| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48690 | συνδιοικώ | [συνδιοικῶ] συν-δι-οι-κώ ρ. (μτβ.) {-είς ..., -ώντας}: διοικώ μαζί με άλλον ή άλλους: ~ εταιρεία/οργανισμό/τράπεζα. Πβ. συγκυβερνώ. [< αρχ. συνδιοικῶ] | |
| 48691 | συνδιοργανώνω | συν-δι-ορ-γα-νώ-νω ρ. (μτβ.) (επίσ.): διοργανώνω από κοινού. [< αγγλ. co-organize] | |
| 48692 | συνδιοργάνωση | δι-ορ-γά-νω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): από κοινού διοργάνωση. | |
| 48693 | συνδιοργανωτής | , συνδιοργανώτρια συν-δι-ορ-γα-νω-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο ή ομάδα που έχει αναλάβει τη συνδιοργάνωση εκδήλωσης. [< αγγλ. co-organizer, 1885] | |
| 48694 | συνδράμω | συν-δρά-μω ρ. (μτβ.) {συνέδραμ-ε} (λόγ.): προσφέρω βοήθεια, συνήθ. οικονομική: Είναι πρόθυμος να ~ει τον φίλο του στη δύσκολη στιγμή. Θα ~ουν με όλα τα μέσα στην υλοποίηση του έργου. ~ με όλες μου τις δυνάμεις. Θα ~ουν στην καταπολέμηση της ανεργίας. Πβ. συντρέχω. [< υποτ. αορίστου β' συνέδραμον του ρ. συντρέχω] | |
| 49027 | συνδράμω | συ-ντρέ-χω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συνέτρε-ξε, συντρέ-ξει, συντρέχ-ων} (απαιτ. λεξιλόγ.): βοηθώ, συμπαραστέκομαι: Δεν έχει απομείνει κανείς για να τον ~ξει στις δύσκολες στιγμές. Πβ. συνδράμω. ● συντρέχει: υπάρχει, υφίσταται: Δεν ~ κανένας λόγος (ανησυχίας)/κίνδυνος. ~ ανάγκη να ληφθούν μέτρα. Πρέπει να~ξουν πολλοί παράγοντες για να ...|| (ΝΟΜ.) ~ παράβαση/προϋπόθεση του άρθρου ... Ενδέχεται να ~ το ασυμβίβαστο. ~ κώλυμα στο πρόσωπό του. ~ουσα: αρμοδιότητα (= από κοινού, παράλληλη). [< μτγν. συντρέχω] | |
| 48695 | συνδρομή | συν-δρο-μή ουσ. (θηλ.) 1. χρηματικό ποσό που καταβάλλεται εφάπαξ ή σε τακτά χρονικά διαστήματα για την παροχή υπηρεσίας, την αποστολή εφημερίδας, περιοδικού ή το δικαίωμα συμμετοχής σε κάτι, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα: εταιρική/ηλεκτρονική/μηνιαία ~. ~ σε ιστοσελίδα. ~ εξωτερικού/εσωτερικού. ~ για μέλη/συλλόγους/φοιτητές. ~ για έναν χρόνο (= ετήσια ~)/για τέσσερα τεύχη. Ανανέωση/διακοπή/διάρκεια/πληρωμή/τέλος/φόρμα ~ής. Με κάθε νέα ~, δώρο ένα βιβλίο. Ονλάιν ~ μέσω πιστωτικής κάρτας. Διαδίκτυο χωρίς ~. 2. χρηματική, υλική ή άλλης μορφής βοήθεια, υποστήριξη: κρατική/νομική/οικονομική/στεγαστική ~. ~ για την αποπεράτωση/κατασκευή/το κτίσιμο ναού/σχολείου. Βασίζομαι στη/ζητώ τη ~ κάποιου. Χάρη στη ~ των υπευθύνων το θέμα λύθηκε. Με τη ~ των αρμοδίων, το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε. Πβ. συμβολή. ΣΥΝ. αρωγή, ενίσχυση (2) 3. ΙΑΤΡ. το σύνολο των συμπτωμάτων συγκεκριμένης πάθησης, συνήθ. παροδικής: γριπώδης/καταθλιπτική/ψυχωτική ~. Πβ. σύνδρομο. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστική συνδρομή/συνεργασία βλ. δικαστικός ● ΦΡ.: ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής βλ. ρήτρα [< 1: γαλλ. souscription 2: μτγν. συνδρομή] | |
| 48696 | συνδρομητής, συνδρομήτρια | συν-δρο-μη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που καταβάλλει συνδρομή κυρ. για παροχή υπηρεσιών: Γίνομαι/γράφομαι ~. ~ σε εφημερίδα/στο ίντερνετ/σε περιοδικό. ~ές ευρυζωνικών υπηρεσιών/κινητής τηλεφωνίας. Αίτηση/(δωρεάν) εγγραφή/κωδικός ~ή. Κανάλι/τηλεόραση ~ών. [< μεσν. συνδρομητής ΄υποστηρικτής', γαλλ. abonné, αγγλ. subscriber] | |
| 48697 | συνδρομητικός | , ή, ό συν-δρο-μη-τι-κός επίθ.: (κυρ. ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.) που σχετίζεται με τη συνδρομή: ~ός: αριθμός/βρόχος. ~ή: βάση/γραμμή/έρευνα/κάρτα/περιοχή/πλατφόρμα/σελίδα/τηλεόραση/υπηρεσία. ~ό: δίκτυο/κανάλι/κοινό/πακέτο/περιοδικό/πρόγραμμα. Νέα τιμολογιακή πολιτική στη ~ή κινητή τηλεφωνία. ● ΣΥΜΠΛ.: Ασύμμετρη Ψηφιακή Συνδρομητική Γραμμή βλ. ασύμμετρος [< πβ. αγγλ. subscriber, subscription TV, 1950] | |
| 48698 | σύνδρομο | σύν-δρο-μο ουσ. (ουδ.) {συνδρόμ -ου} 1. ΙΑΤΡ. ταυτόχρονη παρουσία κλινικών συμπτωμάτων που χαρακτηρίζουν ορισμένη παθολογική κατάσταση: (οξύ) αναπνευστικό/υπερκινητικό ~. ~ αιφνίδιου θανάτου (βρεφών)/του άρρωστου κτιρίου (: σε άτομα που ζουν ή εργάζονται σε κτίρια στα οποία υπάρχει αυξημένη ρύπανση του αέρα)/του Κόλπου, ενν. του Περσικού (: ψυχικά τραύματα από πολεμικές συρράξεις)/πολυκυστικών ωοθηκών/χρόνιας κόπωσης. Διακατέχεται από/βιώνει το ~ … Πβ. συνδρομή. Βλ. ψυχο~. 2. (μτφ.) ορισμένος τύπος συμπεριφοράς που αποτελείται από μια σειρά αρνητικών εκδηλώσεων και χαρακτηριστικών: εθνικιστικό/καταναλωτικό ~. ~ της εξουσίας (βλ. εξουσιομανία).|| (προφ.) ~ του σκαντζόχοιρου (: της αμυντικής στάσης). Βλ. κόμπλεξ, σύμπλεγμα. ● ΣΥΜΠΛ.: νόσος/σύνδρομο (του) Πάρκινσον: ΙΑΤΡ. πάρκινσον. , σύνδρομο κακοποιημένου παιδιού: σύνολο σωματικών και ψυχικών τραυμάτων που εκδηλώνονται σε παιδιά και οφείλονται στη συστηματικά βίαιη συμπεριφορά ή στην αδιαφορία ενηλίκων, συνήθ. των γονέων τους. Βλ. ενδοοικογενειακή βία, παιδική κακοποίηση, ξυλοδαρμός. [< αγγλ. battered child syndrome, 1962] , σύνδρομο οικονομικής θέσης: ΙΑΤΡ. φλεβική θρόμβωση λόγω συγκέντρωσης αίματος στα πόδια ύστερα από πολύωρο, κυρ. αεροπορικό, ταξίδι. [< αγγλ. economy class syndrome, 1977] , αυχενικό σύνδρομο βλ. αυχενικός, κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο βλ. νευροληπτικός, κατοχικό σύνδρομο βλ. κατοχικός, μανία καταδίωξης/καταδιώξεως βλ. καταδίωξη, μεταβολικό σύνδρομο βλ. μεταβολικός, μετατραυματικό στρες/σύνδρομο βλ. μετατραυματικός, νεφρωσικό σύνδρομο βλ. νεφρωσικός, σύνδρομο (του) Άσπεργκερ βλ. Άσπεργκερ, σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας/ανοσολογικής ανεπάρκειας βλ. ανοσοανεπάρκεια, σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου βλ. έντερο, σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα βλ. καρπιαίος, σύνδρομο ντάμπινγκ βλ. ντάμπινγκ1, σύνδρομο ντάουν/Down βλ. ντάουν1, σύνδρομο στέρησης/στερητικό σύνδρομο βλ. στέρηση, σύνδρομο της άδειας φωλιάς βλ. φωλιά, σύνδρομο του άρρωστου κτιρίου βλ. κτίριο, σύνδρομο της ύβρεως βλ. ύβρις, υπνοαπνοϊκό σύνδρομο βλ. υπνοαπνοϊκός, φαινόμενο της πεταλούδας βλ. πεταλούδα ● ΦΡ.: σύνδρομο της Στοκχόλμης: ΨΥΧΟΛ. ψυχολογική αντίδραση που εκδηλώνουν συνήθ. θύματα απαγωγής, η οποία συνίσταται στην ανάπτυξη αισθημάτων υπακοής, θαυμασμού, ταύτισης ή και αγάπης για τους απαγωγείς τους. [< αγγλ. Stockholm syndrome, 1978] [< γαλλ.-αγγλ. syndrome, πβ. αρχ. επίθ. σύνδρομος 'που τρέχει μαζί ή συμπίπτει με κάποιον/κάτι΄] | |
| 48699 | συνδυάζω | συν-δυ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {συνδύα-σα (σπάν.-λόγ.) συνεδύασα, συνδυά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, συνδυάζ-οντας, -όμενος, συνδυα-σμένος} 1. κάνω να συνυπάρχουν στοιχεία συνήθ. διαφορετικά ή αντίθετα μεταξύ τους, συνταιριάζω, εναρμονίζω: Διακόσμηση που ~ει το κλασικό με το μοντέρνο. Το νέο μοντέλο αυτοκινήτου ~ει υψηλή ποιότητα με προσιτή τιμή. Nησί που ~ει βουνό και θάλασσα. Στην ταινία ~ονται το δράμα με την κωμωδία.|| Το λευκό κρασί ~εται (= πάει, ταιριάζει) με το ψάρι. Η άσκηση πρέπει να ~εται με σωστή διατροφή. ~σμένη: (ιατρική, φαρμακευτική) αγωγή/(στρατιωτική) άσκηση/εφαρμογή (άρθρων/διατάξεων)/χρήση.|| (μτφ., σε ομαδικό άθλημα) ~σμένη: (= συντονισμένη) ενέργεια/επίθεση. 2. συσχετίζω (γεγονότα, καταστάσεις): (Η Αστυνομία) ~σε τις πληροφορίες/τα στοιχεία και συνέλαβε τους ενόχους. Νόσος που ~εται (= σχετίζεται) άμεσα με την κακή διατροφή. Τα νέα μέτρα ~ονται με την πορεία της οικονομίας. ΣΥΝ. συνδέω (3) ΑΝΤ. αποσυνδέω (2) ● ΣΥΜΠΛ.: συνδυασμένες επιχειρήσεις: ΣΤΡΑΤ. συντονισμένες στρατιωτικές ενέργειες που γίνονται από δύο ή περισσότερα κράτη ή με τη συμμετοχή του Στρατού Ξηράς, της Πολεμικής Αεροπορίας και του Ναυτικού., συνδυασμένη θεραπεία βλ. θεραπεία, σύνθετη/συνδυασμένη αναζήτηση βλ. σύνθετος ● ΦΡ.: συνδυάζω το τερπνόν μετά του ωφελίμου βλ. τερπνός [< αρχ. συνδυάζω, γαλλ. combiner] | |
| 48700 | συνδυασμός | συν-δυ-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. συνύπαρξη ή ένωση στοιχείων, ιδιοτήτων, συνήθ. διαφορετικών ή αντίθετων μεταξύ τους: ~ ποιότητας και χαμηλής τιμής. ~οί τροφών/φαρμάκων.|| ~ ενεργειών (= συντονισμός)/κινήσεων/λέξεων/ρούχων/χρωμάτων. Διακοσμητικοί/διατροφικοί/ενδυματολογικοί ~οί. Πβ. εναρμόνιση, συνταίριασμα.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ φθόγγων/φωνημάτων. 2. συσχέτιση (γεγονότων ή καταστάσεων): ~ επιχειρημάτων/πληροφοριών. Τα προβλήματά του, σε ~ό με την ευαισθησία του, τον οδήγησαν σε κατάθλιψη. 3. μηχανικό σύστημα ασφάλισης και απασφάλισης και η αντίστοιχη σειρά αριθμών με την επιλογή των οποίων λειτουργεί: ~ κλειδαριάς/χρηματοκιβωτίου. Λουκέτα ~ού. 4. ΠΟΛΙΤ. το σύνολο των υποψηφίων που περιλαμβάνονται στο ψηφοδέλτιο κόμματος ή παράταξης (σε εκλογές): δημοτικός ~. Επικεφαλής/(επίσημη) παρουσίαση/πρόγραμμα του ~ού. Κατεβαίνω με τον/στον ~ό ... ● ΦΡ.: συνδυασμός αποτελεσμάτων: (στην αθλητική δημοσιογραφία) η συσχέτιση των σκορ αθλητικών αγώνων ως παράγοντας που ευνοεί τους στόχους μιας τρίτης ομάδας: Σε ~ό ~ ελπίζει για τη σωτηρία της η ομάδα. Θα χρειαστεί ευνοϊκός ~ ~ για την πρόκριση της Εθνικής. [< αρχ. συνδυασμός ‘δυάδα, ζευγάρωμα’, γαλλ. combinaison] | |
| 48701 | συνδυαστικός | , ή, ό συν-δυ-α-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον συνδυασμό ή παρέχει τη δυνατότητα για τη δημιουργία συνδυασμών: ~ή: θεραπεία/θεωρία/ικανότητα/μεθοδολογία/φαντασία (βλ. δημιουργικός). ~ό: διάβασμα/εισιτήριο. ~ή προσέγγιση των αντικειμένων διδασκαλίας (πβ. διαθεματικός· βλ. διεπιστημονικός). Οι ~ές ερωτήσεις (: που απαιτούν συνδυασμό διαφόρων σημείων της εξεταζόμενης ύλης) προϋποθέτουν κριτική σκέψη. Οι ~ές δυνατότητες των λέξεων (βλ. σύμπλοκο). ● επίρρ.: συνδυαστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συνδυαστική ανάλυση & συνδυαστική (η): ΜΑΘ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο τον προσδιορισμό του αριθμού των δυνατών συνδυασμών τους οποίους μπορεί να σχηματίσει ένα δεδομένο σύνολο αντικειμένων ή συμβόλων. [< αρχ. συνδυαστικός, γαλλ. combinatoire] | |
| 48702 | συνδυαστικότητα | συν-δυ-α-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συνδυαστικού: ~ επιστημών/φυτοφαρμάκων. Δοκιμή/έλεγχος ~ας. Βλ. -ότητα. | |
| 48703 | συνεγγυητής | συ-νεγ-γυ-η-τής ουσ. (αρσ.) {θηλ. συνεγγυήτρια} (επίσ.): πρόσωπο που εγγυάται (κάτι) μαζί με άλλον ή άλλους: Καθίσταμαι/ορίζομαι ~. Συμμετέχω (σε έργο) ως ~. ~ σε δάνειο. [< μτγν. συνεγγυητής] | |
| 48704 | σύνεγγυς | σύ-νεγ-γυς επίρρ. (λόγ.): στη ● ΦΡ.: εκ του σύνεγγυς: από κοντά: συνομιλίες ~ ~. Παρακολουθούσε ~ ~ τις εξελίξεις/την κατάσταση. ΑΝΤ. εκ του μακρόθεν [< μτγν. ἐκ τοῦ σύνεγγυς] [< αρχ. σύνεγγυς] | |
| 48705 | συνεγείρω | συ-νε-γεί-ρω ρ. (μτβ.) {συνήγειρ-ε, συνεγείρ-οντας} (λόγ.): ξεσηκώνω, προκαλώ κινητοποίηση: ~ει τους κατοίκους/την κοινή γνώμη/τον κόσμο/τα πλήθη. Ο λόγος του με συγκινεί και με ~ει. Πβ. εγείρω. [< μτγν. συνεγείρω ‘σηκώνω ή υποκινώ μαζί’] | |
| 48706 | συνεδρία | συ-νε-δρί-α ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) συνεδρίαση, καθώς και τα μέλη που μετέχουν σε αυτή: απογευματινή/εκπαιδευτική/εναρκτήρια/επιστημονική/θεματική/παιδαγωγική ~. ~ της Ολομέλειας/της Συγκλήτου/του Υπουργικού Συμβουλίου. Παράλληλες ~ες στις αίθουσες/στο αμφιθέατρο. ~ υπό την προεδρία του/της ... Το αριστείο θα απονεμηθεί κατά την πανηγυρική ~. 2. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. καθεμία από τις προκαθορισμένες συναντήσεις ειδικού θεραπευτή ή γιατρού με ασθενή, οι οποίες εντάσσονται στη θεραπευτική αγωγή: συμβουλευτική/ψυχαναλυτική ~. ~ες βελονισμού/φυσικοθεραπείας. Βλ. επίσκεψη, τηλε~. [< 1: αρχ. συνεδρία 2: αγγλ. session] | |
| 48707 | συνεδριάζω | συ-νε-δρι-ά-ζω ρ. (αμτβ.) {συνεδρία-σα, συνεδριάζ-οντας}: παίρνω μέρος σε συνεδρίαση: ~ουν οι αρχηγοί κρατών/οι βουλευτές/οι εκπρόσωποι (των τοπικών εκθέσεων)/οι επιτροπές. ~σαν οι δύο αντιπροσωπείες. Πβ. συνέρχομαι, συσκέπτομαι.|| (συνεκδ. για συλλογικό όργανο) ~ει το δικαστήριο/το διοικητικό συμβούλιο/η Ιερά Σύνοδος/ο σύλλογος των καθηγητών. [< μτγν. συνεδριάζω ‘συμμετέχω σε συμβούλιο’] | |
| 48708 | συνεδριακός | , ή, ό συ-νε-δρι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με συνέδριο: ~ός: διάλογος/εξοπλισμός/τουρισμός/χώρος. ~ή: αίθουσα/εκδήλωση/συνάντηση/υποδομή. ~ό: κέντρο/συγκρότημα/υλικό. Βλ. προ~. [< μτγν. συνεδριακός 'αυτός που διοικείται από ένα συνέδριο', γαλλ. de congrès] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ