| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48551 | συναδελφικότητα | συ-να-δελ-φι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): αλληλεγγύη που χαρακτηρίζει τις συναδελφικές σχέσεις: στοιχειώδης/κακώς (εν)νοούμενη ~. Κλίμα ~ας. Με πνεύμα ~ας. (Κάτι που) αναπτύσσει/ενδυναμώνει/προάγει/σπάει τη ~. Ενεργούν/(συν)εργάζονται με ~. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αντισυναδελφικότητα [< γαλλ. confraternité] | |
| 48552 | συνάδελφος | συ-νά-δελ-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -έλφου} & (προφ.) συναδέλφισσα (η) 1. πρόσωπο που εργάζεται στον ίδιο επαγγελματικό χώρο με άλλον ή άλλους ή που ασκεί το ίδιο επάγγελμα: αγαπητός/αξιότιμος/εκλεκτός/έμπειρος/καινούργιος ~. Αλληλεγγύη/συμπαράσταση στον απολυμένο ~ο. Αμοιβαία απόσπαση/μετάθεση με ~ο. Βλ. ομότεχνος, συνεργάτης. 2. οικεία προσφώνηση φοιτητών και στρατιωτών μεταξύ τους. [< πβ. αρχ. συνάδελφος ‘αυτός που έχει αδελφό’, μεσν. ~ ‘μέλος εταιρείας’, γαλλ. confrère] | |
| 48553 | συναδελφοσύνη | συ-να-δελ-φο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συναδέλφωση, αλληλεγγύη που διακρίνει τα μέλη μιας ομάδας: ~ των θρησκειών/λαών. Πβ. αδελφοσύνη.|| Η ενότητα και η ~ χαρακτηρίζουν την παράταξή/το συνδικάτο μας. Βλ. -οσύνη, συναδελφικότητα. | |
| 48554 | συναδελφώνομαι | συ-να-δελ-φώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {συναδελφώ-θηκε, -θεί, -μένος | σπάν. στην ενεργ. φωνή συναδελφώνω} (λόγ.): καλλιεργώ σχέση συναδέλφωσης, συμφιλιώνομαι: Οι αντίπαλοι/εχθροί ~θηκαν. Μόνο ~μένοι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας.|| (μτβ.) Ο αθλητισμός ~ει τους λαούς. Πβ. ενώνω. | |
| 48555 | συναδέλφωση | συ-να-δέλ-φω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δημιουργία και ενδυνάμωση στενών φιλικών δεσμών μεταξύ ατόμων ή/και ομάδων: παγκόσμια/πανανθρώπινη ~. ~ με τους αντιπάλους. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες συμβάλλουν στην ειρήνη και ~ των λαών. Ανάπτυξη πνεύματος συνεργασίας και ~ης μεταξύ των μελών του σωματείου/των εργαζομένων στην επιχείρηση. ΣΥΝ. αδέλφωμα (2), συναδελφοσύνη | |
| 48556 | συνάζω | συ-νά-ζω ρ. (μτβ.) {σύνα-ξε, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -γμένος}: (λαϊκό-λογοτ.) (για ανθρώπους και πράγματα) συναθροίζω, συγκεντρώνω: ~ξε τον λαό/τους πιστούς/τους προκρίτους/τους συντρόφους/τη φαμίλια. Οι κάτοικοι ~χθηκαν στην πλατεία. ~ξαν τις προμήθειες/τα χρήματα. Πβ. μαζεύω. ΑΝΤ. διασκορπίζω [< μεσν. συνάζω] | |
| 48557 | συναθλητής, συναθλήτρια | συ-να-θλη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): αθλητής που ανήκει στην ίδια αθλητική ομάδα ή που αγωνίζεται στο ίδιο άθλημα με άλλον ή άλλους: Είναι πρώην ~ές. Σέβομαι/συγχαίρω/τιμώ τις ~τριές μου. Πανηγύρισε τη νίκη του με τους ~ές του. [< μτγν. συναθλητής ‘συναγωνιστής’] | |
| 48558 | συναθροίζω | συ-να-θροί-ζω ρ. (μτβ.) {συνάθροι-σα, -στηκε, -σμένος, συναθροίζ-οντας} (λόγ.): συγκεντρώνω μεγάλο αριθμό κυρ. προσώπων σε ένα μέρος: ~ τον κόσμο/τους μαθητές (στο προαύλιο)/τους πιστούς. Εισοδήματα που ~ονται με τις βασικές αμοιβές και φορολογούνται ενιαία. ΣΥΝ. συνάζω [< αρχ. συναθροίζω] | |
| 48559 | συνάθροιση | συ-νά-θροι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συγκέντρωση κυρ. προσώπων στον ίδιο χώρο για συγκεκριμένο σκοπό: ειρηνική/θρησκευτική/κοινωνική/οικογενειακή ~. Οι ~οίσεις της αδελφότητας/κοινότητας (των ομογενών/των πιστών) στο ... Ανοιχτές/δημόσιες/λαϊκές/μαζικές/υπαίθριες ~οίσεις με συμμετοχή μεγάλου πλήθους/παρουσία της Αστυνομίας. Απαγόρευση/δικαίωμα/ελευθερία/παρεμπόδιση (πραγματοποίησης) ~οίσεων. Χώροι ~ης κοινού. Παίρνω μέρος/προσέρχομαι/μετέχω σε καλλιτεχνικές/πολιτικές ~οίσεις. Πβ. μάζωξη. ΣΥΝ. σύναξη (1) [< αρχ. συνάθροισις] | |
| 48560 | συναίνεση | συ-ναί-νε-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συγκατάθεση, συμφωνία: απαραίτητη/γενική/γονική/γραπτή/εθνική/ευρεία/πολιτική/ρητή/σιωπηρή ~. ~ του ενδιαφερομένου/μεταξύ των κομμάτων/των πολιτών. Αποτέλεσμα/βαθμός/επίτευξη/πνεύμα/προϊόν ~ης. Mε ~ ο διάλογος για το ασφαλιστικό. Έδωσε/εξασφάλισε/πέτυχε τη ~ή του.|| (ΝΟΜ.) Γονική ~. ΣΥΝ. συγκατάνευση ΑΝΤ. απόρριψη (1), άρνηση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: λαϊκή/κοινωνική συναίνεση: έγκριση που παρέχεται από τον λαό ή γενικότ. το κοινωνικό σύνολο σε αποφάσεις και μέτρα που λαμβάνει η πολιτική ηγεσία και το(ν) αφορούν άμεσα: μεταρρυθμίσεις με ~ ~. ● ΦΡ.: κοινή συναινέσει [κοινῇ συναινέσει]: ΝΟΜ. με τη συγκατάθεση και των δύο πλευρών, με κοινή συμφωνία: διαζύγιο/λύση συμβολαίου ~ ~. Έλυσαν τη συνεργασία τους ~ ~. [< γαλλ. de commun accord] [< μτγν. συναίνεσις, γαλλ. consentement] | |
| 48561 | συναινετικός | , ή, ό συ-ναι-νε-τι-κός επίθ.: που τον χαρακτηρίζει η συναίνεση ή προκύπτει από αυτήν: ~ός: λόγος/πρόεδρος/τρόπος/χαρακτήρας, ~ή: αναθεώρηση/αντιπολίτευση/διάθεση/εκλογή/λογική/λύση. ~ό: πνεύμα/προφίλ. ~ές: αποφάσεις/διαδικασίες. Διάλογος σε ~ό κλίμα. Πβ. καταφατικός. ● επίρρ.: συναινετικά ● ΣΥΜΠΛ.: συναινετικό διαζύγιο βλ. διαζύγιο [< μτγν. συναινετικόν 'αμοιβαία εγγύηση'] | |
| 48562 | συναινετικότητα | συ-ναι-νε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συναινετικού, διάθεση συναίνεσης. Βλ. -ότητα. | |
| 48563 | συναινώ | [συναινῶ] συ-ναι-νώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συναιν-είς ..., -ώντας | συναίνε-σα}: συμφωνώ με την απόφαση κάποιου σε συγκεκριμένο ζήτημα και δίνω τη συγκατάθεσή μου για την πραγματοποίησή της: ~ στο γεγονός ότι .../στη λύση. ~εί: με τα μέτρα/στα μέτρα. Δεν ~ούν σε πολιτικά παιχνίδια. Δεν ~εί για τη νέα ρύθμιση. ~σε να δοθεί παράταση στο πρόγραμμα. (ΝΟΜ.) Ο χρήστης (λογισμικού) αποδέχεται και ~εί ότι ... ΣΥΝ. συγκατανεύω, συγκατατίθεμαι ΑΝΤ. αντιτίθεμαι, εναντιώνομαι [< αρχ. συναινῶ] | |
| 48564 | συναίρεση | συ-ναί-ρε-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. συγχώνευση δύο φωνηέντων ή ενός φωνήεντος και μίας διφθόγγου, που ανήκουν σε διαδοχικές συλλαβές μιας λέξης, σε έναν μακρό φωνηεντικό φθόγγο: Η ~ ανήκει στα φθογγικά πάθη. Βλ. κράση. [< μτγν. συναίρεσις, αγγλ. syn(a)eresis] | |
| 48565 | συναιρώ | [συναιρῶ] συ-ναι-ρώ ρ. (μτβ.) {συναίρε-σε, συναιρέ-θηκε, συνηρημένος, συνήθ. μεσοπαθ.}: ΓΡΑΜΜ. για φωνήεντα και διφθόγγους που υφίστανται συναίρεση: Τα συνηρημένα σε -άω ρήματα (πβ. περισπώμενα) ~ούν το α του θεματικού χαρακτήρα με το ακόλουθο φωνήεν της κατάληξης. ● Μτχ.: συνηρημένος , η, ο: που έχει συναιρεθεί: ~ος: τύπος. ~α: ονόματα. ΑΝΤ. ασυναίρετος [< μτγν. συναιρῶ] | |
| 48566 | συναισθάνομαι | συ-ναι-σθά-νο-μαι ρ. (μτβ.) {συναισθάν-θηκα, -όμενος} (λόγ.) 1. έχω επίγνωση ενός θέματος, μιας κατάστασης που με αφορά: ~ τις δυσκολίες/την ευθύνη/τον κίνδυνο/την κρισιμότητα του θέματος. ~εται τις υποχρεώσεις του. ~θηκε τη σημασία/τη σοβαρότητα της υπόθεσης. ΣΥΝ. αισθάνομαι (3), συνειδητοποιώ ΑΝΤ. αγνοώ (2) 2. συμμερίζομαι τα συναισθήματα κάποιου: ~ομαι τη θλίψη/τη στενοχώρια/τη συντριβή του. Οι φίλοι μου ~ονται απόλυτα τον πόνο μου. ΑΝΤ. αδιαφορώ [< αρχ. συναισθάνομαι] | |
| 48567 | συναίσθημα | συ-ναί-σθη-μα ουσ. (ουδ.) {συναισθήμ-ατος | -ατα} 1. ψυχική κατάσταση που προκαλείται από διάφορους παράγοντες (βιώματα, γεγονότα, σκέψεις): ~ αγάπης/ενθουσιασμού/λύπης/μίσους/οργής/φόβου. Ανώτερα/κατώτερα ~ατα (: που σχετίζονται με πνευματικές/υλικές ανάγκες). Αντικρουόμενα/αρνητικά/δυνατά/δυσάρεστα/ευχάριστα/θετικά/καταπιεσμένα/πρωτόγνωρα ~ατα. Με κυριεύει/πλημμυρίζει ένα ~ χαράς. Ανταποκρίθηκε στα ~ατά του (: εκδήλωσε τα ίδια ~ατα με εκείνον). Βλ. βούληση, νόηση.|| (ως μέσο πειθούς:) Επίκληση στο ~.|| (ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Διαταραχές ~ατος (= συναισθηματικές διαταραχές).|| Αποφασίζω/ενεργώ/κρίνω/λειτουργώ/σκέφτομαι με (βάση, κριτήριο, οδηγό) το ~. (Κάτι) απευθύνεται στο ~. Μιλάει το ~ (πβ. καρδιά). Πβ. συναισθηματισμός. ΑΝΤ. λογική. Βλ. αυτο~.|| Ταινία με έντονα ~ατα. 2. συνείδηση που διαμορφώνεται σχετικά με κάτι, φρόνημα: ηθικό/θρησκευτικό ~. ΣΥΝ. αίσθημα (3) ● ΣΥΜΠΛ.: ανάμεικτα συναισθήματα βλ. ανάμεικτος, απρόσφορο συναίσθημα βλ. απρόσφορος, κοντράστ συναισθημάτων βλ. κοντράστ [< μτγν. συναίσθημα 'ταυτόχρονη αντίληψη', γαλλ. sentiment] | |
| 48568 | συναισθηματικός | , ή, ό συ-ναι-σθη-μα-τι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στο συναίσθημα ή προκαλείται από αυτό: ~ός: εκβιασμός/κόσμος/τομέας. ~ή: αγωγή/ανάπτυξη/αξία/απάθεια/αστάθεια/εικόνα/έκφραση/εμπειρία/εμπλοκή/ένταση/επάρκεια/ζωή/ισορροπία (= ψυχική)/κατανόηση/κατάσταση/συμμετοχή/ταύτιση (= ενσυναίσθηση)/φόρτιση. ~ό: βάρος (= ψυχολογικό)/επίπεδο/κενό/στρες/φορτίο. ~ές: ανάγκες/εξάρσεις. Ανάμεσά τους υπάρχει έντονο ~ό δέσιμο.|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~ή υπερφαγία. 2. ευαίσθητος: ~ός: άνθρωπος/τύπος/χαρακτήρας (βλ. αισθηματίας).|| ~ή: αντίδραση/ψυχή. ● Ουσ.: συναισθηματικά (τα): οι ερωτικές σχέσεις και γενικότ. οι ερωτικές υποθέσεις: αλλαγές/ένταση/εξελίξεις/προβλήματα στα ~ της. ΣΥΝ. αισθηματικά (τα) ● επίρρ.: συναισθηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εποχική συναισθηματική διαταραχή βλ. διαταραχή, συναισθηματική νοημοσύνη βλ. νοημοσύνη, συναισθηματική στέρηση βλ. στέρηση [< γαλλ. sentimental] | |
| 48569 | συναισθηματικότητα | συ-ναι-σθη-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η έμφυτη ιδιότητα του ανθρώπου να νιώθει συναισθήματα και συνεκδ. τα ίδια τα συναισθήματα: βαθιά/έντονη ~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Παρασύρεται από την υπερβολική ~ά της. Πβ. (συν)αισθηματισμός. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αισθηματικότητα | |
| 48570 | συναισθηματισμός | συ-ναι-σθη-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): συναισθηματική και μη ρεαλιστική θεώρηση των πραγμάτων: άκρατος/βαθύς/έντονος/υπερβολικός/φτηνός ~ (πβ. συναισθηματικότητα). (συχνά στον πληθ.) Στις διεθνείς σχέσεις δεν χωρούν ~οί (: επιλογές που υπαγορεύονται από το συναίσθημα). Πβ. αισθηματολογία. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. αισθηματισμός [< γαλλ. sentimentalisme] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ