| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48709 | συνεδρίαση | συ-νε-δρί-α-ση ουσ. (θηλ.): επίσημη συγκέντρωση των μελών συλλογικού οργάνου κατά την οποία εξετάζονται θέματα που αφορούν τις δικαιοδοσίες τους: ανοιχτή/άτυπη/εβδομαδιαία/ειδική/έκτακτη/επεισοδιακή/κοινή/κρίσιμη/μαραθώνια/πολύωρη/προκαταρκτική/τακτική ~. ~ της Βουλής/της Επιτροπής Ερευνών/της Συγκλήτου/του Προεδρείου. ~ του Δημοτικού/Διοικητικού/Εκτελεστικού/Υπουργικού Συμβουλίου. Αναβολή/αντικείμενο/εργασίες/θέμα(τα)/ημερήσια διάταξη/πρακτικά της ~ης. Παιδαγωγική ~ α' τριμήνου/τετραμήνου. Άνοδος σημειώθηκε στη ~ του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Πβ. συνεδρία, σημ. 1, σύσκεψη. Βλ. τηλε~. ΣΥΝ. συμβούλιο (2) ● ΦΡ.: άρχεται/λύεται η συνεδρίαση & (λόγ.) η συνεδρίασις (επίσ.): για να δηλωθεί έναρξη ή λήξη συνεδρίασης: ~ ~ της Γενικής Συνέλευσης/του δικαστηρίου. [< μεσν. συνεδρίασις] | |
| 48710 | συνέδριο | συ-νέ-δρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: οργανωμένη συνάντηση προσώπων, συνήθ. επιστημόνων ή ειδικών σε ορισμένο τομέα, για παρουσίαση και συζήτηση απόψεων ή/και ερευνητικών πορισμάτων· συνεκδ. τα πρόσωπα που συμμετέχουν: αγροτικό/αναπτυξιακό/αρχαιολογικό/γλωσσολογικό/διεθνές/επιστημονικό/ετήσιο/θεματικό/ιατρικό/ιστορικό/οικονομικό/πανεργατικό/προπαρασκευαστικό (= προ~)/τακτικό/υβριδικό ~. Ένα σημαντικό ~ καρδιολογίας/ψυχολογίας. ~ για/με θέμα ... Αφίσα/έναρξη/εργασίες/λήξη/οργάνωση/πρακτικά/πρόγραμμα/στόχος/συμπεράσματα/υλικό/ψήφισμα ~ίου. Εγγραφή/παρουσία/πιστοποιητικό συμμετοχής/πρόσκληση σε ~. Eρευνητής με συμμετοχές σε πολλά ~α. Ξενοδοχείο με αίθουσες ~ίων. Κήρυξε την έναρξη του ~ου. Έλαβε μέρος στο/παρακολούθησε το/συμμετείχε στο ~. Το ~ διεξάγεται/πραγματοποιείται. Βλ. ημερίδα, συμπόσιο.|| (ΠΟΛΙΤ.) Ιδρυτικό ~. Το ~ του κόμματος έβγαλε/ψήφισε τον νέο αρχηγό του. ● ΣΥΜΠΛ.: εκλογοαπολογιστική συνέλευση βλ. εκλογοαπολογιστικός, Ελεγκτικό Συνέδριο βλ. ελεγκτικός [< αρχ. συνέδριον ‘σύνοδος, συνέλευση’, γαλλ. congrès] | |
| 48711 | σύνεδρος | σύ-νε-δρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -έδρου} 1. πρόσωπο που παίρνει μέρος σε συνέδριο: εκλεγμένος ~. Εγγραφή/πιστοποίηση/υποδοχή ~ων. Ομιλίες/παρεμβάσεις/τοποθετήσεις ~έδρων. 2. ΝΟΜ. τακτικός δικαστής που μετέχει σε συνεδρίαση δικαστηρίου. [< πβ. αρχ. σύνεδρος ‘που συμμετέχει με άλλους σε συμβούλιο’] | |
| 48712 | συνείδηση | συ-νεί-δη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ικανότητα του ατόμου να διακρίνει το καλό από το κακό ή το ηθικό από το ανήθικο και ειδικότ. το προσωπικό σύστημα αξιών που ρυθμίζει τη συμπεριφορά του: αφύπνιση/επιταγές της ~ης. Κρίση (: αμφιβολία για την ορθότητα κάποιας πράξης)/τύψεις ~ήσεως. Άνθρωπος με ~ (= ευσυνείδητος)/χωρίς ίχνος ~ης (= ασυνείδητος). Αποφασίζω/ενεργώ/κρίνω/ψηφίζω κατά ~/σύμφωνα με τη ~ή μου. Έχει ήρεμη/καθαρή τη ~ή (της). Δεν έχει ~ (= ήθος). Aκολουθώ/ακούω τη φωνή της ~ής μου. Πράξη που (μου) απαγορεύει/επιβάλλει/υπαγορεύει η ~ή μου. Παραβιάζει τη ~ή του. Διαφθορά/εκμαυλισμός των ~ήσεων. Οι ενέργειές του έχουν καταδικαστεί/καταξιωθεί στη ~ των ανθρώπων/του κόσμου/του λαού. Πβ. συνειδός.|| Το έχω βάρος στη ~ή μου (: θεωρώ τον εαυτό μου υπεύθυνο για κάτι που συνέβη σε κάποιον/κάτι· βλ. αυτοκριτική).|| Επαγγελματική/επιστημονική/ιατρική ~ (: η επίγνωση του καθήκοντος και η αντίστοιχη συμπεριφορά). 2. συναίσθηση της ένταξης σε κάποιον χώρο, πολιτισμό, ιδεολογία: ανθρωπιστική/γλωσσική/δημοκρατική/εθνική/ιστορική/οδική/οικολογική/πατριωτική/περιβαλλοντική/πολιτική/συλλογική ~. Ανάπτυξη/διαμόρφωση/καλλιέργεια ~ης. Κρατούμενος ~ης. 3. λειτουργία με την οποία ο ανθρώπινος οργανισμός αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, τους άλλους και το περιβάλλον, καθώς και τις σκέψεις και πράξεις του: ~ του τόπου/χρόνου/χώρου. Απώλεια ~ης (πβ. λιποθυμία). Στη ~ του κόσμου (= των πολλών). Ανακαλώ κάτι στη ~ή μου. Βλ. συνειδητό.|| Με ~ (= συναίσθηση) της ευθύνης. Έχω απόλυτη/πλήρη ~ των δυνατοτήτων μου (βλ. αυτο~)/της κατάστασης/του κινδύνου/του πράγματος/των πράξεών μου (πβ. αυτεπίγνωση)/του προβλήματος/της σοβαρότητας/των συνεπειών. (Κάτι) αποτελεί/είναι/έχει γίνει κοινή ~ (= πεποίθηση). Δεν έχει ~ σε τι περιπέτεια μπήκε (πβ. επίγνωση. ΑΝΤ. άγνοια). Βλ. κατα-λαβαίνω, -νοώ.|| (ΙΑΤΡ.) Διαταραχές της ~ης (: που σχετίζονται με αισθητηριακές ή πνευματικές λειτουργίες, όπως η αϋπνία, η μέθη). ● ΣΥΜΠΛ.: αντιρρησίας συνείδησης βλ. αντιρρησίας, ελευθερία (της) θρησκευτικής συνείδησης βλ. ελευθερία, ελευθερία (της) σκέψης/(της) συνείδησης βλ. ελευθερία, κοινωνική συνείδηση βλ. κοινωνικός, ταξική συνείδηση βλ. ταξικός ● ΦΡ.: έχω τη συνείδησή μου ήσυχη (προφ.): δεν αισθάνομαι τύψεις: ~ ~ ότι έκανα το καθήκον μου. ~ ~, γιατί βοήθησα στην υπόθεση., με ελαφριά (τη) συνείδηση & (λόγ.) ελαφρά τη συνειδήσει: χωρίς τύψεις συνειδήσεως: Μερικοί ~ ~ λησμονούν τον λόγο που έδωσαν., καθησυχάζω τη συνείδησή (μου) βλ. καθησυχάζω, με τύπτει η συνείδηση βλ. τύπτω [< αρχ. συνείδησις ‘γνώση, συναίσθηση’, γαλλ. conscience] | |
| 48713 | συνειδησιακός | , ή, ό συ-νει-δη-σι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στη συνείδηση: ~ός: έλεγχος. ~ή: κρίση/σύγκρουση. ~ό: δίλημμα/πρόβλημα. Βλ. ηθικός.|| ~ή: αλλαγή/κατάσταση (= συνειδητότητα). Βλ. αντιληπτικός. ● επίρρ.: συνειδησιακά | |
| 48714 | συνειδητοποίηση | συ-νει-δη-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): απόκτηση συνείδησης, συναίσθησης σχετικά με μια κατάσταση: γλωσσική (πβ. επίγνωση)/κοινωνική/πολιτική ~. ~ των ευθυνών μας/του κινδύνου/της κρισιμότητας των καιρών/της πραγματικότητας/του προβλήματος/του ρόλου (του σχολείου).|| H ~ του πολίτη. Βλ. -ποίηση. | |
| 48715 | συνειδητοποιώ | [συνειδητοποιῶ] συ-νει-δη-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {συνειδητοποι-είς ..., -ώντας | συνειδητοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: αποκτώ συνείδηση γεγονότων, καταστάσεων: ~ τις διαστάσεις (ενός ζητήματος)/τον κίνδυνο/την κρισιμότητα (των περιστάσεων). ~ κάτι σε όλη του την έκταση/σε όλο του το μέγεθος. Ακόμα να ~ήσω ότι είμαστε σε διακοπές. Δυσκολεύεται να ~ήσει (= να αποδεχτεί) τον θάνατο της γυναίκας του. ~ησα πλήρως την κατάσταση. Μόλις ~ησε τι είχε συμβεί, άρχισε να φωνάζει. Χρειάζεται να ~ηθεί ότι ... Βλ. -ποιώ. ΣΥΝ. αντιλαμβάνομαι (1), καταλαβαίνω (1), κατανοώ (1) ● Μτχ.: συνειδητοποιημένος , η, ο: που έχει επίγνωση των υποχρεώσεων, των δυνατοτήτων, των πράξεών του: (για πρόσ.) ~ος: αγωνιστής/αναγνώστης/επιστήμονας/καταναλωτής/οπαδός (ιδεολογίας, κόμματος)/πολίτης/ψηφοφόρος. ~ο: κοινό. Πβ. ενσυνείδητος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: επιλογή. ΑΝΤ. ασυναίσθητος. [< γαλλ. prendre conscience] | |
| 48716 | συνειδητός | , ή, ό συ-νει-δη-τός επίθ. 1. που γίνεται με πλήρη συνείδηση, επίγνωση: ~ή: απόκρυψη (στοιχείων)/απόφαση/ενέργεια/επιλογή/παραπλάνηση/προσπάθεια (παραπληροφόρησης). ~ό: γεγονός/ψέμα. Πρέπει να γίνει σε όλους ~ή η ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος. Βλ. εκούσιος. ΣΥΝ. ενσυνείδητος (2) ΑΝΤ. ανεπίγνωστος, ασυναίσθητος, ασυνείδητος (2), ασύνειδος 2. (σπανιότ., για πρόσ.) συνειδητοποιημένος: ~οί: λειτουργοί (της εκπαίδευσης, της υγείας). ● Ουσ.: συνειδητό (το): ΨΥΧΟΛ. το σύνολο των ψυχικών διεργασιών που εμπίπτουν στην αντίληψη του ανθρώπου. Βλ. α-, υπο-συνείδητο. ● επίρρ.: συνειδητά & (λόγ.) συνειδητώς: ~τά και μη. ΑΝΤ. ανεπίγνωστα [< γαλλ. conscient] | |
| 48717 | συνειδητότητα | συ-νει-δη-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ικανότητα του ανθρώπου να έχει συνείδηση του εαυτού του και του κόσμου: απόλυτη/ατομική/οικουμενική ~. Πβ. επίγνωση. Βλ. αυτο~, -ότητα. | |
| 48718 | συνειδός | συ-νει-δός ουσ. (ουδ.) {συνειδότος}: ΨΥΧΟΛ. συνείδηση: αγαθό/εσώτερο ~. [< αρχ. τό συνειδός] | |
| 48719 | συνειρμικός | , ή, ό συ-νειρ-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον συνειρμό: ~ός: λόγος. ~ή: αφήγηση/γραφή (πβ. αυτόματη)/μνήμη. ● επίρρ.: συνειρμικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. associatif] | |
| 48720 | συνειρμός | συ-νειρ-μός ουσ. (αρσ.): ελεύθερη, μη σκόπιμη ανάκληση στη μνήμη σκέψεων, εικόνων, παραστάσεων, που προκαλείται εξαιτίας της σύνδεσής τους με εσωτερικά ή εξωτερικά ερεθίσματα: αυτόματος/λογικός ~. Γραφή/δημιουργία/έκφραση με βάση τους ~ούς.|| (ΨΥΧΑΝ.) Ελεύθερος/λεκτικός ~ (: μέθοδος που βασίζεται στην αυθόρμητη ή υποβοηθούμενη έκφραση των ~ών). [< πβ. μτγν. συνειρμός ‘σύνδεση’, γαλλ. association] | |
| 48721 | συνεισηγητής | συ-νει-ση-γη-τής ουσ. (αρσ.): εισηγητής από κοινού με κάποιον άλλο. | |
| 48722 | συνεισφέρω | συ-νει-σφέ-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. κ. αόρ. συνεισ-έφερα, συνεισφέρ-οντας} (λόγ.): παρέχω μαζί με άλλους οικονομική συνήθ. βοήθεια για την επίτευξη κοινού στόχου: ~ στα έξοδα. ~έφεραν ποσό (ύψους)/τον οβολό τους για την αποκατάσταση των σεισμοπαθών. Βλ. συμμετέχω.|| ~ στον διάλογο/στην παραγωγή/στην υλοποίηση (των στόχων). ~ει αποφασιστικά/ενεργά/τα μέγιστα. Πβ. συνδράμω. ΣΥΝ. συμβάλλω (1) [< αρχ. συνεισφέρω] | |
| 48723 | συνεισφορά | συ-νει-σφο-ρά ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εκούσια παροχή οικονομικής συνήθ. βοήθειας: γενναιόδωρη/δημόσια/εθελοντική/οικονομική ~.|| Κοινωνική/ουσιαστική ~. Η ~ της βιολογικής γεωργίας στη βιώσιμη ανάπτυξη. Τον τίμησαν για τη μεγάλη ~ του στα πολιτιστικά δρώμενα. Πβ. συμβολή. Βλ. συνδρομή. [< μτγν. συνεισφορά ‘από κοινού συμμετοχή σε δαπάνη’] | |
| 48724 | συνέκδημος | συ-νέκ-δη-μος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. συνοπτικό λειτουργικό βιβλίο με ιερές ακολουθίες, προσευχές και ψαλμούς. [< μτγν. συνέκδημος] | |
| 48725 | συνεκδίδω | συ-νεκ-δί-δω ρ. (μτβ.) {συνεξέδω-σε, συνεκδό-θηκε} 1. εκδίδω έντυπο σε συνεργασία με άλλον ή άλλους εκδότες: Οι δυο εκδοτικοί οίκοι ~σαν το καλαίσθητο ημερολόγιο. 2. συμπεριλαμβάνω στην ίδια έκδοση: Ο επιμελητής ~ει τα τρία αποσπάσματα του ποιήματος. Οι δύο συλλογές ~θηκαν με τον τίτλο ... [< αρχ. συνεκδίδωμι 'παραδίδω μαζί', γαλλ. coéditer] | |
| 48726 | συνεκδικάζει | συ-νεκ-δι-κά-ζει ρ. (μτβ.) {συνεκδίκα-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -στηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, συνεκδικάζ-οντας, -όμενος, συνεκδικα-σμένος}: ΝΟΜ. (κυρ. για δικαστήριο) εκδικάζει ταυτόχρονα υποθέσεις που αφορούν το ίδιο πρόσωπο ή περισσότερα πρόσωπα, συνήθ. λόγω ομοδικίας, συναιτιότητας ή συνάφειας, και εκδίδει κοινή απόφαση. | |
| 48727 | συνεκδίκαση | συ-νεκ-δί-κα-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του συνεκδικάζει: ~ αγωγών/εγκλημάτων. Αίτηση/αναβολή/απαγόρευση της ~ης. Δικαστήριο αρμόδιο για τη ~. Ζητούν ~. Αποφασίστηκε η ~ των δικογραφιών/των προσφυγών. | |
| 48728 | συνέκδοση | συ-νέκ-δο-ση ουσ. (θηλ.): έκδοση εντύπου που πραγματοποιείται με συνεργασία δύο ή περισσοτέρων εκδοτών. [< μεσν. συνέκδοσις, γαλλ. coédition, περ. 1950] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ