Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49100-49120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48065συναθροισμενος

, η, ο συ-γκε-ντρω-μέ-νος επίθ. 1. που έχει μαζευτεί, συγκεντρωθεί: ~ος: κόσμος/λαός (πβ. συναθροισμένος). ~ο: πλήθος. Τα παιδιά ήταν ~α στο προαύλιο. Στην έκθεση βρίσκονται ~α πολλά έργα του γλύπτη. ΑΝΤ. διεσπαρμένος (1) 2. που έχει εστιάσει την προσοχή του σε κάτι: Δεν είσαι ~ όταν σου μιλάω/την ώρα του μαθήματος (πβ. προσεκτικός, προσηλωμένος. ΑΝΤ. αφηρημένος). Είναι απόλυτα ~ στην αποστολή/στο έργο/στον στόχο του (πβ. αφοσιωμένος). ● επίρρ.: συγκεντρωμένα

48560συναίνεσησυ-ναί-νε-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συγκατάθεση, συμφωνία: απαραίτητη/γενική/γονική/γραπτή/εθνική/ευρεία/πολιτική/ρητή/σιωπηρή ~. ~ του ενδιαφερομένου/μεταξύ των κομμάτων/των πολιτών. Αποτέλεσμα/βαθμός/επίτευξη/πνεύμα/προϊόν ~ης. Mε ~ ο διάλογος για το ασφαλιστικό. Έδωσε/εξασφάλισε/πέτυχε τη ~ή του.|| (ΝΟΜ.) Γονική ~. ΣΥΝ. συγκατάνευση ΑΝΤ. απόρριψη (1), άρνηση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: λαϊκή/κοινωνική συναίνεση: έγκριση που παρέχεται από τον λαό ή γενικότ. το κοινωνικό σύνολο σε αποφάσεις και μέτρα που λαμβάνει η πολιτική ηγεσία και το(ν) αφορούν άμεσα: μεταρρυθμίσεις με ~ ~. ● ΦΡ.: κοινή συναινέσει [κοινῇ συναινέσει]: ΝΟΜ. με τη συγκατάθεση και των δύο πλευρών, με κοινή συμφωνία: διαζύγιο/λύση συμβολαίου ~ ~. Έλυσαν τη συνεργασία τους ~ ~. [< γαλλ. de commun accord] [< μτγν. συναίνεσις, γαλλ. consentement]
48561συναινετικός, ή, ό συ-ναι-νε-τι-κός επίθ.: που τον χαρακτηρίζει η συναίνεση ή προκύπτει από αυτήν: ~ός: λόγος/πρόεδρος/τρόπος/χαρακτήρας, ~ή: αναθεώρηση/αντιπολίτευση/διάθεση/εκλογή/λογική/λύση. ~ό: πνεύμα/προφίλ. ~ές: αποφάσεις/διαδικασίες. Διάλογος σε ~ό κλίμα. Πβ. καταφατικός. ● επίρρ.: συναινετικά ● ΣΥΜΠΛ.: συναινετικό διαζύγιο βλ. διαζύγιο [< μτγν. συναινετικόν 'αμοιβαία εγγύηση']
48562συναινετικότητασυ-ναι-νε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συναινετικού, διάθεση συναίνεσης. Βλ. -ότητα.
48563συναινώ[συναινῶ] συ-ναι-νώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συναιν-είς ..., -ώντας | συναίνε-σα}: συμφωνώ με την απόφαση κάποιου σε συγκεκριμένο ζήτημα και δίνω τη συγκατάθεσή μου για την πραγματοποίησή της: ~ στο γεγονός ότι .../στη λύση. ~εί: με τα μέτρα/στα μέτρα. Δεν ~ούν σε πολιτικά παιχνίδια. Δεν ~εί για τη νέα ρύθμιση. ~σε να δοθεί παράταση στο πρόγραμμα. (ΝΟΜ.) Ο χρήστης (λογισμικού) αποδέχεται και ~εί ότι ... ΣΥΝ. συγκατανεύω, συγκατατίθεμαι ΑΝΤ. αντιτίθεμαι, εναντιώνομαι [< αρχ. συναινῶ]
48564συναίρεσησυ-ναί-ρε-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. συγχώνευση δύο φωνηέντων ή ενός φωνήεντος και μίας διφθόγγου, που ανήκουν σε διαδοχικές συλλαβές μιας λέξης, σε έναν μακρό φωνηεντικό φθόγγο: Η ~ ανήκει στα φθογγικά πάθη. Βλ. κράση. [< μτγν. συναίρεσις, αγγλ. syn(a)eresis]
48565συναιρώ[συναιρῶ] συ-ναι-ρώ ρ. (μτβ.) {συναίρε-σε, συναιρέ-θηκε, συνηρημένος, συνήθ. μεσοπαθ.}: ΓΡΑΜΜ. για φωνήεντα και διφθόγγους που υφίστανται συναίρεση: Τα συνηρημένα σε -άω ρήματα (πβ. περισπώμενα) ~ούν το α του θεματικού χαρακτήρα με το ακόλουθο φωνήεν της κατάληξης. ● Μτχ.: συνηρημένος , η, ο: που έχει συναιρεθεί: ~ος: τύπος. ~α: ονόματα. ΑΝΤ. ασυναίρετος [< μτγν. συναιρῶ]
48566συναισθάνομαισυ-ναι-σθά-νο-μαι ρ. (μτβ.) {συναισθάν-θηκα, -όμενος} (λόγ.) 1. έχω επίγνωση ενός θέματος, μιας κατάστασης που με αφορά: ~ τις δυσκολίες/την ευθύνη/τον κίνδυνο/την κρισιμότητα του θέματος. ~εται τις υποχρεώσεις του. ~θηκε τη σημασία/τη σοβαρότητα της υπόθεσης. ΣΥΝ. αισθάνομαι (3), συνειδητοποιώ ΑΝΤ. αγνοώ (2) 2. συμμερίζομαι τα συναισθήματα κάποιου: ~ομαι τη θλίψη/τη στενοχώρια/τη συντριβή του. Οι φίλοι μου ~ονται απόλυτα τον πόνο μου. ΑΝΤ. αδιαφορώ [< αρχ. συναισθάνομαι]
48567συναίσθημασυ-ναί-σθη-μα ουσ. (ουδ.) {συναισθήμ-ατος | -ατα} 1. ψυχική κατάσταση που προκαλείται από διάφορους παράγοντες (βιώματα, γεγονότα, σκέψεις): ~ αγάπης/ενθουσιασμού/λύπης/μίσους/οργής/φόβου. Ανώτερα/κατώτερα ~ατα (: που σχετίζονται με πνευματικές/υλικές ανάγκες). Αντικρουόμενα/αρνητικά/δυνατά/δυσάρεστα/ευχάριστα/θετικά/καταπιεσμένα/πρωτόγνωρα ~ατα. Με κυριεύει/πλημμυρίζει ένα ~ χαράς. Ανταποκρίθηκε στα ~ατά του (: εκδήλωσε τα ίδια ~ατα με εκείνον). Βλ. βούληση, νόηση.|| (ως μέσο πειθούς:) Επίκληση στο ~.|| (ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Διαταραχές ~ατος (= συναισθηματικές διαταραχές).|| Αποφασίζω/ενεργώ/κρίνω/λειτουργώ/σκέφτομαι με (βάση, κριτήριο, οδηγό) το ~. (Κάτι) απευθύνεται στο ~. Μιλάει το ~ (πβ. καρδιά). Πβ. συναισθηματισμός. ΑΝΤ. λογική. Βλ. αυτο~.|| Ταινία με έντονα ~ατα. 2. συνείδηση που διαμορφώνεται σχετικά με κάτι, φρόνημα: ηθικό/θρησκευτικό ~. ΣΥΝ. αίσθημα (3) ● ΣΥΜΠΛ.: ανάμεικτα συναισθήματα βλ. ανάμεικτος, απρόσφορο συναίσθημα βλ. απρόσφορος, κοντράστ συναισθημάτων βλ. κοντράστ [< μτγν. συναίσθημα 'ταυτόχρονη αντίληψη', γαλλ. sentiment]
48568συναισθηματικός, ή, ό συ-ναι-σθη-μα-τι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στο συναίσθημα ή προκαλείται από αυτό: ~ός: εκβιασμός/κόσμος/τομέας. ~ή: αγωγή/ανάπτυξη/αξία/απάθεια/αστάθεια/εικόνα/έκφραση/εμπειρία/εμπλοκή/ένταση/επάρκεια/ζωή/ισορροπία (= ψυχική)/κατανόηση/κατάσταση/συμμετοχή/ταύτιση (= ενσυναίσθηση)/φόρτιση. ~ό: βάρος (= ψυχολογικό)/επίπεδο/κενό/στρες/φορτίο. ~ές: ανάγκες/εξάρσεις. Ανάμεσά τους υπάρχει έντονο ~ό δέσιμο.|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~ή υπερφαγία. 2. ευαίσθητος: ~ός: άνθρωπος/τύπος/χαρακτήρας (βλ. αισθηματίας).|| ~ή: αντίδραση/ψυχή. ● Ουσ.: συναισθηματικά (τα): οι ερωτικές σχέσεις και γενικότ. οι ερωτικές υποθέσεις: αλλαγές/ένταση/εξελίξεις/προβλήματα στα ~ της. ΣΥΝ. αισθηματικά (τα) ● επίρρ.: συναισθηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εποχική συναισθηματική διαταραχή βλ. διαταραχή, συναισθηματική νοημοσύνη βλ. νοημοσύνη, συναισθηματική στέρηση βλ. στέρηση [< γαλλ. sentimental]
48569συναισθηματικότητασυ-ναι-σθη-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η έμφυτη ιδιότητα του ανθρώπου να νιώθει συναισθήματα και συνεκδ. τα ίδια τα συναισθήματα: βαθιά/έντονη ~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Παρασύρεται από την υπερβολική ~ά της. Πβ. (συν)αισθηματισμός. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αισθηματικότητα
48570συναισθηματισμόςσυ-ναι-σθη-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): συναισθηματική και μη ρεαλιστική θεώρηση των πραγμάτων: άκρατος/βαθύς/έντονος/υπερβολικός/φτηνός ~ (πβ. συναισθηματικότητα). (συχνά στον πληθ.) Στις διεθνείς σχέσεις δεν χωρούν ~οί (: επιλογές που υπαγορεύονται από το συναίσθημα). Πβ. αισθηματολογία. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. αισθηματισμός [< γαλλ. sentimentalisme]
48571συναίσθησησυ-ναί-σθη-ση ουσ. (θηλ.): επίγνωση μιας κατάστασης: απόλυτη ~. ~ της αποστολής μου/των δυνατοτήτων/των δυσκολιών/της ευθύνης/του καθήκοντος/της πραγματικότητας/(του μεγέθους) του προβλήματος. Έχει ~ ότι .../του τι συνέβη (= γνωρίζει σε βάθος). Δεν έχουν (πλήρη) ~ του κινδύνου (= δεν συναισθάνονται τον κίνδυνο) που αντιμετωπίζουν. Πβ. συνείδηση. ΑΝΤ. άγνοια (1) [< μτγν. συναίσθησις ‘συνειδητοποίηση’]
48572συναισθησίασυ-ναι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ.-ΨΥΧΟΛ. διαταραχή της συνείδησης κατά την οποία ένα ερέθισμα (μουσική νότα, έντονη οσμή ή χρώμα) διεγείρει ταυτόχρονα περισσότερες από μία αισθήσεις. [< γαλλ. synesthésie, αγγλ. synaesthesia]
48573συναίτιος, α, ο συ-ναί-τι-ος επίθ. (λόγ.): συνυπαίτιος. Πβ. συνυπεύθυνος. [< αρχ. συναίτιος, γαλλ. complice]
48574συναιτιότητασυ-ναι-τι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. συνυπαιτιότητα: Συνεκδίκαση υποθέσεων λόγω συνάφειας και ~ας. Πβ. συνέργεια, συνυπευθυνότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. complicité]
48575συνακολουθεί

[συνακολουθεῖ] συ-να-κο-λου-θεί ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συνακολούθ-ησε, -είται} (λόγ.): έπεται ως φυσική συνέπεια: Τη μεγάλη τραπεζική ρευστότητα ~ησε η εκρηκτική οικοδομική δραστηριότητα. ΣΥΝ. επακολουθεί [< αρχ. συνακολουθῶ ‘συνοδεύω, αποτελώ άμεσο συνεπακόλουθο’]

48576συνακολουθίασυ-να-κο-λου-θί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σχέση γεγονότων, φαινομένων ή στοιχείων κατά την οποία το ένα είναι συνακόλουθο του άλλου: Κατά ~ (: κατά συνέπεια, επομένως). Βλ. συνάφεια. [< μτγν. συνακολουθία ‘μίμηση’]
48577συνακολούθως

, η, ο συ-να-κό-λου-θος επίθ. (λόγ.) 1. που προκύπτει ως λογική συνέχεια κάποιου που προηγείται: ~ος: κατακερματισμός (δυνάμεων). ~η: αύξηση (της απασχόλησης/της προσφοράς)/απώλεια (βάρους/κερδών). ΣΥΝ. επακόλουθος 2. συνεπής, αντίστοιχος: έργο/πρόγραμμα ~ο με/προς τις ιδεολογικές αρχές του κόμματος. ΑΝΤ. ανακόλουθος, αναντίστοιχος, ασυνεπής (2) ● Ουσ.: συνακόλουθο (το): επίπτωση, επακόλουθο: με όλα τα ~α (= συνεπακόλουθα). Τα ~α της παχυσαρκίας/φτώχειας. Η ανεργία έχει ως ~ την ... Πβ. απόρροια, παρεπόμενα, συμπαρομαρτούντα. ΣΥΝ. παρακολούθημα (1) ● επίρρ.: συνακόλουθα & (λόγ.) συνακολούθως [< αρχ. συνακόλουθος 'που αποτελεί ζευγάρι με κάποιον']

48578συνακρόασησυ-να-κρό-α-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΗΛΕΠ. παρακολούθηση από κάποιον τηλεφωνικής συνδιάλεξης τρίτων λόγω βλάβης ή σκόπιμα: νόμιμη/ταυτόχρονη/τυχαία ~. 2. από κοινού ακρόαση με άλλον ή άλλους: ~ ραδιοφωνικών εκπομπών λόγου. [< γερμ. Mithören]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.