| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48579 | συνακροατής | συ-να-κρο-α-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. συνακροάτρια}: πρόσωπο που ακούει κάτι από κοινού μαζί με άλλον ή άλλους: ~ διάλεξης/(ραδιοφωνικής) εκπομπής/συνεδρίου. (ως προσφών.) Αγαπητοί ~ές! [< μεσν. συνακροατής] | |
| 48580 | συναλλαγή | συ-ναλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) 1. ανταλλαγή χρημάτων, προϊόντων ή υπηρεσιών και γενικότ. κάθε μορφής οικονομική σχέση: ηλεκτρονική/παράνομη/τραπεζική/χρηματιστηριακή ~. Διεθνείς/διεπιχειρησιακές/εγχώριες/εμπορικές/ιδιωτικές/κτηματομεσιτικές/χρηματοπιστωτικές ~ές. Αξία/γνωστοποίηση/δαπάνες/διενέργεια/έλεγχος στοιχείων/ολοκλήρωση/όροι/τέλος ~ής. Ασφάλεια/αύξηση/κάρτα ~ών. ~ σε μηχάνημα αυτόματης ανάληψης χρημάτων. Το ωράριο ~ής του ταμείου είναι ... ΣΥΝ. δοσοληψία (1) 2. (μτφ.) οποιαδήποτε επικοινωνία ή σχέση συνάπτεται για ιδιοτελείς ή αθέμιτους σκοπούς και γενικότ. κάθε κοινωνική επαφή: αντικείμενο/προϊόν ~ής. Κομματική/πολιτική ~. Σκοτεινές/ύποπτες ~ές. Ο πλουτισμός του ήταν αποτέλεσμα ~ής με οικονομικούς παράγοντες. Πβ. αλισβερίσι, πάρε-δώσε. ● ΣΥΜΠΛ.: εκκαθάριση (των) συναλλαγών βλ. εκκαθάριση, Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών βλ. ευρωπαϊκός, ζώνη ελεύθερων συναλλαγών βλ. ζώνη, ισοζύγιο άδηλων συναλλαγών βλ. ισοζύγιο, ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών βλ. ισοζύγιο ● ΦΡ.: (πράγματα) εκτός συναλλαγής: ΝΟΜ. που είναι κοινά σε όλους και εξυπηρετούν δημόσιους σκοπούς: Τα λιμάνια και οι δρόμοι είναι ~ ~. [< 1: αρχ. συναλλαγή 2: γαλλ. transaction, αγγλ. traffic] | |
| 48581 | συνάλλαγμα | συ-νάλ-λαγ-μα ουσ. (ουδ.) {συναλλάγμ-ατος}: ΟΙΚΟΝ. οικονομικός τίτλος (νόμισμα, επιταγή) που μετατρέπεται σε ξένο νόμισμα και αποτελεί μέσο διεθνών συναλλαγών: ναυτιλιακό/σκληρό (: σε ισχυρό νόμισμα)/τουριστικό/φοιτητικό ~. Ανταλλακτήριο/εισαγωγή/εισροή/εξαγωγή/ισοτιμία/μετατροπέας/πώληση/τιμή (: η αξία του νομίσματος μιας χώρας, υπολογισμένη σύμφωνα με το νόμισμα άλλης χώρας) ~ατος. Απαιτήσεις/δάνεια/επενδύσεις/καταθέσεις/λογαριασμοί/πληρωμές σε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αγορά συναλλάγματος βλ. αγορά, ρήτρα συναλλάγματος/(ξένου) νομίσματος/χρυσού/τιμαρίθμου βλ. ρήτρα [< αρχ. συνάλλαγμα 'συμφωνητικό', γαλλ. change, αγγλ. exchange] | |
| 48582 | συναλλαγματική | συ-ναλ-λαγ-μα-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. αξιόγραφο ορισμένου τύπου, με το οποίο ο εκδότης (που πρέπει να πληρωθεί) δίνει εντολή στον οφειλέτη να πληρώσει στον ίδιο ή σε κομιστή (συνήθ. τραπεζικό κατάστημα) ένα συγκεκριμένο ποσό σε καθορισμένη ημερομηνία: αδιαμαρτύρητη/λευκή ~ (: σκόπιμη παράλειψη τυπικού στοιχείου). Εκδίδω/εξαργυρώνω ~. Οπισθογράφηση/προεξόφληση ~ών. Πβ. επιταγή. ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμάτιο/συναλλαγματική εις διαταγήν/σε διαταγή βλ. διαταγή [< γαλλ. lettre de change] | |
| 48583 | συναλλαγματικός | , ή, ό συ-ναλ-λαγ-μα-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με το συνάλλαγμα: ~ός: έλεγχος/κίνδυνος. ~ή: αστάθεια/διακύμανση/διαφορά/θέση/ισοτιμία/μεταβολή/πολιτική/σταθερότητα/σχέση/τιμή. ~ό: ισοζύγιο/καθεστώς/κέρδος/ρίσκο. ~ά: αποθέματα/διαθέσιμα (: που έχει στην κατοχή της η κεντρική τράπεζα μιας χώρας). [< μτγν. συναλλαγματικός 'που έχει σχέση με συμφωνία, συμβόλαιο', γαλλ. synallagmatique, αγγλ. synallagmatic] | |
| 48584 | συναλλαγματοφόρος | , ος/α, ο συ-ναλ-λαγ-μα-το-φό-ρος επίθ. (επίσ.): που φέρνει συνάλλαγμα σε μια χώρα: ~ος: τομέας. ~ος/α: δραστηριότητα/πηγή. ~ο: προϊόν. Ο τουρισμός είναι ο πλέον ~ κλάδος της εθνικής οικονομίας. Βλ. -φόρος. | |
| 48585 | συναλλακτικός | , ή, ό συ-ναλ-λα-κτι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τις οικονομικές συναλλαγές: ~ός: όγκος/τζίρος. ~ή: δραστηριότητα/κίνηση/πρακτική/συμπεριφορά. ~ό: Δίκαιο/ενδιαφέρον/νόμισμα. ~ές: συνήθειες/σχέσεις/υποχρεώσεις.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: μνήμη. ● ΣΥΜΠΛ.: συναλλακτικά ήθη: ΝΟΜ. (στο Εμπορικό Δίκαιο) επικρατούσες συνήθειες που ορίζουν τον τρόπο διεξαγωγής των συναλλαγών σε συγκεκριμένους κλάδους, χώρους ή περιοχές: ηλεκτρονικά/υφιστάµενα ~ ~. Τα ~ ~ στην αγορά. Παραγωγή σύμφωνη με τα ~ ~. Ενέργειες που αντίκεινται στα χρηστά ~ ~. [< μτγν. συναλλακτικός ‘σχετικός με συμβόλαιο, έμπειρος στις συναλλαγές’, αγγλ. transactional] | |
| 58675 | συναλλάσσω | ρ. & συναλλάζω: (σπάν.) ανταλλάσσω: θερμότητα που ~ει ένας κλιματιζόμενος χώρος με το περιβάλλον. ● Παθ.: συναλλάσσομαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συναλλά-χθηκε, συναλλασσ-όμενος | (σπάν.) ενεργ. συναλλάσσ-ω} 1. έχω οικονομικές κυρ. συναλλαγές (με κάποιον): ~ ηλεκτρονικά/μέσω διαδικτύου. ~εται με τον δημόσιο τομέα/ιδιώτες/παραγωγούς/πελάτες/τράπεζες/χώρες. ~ονται με/σε επιταγές/πιστωτικές κάρτες/ρευστό. (ΝΟΜ.) Στέρηση του δικαιώματος του υπαίτιου να ~εται σε κινητές αξίες.|| ~ουν μετοχές μέσω Χρηματιστηρίου. Πβ. ανταλλάσσω. 2. (αρνητ. συνυποδ.) έχω επαφές, δοσοληψίες: ~εται με τον υπόκοσμο/με ύποπτα κυκλώματα. Βλ. νταραβερίζομαι, συναναστρέφομαι. [< αρχ. συναλλάσσω] | |
| 48586 | συναλληλία | συ-ναλ-λη-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΣ. λογική σχέση ανάμεσα σε δύο συνάλληλες έννοιες. 2. (μτφ., συνήθ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) σχέση αλληλεγγύης και αλληλοϋποστήριξης: εκδήλωση/πνεύμα ~ας. ~ μεταξύ των λαών. || ~ (= συνεργασία) Εκκλησίας και Πολιτείας. | |
| 48587 | συνάλληλος | , η, ο συ-νάλ-λη-λος επίθ.: ΦΙΛΟΣ. (για έννοια) που υπάγεται μαζί με άλλες στην ίδια έννοια γένους: Οι έννοιες "σκύλος", "γάτα", "μοσχάρι" είναι ~ες και υπάγονται στην έννοια "ζώο". Βλ. επ-, υπ-άλληλος. ● επίρρ.: συνάλληλα & (λόγ.) συναλλήλως [< μεσν. συνάλληλος] | |
| 48588 | συναλοιφή | συ-να-λοι-φή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. συγχώνευση δύο γειτονικών φωνηέντων για την αποφυγή χασμωδίας. Βλ. κράση, συναίρεση, συνίζηση. [< μτγν. συναλ(ο)ιφή, γαλλ. synalèphe, αγγλ. synaloepha] | |
| 48590 | συναμεταξύ | συ-να-με-τα-ξύ επίρρ. & συναμετάξυ (λαϊκό): (+ τους) αναμεταξύ, ανάμεσα: Κοιτάχτηκαν/τσακώθηκαν ~ τους. ΣΥΝ. ο ένας με τον άλλο | |
| 48591 | συναναστρέφομαι | συ-να-να-στρέ-φο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συναναστράφ-ηκα, -ώ, συναναστρεφ-όμενος} (λόγ.): βρίσκομαι συχνά με κάποιον, διατηρώ κοινωνικές ή φιλικές σχέσεις μαζί του: ~ (με) καλλιτέχνες/νέους. Έχω τη χαρά να ~ καθημερινά με μαθητές. Δεν έχω καμία διάθεση να ~ (= κάνω παρέα με ...) ανθρώπους σαν κι αυτόν. Πβ. συγχρωτίζομαι, συναγελάζομαι. ΣΥΝ. αναστρέφομαι [< μτγν. συναναστρέφομαι] | |
| 48592 | συναναστροφή | συ-να-να-στρο-φή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συχνή, φιλική επαφή ανάμεσα σε άτομα και (συνεκδ. στον πληθ.) τα άτομα που συμμετέχουν σε αυτή: ανθρώπινη/καθημερινή/κοινωνική ~. || Η ~ή με τον κόσμο. Πβ. συγχρωτισμός, συναγελασμός, συντροφιά.|| Κακές ~ές. Προσέχουν τις ~ές τους. ΣΥΝ. παρέα. [< μτγν. συναναστροφή] | |
| 48593 | συνάνθρωπος | συ-νάν-θρω-πος ουσ. (αρσ.): ο άνθρωπος στη σχέση του με τα άλλα μέλη της ανθρώπινης κοινότητας: αποδοχή του ~ώπου μας. Βοήθεια/προσέγγιση/προσφορά/σεβασμός/στήριξη στον ~ο. ΣΥΝ. πλησίον (2) [< μεσν. συνάνθρωπος, γερμ. Mitmensch] | |
| 48594 | συναντάω | βλ. συναντώ | |
| 48595 | συνάντηση | συ-νά-ντη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ταυτόχρονη παρουσία προσώπων στο ίδιο σημείο τυχαία ή ύστερα από συνεννόηση· ειδικότ. καθορισμένη συγκέντρωση ατόμων ή φορέων για συγκεκριμένο σκοπό: αναπάντεχη/ανέλπιστη ~. ~ γνωριμίας (βλ. ραντεβού). ~ της οικογένειας/της παρέας/(παλιών) συμμαθητών/των ενοίκων της πολυκατοικίας (βλ. συνέλευση). Καλλιτεχνική ~ (πβ. συνεύρεση). Η ~ με τον δάσκαλό μου με συγκίνησε. Πβ. αντάμωση, συναπάντημα.|| Ανοιχτή/άτυπη/διεθνής/εβδομαδιαία/έκτακτη/επίσημη/επιστημονική/ετήσια/καθιερωμένη/κρίσιμη/μαραθώνια/μυστική/παγκόσμια/πολιτική/προγραμματισμένη/σύντομη/τακτική/υβριδική ~. ~ εκπροσώπων/ηγετών/καλλιτεχνών/μελών/υπουργών. Η ατζέντα/το θέμα/τα πρακτικά/τα συμπεράσματα μιας ~ης. Διεξαγωγή/οργάνωση/πραγματοποίηση ~ης. Ο πρωθυπουργός είχε ~ με τον ομόλογό του ... (πβ. επαφές). 2. ΑΘΛ. αναμέτρηση, αγώνας: ποδοσφαιρική (πβ. ματς)/σκακιστική/φιλική ~. Διοργάνωση αθλητικών ~ήσεων. Πβ. μίτινγκ. 3. (μτφ.) διασταύρωση, προσέγγιση ή επαφή: ~ δρόμων/πλανητών/ποταμών.|| (μτφ.) ~ (μεταξύ δύο) θρησκειών/ιδεολογιών/κόσμων/πολιτισμών. ~ Ανατολής και Δύσης/ιστορίας και μύθου. ● ΣΥΜΠΛ.: συνάντηση εργασίας: συνάντηση για συζήτηση, μελέτη και δραστηριοποίηση πάνω σε συγκεκριμένο αντικείμενο, πρόβλημα: τεχνική ~ ~. ΣΥΝ. εργαστήριο (5) [< αγγλ. workshop, 1937] , συνάντηση κορυφής: ανεπίσημη συνήθ. συνάντηση πολιτικών αρχηγών για διεθνή θέματα και κατ' επέκτ. προσώπων που βρίσκονται στην κορυφή της ιεραρχίας οργανισμού ή επιχείρησης για εσωτερικά ζητήματα: έκτακτη ~ ~ των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. σύνοδος κορυφής). [< αγγλ. summit meeting, 1955] [< αρχ. συνάντησις, γαλλ. réunion] | |
| 48596 | συναντίληψη | συ-να-ντί-λη-ψη ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. ταύτιση απόψεων: ευρεία/πλήρης ~. ~ των κοινωνικών εταίρων/κυβέρνησης-αντιπολίτευσης (πβ. συναίνεση). Διαπιστώθηκε απόλυτη ~ μεταξύ των δύο κυβερνήσεων για το θέμα (πβ. ομοφωνία). 2. (παρωχ.) συνδρομή, αρωγή. Πβ. υποστήριξη. ΣΥΝ. συμπαράσταση [< μεσν. συναντίληψις] | |
| 48597 | συναντώ | [συναντῶ] συ-να-ντώ ρ. (μτβ.) {συναντ-άς ..., -ώντας | συνάντ-ησα, -ώμαι (συνήθ. προφ.) -ιέμαι, -άται κ. -ιέται ..., -ήθηκα, -ηθεί, (λόγ.) -ώμενος} & συναντάω 1. βρίσκω κάποιον τυχαία ή ύστερα από συνεννόηση· ειδικότ. συμμετέχω σε συγκέντρωση προσώπων ή φορέων για συγκεκριμένο σκοπό: ~ιόμαστε σε εβδομαδιαία/καθημερινή/μηνιαία βάση. Τον ~ησα στον δρόμο/στο λεωφορείο/στις διακοπές.|| Οι εκπρόσωποι των δήμων ~ήθηκαν για την επίλυση των προβλημάτων τους.|| Σε συμπάθησα από την πρώτη φορά που σε ~ησα (= γνώρισα).|| (μτφ.) Οι ματιές/τα βλέμματά μας ~ήθηκαν (πβ. διασταυρώθηκαν). Στα έθιμα της περιοχής ο μύθος ~ά την ιστορία.|| (προφ.) Το σπίτι μου βρίσκεται λίγο πριν ~ήσεις (: βρεις) την εκκλησία. ΣΥΝ. ανταμώνω 2. ΑΘΛ. αναμετριέμαι, αντιμετωπίζω: ~ σε διεθνή/επίσημο/φιλικό αγώνα. Στον ημιτελικό η ομάδα θα ~ηθεί με την ... 3. βρίσκομαι αντιμέτωπος με κάτι, συνήθ. αρνητικό ή δύσκολο: ~ησε αντιδράσεις/αντίσταση/απροθυμία/εμπόδια/καχυποψία/προβλήματα/(δυσμενείς) συνθήκες.|| (προφ.) Δεν ~άς ευκαιρίες τόσο συχνά στη ζωή σου. ● συναντάται: υπάρχει, εμφανίζεται, απαντάται: Έθιμα/συνήθειες που ~ιούνται σε παλιότερες εποχές. ● ΦΡ.: τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται/συναντιούνται! (προφ.): για περιπτώσεις στις οποίες οι σκέψεις ή απόψεις δύο προσώπων ταυτίζονται· (ειδικότ.-χιουμορ.) για δήλωση κοινού τρόπου σκέψης ανάμεσα σε ανθρώπους που θεωρούν τους εαυτούς τους ευφυείς. [< γαλλ. les grands esprits se rencontrent] [< αρχ. συναντῶ, γαλλ. se rencontrer] | |
| 48598 | συναξάρι | συ-να-ξά-ρι ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) συναξάριον: ΕΚΚΛΗΣ. αφήγηση κυρ. με βίους Αγίων ή Μαρτύρων του Χριστιανισμού, καθώς και το βιβλίο στο οποίο περιέχεται: σύντομο ~. Το ~ του νεομάρτυρα/οσίου ... ΣΥΝ. αγιολόγιο (2) [< μεσν. συναξάριον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ