Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [49280-49300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
48737συνεκτίμησησυ-νε-κτί-μη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συνεκτιμώ: ~ κριτηρίων/παραγόντων/στοιχείων. ~ των οικονομικών και νομικών συμφερόντων (κάποιου). ~ του συνόλου των προσόντων (των υποψηφίων). Βλ. προσμέτρηση, συνυπολογισμός.
48738συνεκτιμώ[συνεκτιμῶ] συ-νε-κτι-μώ ρ. (μτβ.) {συνεκτιμ-άς ..., -ώντας | συνεκτίμ-ησα, -άται, -ήθηκε, -ημένος}: εξετάζω όλες τις σχετικές παραμέτρους για τη διαμόρφωση μιας άποψης ή τη λήψη κάποιας απόφασης: Η επιτροπή θα ~ήσει όλα τα προσόντα (των υποψηφίων)/τα στοιχεία (της υπόθεσης). Βλ. συνυπολογίζω. [< μτγν. συνεκτιμῶ]
48739συνεκφέρωσυ-νεκ-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {συνεκφέρ-ει, -εται, -ονται}: ΓΛΩΣΣ. προφέρω μαζί τον τελευταίο και τον αρχικό φθόγγο διαδοχικών λέξεων· γενικότ. συμπροφέρω. [< μτγν. συνεκφέρω]
48740συνεκφοράσυ-νεκ-φο-ρά ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. ταυτόχρονη προφορά τελευταίου και αρχικού φθόγγου διαδοχικών λέξεων· γενικότ. συμπροφορά. Βλ. έκθλιψη. [< μτγν. συνεκφορά]
48741συνεκφώνησησυ-νεκ-φώ-νη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. συμπροφορά. [< μτγν. συνεκφώνησις 'συνίζηση']
48742συνεκφωνώ[συνεκφωνῶ] συ-νεκ-φω-νώ ρ. (μτβ.) {συνεκφων-είς ..., -ώντας | συνεκφών-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: ΓΛΩΣΣ. συμπροφέρω. [< μτγν. συνεκφωνῶ]
48743συνέλευσησυ-νέ-λευ-ση ουσ. (θηλ.): συνάντηση προσώπων ή φορέων, που συχνά αποτελεί συλλογικό όργανο, για εξέταση και συζήτηση θεμάτων και λήψη αποφάσεων, καθώς και το σύνολο των παραπάνω προσώπων ή φορέων: ανοιχτή/άτυπη/διεθνής/έκτακτη/ετήσια/ιδρυτική/κρίσιμη/μαραθώνια/τακτική/τοπική ~. ~ αντιπροσώπων/μελών (οργανισμού/σωματείου). (Γενική) ~ ενοίκων (της πολυκατοικίας)/ιδρύματος/μαθητών/μετόχων (εταιρείας)/συλλόγου. Αναβολή/απαρτία/απόφαση/ημερήσια διάταξη/πρόσκληση/σύγκληση της ~ης. ~εύσεις γειτονιάς. Το συντονιστικό των Γενικών ~εύσεων. Η ~ των καθηγητών συνέρχεται κάθε μήνα.|| Ευρωπαϊκή/Λαϊκή ~.|| Η ~ αποφασίζει/ψηφίζει. Πβ. σύνοδος. Βλ. σύσκεψη. ● ΣΥΜΠΛ.: Εθνική Συνέλευση: εθνοσυνέλευση., εκλογοαπολογιστική συνέλευση βλ. εκλογοαπολογιστικός, συνταγματική/συντακτική συνέλευση βλ. συντακτικός [< μτγν. συνέλευσις, γαλλ. assemblée]
48744συνελήφθηβλ. συλλαμβάνω
48745συνέλληνας, συνελληνίδασυ-νέλ-λη-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): χαρακτηρισμός που απευθύνεται σε Έλληνα, για να τονίσει τους στενούς δεσμούς και την κοινή καταγωγή του με άλλον ή άλλους Έλληνες: Αγαπητοί/Φίλοι ~ες και ~ίδες (: προσφώνηση σε λόγο). Βλ. συμπατριώτης.
48746συνεμφάνισησυ-νεμ-φά-νι-ση ουσ. (θηλ.): κοινή, ταυτόχρονη εμφάνιση: ~ των συμπτωμάτων μιας νόσου.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ δύο λέξεων στο ίδιο κείμενο. Βλ. σύμπλοκο. [< αγγλ. cooccurrence, 1951, γαλλ. ~, 1960]
48747συνένζυμοσυ-νέν-ζυ-μο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. μέρος ενζύμου χωρίς πρωτεΐνες: ~ μεταβολισμού. Πβ. συμπαράγοντας. Βλ. απο-, ισο-, ολο-, προ-ένζυμο. [< γερμ. Koenzym, 1908, γαλλ. coenzyme, 1909, αγγλ. ~, 1947]
48748συνεννόησησυ-νεν-νό-η-ση ουσ. (θηλ.): επικοινωνία, συζήτηση και η σχετική συμφωνία, απόφαση: άμεση/αμοιβαία/απευθείας/διακομματική/διεθνής/εθνική/κακή/λάθος/μυστική/πολιτική/προφορική/τηλεφωνική/φιλική ~. Αδυναμία/δυνατότητα/περιθώρια/προβλήματα/τρόπος ~ης. Τηλέφωνο ~ης ... Κατόπιν ~ήσεως. Έρχομαι/καταλήγω/προχωρώ σε ~. Δύσκολη ~ λόγω απόστασης. Παραλαβή δέματος χωρίς προηγούμενη ~. Ύστερα από ~ με τον καθηγητή, θα εξεταστώ προφορικά. Διαπραγματεύσεις/συνθήκη στο στάδιο της ~ης. ~ μεταξύ δύο υπουργείων (ΑΝΤ. ασυμφωνία, διαφωνία, διχογνωμία).|| Διαζύγιο/τσακωμός/χωρισμός λόγω έλλειψης ~ης (βλ. αλληλοκατανόηση). Βλ. ενδο~, προ~. [< γαλλ. entente]
48749συνεννοήσιμος, η, ο συ-νεν-νο-ή-σι-μος επίθ.: (για πρόσ.) με το οποίο μπορεί να συνεννοηθεί εύκολα κάποιος: ~ος: άνθρωπος. ~ο: παιδί. Το προσωπικό του καταστήματος ήταν εξυπηρετικό και ~ο. Πβ. συνεργάσιμος. Βλ. επικοινωνιακός, ευπροσήγορος. ΑΝΤ. ασυνεννόητος (1)
48750συνεννοούμαι[συνεννοοῦμαι] συ-νεν-νο-ού-μαι ρ. (αμτβ.) {συνεννο-είσαι ..., προστ. -ήσου, -ούμενος | συνεννο-ήθηκα, -ηθεί, -ημένος}: συζητώ, ανταλλάσσω απόψεις και καταλήγω σε σχετική συμφωνία ή απόφαση· έχω αμοιβαία κατανόηση, καλή επικοινωνία με κάποιον: ~ απευθείας/γραπτώς/προφορικά/τηλεφωνικά. ~ηθήκαμε (= συμφωνήσαμε) να πάμε εκδρομή. Μου είπαν και οι δύο τα ίδια, λες και ήταν ~ημένοι. Ήταν ~ημένοι να έρθουν όλοι μαζί. Βλ. προ~.|| (προφ.-απειλητ.) ~θήκαμε; Πβ. κατάλαβες;|| ~είται εύκολα μαζί του. Ήταν αδύνατο να ~ηθούμε. Δεν μπορούσε να ~ηθεί με τους γονείς του. ΣΥΝ. επικοινωνώ (2) [< μτγν. συνεννοοῦμαι, γαλλ. s΄entendre]
48751συνενούµενος, η, ο συ-νε-νού-µε-νος επίθ. (λόγ.): που ενώνεται μαζί με κάτι άλλο: ~οι: δήμοι. ~α: σχολεία (πβ. συγχωνευμένος)/τμήματα.
48752συνενοχήσυ-νε-νο-χή ουσ. (θηλ.): από κοινού ενοχή με άλλον ή άλλους για την ίδια αιτία ή για το ίδιο αδίκημα: αίσθημα/πράξη/στάση ~ής. Πβ. συνυπευθυνότητα.|| Κατηγορείται για ~ σε δολοφονία/έγκλημα/ληστεία. Πβ. συν-αυτουργία, -έργεια, -υπαιτιότητα. [< γερμ. Mitschuld]
48753συνένοχος, η, ο συ-νέ-νο-χος επίθ./ουσ.: (κυρ. για πρόσ.) που φέρει από κοινού με άλλον ή άλλους ενοχή για αξιόποινη πράξη ή γενικότ. για κάτι αρνητικό: ~ος στο έγκλημα/στο ψέμα.|| (ως ουσ.) (Μας) θέλουν/κάνουν ~ους. Ψάχνουν (για) ~ους. Πβ. συν-αυτουργός, -εργός, -υπαίτιος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: σιωπή/στάση/συμμετοχή. [< γερμ. mitschuldig, Mitschuldiger]
48754συνεντευκτήςσυ-νε-ντευ-κτής ουσ. (αρσ.), συνεντεύκτρια (η) & συνεντευξιαστής: το πρόσωπο που παίρνει συνέντευξη για πρόσληψη, δημοσκόπηση, έρευνα ή τον Τύπο: Ο ~ θέτει το γενικό πλαίσιο της συζήτησης. Βλ. δημοσιογράφος, δημοσκόπος, συνεντευξιαζόμενος. [< πβ. μεσν. συνεντευκτής 'που είναι παρών μαζί με άλλους΄, αγγλ. interviewer, γαλλ. ~, 1963]
48755συνέντευξησυ-νέ-ντευ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. συζήτηση που γίνεται με σκοπό να δημοσιευθεί, κατά την οποία γνωστό συνήθ. πρόσωπο απαντά σε ερωτήσεις δημοσιογράφου· συνεκδ. το σχετικό κείμενο: αποκαλυπτική/αποκλειστική/αυθόρμητη/διαδικτυακή/ειλικρινής/εκτενής/επίκαιρη/ζωντανή/ηχογραφημένη/μαγνητοσκοπημένη/μακροσκελής/ραδιοφωνική/στημένη/σύντομη/τηλεοπτική/φανταστική (: εξαιρετική ή κυρ. με προσωπικότητα που δεν ζει) ~. Δίνω/παραχωρώ ~ σε κάποιον. ~ ενός επιστήμονα/ηθοποιού/καλλιτέχνη/υπουργού. Έχει πάρει ~εύξεις από σπουδαίες μορφές του πνεύματος.|| Απόσπασμα μιας ~ης. Στο νέο τεύχος του περιοδικού διαβάστε ~εύξεις με τους ... Αρχείο ~εύξεων. 2. & προσωπική συνέντευξη: (ειδικότ.) υποβολή ερωτήσεων σε κάποιον με σκοπό την πρόσληψή του σε θέση εργασίας ή τη συλλογή στοιχείων για στατιστική επεξεργασία: επαγγελματική ~. ~ για δουλειά/επιλογής (προσωπικού). Οι υποψήφιοι θα κληθούν σε/θα περάσουν από ~. ΣΥΝ. ίντερβιου.|| Ατομική/ομαδική ~. Ελεύθερη (: στηρίζεται σε έναν γενικό κατάλογο θεμάτων, χωρίς προκαθορισμένες ερωτήσεις)/(ημι)δομημένη ~ (: διάκριση ανάλογα με τον βαθμό τυποποίησης των ερωτήσεων). ~ για εθνογραφική έρευνα. Βλ. ερωτηματολόγιο. ● ΣΥΜΠΛ.: συνέντευξη Τύπου : που παραχωρείται επίσημα από δημόσιο πρόσωπο με παρουσία και συμμετοχή πολλών δημοσιογράφων οι οποίοι συνήθ. του υποβάλλουν ερωτήσεις: πρόσκληση σε ~ ~. Δόθηκε/πραγματοποιήθηκε ~ ~. Ο Πρωθυπουργός θα παραθέσει ~ ~ εφ' όλης της ύλης. ΣΥΝ. πρες κόνφερανς [< πβ. μτγν. συνέντευξις 'συνάντηση', αγγλ. interview, γαλλ. ~, 1891]
48756συνεντευξιάζομαισυ-νε-ντευ-ξι-ά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνεντευξιάζ-εται, -ονται, -όμενος} (προφ.): δίνω συνέντευξη: Ο διάσημος τραγουδιστής ~εται από τον ...

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.