Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [49280-49300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48749συνεννοήσιμος, η, ο συ-νεν-νο-ή-σι-μος επίθ.: (για πρόσ.) με το οποίο μπορεί να συνεννοηθεί εύκολα κάποιος: ~ος: άνθρωπος. ~ο: παιδί. Το προσωπικό του καταστήματος ήταν εξυπηρετικό και ~ο. Πβ. συνεργάσιμος. Βλ. επικοινωνιακός, ευπροσήγορος. ΑΝΤ. ασυνεννόητος (1)
48750συνεννοούμαι[συνεννοοῦμαι] συ-νεν-νο-ού-μαι ρ. (αμτβ.) {συνεννο-είσαι ..., προστ. -ήσου, -ούμενος | συνεννο-ήθηκα, -ηθεί, -ημένος}: συζητώ, ανταλλάσσω απόψεις και καταλήγω σε σχετική συμφωνία ή απόφαση· έχω αμοιβαία κατανόηση, καλή επικοινωνία με κάποιον: ~ απευθείας/γραπτώς/προφορικά/τηλεφωνικά. ~ηθήκαμε (= συμφωνήσαμε) να πάμε εκδρομή. Μου είπαν και οι δύο τα ίδια, λες και ήταν ~ημένοι. Ήταν ~ημένοι να έρθουν όλοι μαζί. Βλ. προ~.|| (προφ.-απειλητ.) ~θήκαμε; Πβ. κατάλαβες;|| ~είται εύκολα μαζί του. Ήταν αδύνατο να ~ηθούμε. Δεν μπορούσε να ~ηθεί με τους γονείς του. ΣΥΝ. επικοινωνώ (2) [< μτγν. συνεννοοῦμαι, γαλλ. s΄entendre]
48751συνενούµενος, η, ο συ-νε-νού-µε-νος επίθ. (λόγ.): που ενώνεται μαζί με κάτι άλλο: ~οι: δήμοι. ~α: σχολεία (πβ. συγχωνευμένος)/τμήματα.
48752συνενοχήσυ-νε-νο-χή ουσ. (θηλ.): από κοινού ενοχή με άλλον ή άλλους για την ίδια αιτία ή για το ίδιο αδίκημα: αίσθημα/πράξη/στάση ~ής. Πβ. συνυπευθυνότητα.|| Κατηγορείται για ~ σε δολοφονία/έγκλημα/ληστεία. Πβ. συν-αυτουργία, -έργεια, -υπαιτιότητα. [< γερμ. Mitschuld]
48753συνένοχος, η, ο συ-νέ-νο-χος επίθ./ουσ.: (κυρ. για πρόσ.) που φέρει από κοινού με άλλον ή άλλους ενοχή για αξιόποινη πράξη ή γενικότ. για κάτι αρνητικό: ~ος στο έγκλημα/στο ψέμα.|| (ως ουσ.) (Μας) θέλουν/κάνουν ~ους. Ψάχνουν (για) ~ους. Πβ. συν-αυτουργός, -εργός, -υπαίτιος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: σιωπή/στάση/συμμετοχή. [< γερμ. mitschuldig, Mitschuldiger]
48754συνεντευκτήςσυ-νε-ντευ-κτής ουσ. (αρσ.), συνεντεύκτρια (η) & συνεντευξιαστής: το πρόσωπο που παίρνει συνέντευξη για πρόσληψη, δημοσκόπηση, έρευνα ή τον Τύπο: Ο ~ θέτει το γενικό πλαίσιο της συζήτησης. Βλ. δημοσιογράφος, δημοσκόπος, συνεντευξιαζόμενος. [< πβ. μεσν. συνεντευκτής 'που είναι παρών μαζί με άλλους΄, αγγλ. interviewer, γαλλ. ~, 1963]
48755συνέντευξησυ-νέ-ντευ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. συζήτηση που γίνεται με σκοπό να δημοσιευθεί, κατά την οποία γνωστό συνήθ. πρόσωπο απαντά σε ερωτήσεις δημοσιογράφου· συνεκδ. το σχετικό κείμενο: αποκαλυπτική/αποκλειστική/αυθόρμητη/διαδικτυακή/ειλικρινής/εκτενής/επίκαιρη/ζωντανή/ηχογραφημένη/μαγνητοσκοπημένη/μακροσκελής/ραδιοφωνική/στημένη/σύντομη/τηλεοπτική/φανταστική (: εξαιρετική ή κυρ. με προσωπικότητα που δεν ζει) ~. Δίνω/παραχωρώ ~ σε κάποιον. ~ ενός επιστήμονα/ηθοποιού/καλλιτέχνη/υπουργού. Έχει πάρει ~εύξεις από σπουδαίες μορφές του πνεύματος.|| Απόσπασμα μιας ~ης. Στο νέο τεύχος του περιοδικού διαβάστε ~εύξεις με τους ... Αρχείο ~εύξεων. 2. & προσωπική συνέντευξη: (ειδικότ.) υποβολή ερωτήσεων σε κάποιον με σκοπό την πρόσληψή του σε θέση εργασίας ή τη συλλογή στοιχείων για στατιστική επεξεργασία: επαγγελματική ~. ~ για δουλειά/επιλογής (προσωπικού). Οι υποψήφιοι θα κληθούν σε/θα περάσουν από ~. ΣΥΝ. ίντερβιου.|| Ατομική/ομαδική ~. Ελεύθερη (: στηρίζεται σε έναν γενικό κατάλογο θεμάτων, χωρίς προκαθορισμένες ερωτήσεις)/(ημι)δομημένη ~ (: διάκριση ανάλογα με τον βαθμό τυποποίησης των ερωτήσεων). ~ για εθνογραφική έρευνα. Βλ. ερωτηματολόγιο. ● ΣΥΜΠΛ.: συνέντευξη Τύπου : που παραχωρείται επίσημα από δημόσιο πρόσωπο με παρουσία και συμμετοχή πολλών δημοσιογράφων οι οποίοι συνήθ. του υποβάλλουν ερωτήσεις: πρόσκληση σε ~ ~. Δόθηκε/πραγματοποιήθηκε ~ ~. Ο Πρωθυπουργός θα παραθέσει ~ ~ εφ' όλης της ύλης. ΣΥΝ. πρες κόνφερανς [< πβ. μτγν. συνέντευξις 'συνάντηση', αγγλ. interview, γαλλ. ~, 1891]
48756συνεντευξιάζομαισυ-νε-ντευ-ξι-ά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνεντευξιάζ-εται, -ονται, -όμενος} (προφ.): δίνω συνέντευξη: Ο διάσημος τραγουδιστής ~εται από τον ...
48757συνεντευξιαζόμενοςσυ-νε-ντευ-ξι-α-ζό-με-νος ουσ. (αρσ.) {θηλ. συνεντευξιαζόμενη}: το πρόσωπο που ερωτάται στα πλαίσια συνέντευξης, που δίνει συνέντευξη: οι απαντήσεις του ~ου. Ο ~ είναι εξέχουσα προσωπικότητα των γραμμάτων.|| (ως μτχ.) ~ ο υπουργός δήλωσε ότι ... Βλ. συνεντευκτής. [< αγγλ. interviewee, γαλλ. interviewé]
48758συνενώνωσυ-νε-νώ-νω ρ. (μτβ.) {συνένω-σα, -θηκε, -μένος, συνενών-οντας, -ούμενος}: ενώνω στοιχεία μαζί σε σύνολο: ~ τα φύλλα/τις φωτοτυπίες (: συρράπτω). ~ει δήμους/ομάδες/τράπεζες/υπηρεσίες (= συγχωνεύει). Πβ. συνδέω.|| ~σαν τις πολιτικές τους δυνάμεις (πβ. συνασπίζω). [< μτγν. συνενῶ]
48759συνένωσησυ-νέ-νω-ση ουσ. (θηλ.): ένωση σε σύνολο: ~ δήμων/υπηρεσιών. ~ώσεις αθλητικών σωματείων/επιχειρήσεων. Τάσσεται κατά της ~ης. Πβ. ενοποίηση, συγχώνευση, σύμμειξη. [< μτγν. συνένωσις 'ενότητα']
48760συνενωτικός, ή, ό συ-νε-νω-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη συνένωση: ~ό: στοιχείο. ● επίρρ.: συνενωτικά
48761συνεξετάζωσυ-νε-ξε-τά-ζω ρ. (μτβ.) {συνεξέτα-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, συνεξετάζ-οντας} (λόγ.) 1. σταθμίζω, εκτιμώ περισσότερα από ένα στοιχεία μαζί: ~ουν όλες τις πτυχές της υπόθεσης. Αιτήσεις που ~στηκαν. 2. εξετάζω περισσότερα από ένα άτομα μαζί ή από κοινού με άλλους εξεταστές: Οι υποψήφιοι της Θετικής και Τεχνολογικής Κατεύθυνσης ~ονται αύριο στα Μαθηματικά. Η επιτροπή ~ει προφορικά τους φυσικώς αδυνάτους. [< πβ. αρχ. συνεξετάζω ‘διερευνώ μαζί’]
48762συνεξέτασησυ-νε-ξέ-τα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια του συνεξετάζω: ~ μαθημάτων/υποψηφίων (στις πανελλαδικές εξετάσεις).|| Ανάγκη ~ης όλων των παραμέτρων του ζητήματος. Πβ. συνεκτίμηση, συνυπολογισμός. [< πβ. μτγν. συνεξέτασις ‘διερεύνηση’]
48763συνεξεταστήςσυ-νε-ξε-τα-στής ουσ. (αρσ.) , συνεξετάστρια (η) (λόγ.): αυτός που εξετάζει μαζί με κάποιον άλλον ένα πρόσωπο, γραπτά ή προφορικά. [< πβ. μτγν. συνεξεταστής ‘που συμμετέχει στην αναζήτηση’]
48764συνεορτάζωσυ-νε-ορ-τά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συνεόρτα-σα, μτχ. συνεορτάζ-ων, -ουσα} (λόγ.) 1. γιορτάζω ταυτόχρονα δύο ή περισσότερα γεγονότα: ~ουν γενέθλια και επέτειο γάμου. Ο σύλλογος ~σε την κατάκτηση του πρωταθλήματος και του κυπέλλου. 2. έχω ή κάνω τη γιορτή μου από κοινού με άλλον ή άλλους: Τα δύο ξαδέρφια ~σαν την ονομαστική τους εορτή. Κωνσταντίνος και Ελένη ~ουν (: εορτάζουν την ίδια ημέρα). [< μτγν. συνεορτάζω]
48765συνεορτασμόςσυ-νε-ορ-τα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του συνεορτάζω: ~ ονομαστικής γιορτής και γενεθλίων από τα δύο αδέλφια.|| ~ του Πάσχα μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών.
48766συνεπάγεταισυ-νε-πά-γε-ται ρ. (μτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} 1. έχει ως συνέπεια, επακόλουθο ή αποτέλεσμα: H αποδοχή της επαγγελματικής πρότασης ~ μετακόμιση σε άλλη πόλη. Η καταδίκη του ~ την ποινή της ... (πβ. επισύρει). Η συμπλήρωση της δήλωσης δεν ~ καμία υποχρέωση. (για δήλωση κυρ. αρνητικής εξέλιξης ή έκβασης:) Καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με ό,τι αυτό ~. Πβ. (συν)επιφέρει.|| (προφ.) Από αυτό που λες ~ ότι ... (= συμπεραίνεται, συνάγεται). 2. ΜΑΘ. το σύμβολο => που δηλώνει ότι μια σχέση προκύπτει από την προηγούμενη. Πβ. ισοδυναμεί. [< μτγν. συνεπάγομαι 'παίρνω μαζί μου', γαλλ. entraîner]
48767συνεπαγωγήσυ-νε-πα-γω-γή ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. η σχέση που διέπει έναν λογικό συλλογισμό ή μαθηματικό ισχυρισμό, ο οποίος συνίσταται στην ισοδυναμία προκείμενων ή υπόθεσης και συμπεράσματος: σαφής ~.|| Αντίστροφη/διπλή/στατιστική ~. Κανόνες/μέθοδος/σύμβολο ~ής. Βλ. προκείμενη, συμπέρασμα, συναγωγή, υπόθεση. [< γαλλ. entraînement]
48768συνεπαίρνωσυ-νε-παίρ-νω ρ. (μτβ.) {συνεπήρ-ε, συνεπάρ-ει, συνεπαρ-μένος}: κατακλύζω κάποιον με ευχάριστα συνήθ. συναισθήματα: Με ~ει το βιβλίο/η μουσική/η ταινία. Συγκίνησαν και ~αν το ακροατήριο/το κοινό τους. Έφυγαν ~μένοι από τη συναυλία. Πβ. ενθουσιάζω, ζαλίζω, μαγεύω, συναρπάζω. ΣΥΝ. γοητεύω, μεθώ (2) [< αρχ. συνεπαίρω ‘ανυψώνω ταυτόχρονα’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.