Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49140-49160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48599συναξαριστήςσυ-να-ξα-ρι-στής ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. βιβλίο που περιέχει συναξάρια ή (παλαιότ.) ο συγγραφέας τους: Μέγας/Ορθόδοξος ~. [< μεσν. συναξαριστής]
48600σύναξησύ-να-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό) συγκέντρωση ανθρώπων σε καθορισμένο χώρο, για συγκεκριμένο λόγο: λαϊκή/μεγάλη/πανελλήνια ~. Πβ. μάζωξη, συνάθροιση. Βλ. λαο~.|| Ιερά ~. Ιστορική ~ των Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Φανάρι. Κατηχητικές ~άξεις. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Σ) (την επομένη Δεσποτικής ή Θεομητορικής εορτής προς τιμήν ιερών προσώπων) συνάθροιση πιστών: ~ της Θεοτόκου (26 Δεκεμβρίου)/Ιωάννου του Προδρόμου (7 Ιανουαρίου)/του αρχαγγέλου Γαβριήλ (26 Μαρτίου). Βλ. πανηγύρι. [< μτγν. σύναξις]
48601συναπάντημασυ-να-πά-ντη-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): συμπτωματική συνάντηση: απρόσμενο/καλό (: που εκλαμβάνεται ως καλός οιωνός) ~.|| Πολιτιστικό ~ των απανταχού ... Πβ. αντάμωμα. ● ΦΡ.: η σάρα (και) η μάρα (και το κακό συναπάντημα) βλ. σάρα [< μεσν. συναπάντημα]
48602συναπαντώ[συναπαντῶ] συ-να-πα-ντώ ρ. (μτβ.) {συναπαντ-άς ... | συναπάντ-ησα, -ώμαι, -άται κ. -ιέται, -ήθηκα} & συναπαντάω (λαϊκό): συναντώ κάποιον συμπτωματικά: Την ~ησε χθες στον δρόμο έπειτα από πολλά χρόνια.|| (μτφ.) ~ήθηκαν, αν και από διαφορετική ιδεολογική αφετηρία. ΣΥΝ. απαντώ (4), συντυχαίνω [< αρχ. συναπαντῶ]
48603συναπαρτίζωσυ-να-παρ-τί-ζω ρ. (μτβ.) {-εται, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): συγκροτώ ομάδα ή σύνολο από κοινού με άλλα πρόσωπα ή στοιχεία: Κράτη-μέλη που ~ουν την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εκθέσεις, παραστάσεις και συναυλίες ~ουν το πλούσιο πρόγραμμα του φεστιβάλ. Το Πανεπιστήμιο ~εται από σχολές και ανεξάρτητα τμήματα. Πβ. συνθέτω. ΣΥΝ. συναποτελώ [< μτγν. συναπαρτίζω]
48604συναποδέκτηςσυ-να-πο-δέ-κτης ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που είναι αποδέκτης (κάποιου πράγματος) από κοινού με άλλον ή άλλους: ~ αιτήματος/αίτησης/εγγράφου/ερώτησης.
48605συναποκομίζωσυ-να-πο-κο-μί-ζω ρ. (μτβ.) {συναποκόμι-σα, συναποκομίζ-οντας} (λόγ.) 1. παίρνω κάτι μαζί μου: Επιδρομείς ~σαν φεύγοντας τεράστια λεία. 2. (μτφ.) αποκτώ κάτι ως επιπρόσθετο κέρδος: ~ αναμνήσεις/εμπειρίες/φιλίες από το ταξίδι στην ... [< μτγν. συναποκομίζω]
48606συναποτελώ[συναποτελῶ] συ-να-πο-τε-λώ ρ. (αμτβ.) {συναποτελ-εί ... | συναποτέλ-εσε, -είται, -ούμενος, -ώντας} (λόγ.): αποτελώ ομάδα ή σύνολο μαζί με άλλα πρόσωπα ή στοιχεία: Το συμβούλιο ~είται από ... (πβ. συνίσταται). ΣΥΝ. συναπαρτίζω [< αρχ. συναποτελῶ]
48607συναπόφασησυ-να-πό-φα-ση ουσ. (θηλ.): απόφαση που λαμβάνεται από κοινού με άλλους και ειδικότ. από συναρμόδιους οργανισμούς: ~ για οικονομικά μέτρα/σχέδια δράσης που αφορούν ... (ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ.) Αρνητική ~. Δικαίωμα/εξουσία ~ης. Διαδικασία/θέσπιση ~ης (: μεταξύ Ευρωβουλής και Ευρωπαϊκού Συμβουλίου με βάση τη συνθήκη του Μάαστριχτ). [< πβ. αρχ. συναπόφασις 'από κοινού άρνηση', αγγλ. codecision, γαλλ. codécision, 1966]
48608συναποφασίζωσυ-να-πο-φα-σί-ζω ρ. (μτβ.) {συναποφάσι-σα, συναποφασί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, συναποφασίζ-οντας}: λαμβάνω απόφαση από κοινού με κάποιον: Τα κράτη-μέλη ~ουν για ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος [< γερμ. mitentscheiden, γαλλ. codécider, 1968]
48609συναπτικός, ή, ό συ-να-πτι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται σε σύναψη ή συνάψεις: ~ό: χάσμα (: ελάχιστο κενό μεταξύ δύο νευρικών κυττάρων). ~ά: κυστίδια. Το ~ό άκρο ενός νευρώνα. Βλ. μετα~, προ~. ● ΣΥΜΠΛ.: συναπτική διαβίβαση βλ. διαβίβαση [< αρχ. συναπτικός 'συνδετικός', γαλλ. synaptique, 1904, αγγλ. synaptic]
48610συναπτός, ή, ό συ-να-πτός επίθ. (λόγ.): συνεχόμενος (χρονικά): ~ός: μήνας. ~ή: δεκαετία/εβδομάδα/ημέρα/χρονιά. ~ό: τρίμηνο. Υπηρέτησε επί δέκα ~ά έτη στην επαρχία. Η ομάδα αναζητεί την πρώτη της νίκη μετά από τρεις ~ές ήττες. ΣΥΝ. διαδοχικός (1), συνεχής (1) ● Ουσ.: συναπτή (η) (κ. με κεφαλ. Σ): ΕΚΚΛΗΣ. (ενν. αίτηση) σειρά από αιτήματα που απευθύνονται το ένα μετά το άλλο από τον ιερέα προς τον Θεό (με τις φράσεις "τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν" ή "ἔτι δεόμεθα") και απαντά ο χορός με το "Κύριε ἐλέησον": Μεγάλη/Μικρά ~. [< αρχ. συναπτός]
48611συνάπτωσυ-νά-πτω ρ. (μτβ.) {σύν-αψα (λογιότ.) -ήψα, -άφθηκε (λογιότ. -ήφθη, συνα-φθείς, -φθείσα, -φθέν), -ημμένος, συνάπτ-οντας} (λόγ.) 1. ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ γάμο (= παντρεύομαι)/δάνειο (= δανείζομαι)/συμβόλαιο (= συμβάλλομαι)/συμμαχία (= συμμαχώ). Δύσκολα ~ει φιλίες. ~ήψε σχέση (= σχετίστηκε) με ... Οι δύο χώρες ~ήψαν ειρήνη και συμφωνία οικονομικής συνεργασίας. ~ήφθη μάχη. Πβ. κάνω. 2. ενώνω σε μία δέσμη δύο ή περισσότερα έγγραφα: ~ τη σχετική εγκύκλιο. ~ημμένο: αρχείο. ΣΥΝ. επι~. 3. (μτφ.) συνδέω: Η δικαιοσύνη ~εται με τους θεσμούς της πολιτικής κοινωνίας. Πβ. εξ-, συν-αρτώ, συσχετίζω. [< αρχ. συνάπτω ‘συνενώνω’]
48612συναρθρώνωσυ-ναρ-θρώ-νω ρ. (μτβ.) {συνάρθρω-σα, συναρθρώ-θηκε, -μένος, συναρθρών-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): ενώνω αρμονικά τα μέρη ενός συνόλου: ~ονται οι διαφορετικές απόψεις/οι ποικίλες διοικητικές δομές σε ενιαίο και λειτουργικό πλαίσιο. Πβ. συναρμόζω, συντονίζω. [< μτγν. συναρθρῶ, παθ. ‘συνδέομαι με άρθρωση’]
48613συνάρθρωσησυ-νάρ-θρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) αρμονική συνένωση των μερών ενός συνόλου: ~ δεδομένων/στοιχείων. Πβ. συναρμογή. 2. ΑΝΑΤ. ακίνητη άρθρωση οστών: ~ των ζυγωματικών του κρανίου. Βλ. διάρθρωση. 3. ΓΛΩΣΣ. φαινόμενο κατά το οποίο η άρθρωση ενός φθόγγου επηρεάζεται έντονα από το φωνητικό του περιβάλλον: ~ συμφώνων. [< μτγν. συνάρθρωσις ‘σταθερή άρθρωση, συναρμογή των μελών’, 3: αγγλ. coarticulation, 1942]
48614συναρίθμησησυ-να-ρίθ-μη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προσμέτρηση (προσώπου ή πράγματος) σε αρίθμηση: ~ του ποιητή στη γενιά του '30. ~ των λευκών ψηφοδελτίων με τα έγκυρα. Πβ. συνυπολογισμός. [< μτγν. συναρίθμησις]
48615συναριθμώ[συναριθμῶ] συ-να-ριθ-μώ ρ. (μτβ.) {συναριθμ-είς ..., -ώντας | συναρίθμ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (λόγ.): συνυπολογίζω (κάτι) σε αρίθμηση: Μεταξύ των επιβατών ~ούνται πολλοί ξένοι. Η πολιτιστική κίνηση/ομάδα ~εί στους κόλπους της πολλούς λογοτέχνες. Πβ. προσμετρώ. [< αρχ. συναριθμῶ]
48616συναρμογήσυ-ναρ-μο-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ακριβής και αρμονική σύνδεση τμημάτων ή πραγμάτων για τη δημιουργία ενιαίου ή/και στερεού συνόλου, ο τρόπος με τον οποίο γίνεται και το αποτέλεσμά της: Μέθοδος/σημεία ~ής. (ΧΗΜ.) Ενώσεις ~ής. ~ με βίδωμα/κάρφωμα/συγκόλληση. Πβ. μοντάρισμα, συνάρθρωση, συναρμολόγηση.|| Νευρομυϊκή ~ (: συντονισμός κίνησης· βλ. ευκινησία, ευλυγισία). ΣΥΝ. αρμογή, συνάρμοση [< μτγν. συναρμογή]
48617συναρμόδιος, α, ο συ-ναρ-μό-δι-ος επίθ. (λόγ.): που μοιράζεται κοινές αρμοδιότητες με κάποιον άλλον: ~οι: παράγοντες/φορείς. ~ες: Αρχές/υπηρεσίες. ~α: όργανα/τμήματα/υπουργεία. Η απόφαση θα ληφθεί, αφού ενημερωθεί ο ~ος υπουργός. Πβ. συνυπεύθυνος.
48618συναρμοδιότητασυ-ναρ-μο-δι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. από κοινού αρμοδιότητα, ταυτόχρονη δήλωση της βούλησης διοικητικών οργάνων που έχουν συλλογική αρμοδιότητα: ~ (μεταξύ) υπουργείων και οργανισμών/φορέων. Περιορισμός ~ας/~ήτων. Θέματα για τα οποία υπάρχει ~ με άλλες υπηρεσίες. Βλ. συναπόφαση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.