| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3968 | ανθράκευση | [ἀνθράκευση] αν-θρά-κευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. παρασκευή ξυλανθράκων. 2. (παλαιότ.) εφοδιασμός ατμοκίνητων μηχανών (πλοίων, τρένων) με ορυκτό άνθρακα. [< γαλλ. charbonnage] | |
| 3969 | ανθρακί | [ἀνθρακί] αν-θρα-κί επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει τη σκούρα γκρι απόχρωση του άνθρακα: ~ καλσόν/φούστα.|| (ως ουσ.) Γκρι/μεταλλικό/σκούρο ~ (ενν. χρώμα). Πβ. γραφίτης, μολυβί, ποντικί, σουρί. Βλ. ασημί, σταχτί. | |
| 3970 | ανθρακικός | , ή, ό [ἀνθρακικός] αν-θρα-κι-κός επίθ. ΧΗΜ. 1. (κυρ. για χημική ένωση) που περιέχει άνθρακα: ~ός: άργυρος/μόλυβδος (βλ. στουπέτσι)/σίδηρος/χαλκός/ψευδάργυρος. ~ή: αμμωνία. ~ό: κάλιο/λίθιο/μαγγάνιο/μαγνήσιο/νάτριο. ~ά: άλατα.|| (ΓΕΩΛ.) ~οί: σχηματισμοί/σχιστόλιθοι (πβ. ασβεστόλιθος). ~ά: ιζήματα/ορυκτά/πετρώματα. Πβ. ανθρακούχος, ανθρακοφόρος. 2. που σχετίζεται με τον άνθρακα: ~ή: αλυσίδα/σκληρότητα. Βλ. λιθ~, πολυ~. ● Ουσ.: ανθρακικό (το): ενν. οξύ: μεταλλικό νερό/πορτοκαλάδα με/χωρίς ~. Βλ. αεριούχος. ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρακικό ασβέστιο: ΧΗΜ. ένωση αδιάλυτη στο νερό (σύμβ. CaCO3) που χρησιμοποιείται κυρ. στην οικοδομική και τη γλυπτική: άμορφο (: ασβεστόλιθος, δολομίτης, κρητίδα)/κρυσταλλικό (: αραγων-, ασβεστ-ίτης) ~ ~. Το ~ ~ αποτελεί κύριο συστατικό των κοραλλιών, των μαργαριταριών, των οστράκων, των κελύφων των αβγών και των σταλακτιτών και σταλαγμιτών. Βλ. θειικό ασβέστιο., ανθρακικό οξύ: αυτό που σχηματίζεται, όταν το διοξείδιο του άνθρακα διαλυθεί σε νερό (H2CO3)., ανθρακικό νάτριο βλ. νάτριο [< μεσν. ανθρακικός, γαλλ. carbonique] | |
| 3971 | ανθρακίτης | [ἀνθρακίτης] αν-θρα-κί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. σκληρό, γυαλιστερό κάρβουνο εξαιρετικής ποιότητας. Βλ. γαι-, λιθ-άνθρακας, λιγνίτης, -ίτης2. [< μτγν. ἀνθρακῖτις (ἡ), αγγλ.-γαλλ. anthracite] | |
| 3972 | ανθρακο- & ανθρακό- & ανθρακ- | α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται 1. ΧΗΜ. στον άνθρακα: ανθρακ-ασβέστιο/~ούχος. 2. (λόγ.) στο κάρβουνο: ανθρακο-φόρο. [< μτγν. ἀνθρακ(ο)-, διεθν. anthrac(o)-, γαλλ. carbon-] | |
| 3973 | ανθρακόνημα | [ἀνθρακόνημα] αν-θρα-κό-νη-μα ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. υλικό υψηλής ποιότητας που παράγεται από πολυμερισμό ενώσεων του άνθρακα, χαρακτηρίζεται από μικρό βάρος και μεγάλη αντοχή και γι΄αυτόν τον λόγο χρησιμοποιείται στην αυτοκινητοβιομηχανία (κυρ. για την κατασκευή αγωνιστικών αυτοκινήτων ή πλαισίων)· ίνες άνθρακα. [< αγγλ. carbon fiber, 1960] | |
| 3974 | ανθρακόπισσα | [ἀνθρακόπισσα] αν-θρα-κό-πισ-σα ουσ. (θηλ.): σκουρόχρωμο, σχεδόν μαύρο, υγρό, παραπροϊόν της ξηρής απόσταξης του άνθρακα: ακατέργαστη ~. Βερνίκια/κλάσματα/οξέα/παραγωγή ~ας. Βλ. ινδόλη, λιθ~. [< αγγλ. coal-tar] | |
| 3975 | ανθρακούχος | , ος/α, ο [ἀνθρακοῦχος] αν-θρα-κού-χος επίθ. 1. (επιστ.) που περιέχει άνθρακα ή κοιτάσματά του: (ΧΗΜ.) ~ες: ενώσεις.|| (ΓΕΩΛ.) ~ος: σχιστόλιθος/χάλυβας. ~α: πετρώματα. Πβ. ανθρακικός, ανθρακοφόρος. 2. (επίσ.) που περιέχει ανθρακικό οξύ: ~ο: αναψυκτικό/(φυσικό) μεταλλικό νερό. ~α: ποτά. Πβ. αεριούχος. [< 1: γαλλ. carboné] | |
| 3976 | ανθρακοφόρος | , ος/α, ο [ἀνθρακοφόρος] αν-θρα-κο-φό-ρος επίθ. (επιστ.): (για έδαφος, πέτρωμα) που περιέχει γαιάνθρακες: ~α: κοιτάσματα/στρώματα. Πβ. ανθρακ-ικός, -ούχος. Βλ. λιθ~, -φόρος. ● Ουσ.: ανθρακοφόρο (το): πλοίο που μεταφέρει γαιάνθρακες. Πβ. καρβουνιάρικο. [< μεσν. ανθρακοφόρος] | |
| 3977 | ανθρακώδης | , ης, ες [ἀνθρακώδης] αν-θρα-κώ-δης επίθ. (σπάν.-επιστ.): που έχει τα χαρακτηριστικά του άνθρακα: ~η: κατάλοιπα. Βλ. -ώδης. [< αρχ. ἀνθρακώδης] | |
| 3978 | ανθρακωρυχείο | [ἀνθρακωρυχεῖο] αν-θρα-κω-ρυ-χεί-ο ουσ. (ουδ.): ορυχείο εξόρυξης γαιανθράκων. Βλ. λιγνιτωρυχείο, -ωρυχείο. [< γερμ. Kohlenbergbau, Kohlenbergwerk] | |
| 3979 | ανθρακωρύχος | [ἀνθρακωρύχος] αν-θρα-κω-ρύ-χος ουσ. (αρσ.): εργάτης ανθρακωρυχείου. Βλ. -ωρύχος. | |
| 3980 | ανθράκωση | [ἀνθράκωση] αν-θρά-κω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΠ. μυκητολογική ασθένεια που προσβάλλει κυρ. απεριποίητα ή εξασθενημένα δέντρα, εμφανίζεται συνήθ. με τη μορφή σκούρων κηλίδων στα φύλλα και τους καρπούς και μπορεί να οδηγήσει σε ξήρανση του δέντρου: ~ εσπεριδοειδών. ~ της ιτιάς/του μαρουλιού/της φασολιάς. Βλ. άνθρακας, περονόσπορος, σκωρίαση. 2. ΙΑΤΡ. πνευμονοκονίαση που προκαλείται από την εισπνοή σκόνης άνθρακα, η οποία διεισδύει στους πνεύμονες. Βλ. πυριτίαση. 3. προσθήκη ανθρακικού οξέος στο νερό ή σε αναψυκτικά και αλκοολούχα ποτά (σαμπάνιες, κρασιά)· ο φυσικός ή τεχνητός σχηματισμός του. Βλ. εξ~. [< μτγν. ἀνθράκωσις 'απανθράκωση' 2: γαλλ. anthracose, αγγλ. anthracosis] | |
| 3981 | ανθρωπ- | βλ. ανθρωπο- | |
| 3982 | ανθρωπάκι | [ἀνθρωπάκι] αν-θρω-πά-κι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) αθρωπάκι 1. (μειωτ.) πρόσωπο που με τις πράξεις του προκαλεί την περιφρόνηση των άλλων: ασήμαντα/γλοιώδη ~ια. Πβ. ανθρωπάριο, μικράνθρωπος, σίχαμα. 2. άτομο άκακο και απλοϊκό: ήσυχο/υπάκουο ~. ~ του Θεού. ΣΥΝ. ανθρωπάκος (1) 3. (υποκ.) μικρόσωμος άνθρωπος ή ομοίωμά του: Κάντε κλικ στο εικονίδιο με το ~. ΣΥΝ. ανθρωπάκος (2) | |
| 3983 | ανθρωπάκος | [ἀνθρωπάκος] αν-θρω-πά-κος ουσ. (αρσ.) (προφ.) ΣΥΝ. ανθρωπάκι 1. απλοϊκό ή/και αξιολύπητο πρόσωπο: ανήμπορος/ασήμαντος/ταλαίπωρος/φτωχός ~. Πβ. κακομοίρης. Βλ. -άκος. 2. (υποκ.) βραχύσωμος άνθρωπος ή μικρογραφία του. | |
| 3984 | ανθρωπάριο | [ἀνθρωπάριο] αν-θρω-πά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. (μειωτ.) άνθρωπος τιποτένιος και ανάξιος: άθλιο/θλιβερό ~. Γελοία/μίζερα ~α. Πβ. ανθρωπάκι, μικράνθρωπος. 2. ανθρωποειδές, ρομπότ. [< αρχ. ἀνθρωπάριον] | |
| 3985 | ανθρώπειος | , α/ος, ο [ἀνθρώπειος] αν-θρώ-πει-ος επίθ.: ΙΑΤΡ. ανθρώπινος: ~ος: αντιτετανικός ορός/ιός. ~α/(λογιότ.) ~ος: ανοσοσφαιρίνη/ινσουλίνη. ~ο: πλάσμα. ~ες: πρωτεΐνες. ~α: αντισώματα. [< αρχ. ἀνθρώπειος] | |
| 3986 | ανθρωπεύω | [ἀνθρωπεύω] αν-θρω-πεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ανθρώπε-ψα} (σπάν.-παρωχ.) 1. γίνομαι άνθρωπος, κόσμιος, πολιτισμένος ή συνετίζω κάποιον. Βλ. εκπολιτ-, εξευγεν-ίζω. 2. ευπρεπίζω, τακτοποιώ. [< αρχ. ἀνθρωπεύομαι] | |
| 3987 | ανθρωπιά | [ἀνθρωπιά] αν-θρω-πιά ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) αθρωπιά: καλοσύνη, συμπόνια, αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπο: ανιδιοτέλεια και ~. Λόγια ~ιάς. Δίνει μαθήματα/στέλνει μηνύματα ~ιάς. Χαμένη ~. Έχασε κάθε ίχνος ~ιάς. Δείχνει/έχει ~. Πβ. ανθρωπινότητα, ανθρωπισμός, φιλανθρωπία. Βλ. παλι~. ΑΝΤ. απανθρωπιά ● ΦΡ.: της ανθρωπιάς: (για κάτι) που αξίζει, είναι σημαντικό ή/και ποιοτικό: ρούχο/σπίτι/φαγητό ~ ~. ΣΥΝ. ανθρωπινός (1), της προκοπής [< μεσν. ανθρωπιά] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ