Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49120-49140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48591συναναστρέφομαισυ-να-να-στρέ-φο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συναναστράφ-ηκα, -ώ, συναναστρεφ-όμενος} (λόγ.): βρίσκομαι συχνά με κάποιον, διατηρώ κοινωνικές ή φιλικές σχέσεις μαζί του: ~ (με) καλλιτέχνες/νέους. Έχω τη χαρά να ~ καθημερινά με μαθητές. Δεν έχω καμία διάθεση να ~ (= κάνω παρέα με ...) ανθρώπους σαν κι αυτόν. Πβ. συγχρωτίζομαι, συναγελάζομαι. ΣΥΝ. αναστρέφομαι [< μτγν. συναναστρέφομαι]
48592συναναστροφήσυ-να-να-στρο-φή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συχνή, φιλική επαφή ανάμεσα σε άτομα και (συνεκδ. στον πληθ.) τα άτομα που συμμετέχουν σε αυτή: ανθρώπινη/καθημερινή/κοινωνική ~. || Η ~ή με τον κόσμο. Πβ. συγχρωτισμός, συναγελασμός, συντροφιά.|| Κακές ~ές. Προσέχουν τις ~ές τους. ΣΥΝ. παρέα. [< μτγν. συναναστροφή]
48593συνάνθρωποςσυ-νάν-θρω-πος ουσ. (αρσ.): ο άνθρωπος στη σχέση του με τα άλλα μέλη της ανθρώπινης κοινότητας: αποδοχή του ~ώπου μας. Βοήθεια/προσέγγιση/προσφορά/σεβασμός/στήριξη στον ~ο. ΣΥΝ. πλησίον (2) [< μεσν. συνάνθρωπος, γερμ. Mitmensch]
48594συναντάωβλ. συναντώ
48595συνάντηση

συ-νά-ντη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ταυτόχρονη παρουσία προσώπων στο ίδιο σημείο τυχαία ή ύστερα από συνεννόηση· ειδικότ. καθορισμένη συγκέντρωση ατόμων ή φορέων για συγκεκριμένο σκοπό: αναπάντεχη/ανέλπιστη ~. ~ γνωριμίας (βλ. ραντεβού). ~ της οικογένειας/της παρέας/(παλιών) συμμαθητών/των ενοίκων της πολυκατοικίας (βλ. συνέλευση). Καλλιτεχνική ~ (πβ. συνεύρεση). Η ~ με τον δάσκαλό μου με συγκίνησε. Πβ. αντάμωση, συναπάντημα.|| Ανοιχτή/άτυπη/διεθνής/εβδομαδιαία/έκτακτη/επίσημη/επιστημονική/ετήσια/καθιερωμένη/κρίσιμη/μαραθώνια/μυστική/παγκόσμια/πολιτική/προγραμματισμένη/σύντομη/τακτική/υβριδική ~. ~ εκπροσώπων/ηγετών/καλλιτεχνών/μελών/υπουργών. Η ατζέντα/το θέμα/τα πρακτικά/τα συμπεράσματα μιας ~ης. Διεξαγωγή/οργάνωση/πραγματοποίηση ~ης. Ο πρωθυπουργός είχε ~ με τον ομόλογό του ... (πβ. επαφές). 2. ΑΘΛ. αναμέτρηση, αγώνας: ποδοσφαιρική (πβ. ματς)/σκακιστική/φιλική ~. Διοργάνωση αθλητικών ~ήσεων. Πβ. μίτινγκ. 3. (μτφ.) διασταύρωση, προσέγγιση ή επαφή: ~ δρόμων/πλανητών/ποταμών.|| (μτφ.) ~ (μεταξύ δύο) θρησκειών/ιδεολογιών/κόσμων/πολιτισμών. ~ Ανατολής και Δύσης/ιστορίας και μύθου. ● ΣΥΜΠΛ.: συνάντηση εργασίας: συνάντηση για συζήτηση, μελέτη και δραστηριοποίηση πάνω σε συγκεκριμένο αντικείμενο, πρόβλημα: τεχνική ~ ~. ΣΥΝ. εργαστήριο (5) [< αγγλ. workshop, 1937] , συνάντηση κορυφής: ανεπίσημη συνήθ. συνάντηση πολιτικών αρχηγών για διεθνή θέματα και κατ' επέκτ. προσώπων που βρίσκονται στην κορυφή της ιεραρχίας οργανισμού ή επιχείρησης για εσωτερικά ζητήματα: έκτακτη ~ ~ των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. σύνοδος κορυφής). [< αγγλ. summit meeting, 1955] [< αρχ. συνάντησις, γαλλ. réunion]

48596συναντίληψησυ-να-ντί-λη-ψη ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. ταύτιση απόψεων: ευρεία/πλήρης ~. ~ των κοινωνικών εταίρων/κυβέρνησης-αντιπολίτευσης (πβ. συναίνεση). Διαπιστώθηκε απόλυτη ~ μεταξύ των δύο κυβερνήσεων για το θέμα (πβ. ομοφωνία). 2. (παρωχ.) συνδρομή, αρωγή. Πβ. υποστήριξη. ΣΥΝ. συμπαράσταση [< μεσν. συναντίληψις]
48597συναντώ[συναντῶ] συ-να-ντώ ρ. (μτβ.) {συναντ-άς ..., -ώντας | συνάντ-ησα, -ώμαι (συνήθ. προφ.) -ιέμαι, -άται κ. -ιέται ..., -ήθηκα, -ηθεί, (λόγ.) -ώμενος} & συναντάω 1. βρίσκω κάποιον τυχαία ή ύστερα από συνεννόηση· ειδικότ. συμμετέχω σε συγκέντρωση προσώπων ή φορέων για συγκεκριμένο σκοπό: ~ιόμαστε σε εβδομαδιαία/καθημερινή/μηνιαία βάση. Τον ~ησα στον δρόμο/στο λεωφορείο/στις διακοπές.|| Οι εκπρόσωποι των δήμων ~ήθηκαν για την επίλυση των προβλημάτων τους.|| Σε συμπάθησα από την πρώτη φορά που σε ~ησα (= γνώρισα).|| (μτφ.) Οι ματιές/τα βλέμματά μας ~ήθηκαν (πβ. διασταυρώθηκαν). Στα έθιμα της περιοχής ο μύθος ~ά την ιστορία.|| (προφ.) Το σπίτι μου βρίσκεται λίγο πριν ~ήσεις (: βρεις) την εκκλησία. ΣΥΝ. ανταμώνω 2. ΑΘΛ. αναμετριέμαι, αντιμετωπίζω: ~ σε διεθνή/επίσημο/φιλικό αγώνα. Στον ημιτελικό η ομάδα θα ~ηθεί με την ... 3. βρίσκομαι αντιμέτωπος με κάτι, συνήθ. αρνητικό ή δύσκολο: ~ησε αντιδράσεις/αντίσταση/απροθυμία/εμπόδια/καχυποψία/προβλήματα/(δυσμενείς) συνθήκες.|| (προφ.) Δεν ~άς ευκαιρίες τόσο συχνά στη ζωή σου.συναντάται: υπάρχει, εμφανίζεται, απαντάται: Έθιμα/συνήθειες που ~ιούνται σε παλιότερες εποχές. ● ΦΡ.: τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται/συναντιούνται! (προφ.): για περιπτώσεις στις οποίες οι σκέψεις ή απόψεις δύο προσώπων ταυτίζονται· (ειδικότ.-χιουμορ.) για δήλωση κοινού τρόπου σκέψης ανάμεσα σε ανθρώπους που θεωρούν τους εαυτούς τους ευφυείς. [< γαλλ. les grands esprits se rencontrent] [< αρχ. συναντῶ, γαλλ. se rencontrer]
48598συναξάρισυ-να-ξά-ρι ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) συναξάριον: ΕΚΚΛΗΣ. αφήγηση κυρ. με βίους Αγίων ή Μαρτύρων του Χριστιανισμού, καθώς και το βιβλίο στο οποίο περιέχεται: σύντομο ~. Το ~ του νεομάρτυρα/οσίου ... ΣΥΝ. αγιολόγιο (2) [< μεσν. συναξάριον]
48599συναξαριστήςσυ-να-ξα-ρι-στής ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. βιβλίο που περιέχει συναξάρια ή (παλαιότ.) ο συγγραφέας τους: Μέγας/Ορθόδοξος ~. [< μεσν. συναξαριστής]
48600σύναξησύ-να-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό) συγκέντρωση ανθρώπων σε καθορισμένο χώρο, για συγκεκριμένο λόγο: λαϊκή/μεγάλη/πανελλήνια ~. Πβ. μάζωξη, συνάθροιση. Βλ. λαο~.|| Ιερά ~. Ιστορική ~ των Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Φανάρι. Κατηχητικές ~άξεις. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Σ) (την επομένη Δεσποτικής ή Θεομητορικής εορτής προς τιμήν ιερών προσώπων) συνάθροιση πιστών: ~ της Θεοτόκου (26 Δεκεμβρίου)/Ιωάννου του Προδρόμου (7 Ιανουαρίου)/του αρχαγγέλου Γαβριήλ (26 Μαρτίου). Βλ. πανηγύρι. [< μτγν. σύναξις]
48601συναπάντημασυ-να-πά-ντη-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): συμπτωματική συνάντηση: απρόσμενο/καλό (: που εκλαμβάνεται ως καλός οιωνός) ~.|| Πολιτιστικό ~ των απανταχού ... Πβ. αντάμωμα. ● ΦΡ.: η σάρα (και) η μάρα (και το κακό συναπάντημα) βλ. σάρα [< μεσν. συναπάντημα]
48602συναπαντώ[συναπαντῶ] συ-να-πα-ντώ ρ. (μτβ.) {συναπαντ-άς ... | συναπάντ-ησα, -ώμαι, -άται κ. -ιέται, -ήθηκα} & συναπαντάω (λαϊκό): συναντώ κάποιον συμπτωματικά: Την ~ησε χθες στον δρόμο έπειτα από πολλά χρόνια.|| (μτφ.) ~ήθηκαν, αν και από διαφορετική ιδεολογική αφετηρία. ΣΥΝ. απαντώ (4), συντυχαίνω [< αρχ. συναπαντῶ]
48603συναπαρτίζωσυ-να-παρ-τί-ζω ρ. (μτβ.) {-εται, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): συγκροτώ ομάδα ή σύνολο από κοινού με άλλα πρόσωπα ή στοιχεία: Κράτη-μέλη που ~ουν την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εκθέσεις, παραστάσεις και συναυλίες ~ουν το πλούσιο πρόγραμμα του φεστιβάλ. Το Πανεπιστήμιο ~εται από σχολές και ανεξάρτητα τμήματα. Πβ. συνθέτω. ΣΥΝ. συναποτελώ [< μτγν. συναπαρτίζω]
48604συναποδέκτηςσυ-να-πο-δέ-κτης ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που είναι αποδέκτης (κάποιου πράγματος) από κοινού με άλλον ή άλλους: ~ αιτήματος/αίτησης/εγγράφου/ερώτησης.
48605συναποκομίζωσυ-να-πο-κο-μί-ζω ρ. (μτβ.) {συναποκόμι-σα, συναποκομίζ-οντας} (λόγ.) 1. παίρνω κάτι μαζί μου: Επιδρομείς ~σαν φεύγοντας τεράστια λεία. 2. (μτφ.) αποκτώ κάτι ως επιπρόσθετο κέρδος: ~ αναμνήσεις/εμπειρίες/φιλίες από το ταξίδι στην ... [< μτγν. συναποκομίζω]
48606συναποτελώ[συναποτελῶ] συ-να-πο-τε-λώ ρ. (αμτβ.) {συναποτελ-εί ... | συναποτέλ-εσε, -είται, -ούμενος, -ώντας} (λόγ.): αποτελώ ομάδα ή σύνολο μαζί με άλλα πρόσωπα ή στοιχεία: Το συμβούλιο ~είται από ... (πβ. συνίσταται). ΣΥΝ. συναπαρτίζω [< αρχ. συναποτελῶ]
48607συναπόφασησυ-να-πό-φα-ση ουσ. (θηλ.): απόφαση που λαμβάνεται από κοινού με άλλους και ειδικότ. από συναρμόδιους οργανισμούς: ~ για οικονομικά μέτρα/σχέδια δράσης που αφορούν ... (ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ.) Αρνητική ~. Δικαίωμα/εξουσία ~ης. Διαδικασία/θέσπιση ~ης (: μεταξύ Ευρωβουλής και Ευρωπαϊκού Συμβουλίου με βάση τη συνθήκη του Μάαστριχτ). [< πβ. αρχ. συναπόφασις 'από κοινού άρνηση', αγγλ. codecision, γαλλ. codécision, 1966]
48608συναποφασίζωσυ-να-πο-φα-σί-ζω ρ. (μτβ.) {συναποφάσι-σα, συναποφασί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, συναποφασίζ-οντας}: λαμβάνω απόφαση από κοινού με κάποιον: Τα κράτη-μέλη ~ουν για ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος [< γερμ. mitentscheiden, γαλλ. codécider, 1968]
48609συναπτικός, ή, ό συ-να-πτι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται σε σύναψη ή συνάψεις: ~ό: χάσμα (: ελάχιστο κενό μεταξύ δύο νευρικών κυττάρων). ~ά: κυστίδια. Το ~ό άκρο ενός νευρώνα. Βλ. μετα~, προ~. ● ΣΥΜΠΛ.: συναπτική διαβίβαση βλ. διαβίβαση [< αρχ. συναπτικός 'συνδετικός', γαλλ. synaptique, 1904, αγγλ. synaptic]
48610συναπτός, ή, ό συ-να-πτός επίθ. (λόγ.): συνεχόμενος (χρονικά): ~ός: μήνας. ~ή: δεκαετία/εβδομάδα/ημέρα/χρονιά. ~ό: τρίμηνο. Υπηρέτησε επί δέκα ~ά έτη στην επαρχία. Η ομάδα αναζητεί την πρώτη της νίκη μετά από τρεις ~ές ήττες. ΣΥΝ. διαδοχικός (1), συνεχής (1) ● Ουσ.: συναπτή (η) (κ. με κεφαλ. Σ): ΕΚΚΛΗΣ. (ενν. αίτηση) σειρά από αιτήματα που απευθύνονται το ένα μετά το άλλο από τον ιερέα προς τον Θεό (με τις φράσεις "τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν" ή "ἔτι δεόμεθα") και απαντά ο χορός με το "Κύριε ἐλέησον": Μεγάλη/Μικρά ~. [< αρχ. συναπτός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.