Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49160-49180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48619συναρμόζωσυ-ναρ-μό-ζω ρ. (μτβ.) {συνάρμο-σα, -στηκε (λογιότ. -σθηκε), -σμένος, συναρμόζ-οντας} (λόγ.): συνενώνω δύο ή περισσότερα ομοειδή συνήθ. στοιχεία σε ενιαία και λειτουργική ολότητα: Στο έργο του ~ονται (= συνταιριάζονται) αριστοτεχνικά διαφορετικές τεχνοτροπίες. Πβ. συναρθρώνω.|| Πέτρες/πλάκες ~σμένες με ασβεστοκονίαμα. Πβ. συναρμολογώ. [< αρχ. συναρμόζω]
48620συναρμολόγημασυ-ναρ-μο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του συναρμολογώ: Πβ. μοντάρισμα, συναρμολόγηση.|| (αρνητ. συνυποδ.) Η μελέτη του αποτελεί ~ παλαιότερων άρθρων. Πβ. συμπίλημα, συρραφή.
48621συναρμολόγησησυ-ναρ-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία συνένωσης τμημάτων ή εξαρτημάτων για τη δημιουργία ενιαίου και λειτουργικού συνόλου: γρήγορη/δοκιμαστική/τελική ~. ~ επίπλων/κινητήρων/μηχανών/όπλου/παζλ/σωλήνων/υπολογιστή. Εργαλεία/κιτ/οδηγίες/παιχνίδια/συστήματα/τεχνικές/υλικά ~ης. Πβ. μοντάρισμα, συναρμογή, συναρμολόγημα. ΣΥΝ. άρμοση ΑΝΤ. αποσυναρμολόγηση, λύση (4) ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμή συναρμολόγησης βλ. γραμμή [< γαλλ. assemblage]
48622συναρμολογητήςσυ-ναρ-μο-λο-γη-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο, συνήθ. εξειδικευμένος τεχνίτης, που συναρμολογεί: ~ές αυτοκινήτων. [< γαλλ. assembleur]
48623συναρμολογούμενος, η, ο συ-ναρ-μο-λο-γού-με-νος επίθ.: που αποτελείται από κομμάτια για συναρμολόγηση: ~ο: κρεβάτι. ~α: αυτοκινητάκια/μοντέλα. ● Ουσ.: συναρμολογούμενα (τα): παιχνίδια συνήθ. για μοντελισμό: ξύλινα/πλαστικά ~. Συλλογή από ~. Μεγάλη ποικιλία ~ων και τηλεκατευθυνόμενων. [< μτγν. συναρμολογούμενος]
48624συναρμολογώ[συναρμολογῶ] συ-ναρ-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {συναρμολογ-είς ..., -ώντας | συναρμολόγ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: ενώνω, συνδέω τα μέρη ενός πράγματος σε ενιαίο και χρηστικό σύνολο: ~ κατασκευές με τουβλάκια/τη μηχανή του αυτοκινήτου μου/το παζλ. ~ησα τη βιβλιοθήκη/το γραφείο/το έπιπλο (: έδεσα, συνέδεσα τα κομμάτια τους).|| (μτφ.) ~ τα δεδομένα μιας υπόθεσης (: συσχετίζω). Πβ. συνδυάζω. Βλ. -λογώ. ΣΥΝ. μοντάρω (1) ΑΝΤ. αποσυναρμολογώ, λύνω (5), ξεμοντάρω ● Μτχ.: συναρμολογημένος , η, ο: που έχει συναρμολογηθεί: ~ος: (ηλεκτρονικός) υπολογιστής. ~η: συσκευή. ~ο: μηχάνημα/μοντέλο. Το προϊόν παραδίδεται ~ο. ΑΝΤ. ασυναρμολόγητος [< μτγν. συναρμολογῶ]
48625συνάρμοσησυ-νάρ-μο-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συναρμογή. [< μτγν. συνάρμοσις 'συνδυασμός']
48626συναρπάζωσυ-ναρ-πά-ζω ρ. (μτβ.) {συνάρπα-σε, -στηκε, (σπάν.) -σμένος, συναρπάζ-οντας}: ενθουσιάζω, γοητεύω κάποιον στον ύψιστο βαθμό, με αποτέλεσμα να προσελκύω όλη την προσοχή του: ~ει τον αναγνώστη/τον επισκέπτη/το κοινό/μικρούς και μεγάλους/τα πλήθη.|| Με ~ει η μαγειρική/η μουσική/η τεχνολογία/η φωτογραφία. Μας ~ει το άγνωστο/η ιδέα να .../το γεγονός ότι ... ~στηκαν από το θέαμα που πρόσφεραν οι δύο ομάδες. Πβ. καταγοητεύω, συνεπαίρνω. Βλ. συγκινώ. [< αρχ. συναρπάζω]
48627συναρπαστικός, ή, ό συ-ναρ-πα-στι-κός επίθ.: που γοητεύει, ενθουσιάζει: ~ός: αγώνας/τελικός/τίτλος/χαρακτήρας. ~ή: αυτοβιογραφία/διαδρομή/εμπειρία/εξέλιξη/εποχή/θέα/ιδέα/ιστορία/μουσική/περιπέτεια/ταινία/υπόθεση/χρονιά. ~ό: άθλημα/βιβλίο/έργο/θέαμα/παιχνίδι/ταξίδι/τοπίο/φαινόμενο/φινάλε. Ο ~ός κόσμος των ζώων. ~ή ξενάγηση στο μουσείο/στην παλιά πόλη. Αυλαία σε ένα ~ό πρωτάθλημα. Είναι ~ό να ... Πβ. σαγηνευτικός. ΣΥΝ. μαγευτικός ΑΝΤ. βαρετός ● επίρρ.: συναρπαστικά [< γαλλ. captivant]
48628συνάρτησησυ-νάρ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. σύνδεση, συνάφεια ή αντιστοιχία μεταξύ πραγμάτων, καταστάσεων, αφηρημένων εννοιών: Η απόφασή μου υπήρξε ~ πολλών παραγόντων (βλ. αποτέλεσμα, επακόλουθο). Η επιτυχία ήταν ~ των γνώσεων και της έμπειρης ομάδας μας. 2. ΜΑΘ. η σχέση που συνδέει με μοναδικό τρόπο τα στοιχεία δύο συνόλων: αναλυτική/αντίστροφη/απλή/γραμμική/εκθετική/λογαριθμική/λογική/ρητή ~. ~ κατανομής/πιθανότητας. Όριο/παράγωγος/(γραφική) παράσταση/συνέχεια ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: μονότονη συνάρτηση: ΜΑΘ. που είναι αύξουσα ή φθίνουσα. [< αγγλ. monotonic function, 1901] , ταυτοτική συνάρτηση/απεικόνιση βλ. ταυτοτικός, τριγωνομετρικές συναρτήσεις βλ. τριγωνομετρικός ● ΦΡ.: σε συνάρτηση με & (λόγ.) συναρτήσει: σε σχέση με, λαμβάνοντας υπόψη: Εξετάζει το ζήτημα σε ~ ~ τα δεδομένα της εποχής. Προσδιορισμός της ταχύτητας συναρτήσει του χρόνου. [< 1: αρχ. συνάρτησις 2: γαλλ. fonction, γερμ. Funktion]
48629συναρτησιακός, ή, ό συ-ναρ-τη-σι-α-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με τη συνάρτηση: ~ός: προγραμματισμός. ~ή: ανάλυση/σχέση. ~ό: σύμβολο. ~ές: εξισώσεις. [< γαλλ. fonctionnel, γερμ. funktionell]
48630συναρτώ[συναρτῶ] συ-ναρ-τώ ρ. {συναρτ-άς ..., -ώντας | συνάρτ-ησε, -άται ..., -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (λόγ.): (+ με/από/προς) συνδέω, συσχετίζω ένα στοιχείο με κάποιο άλλο με σχέση αλληλεξάρτησης, αλληλουχίας ή αντιστοιχίας: ~ά την ευτυχία με την υγεία και την πνευματική καλλιέργεια. Το ζήτημα αυτό ~άται απόλυτα από την πορεία της οικονομίας (πβ. εξαρτάται, συνάπτεται). Το αποτέλεσμα της έρευνας ~άται άμεσα προς το κλίμα που επικρατεί στις αγορές. [< αρχ. συναρτῶ]
48631συναρχηγίασυ-ναρ-χη-γί-α ουσ. (θηλ.): αρχηγία μαζί με άλλον ή με άλλα πρόσωπα: ~ σε κόμμα/ομάδα.
48632συναρχηγόςσυ-ναρ-χη-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που έχει την αρχηγία μαζί με κάποιον άλλον ή άλλους: ~ αποστολής/κόμματος/ομάδας. Ανακηρύσσεται/ορίστηκε/χρίζεται ~.
48633συναρχίασυ-ναρ-χί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ταυτόχρονη άσκηση κυβερνητικής ή διοκητικής ευθύνης από δύο ή περισσότερα πρόσωπα. Πβ. συγκυβέρνηση, συνδιοίκηση. Βλ. -αρχία. [< μτγν. συναρχία ‘κοινή διοίκηση’]
48634συνασπίζωσυ-να-σπί-ζω ρ. (μτβ.) {συνάσπι-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -σμένος, συνασπίζ-οντας, συνήθ. μεσοπαθ.}: συνενώνω στρατιωτικές ή πολιτικές δυνάμεις για την προάσπιση και διασφάλιση κοινών συμφερόντων: ~ονται οι εργάτες/οι κάτοικοι/τα κόμματα/οι λαοί ενάντια στον ... [< αρχ. συνασπίζω, γαλλ. (se) coaliser]
48635συνασπισμόςσυ-να-σπι-σμός ουσ. (αρσ.): συνεργασία ή συμπαράταξη μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών σε προσωρινή ή μόνιμη βάση: αμυντικός/διεθνής/ευρωπαϊκός/κοινωνικός/οικονομικός/πολιτικός/στρατιωτικός ~. ~ (προοδευτικών, συντηρητικών) δυνάμεων/επιχειρήσεων (πβ. τραστ)/κινημάτων/οργανισμών/οργανώσεων/χωρών. Σχηματισμός ~ού (: σε εκλογές). Νομοθεσία για τους ~ούς των κομμάτων. Πβ. συμμαχία, σύμπραξη. Βλ. -ισμός, συγκυβέρνηση. ● ΣΥΜΠΛ.: κυβέρνηση συνασπισμού/συνεργασίας βλ. κυβέρνηση [< μτγν. συνασπισμός 'πυκνή παράταξη', γαλλ. coalition]
48636συναστρίασυ-να-στρί-α ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΛ. σύγκριση των αστρολογικών χαρτών δύο ατόμων που έχουν ερωτική, επαγγελματική ή άλλη σχέση: μηνιαία/σεληνιακή ~. [< μτγν. συναστρία 'ευνοϊκή συζυγία αστέρων', αγγλ. synastry]
48637συνασφάλισησυ-να-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης κατά του ίδιου κινδύνου με τουλάχιστον δύο ασφαλιστές ή ασφαλιστικές εταιρείες. Βλ. αντασφάλιση. [< αγγλ. coinsurance, γαλλ. coassurance, 1900]
48638συναυλίασυ-ναυ-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. εκτέλεση μουσικών συνθέσεων μπροστά σε ακροατήριο: λαϊκή/μαθητική/μυσταγωγική/χριστουγεννιάτικη ~. ~ αγάπης/αλληλεγγύης/διαμαρτυρίας/συμπαράστασης. ~ βυζαντινής/έντεχνης/παραδοσιακής/ποπ/ροκ μουσικής. ~ για τον .../προς τιμήν του ... Αίθουσα ~ιών. ~ με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου ... Προπώληση εισιτηρίων για τη ~ ... Ο καλλιτέχνης/το συγκρότημα θα δώσει μία και μόνο ~ στο ... Πβ. κοντσέρτο. 2. (μτφ.) αρμονικός συνδυασμός τυχαίων ακουσμάτων: νυχτερινή ~ αηδονιών.|| (ειρων., για θορύβους) ~ από κορναρίσματα. [< αρχ. συναυλία ‘αρμονικό παίξιμο μουσικών οργάνων’, γαλλ.-αγγλ. concert]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.