| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48611 | συνάπτω | συ-νά-πτω ρ. (μτβ.) {σύν-αψα (λογιότ.) -ήψα, -άφθηκε (λογιότ. -ήφθη, συνα-φθείς, -φθείσα, -φθέν), -ημμένος, συνάπτ-οντας} (λόγ.) 1. ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ γάμο (= παντρεύομαι)/δάνειο (= δανείζομαι)/συμβόλαιο (= συμβάλλομαι)/συμμαχία (= συμμαχώ). Δύσκολα ~ει φιλίες. ~ήψε σχέση (= σχετίστηκε) με ... Οι δύο χώρες ~ήψαν ειρήνη και συμφωνία οικονομικής συνεργασίας. ~ήφθη μάχη. Πβ. κάνω. 2. ενώνω σε μία δέσμη δύο ή περισσότερα έγγραφα: ~ τη σχετική εγκύκλιο. ~ημμένο: αρχείο. ΣΥΝ. επι~. 3. (μτφ.) συνδέω: Η δικαιοσύνη ~εται με τους θεσμούς της πολιτικής κοινωνίας. Πβ. εξ-, συν-αρτώ, συσχετίζω. [< αρχ. συνάπτω ‘συνενώνω’] | |
| 48612 | συναρθρώνω | συ-ναρ-θρώ-νω ρ. (μτβ.) {συνάρθρω-σα, συναρθρώ-θηκε, -μένος, συναρθρών-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): ενώνω αρμονικά τα μέρη ενός συνόλου: ~ονται οι διαφορετικές απόψεις/οι ποικίλες διοικητικές δομές σε ενιαίο και λειτουργικό πλαίσιο. Πβ. συναρμόζω, συντονίζω. [< μτγν. συναρθρῶ, παθ. ‘συνδέομαι με άρθρωση’] | |
| 48613 | συνάρθρωση | συ-νάρ-θρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) αρμονική συνένωση των μερών ενός συνόλου: ~ δεδομένων/στοιχείων. Πβ. συναρμογή. 2. ΑΝΑΤ. ακίνητη άρθρωση οστών: ~ των ζυγωματικών του κρανίου. Βλ. διάρθρωση. 3. ΓΛΩΣΣ. φαινόμενο κατά το οποίο η άρθρωση ενός φθόγγου επηρεάζεται έντονα από το φωνητικό του περιβάλλον: ~ συμφώνων. [< μτγν. συνάρθρωσις ‘σταθερή άρθρωση, συναρμογή των μελών’, 3: αγγλ. coarticulation, 1942] | |
| 48614 | συναρίθμηση | συ-να-ρίθ-μη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προσμέτρηση (προσώπου ή πράγματος) σε αρίθμηση: ~ του ποιητή στη γενιά του '30. ~ των λευκών ψηφοδελτίων με τα έγκυρα. Πβ. συνυπολογισμός. [< μτγν. συναρίθμησις] | |
| 48615 | συναριθμώ | [συναριθμῶ] συ-να-ριθ-μώ ρ. (μτβ.) {συναριθμ-είς ..., -ώντας | συναρίθμ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (λόγ.): συνυπολογίζω (κάτι) σε αρίθμηση: Μεταξύ των επιβατών ~ούνται πολλοί ξένοι. Η πολιτιστική κίνηση/ομάδα ~εί στους κόλπους της πολλούς λογοτέχνες. Πβ. προσμετρώ. [< αρχ. συναριθμῶ] | |
| 48616 | συναρμογή | συ-ναρ-μο-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ακριβής και αρμονική σύνδεση τμημάτων ή πραγμάτων για τη δημιουργία ενιαίου ή/και στερεού συνόλου, ο τρόπος με τον οποίο γίνεται και το αποτέλεσμά της: Μέθοδος/σημεία ~ής. (ΧΗΜ.) Ενώσεις ~ής. ~ με βίδωμα/κάρφωμα/συγκόλληση. Πβ. μοντάρισμα, συνάρθρωση, συναρμολόγηση.|| Νευρομυϊκή ~ (: συντονισμός κίνησης· βλ. ευκινησία, ευλυγισία). ΣΥΝ. αρμογή, συνάρμοση [< μτγν. συναρμογή] | |
| 48617 | συναρμόδιος | , α, ο συ-ναρ-μό-δι-ος επίθ. (λόγ.): που μοιράζεται κοινές αρμοδιότητες με κάποιον άλλον: ~οι: παράγοντες/φορείς. ~ες: Αρχές/υπηρεσίες. ~α: όργανα/τμήματα/υπουργεία. Η απόφαση θα ληφθεί, αφού ενημερωθεί ο ~ος υπουργός. Πβ. συνυπεύθυνος. | |
| 48618 | συναρμοδιότητα | συ-ναρ-μο-δι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. από κοινού αρμοδιότητα, ταυτόχρονη δήλωση της βούλησης διοικητικών οργάνων που έχουν συλλογική αρμοδιότητα: ~ (μεταξύ) υπουργείων και οργανισμών/φορέων. Περιορισμός ~ας/~ήτων. Θέματα για τα οποία υπάρχει ~ με άλλες υπηρεσίες. Βλ. συναπόφαση. | |
| 48619 | συναρμόζω | συ-ναρ-μό-ζω ρ. (μτβ.) {συνάρμο-σα, -στηκε (λογιότ. -σθηκε), -σμένος, συναρμόζ-οντας} (λόγ.): συνενώνω δύο ή περισσότερα ομοειδή συνήθ. στοιχεία σε ενιαία και λειτουργική ολότητα: Στο έργο του ~ονται (= συνταιριάζονται) αριστοτεχνικά διαφορετικές τεχνοτροπίες. Πβ. συναρθρώνω.|| Πέτρες/πλάκες ~σμένες με ασβεστοκονίαμα. Πβ. συναρμολογώ. [< αρχ. συναρμόζω] | |
| 48620 | συναρμολόγημα | συ-ναρ-μο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του συναρμολογώ: Πβ. μοντάρισμα, συναρμολόγηση.|| (αρνητ. συνυποδ.) Η μελέτη του αποτελεί ~ παλαιότερων άρθρων. Πβ. συμπίλημα, συρραφή. | |
| 48621 | συναρμολόγηση | συ-ναρ-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία συνένωσης τμημάτων ή εξαρτημάτων για τη δημιουργία ενιαίου και λειτουργικού συνόλου: γρήγορη/δοκιμαστική/τελική ~. ~ επίπλων/κινητήρων/μηχανών/όπλου/παζλ/σωλήνων/υπολογιστή. Εργαλεία/κιτ/οδηγίες/παιχνίδια/συστήματα/τεχνικές/υλικά ~ης. Πβ. μοντάρισμα, συναρμογή, συναρμολόγημα. ΣΥΝ. άρμοση ΑΝΤ. αποσυναρμολόγηση, λύση (4) ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμή συναρμολόγησης βλ. γραμμή [< γαλλ. assemblage] | |
| 48622 | συναρμολογητής | συ-ναρ-μο-λο-γη-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο, συνήθ. εξειδικευμένος τεχνίτης, που συναρμολογεί: ~ές αυτοκινήτων. [< γαλλ. assembleur] | |
| 48623 | συναρμολογούμενος | , η, ο συ-ναρ-μο-λο-γού-με-νος επίθ.: που αποτελείται από κομμάτια για συναρμολόγηση: ~ο: κρεβάτι. ~α: αυτοκινητάκια/μοντέλα. ● Ουσ.: συναρμολογούμενα (τα): παιχνίδια συνήθ. για μοντελισμό: ξύλινα/πλαστικά ~. Συλλογή από ~. Μεγάλη ποικιλία ~ων και τηλεκατευθυνόμενων. [< μτγν. συναρμολογούμενος] | |
| 48624 | συναρμολογώ | [συναρμολογῶ] συ-ναρ-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {συναρμολογ-είς ..., -ώντας | συναρμολόγ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: ενώνω, συνδέω τα μέρη ενός πράγματος σε ενιαίο και χρηστικό σύνολο: ~ κατασκευές με τουβλάκια/τη μηχανή του αυτοκινήτου μου/το παζλ. ~ησα τη βιβλιοθήκη/το γραφείο/το έπιπλο (: έδεσα, συνέδεσα τα κομμάτια τους).|| (μτφ.) ~ τα δεδομένα μιας υπόθεσης (: συσχετίζω). Πβ. συνδυάζω. Βλ. -λογώ. ΣΥΝ. μοντάρω (1) ΑΝΤ. αποσυναρμολογώ, λύνω (5), ξεμοντάρω ● Μτχ.: συναρμολογημένος , η, ο: που έχει συναρμολογηθεί: ~ος: (ηλεκτρονικός) υπολογιστής. ~η: συσκευή. ~ο: μηχάνημα/μοντέλο. Το προϊόν παραδίδεται ~ο. ΑΝΤ. ασυναρμολόγητος [< μτγν. συναρμολογῶ] | |
| 48625 | συνάρμοση | συ-νάρ-μο-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συναρμογή. [< μτγν. συνάρμοσις 'συνδυασμός'] | |
| 48626 | συναρπάζω | συ-ναρ-πά-ζω ρ. (μτβ.) {συνάρπα-σε, -στηκε, (σπάν.) -σμένος, συναρπάζ-οντας}: ενθουσιάζω, γοητεύω κάποιον στον ύψιστο βαθμό, με αποτέλεσμα να προσελκύω όλη την προσοχή του: ~ει τον αναγνώστη/τον επισκέπτη/το κοινό/μικρούς και μεγάλους/τα πλήθη.|| Με ~ει η μαγειρική/η μουσική/η τεχνολογία/η φωτογραφία. Μας ~ει το άγνωστο/η ιδέα να .../το γεγονός ότι ... ~στηκαν από το θέαμα που πρόσφεραν οι δύο ομάδες. Πβ. καταγοητεύω, συνεπαίρνω. Βλ. συγκινώ. [< αρχ. συναρπάζω] | |
| 48627 | συναρπαστικός | , ή, ό συ-ναρ-πα-στι-κός επίθ.: που γοητεύει, ενθουσιάζει: ~ός: αγώνας/τελικός/τίτλος/χαρακτήρας. ~ή: αυτοβιογραφία/διαδρομή/εμπειρία/εξέλιξη/εποχή/θέα/ιδέα/ιστορία/μουσική/περιπέτεια/ταινία/υπόθεση/χρονιά. ~ό: άθλημα/βιβλίο/έργο/θέαμα/παιχνίδι/ταξίδι/τοπίο/φαινόμενο/φινάλε. Ο ~ός κόσμος των ζώων. ~ή ξενάγηση στο μουσείο/στην παλιά πόλη. Αυλαία σε ένα ~ό πρωτάθλημα. Είναι ~ό να ... Πβ. σαγηνευτικός. ΣΥΝ. μαγευτικός ΑΝΤ. βαρετός ● επίρρ.: συναρπαστικά [< γαλλ. captivant] | |
| 48628 | συνάρτηση | συ-νάρ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. σύνδεση, συνάφεια ή αντιστοιχία μεταξύ πραγμάτων, καταστάσεων, αφηρημένων εννοιών: Η απόφασή μου υπήρξε ~ πολλών παραγόντων (βλ. αποτέλεσμα, επακόλουθο). Η επιτυχία ήταν ~ των γνώσεων και της έμπειρης ομάδας μας. 2. ΜΑΘ. η σχέση που συνδέει με μοναδικό τρόπο τα στοιχεία δύο συνόλων: αναλυτική/αντίστροφη/απλή/γραμμική/εκθετική/λογαριθμική/λογική/ρητή ~. ~ κατανομής/πιθανότητας. Όριο/παράγωγος/(γραφική) παράσταση/συνέχεια ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: μονότονη συνάρτηση: ΜΑΘ. που είναι αύξουσα ή φθίνουσα. [< αγγλ. monotonic function, 1901] , ταυτοτική συνάρτηση/απεικόνιση βλ. ταυτοτικός, τριγωνομετρικές συναρτήσεις βλ. τριγωνομετρικός ● ΦΡ.: σε συνάρτηση με & (λόγ.) συναρτήσει: σε σχέση με, λαμβάνοντας υπόψη: Εξετάζει το ζήτημα σε ~ ~ τα δεδομένα της εποχής. Προσδιορισμός της ταχύτητας συναρτήσει του χρόνου. [< 1: αρχ. συνάρτησις 2: γαλλ. fonction, γερμ. Funktion] | |
| 48629 | συναρτησιακός | , ή, ό συ-ναρ-τη-σι-α-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με τη συνάρτηση: ~ός: προγραμματισμός. ~ή: ανάλυση/σχέση. ~ό: σύμβολο. ~ές: εξισώσεις. [< γαλλ. fonctionnel, γερμ. funktionell] | |
| 48630 | συναρτώ | [συναρτῶ] συ-ναρ-τώ ρ. {συναρτ-άς ..., -ώντας | συνάρτ-ησε, -άται ..., -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (λόγ.): (+ με/από/προς) συνδέω, συσχετίζω ένα στοιχείο με κάποιο άλλο με σχέση αλληλεξάρτησης, αλληλουχίας ή αντιστοιχίας: ~ά την ευτυχία με την υγεία και την πνευματική καλλιέργεια. Το ζήτημα αυτό ~άται απόλυτα από την πορεία της οικονομίας (πβ. εξαρτάται, συνάπτεται). Το αποτέλεσμα της έρευνας ~άται άμεσα προς το κλίμα που επικρατεί στις αγορές. [< αρχ. συναρτῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ