| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48678 | συνδιαχειρίζομαι | συν-δι-α-χει-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {συνδιαχειρί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί} (λόγ.): διαχειρίζομαι μαζί με άλλον ή άλλους: ~ονται τα οικονομικά/την περιουσία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~εται την ιστοσελίδα/το μπλογκ με ...|| Ως κορυφαίος υπουργός της κυβέρνησης ~στηκε την εξουσία (= άσκησε από κοινού). Αδυνατούν να ~στούν με επιτυχία τους συνδικαλιστικούς αγώνες/την κρίση. [< αγγλ. comanage, γαλλ. cogérer, περ. 1950] | |
| 48679 | συνδιαχείριση | συν-δι-α-χεί-ρι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια του συνδιαχειρίζομαι: (ΟΙΚΟΝ.) ~ των κοιτασμάτων πετρελαίου/των πόρων των Ταμείων. (ΝΟΜ.) δικαίωμα ~ης της περιουσίας ανηλίκου (: και από τους δύο διαζευγμένους γονείς του). (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων/μπλογκ. Δικαιώματα ~ης διαδικτυακού τόπου.|| ~ των αποβλήτων/της εξουσίας/των νερών του ποταμού .../των οικοσυστημάτων της περιοχής. Ειδικό/προσωρινό καθεστώς ~ης. (αρνητ. συνυποδ.) Λογικές ~ης. [< αγγλ. comanagement, γαλλ. cogérance, cogestion, 1945] | |
| 48680 | συνδιαχειριστής | συν-δι-α-χει-ρι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που διαχειρίζεται κάτι από κοινού με άλλον ή άλλους: ~ές της εξουσίας.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ της ιστοσελίδας. Βλ. γουεμπμάστερ. [< αγγλ. comanager, γαλλ. cogérant] | |
| 48681 | συνδιδασκαλία | συν-δι-δα-σκα-λί-α ουσ. (θηλ.): διδασκαλία που διεξάγεται από τον ίδιο διδάσκοντα σε δύο ή περισσότερες σχολικές τάξεις οι οποίες βρίσκονται ταυτόχρονα στον ίδιο χώρο: ~ τμημάτων στα μαθήματα γενικής παιδείας. | |
| 48682 | συνδικαλίζομαι | συν-δι-κα-λί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνδικαλί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, συνδικαλιζ-όμενος, συνδικαλι-σμένος | σπάν. στην ενεργ. φωνή συνδικαλίζ-ω}: ασχολούμαι με τον συνδικαλισμό, κυρ. συμμετέχοντας σε συνδικαλιστική οργάνωση: ~ονται οι εργαζόμενοι. ~σμένοι: αγρότες/υπάλληλοι. Ένστολοι ~όμενοι.|| Η παράταξη ~ει τους νεοεισερχόμενους φοιτητές. ● ΣΥΜΠΛ.: η ελευθερία/το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι & το συνδικαλίζεσθαι: συνδικαλιστική ελευθερία. [< γαλλ. (se) syndicaliser, 1926] | |
| 48683 | συνδικαλισμός | συν-δι-κα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ίδρυση και οργάνωση συνδικάτων από τους εργαζομένους με σκοπό τη διεκδίκηση και διασφάλιση των επαγγελματικών δικαιωμάτων και συμφερόντων τους, συνδικαλιστικό κίνημα: ελεύθερος/εργατικός/μαχητικός/ταξικός/φοιτητικός ~.|| (μειωτ.) Εργοδοτικός /κομματικός/κυβερνητικός ~.|| (ως κοινωνικοπολιτική θεωρία :) Αναρχικός (= αναρχο~)/επαναστατικός ~ (πβ. κορπορατισμός). Βλ. -ισμός. [< γαλλ. syndicalisme, 1894] | |
| 48684 | συνδικαλιστής, συνδικαλίστρια | συν-δι-κα-λι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): εκλεγμένος εκπρόσωπος των εργαζομένων σε συνδικαλιστική οργάνωση ενός κλάδου: παλαίμαχος ~. (μειωτ.) Κρατικοδίαιτοι/κυβερνητικοί ~ές. Βλ. αγροτο~. [< γαλλ. syndicaliste, 1875] | |
| 48685 | συνδικαλιστικός | , ή, ό συν-δι-κα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον συνδικαλισμό ή τον συνδικαλιστή: ~ός: αγώνας/εκπρόσωπος/λόγος/φορέας. ~ή: άδεια/ασυλία/δράση/ηγεσία. ~ό: δικαίωμα/καθήκον/όργανο/στέλεχος/σωματείο. ~ές: ενώσεις/παρατάξεις. Το ~ό κίνημα.|| Πρωτοβάθμια/δευτεροβάθμια (βλ. Εργατικό Κέντρο, ομοσπονδία)/τριτοβάθμια ~ή οργάνωση. ● επίρρ.: συνδικαλιστικά ● ΣΥΜΠΛ.: συνδικαλιστική ελευθερία: το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των εργαζομένων να συμμετέχουν σε συνδικάτα και να προασπίζουν τα επαγγελματικά τους συμφέροντα. ΣΥΝ. η ελευθερία/το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι [< γαλλ. syndicaliste] | |
| 48686 | συνδικάτο | συν-δι-κά-το ουσ. (ουδ.) 1. ένωση εργαζομένων που ανήκουν στον ίδιο κλάδο με στόχο την προάσπιση των επαγγελματικών τους συμφερόντων: εργατικό/ταξικό ~. Εκπρόσωποι/μέλη ~ου. Το ~ κήρυξε απεργία. Διαπραγματεύσεις μεταξύ ~ων και εργοδοτών/της κυβέρνησης. Πβ. σωματείο. Βλ. -άτο. 2. ομάδα προσώπων που προωθεί τα συμφέροντά της, διαπράττοντας παρανομίες: ~ του εγκλήματος/δολοφόνων. Πβ. κύκλωμα, σπείρα. ΣΥΝ. μαφία (2) [< γαλλ. syndicat] | |
| 48687 | σύνδικος | σύν-δι-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -ίκου}: ΝΟΜ. πρόσωπο που διορίζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο ως εκπρόσωπος του πτωχεύσαντα και έχει ως καθήκον τη συντήρηση και τη διαφύλαξη της πτωχευτικής περιουσίας: οριστικός/προσωρινός ~. ~-εκκαθαριστής ομόρρυθμης εταιρείας. [< αρχ. σύνδικος ‘συνήγορος’, γαλλ. syndic] | |
| 48688 | συνδιοίκηση | συν-δι-οί-κη-ση ουσ. (θηλ.): διοίκηση που ασκεί κάποιος μαζί με άλλον ή άλλους: άτυπη/ιδιότυπη ~. ~ της εταιρείας/του οργανισμού. Όργανα ~ης. Πβ. συναρχία. | |
| 48689 | συνδιοικητής | συν-δι-οι-κη-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που διοικεί μαζί με άλλον ή άλλους: ~ νοσοκομείου/οργανισμού/στρατιάς/τράπεζας. | |
| 48690 | συνδιοικώ | [συνδιοικῶ] συν-δι-οι-κώ ρ. (μτβ.) {-είς ..., -ώντας}: διοικώ μαζί με άλλον ή άλλους: ~ εταιρεία/οργανισμό/τράπεζα. Πβ. συγκυβερνώ. [< αρχ. συνδιοικῶ] | |
| 48691 | συνδιοργανώνω | συν-δι-ορ-γα-νώ-νω ρ. (μτβ.) (επίσ.): διοργανώνω από κοινού. [< αγγλ. co-organize] | |
| 48692 | συνδιοργάνωση | δι-ορ-γά-νω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): από κοινού διοργάνωση. | |
| 48693 | συνδιοργανωτής | , συνδιοργανώτρια συν-δι-ορ-γα-νω-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο ή ομάδα που έχει αναλάβει τη συνδιοργάνωση εκδήλωσης. [< αγγλ. co-organizer, 1885] | |
| 48694 | συνδράμω | συν-δρά-μω ρ. (μτβ.) {συνέδραμ-ε} (λόγ.): προσφέρω βοήθεια, συνήθ. οικονομική: Είναι πρόθυμος να ~ει τον φίλο του στη δύσκολη στιγμή. Θα ~ουν με όλα τα μέσα στην υλοποίηση του έργου. ~ με όλες μου τις δυνάμεις. Θα ~ουν στην καταπολέμηση της ανεργίας. Πβ. συντρέχω. [< υποτ. αορίστου β' συνέδραμον του ρ. συντρέχω] | |
| 49027 | συνδράμω | συ-ντρέ-χω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {συνέτρε-ξε, συντρέ-ξει, συντρέχ-ων} (απαιτ. λεξιλόγ.): βοηθώ, συμπαραστέκομαι: Δεν έχει απομείνει κανείς για να τον ~ξει στις δύσκολες στιγμές. Πβ. συνδράμω. ● συντρέχει: υπάρχει, υφίσταται: Δεν ~ κανένας λόγος (ανησυχίας)/κίνδυνος. ~ ανάγκη να ληφθούν μέτρα. Πρέπει να~ξουν πολλοί παράγοντες για να ...|| (ΝΟΜ.) ~ παράβαση/προϋπόθεση του άρθρου ... Ενδέχεται να ~ το ασυμβίβαστο. ~ κώλυμα στο πρόσωπό του. ~ουσα: αρμοδιότητα (= από κοινού, παράλληλη). [< μτγν. συντρέχω] | |
| 48695 | συνδρομή | συν-δρο-μή ουσ. (θηλ.) 1. χρηματικό ποσό που καταβάλλεται εφάπαξ ή σε τακτά χρονικά διαστήματα για την παροχή υπηρεσίας, την αποστολή εφημερίδας, περιοδικού ή το δικαίωμα συμμετοχής σε κάτι, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα: εταιρική/ηλεκτρονική/μηνιαία ~. ~ σε ιστοσελίδα. ~ εξωτερικού/εσωτερικού. ~ για μέλη/συλλόγους/φοιτητές. ~ για έναν χρόνο (= ετήσια ~)/για τέσσερα τεύχη. Ανανέωση/διακοπή/διάρκεια/πληρωμή/τέλος/φόρμα ~ής. Με κάθε νέα ~, δώρο ένα βιβλίο. Ονλάιν ~ μέσω πιστωτικής κάρτας. Διαδίκτυο χωρίς ~. 2. χρηματική, υλική ή άλλης μορφής βοήθεια, υποστήριξη: κρατική/νομική/οικονομική/στεγαστική ~. ~ για την αποπεράτωση/κατασκευή/το κτίσιμο ναού/σχολείου. Βασίζομαι στη/ζητώ τη ~ κάποιου. Χάρη στη ~ των υπευθύνων το θέμα λύθηκε. Με τη ~ των αρμοδίων, το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε. Πβ. συμβολή. ΣΥΝ. αρωγή, ενίσχυση (2) 3. ΙΑΤΡ. το σύνολο των συμπτωμάτων συγκεκριμένης πάθησης, συνήθ. παροδικής: γριπώδης/καταθλιπτική/ψυχωτική ~. Πβ. σύνδρομο. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστική συνδρομή/συνεργασία βλ. δικαστικός ● ΦΡ.: ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής βλ. ρήτρα [< 1: γαλλ. souscription 2: μτγν. συνδρομή] | |
| 48696 | συνδρομητής, συνδρομήτρια | συν-δρο-μη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που καταβάλλει συνδρομή κυρ. για παροχή υπηρεσιών: Γίνομαι/γράφομαι ~. ~ σε εφημερίδα/στο ίντερνετ/σε περιοδικό. ~ές ευρυζωνικών υπηρεσιών/κινητής τηλεφωνίας. Αίτηση/(δωρεάν) εγγραφή/κωδικός ~ή. Κανάλι/τηλεόραση ~ών. [< μεσν. συνδρομητής ΄υποστηρικτής', γαλλ. abonné, αγγλ. subscriber] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ