίρω/τιμώ τις ~τριές μου. Πανηγύρισε τη νίκη του με τους ~ές του. [< μτγν. συναθλητής ‘συναγωνιστής’] | |
| 48558 | συναθροίζω | συ-να-θροί-ζω ρ. (μτβ.) {συνάθροι-σα, -στηκε, -σμένος, συναθροίζ-οντας} (λόγ.): συγκεντρώνω μεγάλο αριθμό κυρ. προσώπων σε ένα μέρος: ~ τον κόσμο/τους μαθητές (στο προαύλιο)/τους πιστούς. Εισοδήματα που ~ονται με τις βασικές αμοιβές και φορολογούνται ενιαία. ΣΥΝ. συνάζω [< αρχ. συναθροίζω] | |
| 48559 | συνάθροιση | συ-νά-θροι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συγκέντρωση κυρ. προσώπων στον ίδιο χώρο για συγκεκριμένο σκοπό: ειρηνική/θρησκευτική/κοινωνική/οικογενειακή ~. Οι ~οίσεις της αδελφότητας/κοινότητας (των ομογενών/των πιστών) στο ... Ανοιχτές/δημόσιες/λαϊκές/μαζικές/υπαίθριες ~οίσεις με συμμετοχή μεγάλου πλήθους/παρουσία της Αστυνομίας. Απαγόρευση/δικαίωμα/ελευθερία/παρεμπόδιση (πραγματοποίησης) ~οίσεων. Χώροι ~ης κοινού. Παίρνω μέρος/προσέρχομαι/μετέχω σε καλλιτεχνικές/πολιτικές ~οίσεις. Πβ. μάζωξη. ΣΥΝ. σύναξη (1) [< αρχ. συνάθροισις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ