Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49200-49220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48658συνδετήραςσυν-δε-τή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. μικρό εύκαμπτο κομμάτι σύρματος ή πλαστικού ειδικής κατασκευής που χρησιμοποιείται για να συγκρατεί σε δέσμη πολλά χαρτιά. || ~ες γραφείου. Βλ. κλιπ2. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλικό κυρ. αντικείμενο που συνδέει δύο ή περισσότερα μέρη μιας κατασκευής: γωνιακός/ηλεκτρικός ~. ~ εισόδου/εξόδου/καλωδίων.|| (ΟΙΚΟΔ.) Αντισεισμικοί ~ες. Βλ. -τήρας. [< 1: αγγλ. clip, staple]
48659συνδετήριος, α/ος, ο συν-δε-τή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που συνδέει δύο ή περισσότερα αντικείμενα, μέρη ή έννοιες: ~ος: άξονας/δρόμος/κλάδος. ~α: γέφυρα/δοκός/οδός/πτέρυγα/σήραγγα. ~ο: εξάρτημα/τμήμα. ~ες: γραμμές.|| Ο ~ κρίκος (μεταξύ) δύο γενεών/των δύο λαών/όλης της οικογένειας. Πβ. συνδετικός. Βλ. -τήριος.
48660συνδέτηςσυν-δέ-της ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα το οποίο συνδυάζει ένα ή περισσότερα αντικείμενα που παράγονται από μεταγλωττιστή, σε ενιαίο εκτελέσιμο πρόγραμμα: ~-φορτωτής. [< μτγν. συνδέτης 'συνδετικό στοιχείο, σύνδεσμος΄, αγγλ. linker]
48661συνδετικός, ή, ό συν-δε-τι-κός επίθ.: που συνδέει, ενώνει: ~ός: σωλήνας. ~ή: γέφυρα/κόλλα/ταινία. ~ό: εξάρτημα/καλώδιο/κονίαμα/μέσο/μηχάνημα/στοιχείο/υλικό.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ό: φωνήεν (: που ενώνει δύο λέξεις σε μία σύνθετη, π.χ. κρυφ-ο-μιλώ). ~ή: σύνταξη (: με ~ά ρήματα).|| (μτφ.) ~ός δεσμός μεταξύ διαφορετικών εθνοτήτων. Πβ. συνδετήριος. Βλ. συνεκτικός. ● ΣΥΜΠΛ.: συνδετικό ρήμα: ΓΡΑΜΜ. που ενώνει, συσχετίζει το υποκείμενο ή το αντικείμενό του με κατηγορούμενο: ~ά είναι π.χ. τα ρήματα είμαι, γίνομαι, φαίνομαι, καλούμαι., συνδετικός ιστός: ΑΝΑΤ. που συνδέει και αποτελεί τη βασική ουσία διαφόρων τμημάτων και οργάνων του σώματος. Βλ. παρέγχυμα. [< αγγλ. connective tissue] , συνδετικός κρίκος βλ. κρίκος [< μτγν. συνδετικός]
48662συνδέωσυν-δέ-ω ρ. (μτβ.) {σύνδε-σα (λόγ.) συνέδε-σα, συνδέ-σει, -θηκα, -θεί, συνδέ-οντας, -όμενος, -μένος (λόγ.) -δεμένος} 1. κάνω δυνατή την επικοινωνία μεταξύ (δύο ή περισσότερων) απομακρυσμένων προσώπων, σημείων ή τόπων: (κυρ. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ.) ~εται ασύρματα με το (δια)δίκτυο/αυτόματα στο σύστημα. ~όμαστε με το στάδιο, για να παρακολουθήσουμε τον αγώνα. Είμαστε ήδη ~δεμένοι με τη Βουλή. (σε τηλεφωνική συνδιάλεξη) Σας παρακαλώ, με ~ετε με τον υπεύθυνο; Έχετε ~θεί με τον αριθμό/αυτόματο τηλεφωνητή του ...|| (μεταξύ τόπων) Ένας μικρός δρόμος ~ει τα δύο χωριά. Τα νησιά ~ονται (μεταξύ τους) με συχνά δρομολόγια. Πβ. δια~. 2. ενώνω, συναρμόζω (πράγματα, υλικά μεταξύ τους): ~ τη γείωση/τους σωλήνες. ~ το σπίτι με το δίκτυο αποχέτευσης. ~ τις σελίδες με το συρραπτικό. ~δεμένα κυκλώματα.|| (για ηλεκτρικές ή ηλεκτρονικές συσκευές) ~ τον υπολογιστή με τον εκτυπωτή. ~ την τηλεόραση με το βίντεο. (προφ.) Δεν μας έχουν ~σει ακόμη το ρεύμα. ΣΥΝ. συνενώνω ΑΝΤ. αποσυνδέω (1) 3. συσχετίζω: ~ νοήματα. ~ει τη θεωρία με την πράξη. Γεγονότα άρρηκτα/λογικά/στενά ~δεμένα μεταξύ τους. H παραίτησή του ~εται άμεσα με τα πρόσφατα σκάνδαλα. Έχει ~σει το μαύρο χρώμα με δυσάρεστες καταστάσεις. Πβ. συνάπτω, συναρτώ.|| (ΓΡΑΜΜ.) Το συνδετικό ρήμα ~ει το υποκείμενο με το κατηγορούμενο. Οι προτάσεις ~ονται παρατακτικά/υποτακτικά. 4. έχω συναισθηματική, ψυχική, ερωτική ή άλλη σχέση (με πρόσωπο): Με ~ει στενή φιλία μαζί της. Μας ~ουν κοινοί αγώνες/στόχοι. ~εται (= σχετίζεται) με μια κοπέλα εδώ και τρία χρόνια. ΣΥΝ. ενώνω (2) ΑΝΤ. χωρίζω (3) ● ΣΥΜΠΛ.: συνδεδεμένο μέλος βλ. μέλος1 [< αρχ. συνδέω ‘δένω μαζί, ενώνω’, γαλλ. lier, connecter]
48663συνδηλώνεισυν-δη-λώ-νει ρ. (μτβ.): ΓΛΩΣΣ. συνυποδηλώνει. [< μτγν. συνδηλώνει '(για σύμπτωμα πάθησης) υποδηλώνει']
48664συνδήλωσησυν-δή-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. συνυποδήλωση: αρνητική/θετική ~.
48665συνδηλωτικός, ή, ό συν-δη-λω-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. συνυποδηλωτικός: ~ή: λειτουργία της γραφής/σημασία των λέξεων.
48666συνδημιουργόςσυν-δη-μι-ουρ-γός ουσ. (αρσ.): δημιουργός έργου, προγράμματος από κοινού με κάποιον άλλο: ~ λειτουργικού (συστήματος)/ταινίας. ~οί: της παράστασης.
48667συνδημότης, συνδημότισσασυν-δη-μό-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): καθένας από τους δημότες του ίδιου δήμου στη σχέση του με τους υπόλοιπους: (ως προσφών.) Αγαπητοί ~ες, αγαπητές ~ισσες. Βοήθεια στο σπίτι για τους άπορους και ηλικιωμένους ~ες μας. Πβ. συμπολίτης, συντοπίτης. [< μτγν. συνδημότης]
48668συνδιαθήκησυν-δι-α-θή-κη ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. διαθήκη που συντάσσεται μαζί με άλλο ή άλλα πρόσωπα με την ίδια συμβολαιογραφική πράξη: ~ αδελφών/συζύγων. Η ~ σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα θεωρείται άκυρη.
48669συνδιακύμανσησυν-δι-α-κύ-μαν-ση ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ.-ΣΤΑΤΙΣΤ. μέγεθος το οποίο εκφράζει τη σχέση μεταξύ δύο τυχαίων μεταβλητών χ και ψ: αρνητική (: όταν οι μεταβλητές είναι αντιστρόφως ανάλογες)/θετική (: όταν είναι ανάλογες) ~. ΣΥΝ. συνδιασπορά [< γαλλ. covariance, 1921, αγγλ. ~, 1931]
48670συνδιαλέγομαισυν-δι-α-λέ-γο-μαι ρ. (μτβ.) {συνδιαλέ-χθηκε, συνδιαλεγ-όμενος} (λόγ.): κάνω διάλογο, συνομιλώ: ~ με φίλους και γνωστούς (πβ. κουβεντιάζω, συζητώ). Δεν ~ μαζί του. ~ονται με την κυβέρνηση (πβ. διαβουλεύομαι).|| (μτφ.) Το έργο του ~εται με πολλά καλλιτεχνικά ρεύματα. Βλ. επικοινωνώ. ΣΥΝ. διαλέγομαι [< μτγν. συνδιαλέγομαι]
48671συνδιάλεξησυν-δι-ά-λε-ξη ουσ. (θηλ.): τηλεφωνική συνομιλία: αστικές/διεθνείς/υπεραστικές ~έξεις. Υποκλοπή ~έξεων. ~ σε πραγματικό χρόνο μέσω υπολογιστή (βλ. σκάιπ). Ταυτόχρονη ~ τριών ή και περισσοτέρων συνομιλητών (βλ. τηλεδιάσκεψη). Πβ. τηλεφώνημα. [< μεσν. συνδιάλεξις 'διάλογος΄, γαλλ. conversation]
48672συνδιαλλαγήσυν-δι-αλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) 1. προσπάθεια διευθέτησης των διαφορών, μέσω αμοιβαίων υποχωρήσεων, μεταξύ ατόμων, ομάδων ή κρατών με διαταραγμένες σχέσεις: ~ με το Δημόσιο/με τους πιστωτές. Κατέθεσε αίτηση για ~.|| Πνευματική ~ (= συμφιλίωση). ΣΥΝ. συμβιβασμός (1) 2. (καταχρ.) συναλλαγή.
48673συνδιαλλάσσωσυν-δι-αλ-λάσ-σω ρ. (μτβ.) {συνδιάλλα-ξα, συνδιαλλά-ξει, -χθηκε, -γεί} (λόγ.): συμφιλιώνω, συμβιβάζω πρόσωπα ή ομάδες: Προσπάθησε να ~ξει τις αντιμαχόμενες πλευρές/τους αντιπάλους. [< αρχ. συνδιαλλάσσω]
48674συνδιαμορφωτήςσυν-δι-α-μορ-φω-τής ουσ. (αρσ.): αυτός που διαμορφώνει κάτι από κοινού με κάποιον άλλο: ~ των εξελίξεων/της πολιτικής.
48675συνδιασκέπτομαισυν-δι-α-σκέ-πτο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνδιασκέ-φθηκα} (λόγ.): παίρνω μέρος σε συνδιάσκεψη: Τα στελέχη του κόμματος ~ονται κάθε βδομάδα. Πβ. συσκέπτομαι. [< αρχ. συνδιασκέπτομαι 'εξετάζω μαζί']
48676συνδιάσκεψησυν-δι-ά-σκε-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επίσημη συνάντηση διεθνών, κρατικών, τοπικών εκπροσώπων ή κομματικών στελεχών με σκοπό τη συζήτηση και τη ρύθμιση αντίστοιχων προβλημάτων: εθνική/έκτακτη/ετήσια/θεματική/πανελλαδική/περιφερειακή/προσυνεδριακή ~. Βαλκανική ~ ειρήνης. ~ κορυφής για τα πυρηνικά (πβ. συμβούλιο κορυφής). Διεθνής ~ με θέμα τη Βιώσιμη Ανάπτυξη. Παγκόσμια ~ για το κλίμα. Πβ. διά-, σύ-σκεψη. Βλ. συνέδριο, τηλε~. [< μεσν. συνδιάσκεψις, γαλλ. conférence]
48677συνδιασποράσυν-δι-α-σπο-ρά ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ.-ΣΤΑΤΙΣΤ. συνδιακύμανση: δειγµατική ~. Ανάλυση/μήτρα/πίνακας ~άς. ~ δύο μεταβλητών. ~ σε συνεχές πεδίο. ~ και συντελεστής συσχέτισης.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.