| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48571 | συναίσθηση | συ-ναί-σθη-ση ουσ. (θηλ.): επίγνωση μιας κατάστασης: απόλυτη ~. ~ της αποστολής μου/των δυνατοτήτων/των δυσκολιών/της ευθύνης/του καθήκοντος/της πραγματικότητας/(του μεγέθους) του προβλήματος. Έχει ~ ότι .../του τι συνέβη (= γνωρίζει σε βάθος). Δεν έχουν (πλήρη) ~ του κινδύνου (= δεν συναισθάνονται τον κίνδυνο) που αντιμετωπίζουν. Πβ. συνείδηση. ΑΝΤ. άγνοια (1) [< μτγν. συναίσθησις ‘συνειδητοποίηση’] | |
| 48572 | συναισθησία | συ-ναι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ.-ΨΥΧΟΛ. διαταραχή της συνείδησης κατά την οποία ένα ερέθισμα (μουσική νότα, έντονη οσμή ή χρώμα) διεγείρει ταυτόχρονα περισσότερες από μία αισθήσεις. [< γαλλ. synesthésie, αγγλ. synaesthesia] | |
| 48573 | συναίτιος | , α, ο συ-ναί-τι-ος επίθ. (λόγ.): συνυπαίτιος. Πβ. συνυπεύθυνος. [< αρχ. συναίτιος, γαλλ. complice] | |
| 48574 | συναιτιότητα | συ-ναι-τι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. συνυπαιτιότητα: Συνεκδίκαση υποθέσεων λόγω συνάφειας και ~ας. Πβ. συνέργεια, συνυπευθυνότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. complicité] | |
| 48575 | συνακολουθεί | [συνακολουθεῖ] συ-να-κο-λου-θεί ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συνακολούθ-ησε, -είται} (λόγ.): έπεται ως φυσική συνέπεια: Τη μεγάλη τραπεζική ρευστότητα ~ησε η εκρηκτική οικοδομική δραστηριότητα. ΣΥΝ. επακολουθεί [< αρχ. συνακολουθῶ ‘συνοδεύω, αποτελώ άμεσο συνεπακόλουθο’] | |
| 48576 | συνακολουθία | συ-να-κο-λου-θί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σχέση γεγονότων, φαινομένων ή στοιχείων κατά την οποία το ένα είναι συνακόλουθο του άλλου: Κατά ~ (: κατά συνέπεια, επομένως). Βλ. συνάφεια. [< μτγν. συνακολουθία ‘μίμηση’] | |
| 48577 | συνακολούθως | , η, ο συ-να-κό-λου-θος επίθ. (λόγ.) 1. που προκύπτει ως λογική συνέχεια κάποιου που προηγείται: ~ος: κατακερματισμός (δυνάμεων). ~η: αύξηση (της απασχόλησης/της προσφοράς)/απώλεια (βάρους/κερδών). ΣΥΝ. επακόλουθος 2. συνεπής, αντίστοιχος: έργο/πρόγραμμα ~ο με/προς τις ιδεολογικές αρχές του κόμματος. ΑΝΤ. ανακόλουθος, αναντίστοιχος, ασυνεπής (2) ● Ουσ.: συνακόλουθο (το): επίπτωση, επακόλουθο: με όλα τα ~α (= συνεπακόλουθα). Τα ~α της παχυσαρκίας/φτώχειας. Η ανεργία έχει ως ~ την ... Πβ. απόρροια, παρεπόμενα, συμπαρομαρτούντα. ΣΥΝ. παρακολούθημα (1) ● επίρρ.: συνακόλουθα & (λόγ.) συνακολούθως [< αρχ. συνακόλουθος 'που αποτελεί ζευγάρι με κάποιον'] | |
| 48578 | συνακρόαση | συ-να-κρό-α-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΗΛΕΠ. παρακολούθηση από κάποιον τηλεφωνικής συνδιάλεξης τρίτων λόγω βλάβης ή σκόπιμα: νόμιμη/ταυτόχρονη/τυχαία ~. 2. από κοινού ακρόαση με άλλον ή άλλους: ~ ραδιοφωνικών εκπομπών λόγου. [< γερμ. Mithören] | |
| 48579 | συνακροατής | συ-να-κρο-α-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. συνακροάτρια}: πρόσωπο που ακούει κάτι από κοινού μαζί με άλλον ή άλλους: ~ διάλεξης/(ραδιοφωνικής) εκπομπής/συνεδρίου. (ως προσφών.) Αγαπητοί ~ές! [< μεσν. συνακροατής] | |
| 48580 | συναλλαγή | συ-ναλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) 1. ανταλλαγή χρημάτων, προϊόντων ή υπηρεσιών και γενικότ. κάθε μορφής οικονομική σχέση: ηλεκτρονική/παράνομη/τραπεζική/χρηματιστηριακή ~. Διεθνείς/διεπιχειρησιακές/εγχώριες/εμπορικές/ιδιωτικές/κτηματομεσιτικές/χρηματοπιστωτικές ~ές. Αξία/γνωστοποίηση/δαπάνες/διενέργεια/έλεγχος στοιχείων/ολοκλήρωση/όροι/τέλος ~ής. Ασφάλεια/αύξηση/κάρτα ~ών. ~ σε μηχάνημα αυτόματης ανάληψης χρημάτων. Το ωράριο ~ής του ταμείου είναι ... ΣΥΝ. δοσοληψία (1) 2. (μτφ.) οποιαδήποτε επικοινωνία ή σχέση συνάπτεται για ιδιοτελείς ή αθέμιτους σκοπούς και γενικότ. κάθε κοινωνική επαφή: αντικείμενο/προϊόν ~ής. Κομματική/πολιτική ~. Σκοτεινές/ύποπτες ~ές. Ο πλουτισμός του ήταν αποτέλεσμα ~ής με οικονομικούς παράγοντες. Πβ. αλισβερίσι, πάρε-δώσε. ● ΣΥΜΠΛ.: εκκαθάριση (των) συναλλαγών βλ. εκκαθάριση, Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών βλ. ευρωπαϊκός, ζώνη ελεύθερων συναλλαγών βλ. ζώνη, ισοζύγιο άδηλων συναλλαγών βλ. ισοζύγιο, ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών βλ. ισοζύγιο ● ΦΡ.: (πράγματα) εκτός συναλλαγής: ΝΟΜ. που είναι κοινά σε όλους και εξυπηρετούν δημόσιους σκοπούς: Τα λιμάνια και οι δρόμοι είναι ~ ~. [< 1: αρχ. συναλλαγή 2: γαλλ. transaction, αγγλ. traffic] | |
| 48581 | συνάλλαγμα | συ-νάλ-λαγ-μα ουσ. (ουδ.) {συναλλάγμ-ατος}: ΟΙΚΟΝ. οικονομικός τίτλος (νόμισμα, επιταγή) που μετατρέπεται σε ξένο νόμισμα και αποτελεί μέσο διεθνών συναλλαγών: ναυτιλιακό/σκληρό (: σε ισχυρό νόμισμα)/τουριστικό/φοιτητικό ~. Ανταλλακτήριο/εισαγωγή/εισροή/εξαγωγή/ισοτιμία/μετατροπέας/πώληση/τιμή (: η αξία του νομίσματος μιας χώρας, υπολογισμένη σύμφωνα με το νόμισμα άλλης χώρας) ~ατος. Απαιτήσεις/δάνεια/επενδύσεις/καταθέσεις/λογαριασμοί/πληρωμές σε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αγορά συναλλάγματος βλ. αγορά, ρήτρα συναλλάγματος/(ξένου) νομίσματος/χρυσού/τιμαρίθμου βλ. ρήτρα [< αρχ. συνάλλαγμα 'συμφωνητικό', γαλλ. change, αγγλ. exchange] | |
| 48582 | συναλλαγματική | συ-ναλ-λαγ-μα-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. αξιόγραφο ορισμένου τύπου, με το οποίο ο εκδότης (που πρέπει να πληρωθεί) δίνει εντολή στον οφειλέτη να πληρώσει στον ίδιο ή σε κομιστή (συνήθ. τραπεζικό κατάστημα) ένα συγκεκριμένο ποσό σε καθορισμένη ημερομηνία: αδιαμαρτύρητη/λευκή ~ (: σκόπιμη παράλειψη τυπικού στοιχείου). Εκδίδω/εξαργυρώνω ~. Οπισθογράφηση/προεξόφληση ~ών. Πβ. επιταγή. ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμάτιο/συναλλαγματική εις διαταγήν/σε διαταγή βλ. διαταγή [< γαλλ. lettre de change] | |
| 48583 | συναλλαγματικός | , ή, ό συ-ναλ-λαγ-μα-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με το συνάλλαγμα: ~ός: έλεγχος/κίνδυνος. ~ή: αστάθεια/διακύμανση/διαφορά/θέση/ισοτιμία/μεταβολή/πολιτική/σταθερότητα/σχέση/τιμή. ~ό: ισοζύγιο/καθεστώς/κέρδος/ρίσκο. ~ά: αποθέματα/διαθέσιμα (: που έχει στην κατοχή της η κεντρική τράπεζα μιας χώρας). [< μτγν. συναλλαγματικός 'που έχει σχέση με συμφωνία, συμβόλαιο', γαλλ. synallagmatique, αγγλ. synallagmatic] | |
| 48584 | συναλλαγματοφόρος | , ος/α, ο συ-ναλ-λαγ-μα-το-φό-ρος επίθ. (επίσ.): που φέρνει συνάλλαγμα σε μια χώρα: ~ος: τομέας. ~ος/α: δραστηριότητα/πηγή. ~ο: προϊόν. Ο τουρισμός είναι ο πλέον ~ κλάδος της εθνικής οικονομίας. Βλ. -φόρος. | |
| 48585 | συναλλακτικός | , ή, ό συ-ναλ-λα-κτι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τις οικονομικές συναλλαγές: ~ός: όγκος/τζίρος. ~ή: δραστηριότητα/κίνηση/πρακτική/συμπεριφορά. ~ό: Δίκαιο/ενδιαφέρον/νόμισμα. ~ές: συνήθειες/σχέσεις/υποχρεώσεις.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: μνήμη. ● ΣΥΜΠΛ.: συναλλακτικά ήθη: ΝΟΜ. (στο Εμπορικό Δίκαιο) επικρατούσες συνήθειες που ορίζουν τον τρόπο διεξαγωγής των συναλλαγών σε συγκεκριμένους κλάδους, χώρους ή περιοχές: ηλεκτρονικά/υφιστάµενα ~ ~. Τα ~ ~ στην αγορά. Παραγωγή σύμφωνη με τα ~ ~. Ενέργειες που αντίκεινται στα χρηστά ~ ~. [< μτγν. συναλλακτικός ‘σχετικός με συμβόλαιο, έμπειρος στις συναλλαγές’, αγγλ. transactional] | |
| 58675 | συναλλάσσω | ρ. & συναλλάζω: (σπάν.) ανταλλάσσω: θερμότητα που ~ει ένας κλιματιζόμενος χώρος με το περιβάλλον. ● Παθ.: συναλλάσσομαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συναλλά-χθηκε, συναλλασσ-όμενος | (σπάν.) ενεργ. συναλλάσσ-ω} 1. έχω οικονομικές κυρ. συναλλαγές (με κάποιον): ~ ηλεκτρονικά/μέσω διαδικτύου. ~εται με τον δημόσιο τομέα/ιδιώτες/παραγωγούς/πελάτες/τράπεζες/χώρες. ~ονται με/σε επιταγές/πιστωτικές κάρτες/ρευστό. (ΝΟΜ.) Στέρηση του δικαιώματος του υπαίτιου να ~εται σε κινητές αξίες.|| ~ουν μετοχές μέσω Χρηματιστηρίου. Πβ. ανταλλάσσω. 2. (αρνητ. συνυποδ.) έχω επαφές, δοσοληψίες: ~εται με τον υπόκοσμο/με ύποπτα κυκλώματα. Βλ. νταραβερίζομαι, συναναστρέφομαι. [< αρχ. συναλλάσσω] | |
| 48586 | συναλληλία | συ-ναλ-λη-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΣ. λογική σχέση ανάμεσα σε δύο συνάλληλες έννοιες. 2. (μτφ., συνήθ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) σχέση αλληλεγγύης και αλληλοϋποστήριξης: εκδήλωση/πνεύμα ~ας. ~ μεταξύ των λαών. || ~ (= συνεργασία) Εκκλησίας και Πολιτείας. | |
| 48587 | συνάλληλος | , η, ο συ-νάλ-λη-λος επίθ.: ΦΙΛΟΣ. (για έννοια) που υπάγεται μαζί με άλλες στην ίδια έννοια γένους: Οι έννοιες "σκύλος", "γάτα", "μοσχάρι" είναι ~ες και υπάγονται στην έννοια "ζώο". Βλ. επ-, υπ-άλληλος. ● επίρρ.: συνάλληλα & (λόγ.) συναλλήλως [< μεσν. συνάλληλος] | |
| 48588 | συναλοιφή | συ-να-λοι-φή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. συγχώνευση δύο γειτονικών φωνηέντων για την αποφυγή χασμωδίας. Βλ. κράση, συναίρεση, συνίζηση. [< μτγν. συναλ(ο)ιφή, γαλλ. synalèphe, αγγλ. synaloepha] | |
| 48590 | συναμεταξύ | συ-να-με-τα-ξύ επίρρ. & συναμετάξυ (λαϊκό): (+ τους) αναμεταξύ, ανάμεσα: Κοιτάχτηκαν/τσακώθηκαν ~ τους. ΣΥΝ. ο ένας με τον άλλο |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ