Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49180-49200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48650συνδεδεμένοςβλ. συνδέω
48651σύνδεσησύν-δε-ση ουσ. (θηλ.) 1. επικοινωνία μεταξύ (δύο ή περισσότερων) απομακρυσμένων ατόμων, σημείων ή τόπων· συνεκδ. τα αντίστοιχα τεχνικά μέσα: (κυρ. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ.) ασύρματη/αυτόματη/δορυφορική/εταιρική/ευρυζωνική/ηλεκτρονική/καλωδιακή/σειριακή/τηλεοπτική/ψηφιακή ~. ~ γραμμής/δεδομένων/δικτύου/μέλους (με ιστοσελίδα). Αίτηση/(απ)ενεργοποίηση/καλώδιο/κόστος/πακέτο/παροχέας/οδηγίες/ρυθμίσεις/ταχύτητα/τέλη ~ης. ~ του υπολογιστή με το/στο διαδίκτυο. Μεταφορά τηλεφωνικής ~ης. Αποκαταστάθηκε/(δια)κόπηκε/έπεσε η ~. Η ~ με τον αριθμό που καλέσατε δεν είναι δυνατή/εφικτή. Σε απευθείας ~ με το Παρίσι θα παρακολουθήσετε τον αγώνα ... (βλ. μετάδοση). Πβ. ζεύξη.|| (μεταξύ τόπων) Αεροπορική/ακτοπλοϊκή/λεωφορειακή/οδική/σιδηροδρομική ~. ~ λιμανιών/νησιών. ~ με γέφυρα. Πβ. δια~. Βλ. τηλε~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ένωση ή συναρμογή (πραγμάτων, υλικών) και το σημείο στο οποίο γίνεται: αποχετευτική/ηλεκτρική/υδραυλική ~. ~ αγωγών/γείωσης/σωλήνων. ~ με γεννήτρια/μεγάφωνο/ρεύμα. ΑΝΤ. αποσύνδεση (1) 3. στενή σχέση ή αμοιβαία συνήθ. εξάρτηση: αιτιώδης/άρρηκτη/λογική ~. ~ (μεταξύ) γεγονότων/νοημάτων. ~ της θεωρίας με την πράξη. H ~ της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας. Υπάρχει άμεση ~ μεταξύ ελευθερίας και δημοκρατίας. Βλ. συσχετισμός.|| (ΓΛΩΣΣ.) Παρατακτική/υποτακτική ~ προτάσεων. ~ όρων της πρότασης.|| (ΒΙΟΛ.) ~ γονιδίων. ΑΝΤ. αποσύνδεση (2) 4. ΠΟΛΙΤ. δημιουργία σχέσης μεταξύ κρατών, οργανισμών ή ειδικότ. διαδικασία ένταξης κράτους σε διεθνή κοινότητα: εμπορική/οικονομική/πολιτική/πολιτιστική/τελωνειακή ~. Πρωτόκολλο ~ης με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πβ. ένωση. 5. ΠΛΗΡΟΦ. σύνδεσμος: σχετικές/χρήσιμες ~έσεις. Σελίδα με ~έσεις για εκπαιδευτικό υλικό/προς όλες τις βιβλιοθήκες. ΣΥΝ. λινκ (1) ● ΣΥΜΠΛ.: παράλληλη σύνδεση/διάταξη βλ. παράλληλος, συμφωνία σύνδεσης βλ. συμφωνία ● ΦΡ.: σύνδεση σε/εν σειρά βλ. σειρά [< αρχ. σύνδεσις 1: αγγλ. connection, γαλλ. jonction 3,4: liaison 5: αγγλ. link, 1951]
48652συνδεσιμότητασυν-δε-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. δυνατότητα σύνδεσης με πληροφοριακά δίκτυα ή περιφερειακές συσκευές: ασύρματη/ενσύρματη/ευέλικτη/ευρυζωνική/περιορισμένη/προηγμένη/τυπική ~. ~ πολυμέσων. ~ υψηλής ταχύτητας. Επιλογές/προβλήματα/ρυθμίσεις ~ας. Παροχείς ~ας. ~ με το διαδίκτυο (: δικτύωση). Βλ. έθερνετ, επεκτασιμότητα, -ότητα. [< αγγλ. connectivity, γαλλ. connectivité, 1907]
48653συνδεσμιακός, ή, ό συν-δε-σμι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με σύνδεσμο φιλάθλων αθλητικής ομάδας: ~ός: χώρος. ~ό: κίνημα.|| (ως ουσ.) ~ά (ενν. εισιτήρια) διαρκείας.
48654συνδεσμικός, ή, ό συν-δε-σμι-κός επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται στον σύνδεσμο: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: αστάθεια/βλάβη/τεχνολογία/χαλαρότητα. (ΑΝΑΤ.) ~ή κάκωση στον αντίχειρα. [< μτγν. συνδεσμικός 'συνδετικός']
48655συνδεσμίτηςσυν-δε-σμί-της ουσ. (αρσ.): άτομο που αποτελεί εγγεγραμμένο μέλος σε σύνδεσμο φιλάθλων αθλητικής ομάδας.
48656συνδεσμολογίασυν-δε-σμο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΗΛΕΚΤΡ. διαδικασία, τρόπος και σύνολο συνδέσεων ηλεκτρικής ή ηλεκτρονικής συσκευής: εν σειρά/εσωτερική/κοινή/παράλληλη/πολύπλοκη ~. ~ αντιστάσεων/(ψηφιακού) αποκωδικοποιητή/του εκρηκτικού μηχανισμού/δικτύου/καλωδίων/συσκευών. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τη φυσιολογία και τις παθήσεις των συνδέσμων. Βλ. -λογία. [< 2: γαλλ. syndesmologie, αγγλ. syndesmology]
48657σύνδεσμοςσύν-δε-σμος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έσμου} 1. (με κεφαλ. το αρχικό Σ) οργανωμένη ένωση φυσικών ή νομικών προσώπων με κοινά ενδιαφέροντα ή κοινούς στόχους: αθλητικός (πβ. όμιλος)/αναπτυξιακός/καλλιτεχνικός/λογοτεχνικός/μορφωτικός/πολιτιστικός ~. Δραστηριότητες/ίδρυση/καταστατικό/μέλη/πρόεδρος/συμβούλιο/συνεδρίαση/σφραγίδα (του) ~έσμου. ~ αξιωματικών/διαιτητών/στρατιωτικών/φιλάθλων/φίλων (…). Ένωση/ομοσπονδία ~έσμων. ~ οργανωμένων οπαδών (ομάδας). ~ Αιμοδοτών-Δωρητών Οργάνων Σώματος. ~ Eλληνικών Bιομηχανιών (ΣΕΒ). ΣΥΝ. σύλλογος, σωματείο 2. ΠΛΗΡΟΦ. (συνήθ. υπογραμμισμένη ή με διαφορετικό χρώμα) λέξη ή φράση σε ιστοσελίδα ή αρχείο, με την οποία μεταφέρεται κάποιος σε άλλη ιστοσελίδα: εξωτερικοί/εσωτερικοί/προτεινόμενοι/σχετικοί/χρήσιμοι ~οι. Επιλογή/προβολή/προσθήκη ~έσμου. Διαθέσιμο στον ~ … Πβ. υπερ~. ΣΥΝ. λινκ (1), σύνδεση (5) 3. ΓΡΑΜΜ. άκλιτη λέξη που συνδέει είτε όμοιους όρους μιας πρότασης είτε προτάσεις μεταξύ τους: αιτιολογικοί/αντιθετικοί/διαζευκτικοί/ειδικοί/εναντιωματικοί/ενδοιαστικοί/παραχωρητικοί/συμπερασματικοί/συμπλεκτικοί/τελικοί/υποθετικοί/χρονικοί ~οι. Παρατακτικοί και υποτακτικοί ~οι. 4. πρόσωπο που αποτελεί τον μεσάζοντα και φέρνει σε επικοινωνία μέλη ή τμήματα μυστικής συνήθ. οργάνωσης· ειδικότ. ειδικά εκπαιδευμένος στρατιωτικός που μεταφέρει μηνύματα από μονάδα σε μονάδα: ~ ανταρτών/(αντι)κατασκοπείας. 5. ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα με το οποίο γίνεται ένωση ή συναρμογή (υλικού, μηχανής) και το σχετικό σημείο: αρθρωτός/ελαστικός/εύκαμπτος/σταθερός ~. ~ αεραγωγών/βαγονιών/σωλήνων. Βλ. αρμός, σύναψη. 6. (σπάν.-μτφ.) στενή συναισθηματική κυρ. σχέση: Έχει ~ο με την οικογένειά/το σπίτι/τους συγγενείς/τον τόπο του. ΣΥΝ. δέσιμο (5), δεσμός (1) 7. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. ταινία ινώδους ιστού που συνδέει οστά και χόνδρους και χρησιμεύει για την υποστήριξη και ενίσχυση των αρθρώσεων: ελαστικός/ισχυρός ~. ~ αστραγάλου/γονάτου/δαχτύλου. Κύριος/πλατύς ~ της μήτρας. Ρήξη έσω πλαγίου/προσθίου χιαστού ~έσμου. Βλ. τένοντας. 8. ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) σύμβολο ανάμεσα σε χαρακτήρες ποσότητας, που ακολουθούνται από ίσο ή φθόγγους σε ανοδική ή καθοδική διαδοχή. [< αρχ. σύνδεσμος, 1: γαλλ. ligue 2: αγγλ. link 4,6: γαλλ. liaison 5: αγγλ. coupling 7: γαλλ. ligament]
48658συνδετήραςσυν-δε-τή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. μικρό εύκαμπτο κομμάτι σύρματος ή πλαστικού ειδικής κατασκευής που χρησιμοποιείται για να συγκρατεί σε δέσμη πολλά χαρτιά. || ~ες γραφείου. Βλ. κλιπ2. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλικό κυρ. αντικείμενο που συνδέει δύο ή περισσότερα μέρη μιας κατασκευής: γωνιακός/ηλεκτρικός ~. ~ εισόδου/εξόδου/καλωδίων.|| (ΟΙΚΟΔ.) Αντισεισμικοί ~ες. Βλ. -τήρας. [< 1: αγγλ. clip, staple]
48659συνδετήριος, α/ος, ο συν-δε-τή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που συνδέει δύο ή περισσότερα αντικείμενα, μέρη ή έννοιες: ~ος: άξονας/δρόμος/κλάδος. ~α: γέφυρα/δοκός/οδός/πτέρυγα/σήραγγα. ~ο: εξάρτημα/τμήμα. ~ες: γραμμές.|| Ο ~ κρίκος (μεταξύ) δύο γενεών/των δύο λαών/όλης της οικογένειας. Πβ. συνδετικός. Βλ. -τήριος.
48660συνδέτηςσυν-δέ-της ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα το οποίο συνδυάζει ένα ή περισσότερα αντικείμενα που παράγονται από μεταγλωττιστή, σε ενιαίο εκτελέσιμο πρόγραμμα: ~-φορτωτής. [< μτγν. συνδέτης 'συνδετικό στοιχείο, σύνδεσμος΄, αγγλ. linker]
48661συνδετικός, ή, ό συν-δε-τι-κός επίθ.: που συνδέει, ενώνει: ~ός: σωλήνας. ~ή: γέφυρα/κόλλα/ταινία. ~ό: εξάρτημα/καλώδιο/κονίαμα/μέσο/μηχάνημα/στοιχείο/υλικό.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ό: φωνήεν (: που ενώνει δύο λέξεις σε μία σύνθετη, π.χ. κρυφ-ο-μιλώ). ~ή: σύνταξη (: με ~ά ρήματα).|| (μτφ.) ~ός δεσμός μεταξύ διαφορετικών εθνοτήτων. Πβ. συνδετήριος. Βλ. συνεκτικός. ● ΣΥΜΠΛ.: συνδετικό ρήμα: ΓΡΑΜΜ. που ενώνει, συσχετίζει το υποκείμενο ή το αντικείμενό του με κατηγορούμενο: ~ά είναι π.χ. τα ρήματα είμαι, γίνομαι, φαίνομαι, καλούμαι., συνδετικός ιστός: ΑΝΑΤ. που συνδέει και αποτελεί τη βασική ουσία διαφόρων τμημάτων και οργάνων του σώματος. Βλ. παρέγχυμα. [< αγγλ. connective tissue] , συνδετικός κρίκος βλ. κρίκος [< μτγν. συνδετικός]
48662συνδέωσυν-δέ-ω ρ. (μτβ.) {σύνδε-σα (λόγ.) συνέδε-σα, συνδέ-σει, -θηκα, -θεί, συνδέ-οντας, -όμενος, -μένος (λόγ.) -δεμένος} 1. κάνω δυνατή την επικοινωνία μεταξύ (δύο ή περισσότερων) απομακρυσμένων προσώπων, σημείων ή τόπων: (κυρ. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ.) ~εται ασύρματα με το (δια)δίκτυο/αυτόματα στο σύστημα. ~όμαστε με το στάδιο, για να παρακολουθήσουμε τον αγώνα. Είμαστε ήδη ~δεμένοι με τη Βουλή. (σε τηλεφωνική συνδιάλεξη) Σας παρακαλώ, με ~ετε με τον υπεύθυνο; Έχετε ~θεί με τον αριθμό/αυτόματο τηλεφωνητή του ...|| (μεταξύ τόπων) Ένας μικρός δρόμος ~ει τα δύο χωριά. Τα νησιά ~ονται (μεταξύ τους) με συχνά δρομολόγια. Πβ. δια~. 2. ενώνω, συναρμόζω (πράγματα, υλικά μεταξύ τους): ~ τη γείωση/τους σωλήνες. ~ το σπίτι με το δίκτυο αποχέτευσης. ~ τις σελίδες με το συρραπτικό. ~δεμένα κυκλώματα.|| (για ηλεκτρικές ή ηλεκτρονικές συσκευές) ~ τον υπολογιστή με τον εκτυπωτή. ~ την τηλεόραση με το βίντεο. (προφ.) Δεν μας έχουν ~σει ακόμη το ρεύμα. ΣΥΝ. συνενώνω ΑΝΤ. αποσυνδέω (1) 3. συσχετίζω: ~ νοήματα. ~ει τη θεωρία με την πράξη. Γεγονότα άρρηκτα/λογικά/στενά ~δεμένα μεταξύ τους. H παραίτησή του ~εται άμεσα με τα πρόσφατα σκάνδαλα. Έχει ~σει το μαύρο χρώμα με δυσάρεστες καταστάσεις. Πβ. συνάπτω, συναρτώ.|| (ΓΡΑΜΜ.) Το συνδετικό ρήμα ~ει το υποκείμενο με το κατηγορούμενο. Οι προτάσεις ~ονται παρατακτικά/υποτακτικά. 4. έχω συναισθηματική, ψυχική, ερωτική ή άλλη σχέση (με πρόσωπο): Με ~ει στενή φιλία μαζί της. Μας ~ουν κοινοί αγώνες/στόχοι. ~εται (= σχετίζεται) με μια κοπέλα εδώ και τρία χρόνια. ΣΥΝ. ενώνω (2) ΑΝΤ. χωρίζω (3) ● ΣΥΜΠΛ.: συνδεδεμένο μέλος βλ. μέλος1 [< αρχ. συνδέω ‘δένω μαζί, ενώνω’, γαλλ. lier, connecter]
48663συνδηλώνεισυν-δη-λώ-νει ρ. (μτβ.): ΓΛΩΣΣ. συνυποδηλώνει. [< μτγν. συνδηλώνει '(για σύμπτωμα πάθησης) υποδηλώνει']
48664συνδήλωσησυν-δή-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. συνυποδήλωση: αρνητική/θετική ~.
48665συνδηλωτικός, ή, ό συν-δη-λω-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. συνυποδηλωτικός: ~ή: λειτουργία της γραφής/σημασία των λέξεων.
48666συνδημιουργόςσυν-δη-μι-ουρ-γός ουσ. (αρσ.): δημιουργός έργου, προγράμματος από κοινού με κάποιον άλλο: ~ λειτουργικού (συστήματος)/ταινίας. ~οί: της παράστασης.
48667συνδημότης, συνδημότισσασυν-δη-μό-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): καθένας από τους δημότες του ίδιου δήμου στη σχέση του με τους υπόλοιπους: (ως προσφών.) Αγαπητοί ~ες, αγαπητές ~ισσες. Βοήθεια στο σπίτι για τους άπορους και ηλικιωμένους ~ες μας. Πβ. συμπολίτης, συντοπίτης. [< μτγν. συνδημότης]
48668συνδιαθήκησυν-δι-α-θή-κη ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. διαθήκη που συντάσσεται μαζί με άλλο ή άλλα πρόσωπα με την ίδια συμβολαιογραφική πράξη: ~ αδελφών/συζύγων. Η ~ σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα θεωρείται άκυρη.
48669συνδιακύμανσησυν-δι-α-κύ-μαν-ση ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ.-ΣΤΑΤΙΣΤ. μέγεθος το οποίο εκφράζει τη σχέση μεταξύ δύο τυχαίων μεταβλητών χ και ψ: αρνητική (: όταν οι μεταβλητές είναι αντιστρόφως ανάλογες)/θετική (: όταν είναι ανάλογες) ~. ΣΥΝ. συνδιασπορά [< γαλλ. covariance, 1921, αγγλ. ~, 1931]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.