| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48631 | συναρχηγία | συ-ναρ-χη-γί-α ουσ. (θηλ.): αρχηγία μαζί με άλλον ή με άλλα πρόσωπα: ~ σε κόμμα/ομάδα. | |
| 48632 | συναρχηγός | συ-ναρ-χη-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που έχει την αρχηγία μαζί με κάποιον άλλον ή άλλους: ~ αποστολής/κόμματος/ομάδας. Ανακηρύσσεται/ορίστηκε/χρίζεται ~. | |
| 48633 | συναρχία | συ-ναρ-χί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ταυτόχρονη άσκηση κυβερνητικής ή διοκητικής ευθύνης από δύο ή περισσότερα πρόσωπα. Πβ. συγκυβέρνηση, συνδιοίκηση. Βλ. -αρχία. [< μτγν. συναρχία ‘κοινή διοίκηση’] | |
| 48634 | συνασπίζω | συ-να-σπί-ζω ρ. (μτβ.) {συνάσπι-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -σμένος, συνασπίζ-οντας, συνήθ. μεσοπαθ.}: συνενώνω στρατιωτικές ή πολιτικές δυνάμεις για την προάσπιση και διασφάλιση κοινών συμφερόντων: ~ονται οι εργάτες/οι κάτοικοι/τα κόμματα/οι λαοί ενάντια στον ... [< αρχ. συνασπίζω, γαλλ. (se) coaliser] | |
| 48635 | συνασπισμός | συ-να-σπι-σμός ουσ. (αρσ.): συνεργασία ή συμπαράταξη μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών σε προσωρινή ή μόνιμη βάση: αμυντικός/διεθνής/ευρωπαϊκός/κοινωνικός/οικονομικός/πολιτικός/στρατιωτικός ~. ~ (προοδευτικών, συντηρητικών) δυνάμεων/επιχειρήσεων (πβ. τραστ)/κινημάτων/οργανισμών/οργανώσεων/χωρών. Σχηματισμός ~ού (: σε εκλογές). Νομοθεσία για τους ~ούς των κομμάτων. Πβ. συμμαχία, σύμπραξη. Βλ. -ισμός, συγκυβέρνηση. ● ΣΥΜΠΛ.: κυβέρνηση συνασπισμού/συνεργασίας βλ. κυβέρνηση [< μτγν. συνασπισμός 'πυκνή παράταξη', γαλλ. coalition] | |
| 48636 | συναστρία | συ-να-στρί-α ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΛ. σύγκριση των αστρολογικών χαρτών δύο ατόμων που έχουν ερωτική, επαγγελματική ή άλλη σχέση: μηνιαία/σεληνιακή ~. [< μτγν. συναστρία 'ευνοϊκή συζυγία αστέρων', αγγλ. synastry] | |
| 48637 | συνασφάλιση | συ-να-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης κατά του ίδιου κινδύνου με τουλάχιστον δύο ασφαλιστές ή ασφαλιστικές εταιρείες. Βλ. αντασφάλιση. [< αγγλ. coinsurance, γαλλ. coassurance, 1900] | |
| 48638 | συναυλία | συ-ναυ-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. εκτέλεση μουσικών συνθέσεων μπροστά σε ακροατήριο: λαϊκή/μαθητική/μυσταγωγική/χριστουγεννιάτικη ~. ~ αγάπης/αλληλεγγύης/διαμαρτυρίας/συμπαράστασης. ~ βυζαντινής/έντεχνης/παραδοσιακής/ποπ/ροκ μουσικής. ~ για τον .../προς τιμήν του ... Αίθουσα ~ιών. ~ με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου ... Προπώληση εισιτηρίων για τη ~ ... Ο καλλιτέχνης/το συγκρότημα θα δώσει μία και μόνο ~ στο ... Πβ. κοντσέρτο. 2. (μτφ.) αρμονικός συνδυασμός τυχαίων ακουσμάτων: νυχτερινή ~ αηδονιών.|| (ειρων., για θορύβους) ~ από κορναρίσματα. [< αρχ. συναυλία ‘αρμονικό παίξιμο μουσικών οργάνων’, γαλλ.-αγγλ. concert] | |
| 48639 | συναυλιακός | , ή, ό συ-ναυ-λι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με συναυλία: ~ός: εξοπλισμός/καλλιτέχνης/προγραμματισμός/πυρετός/τουρισμός/χώρος. ~ή: βραδιά/γιορτή/κίνηση/παράσταση/περιοδεία/περίοδος. ~ό: γεγονός/καλοκαίρι/κέντρο/πρόγραμμα. ~ές: εκδηλώσεις. ~ά: δρώμενα. | |
| 48640 | συναυτουργία | συ-ναυ-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. από κοινού εκτέλεση αξιόποινης, εγκληματικής πράξης: κατά ~ απάτη/απόπειρα ανθρωποκτονίας/συκοφαντική δυσφήμιση. ~ σε απιστία/ληστεία. Πβ. συνενοχή. Βλ. παραυτουγία. [< γερμ. Mittäterschaft] | |
| 48641 | συναυτουργός | συ-ναυ-τουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που τέλεσε αξιόποινη πράξη μαζί με άλλον ή άλλους: ηθικός/φυσικός ~. (Κατα)δικάζεται/κατηγορείται ως ~. Τα στοιχεία της δικογραφίας τον καθιστούν ~ό της δολοφονίας. Πβ. συνένοχος, συνεργός. [< μεσν. συναυτουργός, γερμ. Mittäter] | |
| 48642 | συνάφεια | συ-νά-φει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας} 1. λογική σύνδεση μεταξύ εννοιών, καταστάσεων και φαινομένων: άμεση/απόλυτη/εσωτερική/θεματική/νοηματική (βλ. συνοχή)/στενή ~. ~ πτυχίου/μεταπτυχιακών σπουδών με το αντικείμενο εργασίας. (ΟΙΚΟΝ.-ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Καταργείται η ~ για μικρομεσαίες επιχειρήσεις και επαγγελματίες (: κλείσιμο εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων· πβ. περαίωση). (ΦΥΣ.) Δυνάμεις ~ας.|| Χρονική ~ (= αλληλουχία). Πβ. συνοχή. Βλ. συσχετισμός. 2. (σπάν.) κοινωνική σχέση, επαφή μεταξύ ανθρώπων και ειδικότ. συναναστροφή: Αποφεύγει τη ~ με τον κόσμο.|| (κυρ. ΝΟΜ.) Σαρκική ~ (= συνουσία). ● ΣΥΜΠΛ.: αιτιώδης συνάφεια βλ. αιτιώδης [< μτγν. συνάφεια, γαλλ. cohésion] | |
| 48643 | συναφής | , ής, ές συ-να-φής επίθ. {συναφ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: που έχει λογική σχέση, συνάφεια με κάτι: ~ής: λόγος/νόμος/όρος. ~ής: διαδικασία/διάταξη/δραστηριότητα/εργασία. ~ές: αίτημα/έγγραφο/επάγγελμα/ερώτημα/θέμα. ~είς: εκδηλώσεις/μελέτες/πληροφορίες. Στατικά προβλήματα ~ή με την αρχιτεκτονική του κτιρίου. Πβ. παρεμφερής, σχετικός. ΑΝΤ. άσχετος.|| (ΝΟΜ.) ~ή αδικήματα. ΑΝΤ. ανεξάρτητος (3) ● επίρρ.: συναφώς [-ῶς] ● ΦΡ.: και τα παρόμοια/συναφή βλ. παρόμοιος [< αρχ. συναφής] | |
| 48644 | συνάχι | συ-νά-χι ουσ. (ουδ.): ρινική απόφραξη με βλεννώδεις εκκρίσεις που δυσκολεύουν την αναπνοή: αλλεργικό/απλό/βαρύ/κοινό ~. Με ταλαιπωρεί εδώ και μέρες ένα επίμονο ~. Πβ. καταρροή, κόρυζα, μπούκωμα. Βλ. κρυολόγημα, κρύωμα. ● Υποκ.: συναχάκι (το) [< μεσν. συνάχι < μτγν. συνάγχη] | |
| 21838 | Συνάχι | [ἴωση] ί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λοίμωξη που προκαλείται από ιό: εμπύρετη/εποχική ~. ~ του αναπνευστικού. Κοινές/παιδικές ιώσεις. Έξαρση ιώσεων. Κόλλησα μια ~. Κυκλοφορεί ~. Βλ. γρίπη, κρυολόγημα, συνάχι. [< πβ. μτγν. ἴωσις ‘καθάρισμα της σκουριάς’, αγγλ. virosis, 1927, γαλλ. virose, 1952] | |
| 48645 | συναχώνομαι | συ-να-χώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {συναχώ-θηκα, -μένος}: παθαίνω συνάχι· γενικότ. κρυολογώ: ~θηκα άσχημα. Είναι ~μένος (= μπουκωμένος). Βλ. πουντιάζω. [< 16ος αι.] | |
| 48646 | σύναψη | σύ-να-ψη ουσ. (θηλ.) 1. πραγματοποίηση επίσημης συμφωνίας: ~ γάμου/δανείου/ειρήνης/πρωτοκόλλου/συμβολαίου/συμμαχίας/συνθήκης. ~ σχέσεων φιλίας και συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών. ~ σύμβασης έργου για ... 2. σύνδεση δύο ή περισσοτέρων αντικειμένων μεταξύ τους και το σημείο επαφής τους: ~ αρχείων (= επι~).|| (ΑΝΑΤ.) Οι ~άψεις (: μεταξύ δύο νευρώνων) διακρίνονται σε χημικές και ηλεκτρικές, ανάλογα με τον μηχανισμό της συναπτικής διαβίβασης. ● ΣΥΜΠΛ.: λεξιλογικές/λεξικές συνάψεις: ΓΛΩΣΣ. σύμπλοκα., νευρομυϊκή σύναψη βλ. νευρομυϊκός [< αρχ. σύναψις ‘επαφή’ μτγν. ~ ‘σύνδεσμος’] | |
| 48647 | συνδαιτυμόνας | συν-δαι-τυ-μό-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.) & (λογιότ.) συνδαιτυμών: πρόσωπο που συμμετέχει μαζί με άλλους σε επίσημο κυρ. γεύμα: εκλεκτοί/επίτιμοι ~ες. Βλ. συμποσιαστής. ΣΥΝ. ομοτράπεζος (1) [< μεσν. συνδαιτυμών] | |
| 48648 | συνδακτυλία | συν-δα-κτυ-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. συγγενής ανωμαλία κατά την οποία δύο ή περισσότερα δάχτυλα των άνω ή κάτω άκρων συνδέονται μεταξύ τους: ινώδης/υμενώδης ~. Βλ. πολυδακτυλία. [< γαλλ. syndactylie, αγγλ. syndactylia] | |
| 48649 | συνδαυλίζω | συν-δαυ-λί-ζω ρ. (μτβ.) {συνδαύλι-σα, -στηκε κ. -σθηκε} & (προφ.) συδαυλίζω 1. (μτφ.-λόγ.) ενισχύω αρνητικές καταστάσεις ή φαινόμενα: ~ τις αντιθέσεις/διαφορές/διαφωνίες/εντάσεις/τα μίση/πάθη. Πβ. αναζωπυρώνω, αναμοχλεύω, υποδαυλίζω. 2. ανακινώ τα ξύλα, τα κούτσουρα για δυνάμωμα της φωτιάς. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ