| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48639 | συναυλιακός | , ή, ό συ-ναυ-λι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με συναυλία: ~ός: εξοπλισμός/καλλιτέχνης/προγραμματισμός/πυρετός/τουρισμός/χώρος. ~ή: βραδιά/γιορτή/κίνηση/παράσταση/περιοδεία/περίοδος. ~ό: γεγονός/καλοκαίρι/κέντρο/πρόγραμμα. ~ές: εκδηλώσεις. ~ά: δρώμενα. | |
| 48640 | συναυτουργία | συ-ναυ-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. από κοινού εκτέλεση αξιόποινης, εγκληματικής πράξης: κατά ~ απάτη/απόπειρα ανθρωποκτονίας/συκοφαντική δυσφήμιση. ~ σε απιστία/ληστεία. Πβ. συνενοχή. Βλ. παραυτουγία. [< γερμ. Mittäterschaft] | |
| 48641 | συναυτουργός | συ-ναυ-τουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που τέλεσε αξιόποινη πράξη μαζί με άλλον ή άλλους: ηθικός/φυσικός ~. (Κατα)δικάζεται/κατηγορείται ως ~. Τα στοιχεία της δικογραφίας τον καθιστούν ~ό της δολοφονίας. Πβ. συνένοχος, συνεργός. [< μεσν. συναυτουργός, γερμ. Mittäter] | |
| 48642 | συνάφεια | συ-νά-φει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας} 1. λογική σύνδεση μεταξύ εννοιών, καταστάσεων και φαινομένων: άμεση/απόλυτη/εσωτερική/θεματική/νοηματική (βλ. συνοχή)/στενή ~. ~ πτυχίου/μεταπτυχιακών σπουδών με το αντικείμενο εργασίας. (ΟΙΚΟΝ.-ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Καταργείται η ~ για μικρομεσαίες επιχειρήσεις και επαγγελματίες (: κλείσιμο εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων· πβ. περαίωση). (ΦΥΣ.) Δυνάμεις ~ας.|| Χρονική ~ (= αλληλουχία). Πβ. συνοχή. Βλ. συσχετισμός. 2. (σπάν.) κοινωνική σχέση, επαφή μεταξύ ανθρώπων και ειδικότ. συναναστροφή: Αποφεύγει τη ~ με τον κόσμο.|| (κυρ. ΝΟΜ.) Σαρκική ~ (= συνουσία). ● ΣΥΜΠΛ.: αιτιώδης συνάφεια βλ. αιτιώδης [< μτγν. συνάφεια, γαλλ. cohésion] | |
| 48643 | συναφής | , ής, ές συ-να-φής επίθ. {συναφ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: που έχει λογική σχέση, συνάφεια με κάτι: ~ής: λόγος/νόμος/όρος. ~ής: διαδικασία/διάταξη/δραστηριότητα/εργασία. ~ές: αίτημα/έγγραφο/επάγγελμα/ερώτημα/θέμα. ~είς: εκδηλώσεις/μελέτες/πληροφορίες. Στατικά προβλήματα ~ή με την αρχιτεκτονική του κτιρίου. Πβ. παρεμφερής, σχετικός. ΑΝΤ. άσχετος.|| (ΝΟΜ.) ~ή αδικήματα. ΑΝΤ. ανεξάρτητος (3) ● επίρρ.: συναφώς [-ῶς] ● ΦΡ.: και τα παρόμοια/συναφή βλ. παρόμοιος [< αρχ. συναφής] | |
| 48644 | συνάχι | συ-νά-χι ουσ. (ουδ.): ρινική απόφραξη με βλεννώδεις εκκρίσεις που δυσκολεύουν την αναπνοή: αλλεργικό/απλό/βαρύ/κοινό ~. Με ταλαιπωρεί εδώ και μέρες ένα επίμονο ~. Πβ. καταρροή, κόρυζα, μπούκωμα. Βλ. κρυολόγημα, κρύωμα. ● Υποκ.: συναχάκι (το) [< μεσν. συνάχι < μτγν. συνάγχη] | |
| 21838 | Συνάχι | [ἴωση] ί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λοίμωξη που προκαλείται από ιό: εμπύρετη/εποχική ~. ~ του αναπνευστικού. Κοινές/παιδικές ιώσεις. Έξαρση ιώσεων. Κόλλησα μια ~. Κυκλοφορεί ~. Βλ. γρίπη, κρυολόγημα, συνάχι. [< πβ. μτγν. ἴωσις ‘καθάρισμα της σκουριάς’, αγγλ. virosis, 1927, γαλλ. virose, 1952] | |
| 48645 | συναχώνομαι | συ-να-χώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {συναχώ-θηκα, -μένος}: παθαίνω συνάχι· γενικότ. κρυολογώ: ~θηκα άσχημα. Είναι ~μένος (= μπουκωμένος). Βλ. πουντιάζω. [< 16ος αι.] | |
| 48646 | σύναψη | σύ-να-ψη ουσ. (θηλ.) 1. πραγματοποίηση επίσημης συμφωνίας: ~ γάμου/δανείου/ειρήνης/πρωτοκόλλου/συμβολαίου/συμμαχίας/συνθήκης. ~ σχέσεων φιλίας και συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών. ~ σύμβασης έργου για ... 2. σύνδεση δύο ή περισσοτέρων αντικειμένων μεταξύ τους και το σημείο επαφής τους: ~ αρχείων (= επι~).|| (ΑΝΑΤ.) Οι ~άψεις (: μεταξύ δύο νευρώνων) διακρίνονται σε χημικές και ηλεκτρικές, ανάλογα με τον μηχανισμό της συναπτικής διαβίβασης. ● ΣΥΜΠΛ.: λεξιλογικές/λεξικές συνάψεις: ΓΛΩΣΣ. σύμπλοκα., νευρομυϊκή σύναψη βλ. νευρομυϊκός [< αρχ. σύναψις ‘επαφή’ μτγν. ~ ‘σύνδεσμος’] | |
| 48647 | συνδαιτυμόνας | συν-δαι-τυ-μό-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.) & (λογιότ.) συνδαιτυμών: πρόσωπο που συμμετέχει μαζί με άλλους σε επίσημο κυρ. γεύμα: εκλεκτοί/επίτιμοι ~ες. Βλ. συμποσιαστής. ΣΥΝ. ομοτράπεζος (1) [< μεσν. συνδαιτυμών] | |
| 48648 | συνδακτυλία | συν-δα-κτυ-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. συγγενής ανωμαλία κατά την οποία δύο ή περισσότερα δάχτυλα των άνω ή κάτω άκρων συνδέονται μεταξύ τους: ινώδης/υμενώδης ~. Βλ. πολυδακτυλία. [< γαλλ. syndactylie, αγγλ. syndactylia] | |
| 48649 | συνδαυλίζω | συν-δαυ-λί-ζω ρ. (μτβ.) {συνδαύλι-σα, -στηκε κ. -σθηκε} & (προφ.) συδαυλίζω 1. (μτφ.-λόγ.) ενισχύω αρνητικές καταστάσεις ή φαινόμενα: ~ τις αντιθέσεις/διαφορές/διαφωνίες/εντάσεις/τα μίση/πάθη. Πβ. αναζωπυρώνω, αναμοχλεύω, υποδαυλίζω. 2. ανακινώ τα ξύλα, τα κούτσουρα για δυνάμωμα της φωτιάς. | |
| 48650 | συνδεδεμένος | βλ. συνδέω | |
| 48651 | σύνδεση | σύν-δε-ση ουσ. (θηλ.) 1. επικοινωνία μεταξύ (δύο ή περισσότερων) απομακρυσμένων ατόμων, σημείων ή τόπων· συνεκδ. τα αντίστοιχα τεχνικά μέσα: (κυρ. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ.) ασύρματη/αυτόματη/δορυφορική/εταιρική/ευρυζωνική/ηλεκτρονική/καλωδιακή/σειριακή/τηλεοπτική/ψηφιακή ~. ~ γραμμής/δεδομένων/δικτύου/μέλους (με ιστοσελίδα). Αίτηση/(απ)ενεργοποίηση/καλώδιο/κόστος/πακέτο/παροχέας/οδηγίες/ρυθμίσεις/ταχύτητα/τέλη ~ης. ~ του υπολογιστή με το/στο διαδίκτυο. Μεταφορά τηλεφωνικής ~ης. Αποκαταστάθηκε/(δια)κόπηκε/έπεσε η ~. Η ~ με τον αριθμό που καλέσατε δεν είναι δυνατή/εφικτή. Σε απευθείας ~ με το Παρίσι θα παρακολουθήσετε τον αγώνα ... (βλ. μετάδοση). Πβ. ζεύξη.|| (μεταξύ τόπων) Αεροπορική/ακτοπλοϊκή/λεωφορειακή/οδική/σιδηροδρομική ~. ~ λιμανιών/νησιών. ~ με γέφυρα. Πβ. δια~. Βλ. τηλε~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ένωση ή συναρμογή (πραγμάτων, υλικών) και το σημείο στο οποίο γίνεται: αποχετευτική/ηλεκτρική/υδραυλική ~. ~ αγωγών/γείωσης/σωλήνων. ~ με γεννήτρια/μεγάφωνο/ρεύμα. ΑΝΤ. αποσύνδεση (1) 3. στενή σχέση ή αμοιβαία συνήθ. εξάρτηση: αιτιώδης/άρρηκτη/λογική ~. ~ (μεταξύ) γεγονότων/νοημάτων. ~ της θεωρίας με την πράξη. H ~ της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας. Υπάρχει άμεση ~ μεταξύ ελευθερίας και δημοκρατίας. Βλ. συσχετισμός.|| (ΓΛΩΣΣ.) Παρατακτική/υποτακτική ~ προτάσεων. ~ όρων της πρότασης.|| (ΒΙΟΛ.) ~ γονιδίων. ΑΝΤ. αποσύνδεση (2) 4. ΠΟΛΙΤ. δημιουργία σχέσης μεταξύ κρατών, οργανισμών ή ειδικότ. διαδικασία ένταξης κράτους σε διεθνή κοινότητα: εμπορική/οικονομική/πολιτική/πολιτιστική/τελωνειακή ~. Πρωτόκολλο ~ης με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πβ. ένωση. 5. ΠΛΗΡΟΦ. σύνδεσμος: σχετικές/χρήσιμες ~έσεις. Σελίδα με ~έσεις για εκπαιδευτικό υλικό/προς όλες τις βιβλιοθήκες. ΣΥΝ. λινκ (1) ● ΣΥΜΠΛ.: παράλληλη σύνδεση/διάταξη βλ. παράλληλος, συμφωνία σύνδεσης βλ. συμφωνία ● ΦΡ.: σύνδεση σε/εν σειρά βλ. σειρά [< αρχ. σύνδεσις 1: αγγλ. connection, γαλλ. jonction 3,4: liaison 5: αγγλ. link, 1951] | |
| 48652 | συνδεσιμότητα | συν-δε-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. δυνατότητα σύνδεσης με πληροφοριακά δίκτυα ή περιφερειακές συσκευές: ασύρματη/ενσύρματη/ευέλικτη/ευρυζωνική/περιορισμένη/προηγμένη/τυπική ~. ~ πολυμέσων. ~ υψηλής ταχύτητας. Επιλογές/προβλήματα/ρυθμίσεις ~ας. Παροχείς ~ας. ~ με το διαδίκτυο (: δικτύωση). Βλ. έθερνετ, επεκτασιμότητα, -ότητα. [< αγγλ. connectivity, γαλλ. connectivité, 1907] | |
| 48653 | συνδεσμιακός | , ή, ό συν-δε-σμι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με σύνδεσμο φιλάθλων αθλητικής ομάδας: ~ός: χώρος. ~ό: κίνημα.|| (ως ουσ.) ~ά (ενν. εισιτήρια) διαρκείας. | |
| 48654 | συνδεσμικός | , ή, ό συν-δε-σμι-κός επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται στον σύνδεσμο: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: αστάθεια/βλάβη/τεχνολογία/χαλαρότητα. (ΑΝΑΤ.) ~ή κάκωση στον αντίχειρα. [< μτγν. συνδεσμικός 'συνδετικός'] | |
| 48655 | συνδεσμίτης | συν-δε-σμί-της ουσ. (αρσ.): άτομο που αποτελεί εγγεγραμμένο μέλος σε σύνδεσμο φιλάθλων αθλητικής ομάδας. | |
| 48656 | συνδεσμολογία | συν-δε-σμο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΗΛΕΚΤΡ. διαδικασία, τρόπος και σύνολο συνδέσεων ηλεκτρικής ή ηλεκτρονικής συσκευής: εν σειρά/εσωτερική/κοινή/παράλληλη/πολύπλοκη ~. ~ αντιστάσεων/(ψηφιακού) αποκωδικοποιητή/του εκρηκτικού μηχανισμού/δικτύου/καλωδίων/συσκευών. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τη φυσιολογία και τις παθήσεις των συνδέσμων. Βλ. -λογία. [< 2: γαλλ. syndesmologie, αγγλ. syndesmology] | |
| 48657 | σύνδεσμος | σύν-δε-σμος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -έσμου} 1. (με κεφαλ. το αρχικό Σ) οργανωμένη ένωση φυσικών ή νομικών προσώπων με κοινά ενδιαφέροντα ή κοινούς στόχους: αθλητικός (πβ. όμιλος)/αναπτυξιακός/καλλιτεχνικός/λογοτεχνικός/μορφωτικός/πολιτιστικός ~. Δραστηριότητες/ίδρυση/καταστατικό/μέλη/πρόεδρος/συμβούλιο/συνεδρίαση/σφραγίδα (του) ~έσμου. ~ αξιωματικών/διαιτητών/στρατιωτικών/φιλάθλων/φίλων (…). Ένωση/ομοσπονδία ~έσμων. ~ οργανωμένων οπαδών (ομάδας). ~ Αιμοδοτών-Δωρητών Οργάνων Σώματος. ~ Eλληνικών Bιομηχανιών (ΣΕΒ). ΣΥΝ. σύλλογος, σωματείο 2. ΠΛΗΡΟΦ. (συνήθ. υπογραμμισμένη ή με διαφορετικό χρώμα) λέξη ή φράση σε ιστοσελίδα ή αρχείο, με την οποία μεταφέρεται κάποιος σε άλλη ιστοσελίδα: εξωτερικοί/εσωτερικοί/προτεινόμενοι/σχετικοί/χρήσιμοι ~οι. Επιλογή/προβολή/προσθήκη ~έσμου. Διαθέσιμο στον ~ … Πβ. υπερ~. ΣΥΝ. λινκ (1), σύνδεση (5) 3. ΓΡΑΜΜ. άκλιτη λέξη που συνδέει είτε όμοιους όρους μιας πρότασης είτε προτάσεις μεταξύ τους: αιτιολογικοί/αντιθετικοί/διαζευκτικοί/ειδικοί/εναντιωματικοί/ενδοιαστικοί/παραχωρητικοί/συμπερασματικοί/συμπλεκτικοί/τελικοί/υποθετικοί/χρονικοί ~οι. Παρατακτικοί και υποτακτικοί ~οι. 4. πρόσωπο που αποτελεί τον μεσάζοντα και φέρνει σε επικοινωνία μέλη ή τμήματα μυστικής συνήθ. οργάνωσης· ειδικότ. ειδικά εκπαιδευμένος στρατιωτικός που μεταφέρει μηνύματα από μονάδα σε μονάδα: ~ ανταρτών/(αντι)κατασκοπείας. 5. ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα με το οποίο γίνεται ένωση ή συναρμογή (υλικού, μηχανής) και το σχετικό σημείο: αρθρωτός/ελαστικός/εύκαμπτος/σταθερός ~. ~ αεραγωγών/βαγονιών/σωλήνων. Βλ. αρμός, σύναψη. 6. (σπάν.-μτφ.) στενή συναισθηματική κυρ. σχέση: Έχει ~ο με την οικογένειά/το σπίτι/τους συγγενείς/τον τόπο του. ΣΥΝ. δέσιμο (5), δεσμός (1) 7. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. ταινία ινώδους ιστού που συνδέει οστά και χόνδρους και χρησιμεύει για την υποστήριξη και ενίσχυση των αρθρώσεων: ελαστικός/ισχυρός ~. ~ αστραγάλου/γονάτου/δαχτύλου. Κύριος/πλατύς ~ της μήτρας. Ρήξη έσω πλαγίου/προσθίου χιαστού ~έσμου. Βλ. τένοντας. 8. ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) σύμβολο ανάμεσα σε χαρακτήρες ποσότητας, που ακολουθούνται από ίσο ή φθόγγους σε ανοδική ή καθοδική διαδοχή. [< αρχ. σύνδεσμος, 1: γαλλ. ligue 2: αγγλ. link 4,6: γαλλ. liaison 5: αγγλ. coupling 7: γαλλ. ligament] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ