| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3977 | ανθρακώδης | , ης, ες [ἀνθρακώδης] αν-θρα-κώ-δης επίθ. (σπάν.-επιστ.): που έχει τα χαρακτηριστικά του άνθρακα: ~η: κατάλοιπα. Βλ. -ώδης. [< αρχ. ἀνθρακώδης] | |
| 3978 | ανθρακωρυχείο | [ἀνθρακωρυχεῖο] αν-θρα-κω-ρυ-χεί-ο ουσ. (ουδ.): ορυχείο εξόρυξης γαιανθράκων. Βλ. λιγνιτωρυχείο, -ωρυχείο. [< γερμ. Kohlenbergbau, Kohlenbergwerk] | |
| 3979 | ανθρακωρύχος | [ἀνθρακωρύχος] αν-θρα-κω-ρύ-χος ουσ. (αρσ.): εργάτης ανθρακωρυχείου. Βλ. -ωρύχος. | |
| 3980 | ανθράκωση | [ἀνθράκωση] αν-θρά-κω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΠ. μυκητολογική ασθένεια που προσβάλλει κυρ. απεριποίητα ή εξασθενημένα δέντρα, εμφανίζεται συνήθ. με τη μορφή σκούρων κηλίδων στα φύλλα και τους καρπούς και μπορεί να οδηγήσει σε ξήρανση του δέντρου: ~ εσπεριδοειδών. ~ της ιτιάς/του μαρουλιού/της φασολιάς. Βλ. άνθρακας, περονόσπορος, σκωρίαση. 2. ΙΑΤΡ. πνευμονοκονίαση που προκαλείται από την εισπνοή σκόνης άνθρακα, η οποία διεισδύει στους πνεύμονες. Βλ. πυριτίαση. 3. προσθήκη ανθρακικού οξέος στο νερό ή σε αναψυκτικά και αλκοολούχα ποτά (σαμπάνιες, κρασιά)· ο φυσικός ή τεχνητός σχηματισμός του. Βλ. εξ~. [< μτγν. ἀνθράκωσις 'απανθράκωση' 2: γαλλ. anthracose, αγγλ. anthracosis] | |
| 3981 | ανθρωπ- | βλ. ανθρωπο- | |
| 3982 | ανθρωπάκι | [ἀνθρωπάκι] αν-θρω-πά-κι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) αθρωπάκι 1. (μειωτ.) πρόσωπο που με τις πράξεις του προκαλεί την περιφρόνηση των άλλων: ασήμαντα/γλοιώδη ~ια. Πβ. ανθρωπάριο, μικράνθρωπος, σίχαμα. 2. άτομο άκακο και απλοϊκό: ήσυχο/υπάκουο ~. ~ του Θεού. ΣΥΝ. ανθρωπάκος (1) 3. (υποκ.) μικρόσωμος άνθρωπος ή ομοίωμά του: Κάντε κλικ στο εικονίδιο με το ~. ΣΥΝ. ανθρωπάκος (2) | |
| 3983 | ανθρωπάκος | [ἀνθρωπάκος] αν-θρω-πά-κος ουσ. (αρσ.) (προφ.) ΣΥΝ. ανθρωπάκι 1. απλοϊκό ή/και αξιολύπητο πρόσωπο: ανήμπορος/ασήμαντος/ταλαίπωρος/φτωχός ~. Πβ. κακομοίρης. Βλ. -άκος. 2. (υποκ.) βραχύσωμος άνθρωπος ή μικρογραφία του. | |
| 3984 | ανθρωπάριο | [ἀνθρωπάριο] αν-θρω-πά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. (μειωτ.) άνθρωπος τιποτένιος και ανάξιος: άθλιο/θλιβερό ~. Γελοία/μίζερα ~α. Πβ. ανθρωπάκι, μικράνθρωπος. 2. ανθρωποειδές, ρομπότ. [< αρχ. ἀνθρωπάριον] | |
| 3985 | ανθρώπειος | , α/ος, ο [ἀνθρώπειος] αν-θρώ-πει-ος επίθ.: ΙΑΤΡ. ανθρώπινος: ~ος: αντιτετανικός ορός/ιός. ~α/(λογιότ.) ~ος: ανοσοσφαιρίνη/ινσουλίνη. ~ο: πλάσμα. ~ες: πρωτεΐνες. ~α: αντισώματα. [< αρχ. ἀνθρώπειος] | |
| 3986 | ανθρωπεύω | [ἀνθρωπεύω] αν-θρω-πεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ανθρώπε-ψα} (σπάν.-παρωχ.) 1. γίνομαι άνθρωπος, κόσμιος, πολιτισμένος ή συνετίζω κάποιον. Βλ. εκπολιτ-, εξευγεν-ίζω. 2. ευπρεπίζω, τακτοποιώ. [< αρχ. ἀνθρωπεύομαι] | |
| 3987 | ανθρωπιά | [ἀνθρωπιά] αν-θρω-πιά ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) αθρωπιά: καλοσύνη, συμπόνια, αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπο: ανιδιοτέλεια και ~. Λόγια ~ιάς. Δίνει μαθήματα/στέλνει μηνύματα ~ιάς. Χαμένη ~. Έχασε κάθε ίχνος ~ιάς. Δείχνει/έχει ~. Πβ. ανθρωπινότητα, ανθρωπισμός, φιλανθρωπία. Βλ. παλι~. ΑΝΤ. απανθρωπιά ● ΦΡ.: της ανθρωπιάς: (για κάτι) που αξίζει, είναι σημαντικό ή/και ποιοτικό: ρούχο/σπίτι/φαγητό ~ ~. ΣΥΝ. ανθρωπινός (1), της προκοπής [< μεσν. ανθρωπιά] | |
| 3988 | ανθρωπίδες | [ἀνθρωπίδες] αν-θρω-πί-δες ουσ. (αρσ.) (οι): ΑΝΘΡΩΠ. οικογένεια εξελιγμένων θηλαστικών (επιστ. ονομασ. Hominidae) που περιλαμβάνει απολιθωμένα ανθρωποειδή θηλαστικά και τους προγόνους του σύγχρονου ανθρώπου. Βλ. αυστραλοπίθηκος, πρωτεύοντα, homo sapiens. [< γαλλ. hominidés] | |
| 3989 | ανθρωπικός | , ή, ό [ἀνθρωπικός] αν-θρω-πι-κός επίθ.: συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρωπική αρχή & ανθρωπικό αξίωμα: (στην κοσμολογία) μεταφυσική-θεολογική και ντετερμινιστική ερμηνεία του κόσμου στο βαθμό που θέτει ως κέντρο του Σύμπαντος τον παρατηρητή του, το σκεπτόμενο δηλ. ον, όχι απλώς ως σημείο αναφοράς, αλλά ως σκοπό της δημιουργίας του: ασθενής/ισχυρή ~ ~ (: ασχολείται με τη χωροχρονική θέση της νοήμονος ζωής στο Σύμπαν ή μέσα σε ένα άπειρο αριθμό από πιθανά Σύμπαντα, αντίστοιχα). [< γαλλ. principe anthropique, 1974, αγγλ. anthropic principle, 1974] [< αρχ. ἀνθρωπικός ‘ανθρώπινος, που σχετίζεται με τον άνθρωπο’] | |
| 3990 | ανθρωπινός | , ή, ό [ἀνθρωπινός] αν-θρω-πι-νός επίθ. (προφ.) 1. που είναι κατάλληλος για άνθρωπο ή αντάξιός του: ~ός: ύπνος. ~ή: ζωή/συμπεριφορά. ~ό: μεροκάματο/σπίτι. ~ές: συνθήκες. ~ά: λόγια/ρούχα (ΣΥΝ. της ανθρωπιάς, της προκοπής). Πβ. αξιοπρεπής, ευπρεπής, κόσμιος. 2. (λαϊκό) που ανήκει στον άνθρωπο. ΣΥΝ. ανθρώπινος (1) ● επίρρ.: ανθρωπινά [< μεσν. ανθρωπινός] | |
| 3991 | ανθρώπινος | , η, ο [ἀνθρώπινος] αν-θρώ-πι-νος επίθ. 1. που ανήκει ή αναφέρεται στον άνθρωπο: ~ος: εγκέφαλος/οργανισμός/πόνος/σκελετός. ~η: γλώσσα/γνώση/δημιουργικότητα/εμπορία/επικοινωνία/μοίρα/παρέμβαση/παρουσία/σκέψη/συμπεριφορά /φωνή. ~ο: γένος/δράμα/ον/εμπόριο/πλάσμα/σώμα. ~α: γονίδια/ένστικτα/έργα/κύτταρα/όντα/όργανα/πράγματα/συναισθήματα/χαρακτηριστικά. Η ~η αξιοπρέπεια/υπόσταση. Βλ. δι~, παν~. ΣΥΝ. ανθρωπινός (2) ΑΝΤ. ζωώδης (1) 2. που έχει ή σχετίζεται με ιδιότητες χαρακτηριστικές του ανθρώπου: ~η: αντίδραση/διάσταση/μορφή/περιέργεια/συγκίνηση/υπόσταση/φύση. ~ο: ενδιαφέρον. ~ες: αδυναμίες/ανάγκες/αξίες/αρετές/δραστηριότητες/καταστάσεις/στιγμές. ~α: όρια/πάθη. Είναι ~ο (πβ. κατανοητό) να ... 3. που διακρίνεται από ευαισθησία, ευγένεια και ανθρωπιά: ~ος: δάσκαλος. ~ος απέναντι στους άλλους. Μια πράξη τόσο ~η! ΑΝΤ. απάνθρωπος, ζωώδης (2) 4. (για κάτι) που ταιριάζει σε ανθρώπους, είναι αντάξιό τους: ~η: πόλη (πβ. της ανθρωπιάς, της προκοπής). ~ο: σπίτι/ωράριο. ~ες κοινωνίες/συνθήκες διαβίωσης/εργασίας. Αγωνίζονται για ένα πιο ~ο κόσμο/περιβάλλον. Πβ. ανθρωπινός, αξιοπρεπής, ευπρεπής. ΑΝΤ. απάνθρωπος, σκληρός. ● Ουσ.: ανθρώπινα (τα): οι υποθέσεις του ανθρώπου: Συγχέει τα θεία με τα ~. Εφήμερα τα ~., ανθρώπινο (το): ό,τι χαρακτηρίζει τον άνθρωπο: Το βλέμμα της δεν είχε τίποτε το ~. ● επίρρ.: ανθρώπινα: Μπορούμε να ζούμε λίγο πιο ~. Μίλησαν/φέρθηκαν ~. Βλ. ανθρωπίνως. ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρώπινες σχέσεις: που ανταποκρίνονται στις ανάγκες του ανθρώπου: κοινωνικές/φιλικές και ~ ~. [< αγγλ. human relations, 1946] , ανθρώπινο κεφάλαιο: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των σχετικών με την παραγωγική διαδικασία γνώσεων και ικανοτήτων που αποκτά ο άνθρωπος με τη μόρφωση, την κατάρτιση και την εξάσκηση: επένδυση στο ~ ~., ανθρώπινη αλυσίδα βλ. αλυσίδα, ανθρώπινη ασπίδα βλ. ασπίδα, ανθρώπινη οικολογία βλ. οικολογία, ανθρώπινο λάθος βλ. λάθος, ανθρώπινο/έμψυχο δυναμικό βλ. δυναμικό, ανθρώπινοι πόροι βλ. πόρος, ανθρώπινος παράγοντας/παράγων βλ. παράγοντας, τα ανθρώπινα δικαιώματα/τα δικαιώματα του ανθρώπου βλ. δικαίωμα, το ανθρώπινο είδος/γένος βλ. είδος ● ΦΡ.: το πλανάσθαι/σφάλλειν ανθρώπινον (λόγ.): είναι γνώρισμα του ανθρώπου να κάνει σφάλματα., με ανθρώπινο πρόσωπο βλ. πρόσωπο, τα λάθη είναι ανθρώπινα/άνθρωποι είμαστε, λάθη κάνουμε βλ. άνθρωπος [< αρχ. ἀνθρώπινος, γαλλ. humain, αγγλ. human] | |
| 3992 | ανθρωπινότητα | [ἀνθρωπινότητα] αν-θρω-πι-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΑΝΤ. αποκτήνωση 1. η ιδιότητα του ανθρώπου. 2. ανθρωπιά. [< γαλλ. humanité, αγγλ. humanness, γερμ. Menschlichkeit] | |
| 3993 | ανθρωπίνως | [ἀνθρωπίνως] αν-θρω-πί-νως επίρρ. (λόγ.): για τα ανθρώπινα μέτρα: Είναι ~ (= εντελώς) αδύνατο(ν) να παρευρεθώ στη συνάντηση. Έγινε/κάναμε ό,τι ήταν ~ δυνατόν. Βλ. ανθρώπινα. [< αρχ. ἀνθρωπίνως] | |
| 3994 | ανθρωπισμός | [ἀνθρωπισμός] αν-θρω-πι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. φιλοσοφική και ευρύτερη κοινωνική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος και οι ανθρώπινες αρχές τοποθετούνται πάνω από κάθε άλλη αξία· κυρ. σεβασμός και αγάπη προς τον συνάνθρωπο, ανθρωπιά: έργο διαποτισμένο από βαθύ ~ό. Η έννοια/τα ιδεώδη του ~ού. Διαπνέεται από ~ό. Βλ. εξ~, μετ~. 2. ΦΙΛΟΣ. -ΙΣΤ. πνευματικό κίνημα της Αναγέννησης, σύμφωνα με το οποίο η αγωγή του ανθρώπου πρέπει να βασίζεται στη μελέτη και τη μίμηση του κλασικού αρχαίου ελληνικού και λατινικού πολιτισμού. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ουμανισμός [< μτγν. ἀνθρωπισμός ‘ανθρώπινη φύση’, γερμ. Humanismus, γαλλ. humanisme] | |
| 3995 | ανθρωπιστής | [ἀνθρωπιστής] αν-θρω-πι-στής επίθ./ουσ. {σπανιότ. θηλ. ανθρωπίστρια} ΣΥΝ. ουμανιστής 1. φιλάνθρωπος· ειδικότ. οπαδός του φιλοσοφικού ρεύματος του ανθρωπισμού: ονειροπόλος/οραματιστής και ~. Πβ. αλτρουιστής, φιλάλληλος. Βλ. ειρηνιστής. 2. ΦΙΛΟΣ.-ΙΣΤ. λόγιος με βαθιά γνώση της ελληνικής ή/και της λατινικής γραμματείας. Βλ. χόμο ουνιβερσάλις. [< γαλλ. humaniste] | |
| 3996 | ανθρωπιστικός | , ή, ό [ἀνθρωπιστικός] αν-θρω-πι-στι-κός επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από φιλάνθρωπες αξίες: ~ός: οργανισμός. ~ή: αποστολή/προσφορά. Διεθνές ~ό Δίκαιο. ΣΥΝ. αλτρουιστικός, φιλανθρωπικός 2. που σχετίζεται με τον ανθρωπισμό ως φιλοσοφικό τρόπο σκέψης και ως παιδευτικό ιδεώδες: ~ή: εκπαίδευση/ηθική/κληρονομιά/μόρφωση/παράδοση. ~ό: μήνυμα/πνεύμα. ~ές: αξίες/ιδέες. Βλ. -ιστικός1. ΣΥΝ. ουμανιστικός ● επίρρ.: ανθρωπιστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρωπιστικές επιστήμες & επιστήμες του ανθρώπου: που μελετούν τον άνθρωπο και τα πνευματικά του δημιουργήματα. Πβ. θεωρητικές επιστήμες. Βλ. θετικές επιστήμες. [< γερμ. Geisteswissenschaften, γαλλ. humanités, sciences de l'homme, sciences humaines ] , ανθρωπιστικές οργανώσεις: που παρέχουν βοήθεια, υπερασπίζονται τις ανθρώπινες ζωές και αξίες και ασχολούνται με ζητήματα κοινωνικής προστασίας, πρόνοιας και αποκλεισμού: διεθνείς/μη κυβερνητικές ~ ~. Οικολογικές και ~ ~. Ιατρική ~ή ~η. Βλ. ΓΧΣ, Διεθνής Αμνηστία, ΕΣ. [< γαλλ. organisations humanitaires] , ανθρωπιστικές σπουδές: που έχουν ως αντικείμενο τις επιστήμες του ανθρώπου., ανθρωπιστική παιδεία: που έχει ως επίκεντρο τα πνευματικά δημιουργήματα του ανθρώπου και στοχεύει μέσω αυτών στην ευρύτερη πνευματική και ηθική του καλλιέργεια. ΑΝΤ. τεχνοκρατική παιδεία [< γερμ. humanistische Bildung] , ανθρωπιστική βοήθεια βλ. βοήθεια, ανθρωπιστική επέμβαση βλ. επέμβαση, ανθρωπιστικός διάδρομος βλ. διάδρομος [< 1: γαλλ. humanitaire 2: γερμ. humanistisch, γαλλ. humaniste] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ