| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 48729 | συνεκδότης | συ-νεκ-δό-της ουσ. (αρσ.): εκδότης που συνεργάζεται με έναν ή περισσότερους εκδότες για την έκδοση έργου: ~ βιβλίου/εφημερίδας/περιοδικού.|| Είναι συγγραφέας και ~ πολλών επιστημονικών συγγραμμάτων. [< γαλλ. coéditeur] | |
| 48730 | συνεκδοχή | συ-νεκ-δο-χή ουσ. (θηλ.) : ΓΛΩΣΣ. γλωσσικό φαινόμενο κατά το οποίο μια λέξη χρησιμοποιείται για να εκφράσει διαφορετική σημασία, που βρίσκεται σε σχέση υπαγωγής με την αρχική σημασία, συνήθ. με τους ακόλουθους τρόπους 1. ο ενικός αριθμός δηλώνει κατηγορία ομοειδών περιπτώσεων: O καθηγητής (= οι καθηγητές) πρέπει να καλλιεργεί την κριτική σκέψη του μαθητή (= των μαθητών). 2. το μέρος ενός συνόλου δηλώνει το ίδιο το σύνολο και το αντίστροφο: Έχει πολλά στόματα (= άτομα) να θρέψει.|| Αμερική (= ΗΠΑ). 3. το υλικό κατατασκευής ενός αντικειμένου δηλώνει το ίδιο το αντικείμενο: σίδερο (= ηλεκτρική συσκευή σιδερώματος). 4. το όργανο μιας ενέργειας δηλώνει είτε τον χρήστη είτε την ίδια την ενέργεια: γερό ποτήρι (= πότης). Χρειάστηκε νυστέρι (= εγχείρηση). 5. το περιέχον δηλώνει το περιεχόμενο και το αντίστροφο: Πανηγύρισε όλο το γήπεδο (= φίλαθλοι). Βλ. μεταφορά, μετωνυμία. [< μτγν. συνεκδοχή, γαλλ. synecdoque, αγγλ. synecdoche] | |
| 48731 | συνεκδοχικός | , ή, ό συ-νεκ-δο-χι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στη συνεκδοχή: ~ός: τρόπος έκφρασης. Βλ. μεταφορ-, μετωνυμ-ικός. ● επίρρ.: συνεκδοχικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. συνεκδοχικός, αγγλ. synecdochic(al)] | |
| 48732 | συνεκμετάλλευση | συ-νεκ-με-τάλ-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αξιοποίηση περιουσιακών στοιχείων, υπηρεσιών ή φυσικών πόρων από περισσότερα του ενός πρόσωπα, φορείς ή κράτη: εμπορική ~. ~ ακινήτων/του πετρελαίου/πλουτοπαραγωγικών πηγών. Αντικείμενο/δικαιώματα/συμφωνία ~ης. ~ δημόσιας περιουσίας με ιδιώτες. [< γαλλ. coexploitation] | |
| 48733 | συνεκπαίδευση | συ-νεκ-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.): από κοινού εκπαίδευση ατόμων με διαφορετικές καταβολές, ικανότητες και απαιτήσεις: άτυπη/ισότιμη ~. Πρακτικές/τεχνικές ~ης παιδιών με ή/και χωρίς προβλήματα μάθησης και συμπεριφοράς.|| (κατ' επέκτ.) ~ πιλότων της Πολεμικής Αεροπορίας δύο χωρών. [< γερμ. Koedukation] | |
| 48734 | συνεκπαιδεύω | συ-νεκ-παι-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {συνεκπαίδευ-σε, συνεκπαιδεύ-σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος}: εκπαιδεύω μαζί με άλλον ή άλλους: Παιδιά με ειδικές ικανότητες/μαθησιακές δυσκολίες ~ονται με τους άλλους μαθητές.|| Στρατιωτικές δυνάμεις από χώρες του ΝΑΤΟ ~τηκαν σε ρεαλιστικά πολεμικά σενάρια. [< μεσν. συνεκπαιδεύω] | |
| 48735 | συνεκτικός | , ή, ό συ-νε-κτι-κός επίθ.: που διαθέτει συνοχή ή συντελεί σε αυτή: ~ή: κοινωνία/οικογένεια. ~ό: έθνος. Βλ. αδιάσπαστος, ενωμένος, συμπαγής.|| ~ός: λόγος. ~ή: γραφή/παράγραφος. ~ό: κείμενο/νόημα. Βλ. οργανωμένος, περιεκτικός.|| ~ός: αρμός/ιστός. (ΜΗΧΑΝΟΛ.) ~ή: σύζευξη. ~ό: έδαφος. Πβ. ενοποιητ-, συνδετ-ικός. ● επίρρ.: συνεκτικά [< αρχ. συνεκτικός, γαλλ. cohésif] | |
| 48736 | συνεκτικότητα | συ-νε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συνεκτικού: κοινωνική/κομματική ~ (πβ. δεσμός). ~ του εδάφους/υλικών (πβ. συναρμογή).|| (ΓΛΩΣΣ., ως κειμενική λειτουργία, σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο:) Κείμενο με ~ (: νοηματική αλληλουχία). Βλ. -ότητα. [< γαλλ.-αγγλ. cohérence] | |
| 48737 | συνεκτίμηση | συ-νε-κτί-μη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συνεκτιμώ: ~ κριτηρίων/παραγόντων/στοιχείων. ~ των οικονομικών και νομικών συμφερόντων (κάποιου). ~ του συνόλου των προσόντων (των υποψηφίων). Βλ. προσμέτρηση, συνυπολογισμός. | |
| 48738 | συνεκτιμώ | [συνεκτιμῶ] συ-νε-κτι-μώ ρ. (μτβ.) {συνεκτιμ-άς ..., -ώντας | συνεκτίμ-ησα, -άται, -ήθηκε, -ημένος}: εξετάζω όλες τις σχετικές παραμέτρους για τη διαμόρφωση μιας άποψης ή τη λήψη κάποιας απόφασης: Η επιτροπή θα ~ήσει όλα τα προσόντα (των υποψηφίων)/τα στοιχεία (της υπόθεσης). Βλ. συνυπολογίζω. [< μτγν. συνεκτιμῶ] | |
| 48739 | συνεκφέρω | συ-νεκ-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {συνεκφέρ-ει, -εται, -ονται}: ΓΛΩΣΣ. προφέρω μαζί τον τελευταίο και τον αρχικό φθόγγο διαδοχικών λέξεων· γενικότ. συμπροφέρω. [< μτγν. συνεκφέρω] | |
| 48740 | συνεκφορά | συ-νεκ-φο-ρά ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. ταυτόχρονη προφορά τελευταίου και αρχικού φθόγγου διαδοχικών λέξεων· γενικότ. συμπροφορά. Βλ. έκθλιψη. [< μτγν. συνεκφορά] | |
| 48741 | συνεκφώνηση | συ-νεκ-φώ-νη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. συμπροφορά. [< μτγν. συνεκφώνησις 'συνίζηση'] | |
| 48742 | συνεκφωνώ | [συνεκφωνῶ] συ-νεκ-φω-νώ ρ. (μτβ.) {συνεκφων-είς ..., -ώντας | συνεκφών-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: ΓΛΩΣΣ. συμπροφέρω. [< μτγν. συνεκφωνῶ] | |
| 48743 | συνέλευση | συ-νέ-λευ-ση ουσ. (θηλ.): συνάντηση προσώπων ή φορέων, που συχνά αποτελεί συλλογικό όργανο, για εξέταση και συζήτηση θεμάτων και λήψη αποφάσεων, καθώς και το σύνολο των παραπάνω προσώπων ή φορέων: ανοιχτή/άτυπη/διεθνής/έκτακτη/ετήσια/ιδρυτική/κρίσιμη/μαραθώνια/τακτική/τοπική ~. ~ αντιπροσώπων/μελών (οργανισμού/σωματείου). (Γενική) ~ ενοίκων (της πολυκατοικίας)/ιδρύματος/μαθητών/μετόχων (εταιρείας)/συλλόγου. Αναβολή/απαρτία/απόφαση/ημερήσια διάταξη/πρόσκληση/σύγκληση της ~ης. ~εύσεις γειτονιάς. Το συντονιστικό των Γενικών ~εύσεων. Η ~ των καθηγητών συνέρχεται κάθε μήνα.|| Ευρωπαϊκή/Λαϊκή ~.|| Η ~ αποφασίζει/ψηφίζει. Πβ. σύνοδος. Βλ. σύσκεψη. ● ΣΥΜΠΛ.: Εθνική Συνέλευση: εθνοσυνέλευση., εκλογοαπολογιστική συνέλευση βλ. εκλογοαπολογιστικός, συνταγματική/συντακτική συνέλευση βλ. συντακτικός [< μτγν. συνέλευσις, γαλλ. assemblée] | |
| 48744 | συνελήφθη | βλ. συλλαμβάνω | |
| 48745 | συνέλληνας, συνελληνίδα | συ-νέλ-λη-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): χαρακτηρισμός που απευθύνεται σε Έλληνα, για να τονίσει τους στενούς δεσμούς και την κοινή καταγωγή του με άλλον ή άλλους Έλληνες: Αγαπητοί/Φίλοι ~ες και ~ίδες (: προσφώνηση σε λόγο). Βλ. συμπατριώτης. | |
| 48746 | συνεμφάνιση | συ-νεμ-φά-νι-ση ουσ. (θηλ.): κοινή, ταυτόχρονη εμφάνιση: ~ των συμπτωμάτων μιας νόσου.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ δύο λέξεων στο ίδιο κείμενο. Βλ. σύμπλοκο. [< αγγλ. cooccurrence, 1951, γαλλ. ~, 1960] | |
| 48747 | συνένζυμο | συ-νέν-ζυ-μο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. μέρος ενζύμου χωρίς πρωτεΐνες: ~ μεταβολισμού. Πβ. συμπαράγοντας. Βλ. απο-, ισο-, ολο-, προ-ένζυμο. [< γερμ. Koenzym, 1908, γαλλ. coenzyme, 1909, αγγλ. ~, 1947] | |
| 48748 | συνεννόηση | συ-νεν-νό-η-ση ουσ. (θηλ.): επικοινωνία, συζήτηση και η σχετική συμφωνία, απόφαση: άμεση/αμοιβαία/απευθείας/διακομματική/διεθνής/εθνική/κακή/λάθος/μυστική/πολιτική/προφορική/τηλεφωνική/φιλική ~. Αδυναμία/δυνατότητα/περιθώρια/προβλήματα/τρόπος ~ης. Τηλέφωνο ~ης ... Κατόπιν ~ήσεως. Έρχομαι/καταλήγω/προχωρώ σε ~. Δύσκολη ~ λόγω απόστασης. Παραλαβή δέματος χωρίς προηγούμενη ~. Ύστερα από ~ με τον καθηγητή, θα εξεταστώ προφορικά. Διαπραγματεύσεις/συνθήκη στο στάδιο της ~ης. ~ μεταξύ δύο υπουργείων (ΑΝΤ. ασυμφωνία, διαφωνία, διχογνωμία).|| Διαζύγιο/τσακωμός/χωρισμός λόγω έλλειψης ~ης (βλ. αλληλοκατανόηση). Βλ. ενδο~, προ~. [< γαλλ. entente] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ