Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49260-49280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48717συνειδητότητασυ-νει-δη-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ικανότητα του ανθρώπου να έχει συνείδηση του εαυτού του και του κόσμου: απόλυτη/ατομική/οικουμενική ~. Πβ. επίγνωση. Βλ. αυτο~, -ότητα.
48718συνειδός

συ-νει-δός ουσ. (ουδ.) {συνειδότος}: ΨΥΧΟΛ. συνείδηση: αγαθό/εσώτερο ~. [< αρχ. τό συνειδός]

48719συνειρμικός, ή, ό συ-νειρ-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον συνειρμό: ~ός: λόγος. ~ή: αφήγηση/γραφή (πβ. αυτόματη)/μνήμη. ● επίρρ.: συνειρμικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. associatif]
48720συνειρμός

συ-νειρ-μός ουσ. (αρσ.): ελεύθερη, μη σκόπιμη ανάκληση στη μνήμη σκέψεων, εικόνων, παραστάσεων, που προκαλείται εξαιτίας της σύνδεσής τους με εσωτερικά ή εξωτερικά ερεθίσματα: αυτόματος/λογικός ~. Γραφή/δημιουργία/έκφραση με βάση τους ~ούς.|| (ΨΥΧΑΝ.) Ελεύθερος/λεκτικός ~ (: μέθοδος που βασίζεται στην αυθόρμητη ή υποβοηθούμενη έκφραση των ~ών). [< πβ. μτγν. συνειρμός ‘σύνδεση’, γαλλ. association]

48721συνεισηγητήςσυ-νει-ση-γη-τής ουσ. (αρσ.): εισηγητής από κοινού με κάποιον άλλο.
48722συνεισφέρωσυ-νει-σφέ-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. κ. αόρ. συνεισ-έφερα, συνεισφέρ-οντας} (λόγ.): παρέχω μαζί με άλλους οικονομική συνήθ. βοήθεια για την επίτευξη κοινού στόχου: ~ στα έξοδα. ~έφεραν ποσό (ύψους)/τον οβολό τους για την αποκατάσταση των σεισμοπαθών. Βλ. συμμετέχω.|| ~ στον διάλογο/στην παραγωγή/στην υλοποίηση (των στόχων). ~ει αποφασιστικά/ενεργά/τα μέγιστα. Πβ. συνδράμω. ΣΥΝ. συμβάλλω (1) [< αρχ. συνεισφέρω]
48723συνεισφοράσυ-νει-σφο-ρά ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εκούσια παροχή οικονομικής συνήθ. βοήθειας: γενναιόδωρη/δημόσια/εθελοντική/οικονομική ~.|| Κοινωνική/ουσιαστική ~. Η ~ της βιολογικής γεωργίας στη βιώσιμη ανάπτυξη. Τον τίμησαν για τη μεγάλη ~ του στα πολιτιστικά δρώμενα. Πβ. συμβολή. Βλ. συνδρομή. [< μτγν. συνεισφορά ‘από κοινού συμμετοχή σε δαπάνη’]
48724συνέκδημοςσυ-νέκ-δη-μος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. συνοπτικό λειτουργικό βιβλίο με ιερές ακολουθίες, προσευχές και ψαλμούς. [< μτγν. συνέκδημος]
48725συνεκδίδωσυ-νεκ-δί-δω ρ. (μτβ.) {συνεξέδω-σε, συνεκδό-θηκε} 1. εκδίδω έντυπο σε συνεργασία με άλλον ή άλλους εκδότες: Οι δυο εκδοτικοί οίκοι ~σαν το καλαίσθητο ημερολόγιο. 2. συμπεριλαμβάνω στην ίδια έκδοση: Ο επιμελητής ~ει τα τρία αποσπάσματα του ποιήματος. Οι δύο συλλογές ~θηκαν με τον τίτλο ... [< αρχ. συνεκδίδωμι 'παραδίδω μαζί', γαλλ. coéditer]
48726συνεκδικάζεισυ-νεκ-δι-κά-ζει ρ. (μτβ.) {συνεκδίκα-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -στηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, συνεκδικάζ-οντας, -όμενος, συνεκδικα-σμένος}: ΝΟΜ. (κυρ. για δικαστήριο) εκδικάζει ταυτόχρονα υποθέσεις που αφορούν το ίδιο πρόσωπο ή περισσότερα πρόσωπα, συνήθ. λόγω ομοδικίας, συναιτιότητας ή συνάφειας, και εκδίδει κοινή απόφαση.
48727συνεκδίκασησυ-νεκ-δί-κα-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του συνεκδικάζει: ~ αγωγών/εγκλημάτων. Αίτηση/αναβολή/απαγόρευση της ~ης. Δικαστήριο αρμόδιο για τη ~. Ζητούν ~. Αποφασίστηκε η ~ των δικογραφιών/των προσφυγών.
48728συνέκδοσησυ-νέκ-δο-ση ουσ. (θηλ.): έκδοση εντύπου που πραγματοποιείται με συνεργασία δύο ή περισσοτέρων εκδοτών. [< μεσν. συνέκδοσις, γαλλ. coédition, περ. 1950]
48729συνεκδότηςσυ-νεκ-δό-της ουσ. (αρσ.): εκδότης που συνεργάζεται με έναν ή περισσότερους εκδότες για την έκδοση έργου: ~ βιβλίου/εφημερίδας/περιοδικού.|| Είναι συγγραφέας και ~ πολλών επιστημονικών συγγραμμάτων. [< γαλλ. coéditeur]
48730συνεκδοχήσυ-νεκ-δο-χή ουσ. (θηλ.) : ΓΛΩΣΣ. γλωσσικό φαινόμενο κατά το οποίο μια λέξη χρησιμοποιείται για να εκφράσει διαφορετική σημασία, που βρίσκεται σε σχέση υπαγωγής με την αρχική σημασία, συνήθ. με τους ακόλουθους τρόπους 1. ο ενικός αριθμός δηλώνει κατηγορία ομοειδών περιπτώσεων: O καθηγητής (= οι καθηγητές) πρέπει να καλλιεργεί την κριτική σκέψη του μαθητή (= των μαθητών). 2. το μέρος ενός συνόλου δηλώνει το ίδιο το σύνολο και το αντίστροφο: Έχει πολλά στόματα (= άτομα) να θρέψει.|| Αμερική (= ΗΠΑ). 3. το υλικό κατατασκευής ενός αντικειμένου δηλώνει το ίδιο το αντικείμενο: σίδερο (= ηλεκτρική συσκευή σιδερώματος). 4. το όργανο μιας ενέργειας δηλώνει είτε τον χρήστη είτε την ίδια την ενέργεια: γερό ποτήρι (= πότης). Χρειάστηκε νυστέρι (= εγχείρηση). 5. το περιέχον δηλώνει το περιεχόμενο και το αντίστροφο: Πανηγύρισε όλο το γήπεδο (= φίλαθλοι). Βλ. μεταφορά, μετωνυμία. [< μτγν. συνεκδοχή, γαλλ. synecdoque, αγγλ. synecdoche]
48731συνεκδοχικός, ή, ό συ-νεκ-δο-χι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στη συνεκδοχή: ~ός: τρόπος έκφρασης. Βλ. μεταφορ-, μετωνυμ-ικός. ● επίρρ.: συνεκδοχικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. συνεκδοχικός, αγγλ. synecdochic(al)]
48732συνεκμετάλλευσησυ-νεκ-με-τάλ-λευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αξιοποίηση περιουσιακών στοιχείων, υπηρεσιών ή φυσικών πόρων από περισσότερα του ενός πρόσωπα, φορείς ή κράτη: εμπορική ~. ~ ακινήτων/του πετρελαίου/πλουτοπαραγωγικών πηγών. Αντικείμενο/δικαιώματα/συμφωνία ~ης. ~ δημόσιας περιουσίας με ιδιώτες. [< γαλλ. coexploitation]
48733συνεκπαίδευσησυ-νεκ-παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.): από κοινού εκπαίδευση ατόμων με διαφορετικές καταβολές, ικανότητες και απαιτήσεις: άτυπη/ισότιμη ~. Πρακτικές/τεχνικές ~ης παιδιών με ή/και χωρίς προβλήματα μάθησης και συμπεριφοράς.|| (κατ' επέκτ.) ~ πιλότων της Πολεμικής Αεροπορίας δύο χωρών. [< γερμ. Koedukation]
48734συνεκπαιδεύωσυ-νεκ-παι-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {συνεκπαίδευ-σε, συνεκπαιδεύ-σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος}: εκπαιδεύω μαζί με άλλον ή άλλους: Παιδιά με ειδικές ικανότητες/μαθησιακές δυσκολίες ~ονται με τους άλλους μαθητές.|| Στρατιωτικές δυνάμεις από χώρες του ΝΑΤΟ ~τηκαν σε ρεαλιστικά πολεμικά σενάρια. [< μεσν. συνεκπαιδεύω]
48735συνεκτικός, ή, ό συ-νε-κτι-κός επίθ.: που διαθέτει συνοχή ή συντελεί σε αυτή: ~ή: κοινωνία/οικογένεια. ~ό: έθνος. Βλ. αδιάσπαστος, ενωμένος, συμπαγής.|| ~ός: λόγος. ~ή: γραφή/παράγραφος. ~ό: κείμενο/νόημα. Βλ. οργανωμένος, περιεκτικός.|| ~ός: αρμός/ιστός. (ΜΗΧΑΝΟΛ.) ~ή: σύζευξη. ~ό: έδαφος. Πβ. ενοποιητ-, συνδετ-ικός. ● επίρρ.: συνεκτικά [< αρχ. συνεκτικός, γαλλ. cohésif]
48736συνεκτικότητασυ-νε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του συνεκτικού: κοινωνική/κομματική ~ (πβ. δεσμός). ~ του εδάφους/υλικών (πβ. συναρμογή).|| (ΓΛΩΣΣ., ως κειμενική λειτουργία, σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο:) Κείμενο με ~ (: νοηματική αλληλουχία). Βλ. -ότητα. [< γαλλ.-αγγλ. cohérence]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.