| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48670 | συνδιαλέγομαι | συν-δι-α-λέ-γο-μαι ρ. (μτβ.) {συνδιαλέ-χθηκε, συνδιαλεγ-όμενος} (λόγ.): κάνω διάλογο, συνομιλώ: ~ με φίλους και γνωστούς (πβ. κουβεντιάζω, συζητώ). Δεν ~ μαζί του. ~ονται με την κυβέρνηση (πβ. διαβουλεύομαι).|| (μτφ.) Το έργο του ~εται με πολλά καλλιτεχνικά ρεύματα. Βλ. επικοινωνώ. ΣΥΝ. διαλέγομαι [< μτγν. συνδιαλέγομαι] | |
| 48671 | συνδιάλεξη | συν-δι-ά-λε-ξη ουσ. (θηλ.): τηλεφωνική συνομιλία: αστικές/διεθνείς/υπεραστικές ~έξεις. Υποκλοπή ~έξεων. ~ σε πραγματικό χρόνο μέσω υπολογιστή (βλ. σκάιπ). Ταυτόχρονη ~ τριών ή και περισσοτέρων συνομιλητών (βλ. τηλεδιάσκεψη). Πβ. τηλεφώνημα. [< μεσν. συνδιάλεξις 'διάλογος΄, γαλλ. conversation] | |
| 48672 | συνδιαλλαγή | συν-δι-αλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) 1. προσπάθεια διευθέτησης των διαφορών, μέσω αμοιβαίων υποχωρήσεων, μεταξύ ατόμων, ομάδων ή κρατών με διαταραγμένες σχέσεις: ~ με το Δημόσιο/με τους πιστωτές. Κατέθεσε αίτηση για ~.|| Πνευματική ~ (= συμφιλίωση). ΣΥΝ. συμβιβασμός (1) 2. (καταχρ.) συναλλαγή. | |
| 48673 | συνδιαλλάσσω | συν-δι-αλ-λάσ-σω ρ. (μτβ.) {συνδιάλλα-ξα, συνδιαλλά-ξει, -χθηκε, -γεί} (λόγ.): συμφιλιώνω, συμβιβάζω πρόσωπα ή ομάδες: Προσπάθησε να ~ξει τις αντιμαχόμενες πλευρές/τους αντιπάλους. [< αρχ. συνδιαλλάσσω] | |
| 48674 | συνδιαμορφωτής | συν-δι-α-μορ-φω-τής ουσ. (αρσ.): αυτός που διαμορφώνει κάτι από κοινού με κάποιον άλλο: ~ των εξελίξεων/της πολιτικής. | |
| 48675 | συνδιασκέπτομαι | συν-δι-α-σκέ-πτο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνδιασκέ-φθηκα} (λόγ.): παίρνω μέρος σε συνδιάσκεψη: Τα στελέχη του κόμματος ~ονται κάθε βδομάδα. Πβ. συσκέπτομαι. [< αρχ. συνδιασκέπτομαι 'εξετάζω μαζί'] | |
| 48676 | συνδιάσκεψη | συν-δι-ά-σκε-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επίσημη συνάντηση διεθνών, κρατικών, τοπικών εκπροσώπων ή κομματικών στελεχών με σκοπό τη συζήτηση και τη ρύθμιση αντίστοιχων προβλημάτων: εθνική/έκτακτη/ετήσια/θεματική/πανελλαδική/περιφερειακή/προσυνεδριακή ~. Βαλκανική ~ ειρήνης. ~ κορυφής για τα πυρηνικά (πβ. συμβούλιο κορυφής). Διεθνής ~ με θέμα τη Βιώσιμη Ανάπτυξη. Παγκόσμια ~ για το κλίμα. Πβ. διά-, σύ-σκεψη. Βλ. συνέδριο, τηλε~. [< μεσν. συνδιάσκεψις, γαλλ. conférence] | |
| 48677 | συνδιασπορά | συν-δι-α-σπο-ρά ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ.-ΣΤΑΤΙΣΤ. συνδιακύμανση: δειγµατική ~. Ανάλυση/μήτρα/πίνακας ~άς. ~ δύο μεταβλητών. ~ σε συνεχές πεδίο. ~ και συντελεστής συσχέτισης. | |
| 48678 | συνδιαχειρίζομαι | συν-δι-α-χει-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {συνδιαχειρί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί} (λόγ.): διαχειρίζομαι μαζί με άλλον ή άλλους: ~ονται τα οικονομικά/την περιουσία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~εται την ιστοσελίδα/το μπλογκ με ...|| Ως κορυφαίος υπουργός της κυβέρνησης ~στηκε την εξουσία (= άσκησε από κοινού). Αδυνατούν να ~στούν με επιτυχία τους συνδικαλιστικούς αγώνες/την κρίση. [< αγγλ. comanage, γαλλ. cogérer, περ. 1950] | |
| 48679 | συνδιαχείριση | συν-δι-α-χεί-ρι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια του συνδιαχειρίζομαι: (ΟΙΚΟΝ.) ~ των κοιτασμάτων πετρελαίου/των πόρων των Ταμείων. (ΝΟΜ.) δικαίωμα ~ης της περιουσίας ανηλίκου (: και από τους δύο διαζευγμένους γονείς του). (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων/μπλογκ. Δικαιώματα ~ης διαδικτυακού τόπου.|| ~ των αποβλήτων/της εξουσίας/των νερών του ποταμού .../των οικοσυστημάτων της περιοχής. Ειδικό/προσωρινό καθεστώς ~ης. (αρνητ. συνυποδ.) Λογικές ~ης. [< αγγλ. comanagement, γαλλ. cogérance, cogestion, 1945] | |
| 48680 | συνδιαχειριστής | συν-δι-α-χει-ρι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που διαχειρίζεται κάτι από κοινού με άλλον ή άλλους: ~ές της εξουσίας.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ της ιστοσελίδας. Βλ. γουεμπμάστερ. [< αγγλ. comanager, γαλλ. cogérant] | |
| 48681 | συνδιδασκαλία | συν-δι-δα-σκα-λί-α ουσ. (θηλ.): διδασκαλία που διεξάγεται από τον ίδιο διδάσκοντα σε δύο ή περισσότερες σχολικές τάξεις οι οποίες βρίσκονται ταυτόχρονα στον ίδιο χώρο: ~ τμημάτων στα μαθήματα γενικής παιδείας. | |
| 48682 | συνδικαλίζομαι | συν-δι-κα-λί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνδικαλί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, συνδικαλιζ-όμενος, συνδικαλι-σμένος | σπάν. στην ενεργ. φωνή συνδικαλίζ-ω}: ασχολούμαι με τον συνδικαλισμό, κυρ. συμμετέχοντας σε συνδικαλιστική οργάνωση: ~ονται οι εργαζόμενοι. ~σμένοι: αγρότες/υπάλληλοι. Ένστολοι ~όμενοι.|| Η παράταξη ~ει τους νεοεισερχόμενους φοιτητές. ● ΣΥΜΠΛ.: η ελευθερία/το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι & το συνδικαλίζεσθαι: συνδικαλιστική ελευθερία. [< γαλλ. (se) syndicaliser, 1926] | |
| 48683 | συνδικαλισμός | συν-δι-κα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ίδρυση και οργάνωση συνδικάτων από τους εργαζομένους με σκοπό τη διεκδίκηση και διασφάλιση των επαγγελματικών δικαιωμάτων και συμφερόντων τους, συνδικαλιστικό κίνημα: ελεύθερος/εργατικός/μαχητικός/ταξικός/φοιτητικός ~.|| (μειωτ.) Εργοδοτικός /κομματικός/κυβερνητικός ~.|| (ως κοινωνικοπολιτική θεωρία :) Αναρχικός (= αναρχο~)/επαναστατικός ~ (πβ. κορπορατισμός). Βλ. -ισμός. [< γαλλ. syndicalisme, 1894] | |
| 48684 | συνδικαλιστής, συνδικαλίστρια | συν-δι-κα-λι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): εκλεγμένος εκπρόσωπος των εργαζομένων σε συνδικαλιστική οργάνωση ενός κλάδου: παλαίμαχος ~. (μειωτ.) Κρατικοδίαιτοι/κυβερνητικοί ~ές. Βλ. αγροτο~. [< γαλλ. syndicaliste, 1875] | |
| 48685 | συνδικαλιστικός | , ή, ό συν-δι-κα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον συνδικαλισμό ή τον συνδικαλιστή: ~ός: αγώνας/εκπρόσωπος/λόγος/φορέας. ~ή: άδεια/ασυλία/δράση/ηγεσία. ~ό: δικαίωμα/καθήκον/όργανο/στέλεχος/σωματείο. ~ές: ενώσεις/παρατάξεις. Το ~ό κίνημα.|| Πρωτοβάθμια/δευτεροβάθμια (βλ. Εργατικό Κέντρο, ομοσπονδία)/τριτοβάθμια ~ή οργάνωση. ● επίρρ.: συνδικαλιστικά ● ΣΥΜΠΛ.: συνδικαλιστική ελευθερία: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των εργαζομένων να συμμετέχουν σε συνδικάτα και να προασπίζουν τα επαγγελματικά τους συμφέροντα. ΣΥΝ. η ελευθερία/το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι [< γαλλ. syndicaliste] | |
| 48686 | συνδικάτο | συν-δι-κά-το ουσ. (ουδ.) 1. ένωση εργαζομένων που ανήκουν στον ίδιο κλάδο με στόχο την προάσπιση των επαγγελματικών τους συμφερόντων: εργατικό/ταξικό ~. Εκπρόσωποι/μέλη ~ου. Το ~ κήρυξε απεργία. Διαπραγματεύσεις μεταξύ ~ων και εργοδοτών/της κυβέρνησης. Πβ. σωματείο. Βλ. -άτο. 2. ομάδα προσώπων που προωθεί τα συμφέροντά της, διαπράττοντας παρανομίες: ~ του εγκλήματος/δολοφόνων. Πβ. κύκλωμα, σπείρα. ΣΥΝ. μαφία (2) [< γαλλ. syndicat] | |
| 48687 | σύνδικος | σύν-δι-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -ίκου}: ΝΟΜ. πρόσωπο που διορίζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο ως εκπρόσωπος του πτωχεύσαντα και έχει ως καθήκον τη συντήρηση και τη διαφύλαξη της πτωχευτικής περιουσίας: οριστικός/προσωρινός ~. ~-εκκαθαριστής ομόρρυθμης εταιρείας. [< αρχ. σύνδικος ‘συνήγορος’, γαλλ. syndic] | |
| 48688 | συνδιοίκηση | συν-δι-οί-κη-ση ουσ. (θηλ.): διοίκηση που ασκεί κάποιος μαζί με άλλον ή άλλους: άτυπη/ιδιότυπη ~. ~ της εταιρείας/του οργανισμού. Όργανα ~ης. Πβ. συναρχία. | |
| 48689 | συνδιοικητής | συν-δι-οι-κη-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που διοικεί μαζί με άλλον ή άλλους: ~ νοσοκομείου/οργανισμού/στρατιάς/τράπεζας. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ