| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48697 | συνδρομητικός | , ή, ό συν-δρο-μη-τι-κός επίθ.: (κυρ. ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.) που σχετίζεται με τη συνδρομή: ~ός: αριθμός/βρόχος. ~ή: βάση/γραμμή/έρευνα/κάρτα/περιοχή/πλατφόρμα/σελίδα/τηλεόραση/υπηρεσία. ~ό: δίκτυο/κανάλι/κοινό/πακέτο/περιοδικό/πρόγραμμα. Νέα τιμολογιακή πολιτική στη ~ή κινητή τηλεφωνία. ● ΣΥΜΠΛ.: Ασύμμετρη Ψηφιακή Συνδρομητική Γραμμή βλ. ασύμμετρος [< πβ. αγγλ. subscriber, subscription TV, 1950] | |
| 48698 | σύνδρομο | σύν-δρο-μο ουσ. (ουδ.) {συνδρόμ -ου} 1. ΙΑΤΡ. ταυτόχρονη παρουσία κλινικών συμπτωμάτων που χαρακτηρίζουν ορισμένη παθολογική κατάσταση: (οξύ) αναπνευστικό/υπερκινητικό ~. ~ αιφνίδιου θανάτου (βρεφών)/του άρρωστου κτιρίου (: σε άτομα που ζουν ή εργάζονται σε κτίρια στα οποία υπάρχει αυξημένη ρύπανση του αέρα)/του Κόλπου, ενν. του Περσικού (: ψυχικά τραύματα από πολεμικές συρράξεις)/πολυκυστικών ωοθηκών/χρόνιας κόπωσης. Διακατέχεται από/βιώνει το ~ … Πβ. συνδρομή. Βλ. ψυχο~. 2. (μτφ.) ορισμένος τύπος συμπεριφοράς που αποτελείται από μια σειρά αρνητικών εκδηλώσεων και χαρακτηριστικών: εθνικιστικό/καταναλωτικό ~. ~ της εξουσίας (βλ. εξουσιομανία).|| (προφ.) ~ του σκαντζόχοιρου (: της αμυντικής στάσης). Βλ. κόμπλεξ, σύμπλεγμα. ● ΣΥΜΠΛ.: νόσος/σύνδρομο (του) Πάρκινσον: ΙΑΤΡ. πάρκινσον. , σύνδρομο κακοποιημένου παιδιού: σύνολο σωματικών και ψυχικών τραυμάτων που εκδηλώνονται σε παιδιά και οφείλονται στη συστηματικά βίαιη συμπεριφορά ή στην αδιαφορία ενηλίκων, συνήθ. των γονέων τους. Βλ. ενδοοικογενειακή βία, παιδική κακοποίηση, ξυλοδαρμός. [< αγγλ. battered child syndrome, 1962] , σύνδρομο οικονομικής θέσης: ΙΑΤΡ. φλεβική θρόμβωση λόγω συγκέντρωσης αίματος στα πόδια ύστερα από πολύωρο, κυρ. αεροπορικό, ταξίδι. [< αγγλ. economy class syndrome, 1977] , αυχενικό σύνδρομο βλ. αυχενικός, κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο βλ. νευροληπτικός, κατοχικό σύνδρομο βλ. κατοχικός, μανία καταδίωξης/καταδιώξεως βλ. καταδίωξη, μεταβολικό σύνδρομο βλ. μεταβολικός, μετατραυματικό στρες/σύνδρομο βλ. μετατραυματικός, νεφρωσικό σύνδρομο βλ. νεφρωσικός, σύνδρομο (του) Άσπεργκερ βλ. Άσπεργκερ, σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας/ανοσολογικής ανεπάρκειας βλ. ανοσοανεπάρκεια, σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου βλ. έντερο, σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα βλ. καρπιαίος, σύνδρομο ντάμπινγκ βλ. ντάμπινγκ1, σύνδρομο ντάουν/Down βλ. ντάουν1, σύνδρομο στέρησης/στερητικό σύνδρομο βλ. στέρηση, σύνδρομο της άδειας φωλιάς βλ. φωλιά, σύνδρομο του άρρωστου κτιρίου βλ. κτίριο, σύνδρομο της ύβρεως βλ. ύβρις, υπνοαπνοϊκό σύνδρομο βλ. υπνοαπνοϊκός, φαινόμενο της πεταλούδας βλ. πεταλούδα ● ΦΡ.: σύνδρομο της Στοκχόλμης: ΨΥΧΟΛ. ψυχολογική αντίδραση που εκδηλώνουν συνήθ. θύματα απαγωγής, η οποία συνίσταται στην ανάπτυξη αισθημάτων υπακοής, θαυμασμού, ταύτισης ή και αγάπης για τους απαγωγείς τους. [< αγγλ. Stockholm syndrome, 1978] [< γαλλ.-αγγλ. syndrome, πβ. αρχ. επίθ. σύνδρομος 'που τρέχει μαζί ή συμπίπτει με κάποιον/κάτι΄] | |
| 48699 | συνδυάζω | συν-δυ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {συνδύα-σα (σπάν.-λόγ.) συνεδύασα, συνδυά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, συνδυάζ-οντας, -όμενος, συνδυα-σμένος} 1. κάνω να συνυπάρχουν στοιχεία συνήθ. διαφορετικά ή αντίθετα μεταξύ τους, συνταιριάζω, εναρμονίζω: Διακόσμηση που ~ει το κλασικό με το μοντέρνο. Το νέο μοντέλο αυτοκινήτου ~ει υψηλή ποιότητα με προσιτή τιμή. Nησί που ~ει βουνό και θάλασσα. Στην ταινία ~ονται το δράμα με την κωμωδία.|| Το λευκό κρασί ~εται (= πάει, ταιριάζει) με το ψάρι. Η άσκηση πρέπει να ~εται με σωστή διατροφή. ~σμένη: (ιατρική, φαρμακευτική) αγωγή/(στρατιωτική) άσκηση/εφαρμογή (άρθρων/διατάξεων)/χρήση.|| (μτφ., σε ομαδικό άθλημα) ~σμένη: (= συντονισμένη) ενέργεια/επίθεση. 2. συσχετίζω (γεγονότα, καταστάσεις): (Η Αστυνομία) ~σε τις πληροφορίες/τα στοιχεία και συνέλαβε τους ενόχους. Νόσος που ~εται (= σχετίζεται) άμεσα με την κακή διατροφή. Τα νέα μέτρα ~ονται με την πορεία της οικονομίας. ΣΥΝ. συνδέω (3) ΑΝΤ. αποσυνδέω (2) ● ΣΥΜΠΛ.: συνδυασμένες επιχειρήσεις: ΣΤΡΑΤ. συντονισμένες στρατιωτικές ενέργειες που γίνονται από δύο ή περισσότερα κράτη ή με τη συμμετοχή του Στρατού Ξηράς, της Πολεμικής Αεροπορίας και του Ναυτικού., συνδυασμένη θεραπεία βλ. θεραπεία, σύνθετη/συνδυασμένη αναζήτηση βλ. σύνθετος ● ΦΡ.: συνδυάζω το τερπνόν μετά του ωφελίμου βλ. τερπνός [< αρχ. συνδυάζω, γαλλ. combiner] | |
| 48700 | συνδυασμός | συν-δυ-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. συνύπαρξη ή ένωση στοιχείων, ιδιοτήτων, συνήθ. διαφορετικών ή αντίθετων μεταξύ τους: ~ ποιότητας και χαμηλής τιμής. ~οί τροφών/φαρμάκων.|| ~ ενεργειών (= συντονισμός)/κινήσεων/λέξεων/ρούχων/χρωμάτων. Διακοσμητικοί/διατροφικοί/ενδυματολογικοί ~οί. Πβ. εναρμόνιση, συνταίριασμα.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ φθόγγων/φωνημάτων. 2. συσχέτιση (γεγονότων ή καταστάσεων): ~ επιχειρημάτων/πληροφοριών. Τα προβλήματά του, σε ~ό με την ευαισθησία του, τον οδήγησαν σε κατάθλιψη. 3. μηχανικό σύστημα ασφάλισης και απασφάλισης και η αντίστοιχη σειρά αριθμών με την επιλογή των οποίων λειτουργεί: ~ κλειδαριάς/χρηματοκιβωτίου. Λουκέτα ~ού. 4. ΠΟΛΙΤ. το σύνολο των υποψηφίων που περιλαμβάνονται στο ψηφοδέλτιο κόμματος ή παράταξης (σε εκλογές): δημοτικός ~. Επικεφαλής/(επίσημη) παρουσίαση/πρόγραμμα του ~ού. Κατεβαίνω με τον/στον ~ό ... ● ΦΡ.: συνδυασμός αποτελεσμάτων: (στην αθλητική δημοσιογραφία) η συσχέτιση των σκορ αθλητικών αγώνων ως παράγοντας που ευνοεί τους στόχους μιας τρίτης ομάδας: Σε ~ό ~ ελπίζει για τη σωτηρία της η ομάδα. Θα χρειαστεί ευνοϊκός ~ ~ για την πρόκριση της Εθνικής. [< αρχ. συνδυασμός ‘δυάδα, ζευγάρωμα’, γαλλ. combinaison] | |
| 48701 | συνδυαστικός | , ή, ό συν-δυ-α-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον συνδυασμό ή παρέχει τη δυνατότητα για τη δημιουργία συνδυασμών: ~ή: θεραπεία/θεωρία/ικανότητα/μεθοδολογία/φαντασία (βλ. δημιουργικός). ~ό: διάβασμα/εισιτήριο. ~ή προσέγγιση των αντικειμένων διδασκαλίας (πβ. διαθεματικός· βλ. διεπιστημονικός). Οι ~ές ερωτήσεις (: που απαιτούν συνδυασμό διαφόρων σημείων της εξεταζόμενης ύλης) προϋποθέτουν κριτική σκέψη. Οι ~ές δυνατότητες των λέξεων (βλ. σύμπλοκο). ● επίρρ.: συνδυαστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: συνδυαστική ανάλυση & συνδυαστική (η): ΜΑΘ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο τον προσδιορισμό του αριθμού των δυνατών συνδυασμών τους οποίους μπορεί να σχηματίσει ένα δεδομένο σύνολο αντικειμένων ή συμβόλων. [< αρχ. συνδυαστικός, γαλλ. combinatoire] | |
| 48702 | συνδυαστικότητα | συν-δυ-α-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συνδυαστικού: ~ επιστημών/φυτοφαρμάκων. Δοκιμή/έλεγχος ~ας. Βλ. -ότητα. | |
| 48703 | συνεγγυητής | συ-νεγ-γυ-η-τής ουσ. (αρσ.) {θηλ. συνεγγυήτρια} (επίσ.): πρόσωπο που εγγυάται (κάτι) μαζί με άλλον ή άλλους: Καθίσταμαι/ορίζομαι ~. Συμμετέχω (σε έργο) ως ~. ~ σε δάνειο. [< μτγν. συνεγγυητής] | |
| 48704 | σύνεγγυς | σύ-νεγ-γυς επίρρ. (λόγ.): στη ● ΦΡ.: εκ του σύνεγγυς: από κοντά: συνομιλίες ~ ~. Παρακολουθούσε ~ ~ τις εξελίξεις/την κατάσταση. ΑΝΤ. εκ του μακρόθεν [< μτγν. ἐκ τοῦ σύνεγγυς] [< αρχ. σύνεγγυς] | |
| 48705 | συνεγείρω | συ-νε-γεί-ρω ρ. (μτβ.) {συνήγειρ-ε, συνεγείρ-οντας} (λόγ.): ξεσηκώνω, προκαλώ κινητοποίηση: ~ει τους κατοίκους/την κοινή γνώμη/τον κόσμο/τα πλήθη. Ο λόγος του με συγκινεί και με ~ει. Πβ. εγείρω. [< μτγν. συνεγείρω ‘σηκώνω ή υποκινώ μαζί’] | |
| 48706 | συνεδρία | συ-νε-δρί-α ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) συνεδρίαση, καθώς και τα μέλη που μετέχουν σε αυτή: απογευματινή/εκπαιδευτική/εναρκτήρια/επιστημονική/θεματική/παιδαγωγική ~. ~ της Ολομέλειας/της Συγκλήτου/του Υπουργικού Συμβουλίου. Παράλληλες ~ες στις αίθουσες/στο αμφιθέατρο. ~ υπό την προεδρία του/της ... Το αριστείο θα απονεμηθεί κατά την πανηγυρική ~. 2. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. καθεμία από τις προκαθορισμένες συναντήσεις ειδικού θεραπευτή ή γιατρού με ασθενή, οι οποίες εντάσσονται στη θεραπευτική αγωγή: συμβουλευτική/ψυχαναλυτική ~. ~ες βελονισμού/φυσικοθεραπείας. Βλ. επίσκεψη, τηλε~. [< 1: αρχ. συνεδρία 2: αγγλ. session] | |
| 48707 | συνεδριάζω | συ-νε-δρι-ά-ζω ρ. (αμτβ.) {συνεδρία-σα, συνεδριάζ-οντας}: παίρνω μέρος σε συνεδρίαση: ~ουν οι αρχηγοί κρατών/οι βουλευτές/οι εκπρόσωποι (των τοπικών εκθέσεων)/οι επιτροπές. ~σαν οι δύο αντιπροσωπείες. Πβ. συνέρχομαι, συσκέπτομαι.|| (συνεκδ. για συλλογικό όργανο) ~ει το δικαστήριο/το διοικητικό συμβούλιο/η Ιερά Σύνοδος/ο σύλλογος των καθηγητών. [< μτγν. συνεδριάζω ‘συμμετέχω σε συμβούλιο’] | |
| 48708 | συνεδριακός | , ή, ό συ-νε-δρι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με συνέδριο: ~ός: διάλογος/εξοπλισμός/τουρισμός/χώρος. ~ή: αίθουσα/εκδήλωση/συνάντηση/υποδομή. ~ό: κέντρο/συγκρότημα/υλικό. Βλ. προ~. [< μτγν. συνεδριακός 'αυτός που διοικείται από ένα συνέδριο', γαλλ. de congrès] | |
| 48709 | συνεδρίαση | συ-νε-δρί-α-ση ουσ. (θηλ.): επίσημη συγκέντρωση των μελών συλλογικού οργάνου κατά την οποία εξετάζονται θέματα που αφορούν τις δικαιοδοσίες τους: ανοιχτή/άτυπη/εβδομαδιαία/ειδική/έκτακτη/επεισοδιακή/κοινή/κρίσιμη/μαραθώνια/πολύωρη/προκαταρκτική/τακτική ~. ~ της Βουλής/της Επιτροπής Ερευνών/της Συγκλήτου/του Προεδρείου. ~ του Δημοτικού/Διοικητικού/Εκτελεστικού/Υπουργικού Συμβουλίου. Αναβολή/αντικείμενο/εργασίες/θέμα(τα)/ημερήσια διάταξη/πρακτικά της ~ης. Παιδαγωγική ~ α' τριμήνου/τετραμήνου. Άνοδος σημειώθηκε στη ~ του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Πβ. συνεδρία, σημ. 1, σύσκεψη. Βλ. τηλε~. ΣΥΝ. συμβούλιο (2) ● ΦΡ.: άρχεται/λύεται η συνεδρίαση & (λόγ.) η συνεδρίασις (επίσ.): για να δηλωθεί έναρξη ή λήξη συνεδρίασης: ~ ~ της Γενικής Συνέλευσης/του δικαστηρίου. [< μεσν. συνεδρίασις] | |
| 48710 | συνέδριο | συ-νέ-δρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: οργανωμένη συνάντηση προσώπων, συνήθ. επιστημόνων ή ειδικών σε ορισμένο τομέα, για παρουσίαση και συζήτηση απόψεων ή/και ερευνητικών πορισμάτων· συνεκδ. τα πρόσωπα που συμμετέχουν: αγροτικό/αναπτυξιακό/αρχαιολογικό/γλωσσολογικό/διεθνές/επιστημονικό/ετήσιο/θεματικό/ιατρικό/ιστορικό/οικονομικό/πανεργατικό/προπαρασκευαστικό (= προ~)/τακτικό/υβριδικό ~. Ένα σημαντικό ~ καρδιολογίας/ψυχολογίας. ~ για/με θέμα ... Αφίσα/έναρξη/εργασίες/λήξη/οργάνωση/πρακτικά/πρόγραμμα/στόχος/συμπεράσματα/υλικό/ψήφισμα ~ίου. Εγγραφή/παρουσία/πιστοποιητικό συμμετοχής/πρόσκληση σε ~. Eρευνητής με συμμετοχές σε πολλά ~α. Ξενοδοχείο με αίθουσες ~ίων. Κήρυξε την έναρξη του ~ου. Έλαβε μέρος στο/παρακολούθησε το/συμμετείχε στο ~. Το ~ διεξάγεται/πραγματοποιείται. Βλ. ημερίδα, συμπόσιο.|| (ΠΟΛΙΤ.) Ιδρυτικό ~. Το ~ του κόμματος έβγαλε/ψήφισε τον νέο αρχηγό του. ● ΣΥΜΠΛ.: εκλογοαπολογιστική συνέλευση βλ. εκλογοαπολογιστικός, Ελεγκτικό Συνέδριο βλ. ελεγκτικός [< αρχ. συνέδριον ‘σύνοδος, συνέλευση’, γαλλ. congrès] | |
| 48711 | σύνεδρος | σύ-νε-δρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -έδρου} 1. πρόσωπο που παίρνει μέρος σε συνέδριο: εκλεγμένος ~. Εγγραφή/πιστοποίηση/υποδοχή ~ων. Ομιλίες/παρεμβάσεις/τοποθετήσεις ~έδρων. 2. ΝΟΜ. τακτικός δικαστής που μετέχει σε συνεδρίαση δικαστηρίου. [< πβ. αρχ. σύνεδρος ‘που συμμετέχει με άλλους σε συμβούλιο’] | |
| 48712 | συνείδηση | συ-νεί-δη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ικανότητα του ατόμου να διακρίνει το καλό από το κακό ή το ηθικό από το ανήθικο και ειδικότ. το προσωπικό σύστημα αξιών που ρυθμίζει τη συμπεριφορά του: αφύπνιση/επιταγές της ~ης. Κρίση (: αμφιβολία για την ορθότητα κάποιας πράξης)/τύψεις ~ήσεως. Άνθρωπος με ~ (= ευσυνείδητος)/χωρίς ίχνος ~ης (= ασυνείδητος). Αποφασίζω/ενεργώ/κρίνω/ψηφίζω κατά ~/σύμφωνα με τη ~ή μου. Έχει ήρεμη/καθαρή τη ~ή (της). Δεν έχει ~ (= ήθος). Aκολουθώ/ακούω τη φωνή της ~ής μου. Πράξη που (μου) απαγορεύει/επιβάλλει/υπαγορεύει η ~ή μου. Παραβιάζει τη ~ή του. Διαφθορά/εκμαυλισμός των ~ήσεων. Οι ενέργειές του έχουν καταδικαστεί/καταξιωθεί στη ~ των ανθρώπων/του κόσμου/του λαού. Πβ. συνειδός.|| Το έχω βάρος στη ~ή μου (: θεωρώ τον εαυτό μου υπεύθυνο για κάτι που συνέβη σε κάποιον/κάτι· βλ. αυτοκριτική).|| Επαγγελματική/επιστημονική/ιατρική ~ (: η επίγνωση του καθήκοντος και η αντίστοιχη συμπεριφορά). 2. συναίσθηση της ένταξης σε κάποιον χώρο, πολιτισμό, ιδεολογία: ανθρωπιστική/γλωσσική/δημοκρατική/εθνική/ιστορική/οδική/οικολογική/πατριωτική/περιβαλλοντική/πολιτική/συλλογική ~. Ανάπτυξη/διαμόρφωση/καλλιέργεια ~ης. Κρατούμενος ~ης. 3. λειτουργία με την οποία ο ανθρώπινος οργανισμός αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, τους άλλους και το περιβάλλον, καθώς και τις σκέψεις και πράξεις του: ~ του τόπου/χρόνου/χώρου. Απώλεια ~ης (πβ. λιποθυμία). Στη ~ του κόσμου (= των πολλών). Ανακαλώ κάτι στη ~ή μου. Βλ. συνειδητό.|| Με ~ (= συναίσθηση) της ευθύνης. Έχω απόλυτη/πλήρη ~ των δυνατοτήτων μου (βλ. αυτο~)/της κατάστασης/του κινδύνου/του πράγματος/των πράξεών μου (πβ. αυτεπίγνωση)/του προβλήματος/της σοβαρότητας/των συνεπειών. (Κάτι) αποτελεί/είναι/έχει γίνει κοινή ~ (= πεποίθηση). Δεν έχει ~ σε τι περιπέτεια μπήκε (πβ. επίγνωση. ΑΝΤ. άγνοια). Βλ. κατα-λαβαίνω, -νοώ.|| (ΙΑΤΡ.) Διαταραχές της ~ης (: που σχετίζονται με αισθητηριακές ή πνευματικές λειτουργίες, όπως η αϋπνία, η μέθη). ● ΣΥΜΠΛ.: αντιρρησίας συνείδησης βλ. αντιρρησίας, ελευθερία (της) θρησκευτικής συνείδησης βλ. ελευθερία, ελευθερία (της) σκέψης/(της) συνείδησης βλ. ελευθερία, κοινωνική συνείδηση βλ. κοινωνικός, ταξική συνείδηση βλ. ταξικός ● ΦΡ.: έχω τη συνείδησή μου ήσυχη (προφ.): δεν αισθάνομαι τύψεις: ~ ~ ότι έκανα το καθήκον μου. ~ ~, γιατί βοήθησα στην υπόθεση., με ελαφριά (τη) συνείδηση & (λόγ.) ελαφρά τη συνειδήσει: χωρίς τύψεις συνειδήσεως: Μερικοί ~ ~ λησμονούν τον λόγο που έδωσαν., καθησυχάζω τη συνείδησή (μου) βλ. καθησυχάζω, με τύπτει η συνείδηση βλ. τύπτω [< αρχ. συνείδησις ‘γνώση, συναίσθηση’, γαλλ. conscience] | |
| 48713 | συνειδησιακός | , ή, ό συ-νει-δη-σι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στη συνείδηση: ~ός: έλεγχος. ~ή: κρίση/σύγκρουση. ~ό: δίλημμα/πρόβλημα. Βλ. ηθικός.|| ~ή: αλλαγή/κατάσταση (= συνειδητότητα). Βλ. αντιληπτικός. ● επίρρ.: συνειδησιακά | |
| 48714 | συνειδητοποίηση | συ-νει-δη-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): απόκτηση συνείδησης, συναίσθησης σχετικά με μια κατάσταση: γλωσσική (πβ. επίγνωση)/κοινωνική/πολιτική ~. ~ των ευθυνών μας/του κινδύνου/της κρισιμότητας των καιρών/της πραγματικότητας/του προβλήματος/του ρόλου (του σχολείου).|| H ~ του πολίτη. Βλ. -ποίηση. | |
| 48715 | συνειδητοποιώ | [συνειδητοποιῶ] συ-νει-δη-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {συνειδητοποι-είς ..., -ώντας | συνειδητοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: αποκτώ συνείδηση γεγονότων, καταστάσεων: ~ τις διαστάσεις (ενός ζητήματος)/τον κίνδυνο/την κρισιμότητα (των περιστάσεων). ~ κάτι σε όλη του την έκταση/σε όλο του το μέγεθος. Ακόμα να ~ήσω ότι είμαστε σε διακοπές. Δυσκολεύεται να ~ήσει (= να αποδεχτεί) τον θάνατο της γυναίκας του. ~ησα πλήρως την κατάσταση. Μόλις ~ησε τι είχε συμβεί, άρχισε να φωνάζει. Χρειάζεται να ~ηθεί ότι ... Βλ. -ποιώ. ΣΥΝ. αντιλαμβάνομαι (1), καταλαβαίνω (1), κατανοώ (1) ● Μτχ.: συνειδητοποιημένος , η, ο: που έχει επίγνωση των υποχρεώσεων, των δυνατοτήτων, των πράξεών του: (για πρόσ.) ~ος: αγωνιστής/αναγνώστης/επιστήμονας/καταναλωτής/οπαδός (ιδεολογίας, κόμματος)/πολίτης/ψηφοφόρος. ~ο: κοινό. Πβ. ενσυνείδητος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: επιλογή. ΑΝΤ. ασυναίσθητος. [< γαλλ. prendre conscience] | |
| 48716 | συνειδητός | , ή, ό συ-νει-δη-τός επίθ. 1. που γίνεται με πλήρη συνείδηση, επίγνωση: ~ή: απόκρυψη (στοιχείων)/απόφαση/ενέργεια/επιλογή/παραπλάνηση/προσπάθεια (παραπληροφόρησης). ~ό: γεγονός/ψέμα. Πρέπει να γίνει σε όλους ~ή η ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος. Βλ. εκούσιος. ΣΥΝ. ενσυνείδητος (2) ΑΝΤ. ανεπίγνωστος, ασυναίσθητος, ασυνείδητος (2), ασύνειδος 2. (σπανιότ., για πρόσ.) συνειδητοποιημένος: ~οί: λειτουργοί (της εκπαίδευσης, της υγείας). ● Ουσ.: συνειδητό (το): ΨΥΧΟΛ. το σύνολο των ψυχικών διεργασιών που εμπίπτουν στην αντίληψη του ανθρώπου. Βλ. α-, υπο-συνείδητο. ● επίρρ.: συνειδητά & (λόγ.) συνειδητώς: ~τά και μη. ΑΝΤ. ανεπίγνωστα [< γαλλ. conscient] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ